Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση
Advertisements

Το Νιξ περιγράφεται στην περίληψη της αμερικάνικης έκδοσης ως «hilarious». Το τελείωσα και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι το ξεκαρδιστικό είχε. Γενικά προσπαθώ να καταλάβω γιατί τόσοι διθύραμβοι.Ήθελα κι εγώ να ενθουσιαστώ και το ξεκίνησα με μεγάλη όρεξη αλλά πολύ γρήγορα άρχισα να απογοητεύομαι.

Ξεκινάει ωραία, έξυπνα και με αρκετές αστείες στιγμές, αλλά μετά το ύφος αλλάζει και εκεί ήταν που σιγά σιγά άρχισα να βαριέμαι.

Η ιστορία είναι ωραία και ενδιαφέρουσα: H Faye επιτίθεται πετώντας χαλίκια σε έναν μελλοντικό υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ, συλλαμβάνεται, και ο δικηγόρος της καλεί τον γιο της να την βοηθήσει ως character witness. Το πρόβλημα είναι οτι η Faye εγκατέλειψε τον γιο της όταν αυτός ήταν 11 χρονών. Τι συνέβη; Γιατί έφυγε; Ποιο ήταν το παρελθόν της; Ο Σάμιουελ αρχίζει να ψάχνει και ανακαλύπτει πράγματα για την μητέρα του που τον ταράζουν, ενώ ταυτόχρονα παίρνει και κάποιες αποφάσεις για την δική του ζωή που την είχε στοιχειώσει η φυγή της.

Η πλοκή ξετυλίγεται σε τρεις χρονικές περιόδους: στο παρόν,στο παρελθόν της Faye και στην παιδική ηλικία του Σάμιουελ. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές άλλων ανθρώπων που σχετίζονται με την ιστορία ή που είναι απλά περαστικοί απο τη ζωή του Σάμιουελ, αλλά δεν αντιμετωπίζονται απο τον συγγραφέα ως δευτερεύοντες χαρακτήρες. Τους δίνει όλη την προσοχή του και χάνει τη δική μου.

Πάρα πολλές πληροφορίες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Προσπαθεί να καλύψει πάρα πολλά θέματα, να κριτικάρει τα πάντα, να γράψει μια καυστική- ειρωνική-σατιρική άποψη για όλα! Από τα πιο σημαντικά μέχρι τα πιο μικρά, από τον τρόπο που εκλέγεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ μέχρι τον τρόπο που γίνεται ντόρος για το τι τρώει μια σελέμπριτι. Από παιδική κακοποίηση μέχρι ψύχωση με video games. Από ghost writers μέχρι διαφημίσεις για τσιπς. Από τον καταναλωτισμό μέχρι την αστυνομική βία, τον πόλεμο στο Ιράκ, το σεξ, τη γυναικεία απελευθέρωση… Θα μπορούσα να γράφω όλη μέρα για τα θέματα που σχολιάζονται σε αυτό το βιβλίο.

Επίσης με κούρασαν και με έκαναν να δυσανασχετώ οι εκτενείς περιγραφές για τις οποίες δεν έβρισκα κανένα λόγο ύπαρξης. Εντάξει, να μου περιγράψεις κάτι που παίζει ρόλο στην πλοκή, αλλά γιατί να μου περιγράφεις ένα ρημάδι πιάτο με νάτσος και τον ακριβή τρόπο με τον οποίο τα μασουλάει κάποιος; Λυπήσου με!

Δεν συμπάθησα κανέναν χαρακτήρα, όλοι μου φάνηκαν από εκνευριστικοί εως αντιπαθητικοί και στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφερε τι θα απογίνουν.

Υπάρχουν και καλά κομμάτια στο βιβλίο, η αρχή και το τέλος μου άρεσαν αρκετά, υπήρχαν συγκινητικές στιγμές, αλλά όλα πνίγονται μέσα σε μια θάλασσα πληροφοριών και sub-plots που εμένα προσωπικά με έκαναν να νιωθω οτι δεν εμβαθύνει σε τίποτα, απλά θέλει να τα πει όλα μαζεμένα και αρκετές φορές κόντεψα να ξεχάσω τι στο καλό διάβαζα, για να μην πω οτι μου φάνηκε και οτι ο συγγραφέας ξέχναγε τι ξεκίνησε να γράφει και πήδαγε απο θέμα σε θέμα – άλλες φορές πετυχημένα ,άλλες φορές όχι και τόσο.

Ειρήνη Προϊκάκη

Εντάξει… τι να λέμε τώρα… ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ!!! Μετά από τους τρεις εξαιρετικούς πρώτους τόμους της τετραλογίας, έφτασε και το τελευταίο δίτομο και μας αποτελείωσε. Ο Θαφόν, δεν είναι συγγραφέας. Δεν είναι καν λογοτέχνης. Είναι καλλιτέχνης ζωγράφος και με την πένα του ζωγραφίζει τις πιο όμορφες εικόνες. Προσωπικά τον τοποθετώ στο ίδιο υψηλό ράφι μαζί με τον Θερβάντες και τον Μάρκες. Είναι από τους πλέον αγαπημένους μου.

Στον «θηριώδη» αυτό Λαβύρινθο του Θαφόν, κορυφώνεται η ιστορία που έχει ξεκινήσει τρεις τόμους πριν. Πρόκειται για ένα «Μεγάλο» βιβλίο, που παρόλο τον όγκο του (σχεδόν 1000 σελίδες στο σύνολο), διαβάζεται σαν το νεράκι, χωρίς να κουράσει ή να κάνει κοιλιά ούτε δευτερόλεπτο. Είναι πολύ ανθρώπινο και τρυφερό μα συνάμα σκληρό και σκοτεινό. Για μια ακόμη φορά μας μεταφέρει στην μαγευτική Βαρκελώνη της εποχής του Φράνκο, όπου με γλαφυρότητα, μεστό και ρέοντα λόγο, σκιαγραφεί την ζωή και τις περιπέτειες των γνωστών μας και νέων ηρώων κι εν τέλει την δικαίωση που τους περιμένει με το τέλος της τετραλογίας.

Εδώ ο Θαφόν, μας παρουσιάζει τον Ντάνιελ οικογενειάρχη πλέον, παντρεμένο με την Μπέα και πατέρα του μικρού Χουλιάν. Την ψυχούλα του ακόμα κατατρώει το μυστήριο του χαμού της μητέρας του και παλεύει φιλότιμα με τους δικούς του «ανεμόμυλους». Ο αγαπημένος μου Φερμίν, παραμένει το ίδιο «σπασμωδικός» ως χαρακτήρας (προσωπικά τον φαντάζομαι ψηλό και ξερακιανό, σαν χάρτινη μαριονέτα που την φυσά ο άνεμος και παραπέει δεξιά κι αριστερά), εργάζεται μόνιμα πλέον στο βιβλιοπωλείο της οικογένειας Σεμπέρε και στέκεται πάντα στο πλευρό του αγαπημένου του φίλου Ντάνιελ.

Με την πορεία της ιστορίας, γνωρίζουμε και δυο νέους χαρακτήρες, την μυστική αστυνομικό Αλίθια Γκρις και τον αστυνόμο Βάργκας, οι οποίοι καλούνται να εξιχνιάσουν το μυστήριο της εξαφάνισης ενός υπουργού (μου διαφεύγει το όνομά του αυτή τη στιγμή). Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή διασταυρώνονται οι δρόμοι των παλαιών μας γνώριμων, με αυτούς των νεοφερμένων κι όλοι μαζί χορεύουν σε ένα παθιασμένο γαϊτανάκι μυστηρίου, οδηγώντας τον αναγνώστη στην κορύφωση και την ικανοποίηση της αποκατάστασης του δικαίου!

Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο, ήδη έχω γράψει αρκετά τόσο εδώ όσο και για την Σκιά του Ανέμου. Είμαι σίγουρη ότι όσοι το έχετε ήδη διαβάσει, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ κι όσοι δεν είχατε ακόμα την χαρά… μπορείτε απλά να φανταστείτε!

Κι επειδή όπως έχω πει και παλιότερα, δικιά μου είναι η κριτική κι όπως θέλω βαθμολογώ… 100/10 από μένα!!!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Νομίζω πως την τελευταία φορά που διάβασα ελαφρολαϊκό – romance – ροζ – shareγυναικείο, ήταν στα 18-20. Ίσως κι ένα – δυο χρόνια μετά. Μετά… δεν ξέρω ακριβώς γιατί σταμάτησα, κι όχι δε θα σας πω ότι εξελίχτηκα αναγνωστικά – μπλα, μπλα, μπλα – ωρίμασαν οι λογοτεχνικοί μου κάλυκες και τέτοια. Κι αυτό έγινε – αλίμονο αν διαβάζεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο επί Χ χρόνια και δεν έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να απολαύσει και κάτι λίγο διαφορετικό, λίγο απαιτητικό, λίγο πιο πάνω από αυτά που διάβαζες ως τώρα – όμως ο λόγος που ξέφυγα από αυτά δεν ήταν αυτός.

Νομίζω ότι κάποια στιγμή απλά η πραγματικότητα με προσγείωσε – λιγάκι απότομα όπως γίνεται συνήθως με τις προσγειώσεις των εικοσάρηδων και κάπου ότι κατάλαβα ότι ο καραπαίδαρος ζάπλουτος κληρονόμος του μουλτιμπιλιονέρ Τάδε δεν μπορεί να είναι και πανέξυπνος και ρομαντικός και καλλιεργημένος και να με γουστάρει. Και βασικά δεν υπάρχει.  Λολ. Θα μου πείτε τώρα εκεί κολλάς; Κολλάω κι εκεί. Ίσως ένας λόγος που τα άρλεκιν πουλήσαν τόσο πολύ τις περασμένες δεκαετίες- και ακόμα τον αχνίζουν τον κουραμπιέ, να είναι το εξωτικό κι απόμακρο (για μας) στο οποίο πολύ πιο εύκολα πιστεύουμε γιατί μας είναι άγνωστο. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν οι γελαδάρηδες του Τέξας εκτός από το να είναι κορμάρες και να καβαλάνε ταύρους. Προφανώς δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι.

Και παρένθεση εδώ: Δε θα ξεχάσω ποτέ το απόλυτο γείωμα που έφαγα από πολύ καλό φίλο Φιλανδό, όταν σε μια συζήτηση για τους Βίκινγκς (θυμάστε ένα παραλήρημα που είχαν φάει τα θηλυκά του πλανήτη με τους Βίκινγκς κάποτε) μου είπε ότι οι παίδαροι Βίκινγκς είναι η μία, η φτιαχτή πλευρά. Οι άντρες αυτοί περνούσαν μήνες ολόκληρους χωρίς να πλυθούν, ήταν γεμάτοι ψείρες και σκουλήκια στα μαλλιά, και τα μισά τους δόντια έλειπαν. Ξενέρωσα αμέσως. Όμως είναι λογικό να ίσχυε αυτό, δεν είναι;deal-9786188012882

Αναγκαστικά λοιπόν πιστεύουμε σε αυτό που μας πασάρουν, όταν αγνοούμε την πραγματικότητα.

Για τα δικά μας δεδομένα τώρα, ζω στην Ελλάδα και μπορεί να μην έχω παρτίδες με τους κύκλους της καλής κοινωνίας αλλά η δηθενιά και η ηλιθιότητα δεν κρύβονται, ούτε κι από μακριά (κι ούτε είναι προσόν μόνο της καλής κοινωνίας, να τα λέμε κι αυτά). Μια αγγλίδα/γερμανίδα/ολλανδέζα πχ μπορεί να μαγευτεί από τον νεαρό με κορμί αρχαιοέλληνα κούκλο κληρονόμο του εφοπλιστή που διαβάζει Μπουκόφσκι και ακούει Νίνα Σιμόν. Η ελληνίδα μάλλον όχι. Του γκουντ του μπι τρου μπέιμπε.

Ο άλλος λόγος, ή δεύτερη προσγείωση στην πραγματικότητα, ήταν η ίδια η ζωή. Τέλος. Κι εκεί κάπου έλαβε τέλος η σχέση μου με το ρομάντζο. Κάπου ανέβασα τα μανίκια και είπα εντάξει, ξυπνήσαμε τώρα, σήκω να πάρεις δυο λεωφορεία να πας για δωδεκάωρη βάρδια και να πληρωθείς για παρτάιμ. Στα σουβλατζίδικα στη μια άκρη της πόλης ο καραπαίδαρος υιός εφοπλιστού δε θα εμφανιστεί ποτέ, τζάμπα λιώνει η μάσκαρα πάνω από το γκριλ.

Παρόλα αυτά, δεν αφορίζω το είδος, ίσα ίσα που το θεωρώ απαραίτητο στο ρεπερτόριο των βιβλίων. Στην εποχή μας δε θα υπάρξει άλλη Λολίτα ή Μεγάλη Χίμαιρα ή Μέγας Ανατολικός ή Τροπικός του Καρκίνου ή συμπληρώστε όποιο ερωτικό λογοτέχνημα σας έρχεται στο μυαλό. Μάλλον όχι. Αλλά ούτε αυτό πειράζει. Δεν πειράζει η γλώσσα που είναι πιο απλή, πιο …στεγνή, πιο σημερινή. Το θέμα είναι το πώς τη χρησιμοποιείς.FSG_31_5_Promo_BW_3F.indd

Αυτό που στερούνται το 95% των σημερινών βιβλίων romance είναι όχι η φαντασία ή το λεξιλόγιο, αλλά η …ευφυία.

Παρατηρώ ότι οι συγγραφείς δίνουν σημασία στα έργα τους μόνο στις ερωτικές σκηνές – οι οποίες φροντίζουν να περιέχουν όλες τις διαδικασίες με όλες τις λεπτομέρειες και τα σχετικά, όμως στο υπόλοιπο βιβλίο βλέπεις μια αγωνιώδη προσπάθεια να γεμίσουν οι 200-300 σελίδες με μαλακίες, έτσι για να στέκει ένα στόρι και να μην πει κανείς ότι διαβάζουμε μια τσόντα. Περί τσόντας πρόκειται, αλλά οι γυναίκες λειτουργούμε διαφορετικά και μας αρέσουν πολύ τα περιτυλίγματα, πολύ περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο (συνήθως).

Ενώ οι άντρες καλώς ή κακώς είναι πιο άμεσοι και κατά κάποιον τρόπο αφιλτράριστοι ερωτικά, οι γυναίκες (καλώς ή κακώς) λειτουργούν κάπως πιο περίπλοκα.

Έχετε δει στο διαδίκτυο ένα σκιτσάκι που δείχνει τη διαδρομή ενός ζευγαριού στο εμπορικό κέντρο για να αγοράσουν παπούτσια ή κάτι τέτοιο; Η διαδρομή του άντρα είναι μια ευθεία γραμμή. Θέλει αυτό και πάει να το πάρει, τέλος. Η γυναίκα πρέπει να περάσει από όοολες τις βιτρίνες πρώτα. Λοιπόν, είναι μια πολύ πετυχημένη απλοποίηση του πώς λειτουργεί (καλώς ή κακώς πάλι) ο γυναικείος εγκέφαλος. (πιστέψτε με, όλες οι γυναίκες τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους έχουν ευχηθεί το μυαλό τους να ήταν …αρσενικό).

Για τον άντρα μια γυμνή φωτογραφία ή ένα καρέ σεξουαλικής πράξης σε εξέλιξη μπορεί να είναι παραπάνω από αρκετό για να πυροδοτήσει (μα πώς τα λέω) την ερωτική επιθυμία. Για τις γυναίκες όμως, όλα αυτά είναι αποτελέσματα ή αλλιώς επακόλουθα μιας πολύ μεγάλης διαδικασίας που έχει προηγηθεί, κυρίως μέσα στο κεφάλι της. (κουφάλα φύση).

Αν συμφωνούμε ως εδώ, διαβάστε και παρακάτω. Αλλιώς κάντε κλικ στο Χ και ξαποστείλτε με να πάω στο διάολο.

more_ribbons_compiled

Βλέπουμε λοιπόν πως στην πλειοψηφία τους – και λέω πλειοψηφία παρόλο που ποτέ δεν έχω δει κάτι το οποίο να ανήκει στη μειοψηφία αλλά προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη – τα ερωτικά/γυναικεία/ροζ βιβλία καταφεύγουν στην προστυχιά και τη χυδαιότητα για να στηρίξουν το ερωτικό/σεξουαλικό στοιχείο, στερημένα από ευφυία, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των αναγνωστών τους.

Γιατί πρέπει αυτά τα βιβλία να τα απολαμβάνουν μόνο οι 20ρηδες αυτού του κόσμου, που επί το πλείστον είναι άπειροι αναγνωστικά; (και ερωτικά). Τι γίνεται με αυτή την τεράστια μερίδα αναγνωστών άνω των 30 ή 35 ή 40 που μπορεί να γουστάρουν να διαβάσουν τη ρομαντζάδα τους και να απολαύσουν ένα ερωτικό αναγνωστικό παιχνίδι, και που όμως έχουν διαβάσει και 200-300-500 βιβλία στη ζωή τους και είναι λιγάκι πιο απαιτητικοί;

Ο ερωτισμός μπορεί να κρύβεται σε ένα άρωμα, η ερωτική διάθεση μπορεί να ξυπνήσει μόνο με μια κίνηση του κεφαλιού, με ένα βλέμμα, η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί με ένα άγγιγμα μακριά από τα βυζιά ή τον κώλο κάποιου. Η χυδαιότητα δεν είναι ερωτισμός. Μια λεπτομερέστατη περιγραφή μιας ερωτικής πράξης δεν σημαίνει ότι κάλυψες τις απαιτήσεις του είδους που προσπαθείς να γράψεις.

(Ακούτε Ελ Τζέιμς και λοιπές αυτού του πλανήτη;)

Η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η λάθος χρήση της, η πολύ επιφανειακή χρήση της, καταλήγοντας στη συγγραφή βιβλίων εντελώς κενού περιεχομένου, στερημένα εγκεφαλικής δραστηριότητας, καταφεύγοντας είτε στη χυδαιότητα και τη φθηνή λύση των σεξουαλικών διαστροφών και ερωτικών βοηθημάτων, είτε στη συνεχή χρήση καρακλισεδιαρισμένων φράσεων (δάγκωσε το κάτω χείλος της , εσωτερικές φωνές, έλεος κάπου) και καταστάσεων (τώρα τελευταία, το ανυπάκουο, προβληματικό αρσενικό κουτάβι που πρέπει η κορασίδα να θεραπεύσει από τα τραύματά του πουλάει πολύ) και που το πιο απαιτητικό (ή έξυπνο;) αναγνωστικό κοινό δεν μπορούν να καλύψουν.

Κατερίνα Χαρίση

Με όλα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στο Χόλυγουντ με τα σκάνδαλα σεξουαλικής παρενόχλησης, δε νομίζω ότι θα υπήρχε πιο κατάλληλη στιγμή για έναν δημοσιογράφο που θέλει να γίνει συγγραφέας για το ντεμπούτο του με μια ιστορία …σεξουαλικών σκανδάλων και διαφθοράς στον ιταλικό κόσμο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στον κόσμο της Κλαούντια Καρντινάλε και του Φελίνι, του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και της Μαφίας, ο Pino Corrias διηγείται την άνοδο και την πτώση ενός παραγωγού ταινιών, του Oscar Martello και μας βυθίζει στην κυριολεξία σε ένα κόσμο ίντριγκας και διαφθοράς.

Σε αυτό το σημείο όμως υπάρχουν δυο στοιχεία που μάλλον πρέπει να πάρουμε σοβαρά υπ’ όψιν. Το πρώτο είναι ότι ο Pino Corrias είναι δημοσιογράφος με πάνω από τριάντα χρόνια στο χώρο. Αυτό από μόνο του σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσο της …φαντασίας του είναι αυτά που γράφει και αν για αποφυγή μηνύσεων δεν είναι αλήθειες με άλλα …ονόματα! Βλέπετε ότι αυτό το στοιχείο από μόνο του σε κάνει να δεις το βιβλίο και τον κύριο Martello  με ένα τελείως διαφορετικό …μάτι!

books18_001.gifΤο άλλο στοιχειό που αξίζει παρατήρηση είναι ότι μιλάμε για τον …ιταλικό κινηματογράφο! Ο ιταλικός κινηματογράφος και μάλιστα τις περιόδους 50-60-70, γεννήθηκε από σκάνδαλα, σεξ και διαφθορά. Η λέξη διαφθορά είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξή του, την ακμή και την παρακμή του. Τι περισσότερο να φτιάξει η φαντασία που δεν έχει ήδη περάσει από κουτσομπολίστικες φυλλάδες της Ιταλίας εδώ και δεκαετίες;

Τώρα ο συνδυασμός αυτών των δυο δεν απωθεί, απεναντίας κάνει το βιβλίο πιο ελκυστικό γιατί ξέρεις ότι όσο αφορά σεξ και διαφθορά δεν θα σε απογοητεύσει και μετά κάπως πρέπει να συνδέσεις ονόματα με …ονόματα.

Το «Θα κοιμηθούμε όταν γεράσουμε» – We’ll Sleep When We’re Old του Pino Corrias  είναι καλογραμμένο και με δημοσιογραφικό ρυθμό. Στο βιβλίο υπάρχει ένας θάνατος, αυτός του Oscar Martello  και υπάρχει κι ένα μυστήριο, αλλά είναι από αυτά τα βιβλία που αν και ο θάνατος θα έπρεπε να είναι πρωταγωνιστής, οι γαργαλιστικές ιστορίες από έναν κόσμο όπως αυτόν του ιταλικού κινηματογράφου, σε απολυτή παρακμή, είναι πιο ενδιαφέρουσες.

Το βιβλίο χαρακτηρίζεται από τον εκδοτικό του σαν ψυχολογικό θρίλερ, άδικα κατ΄ εμένα. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα μυστηρίου ίσως, αλλά θρίλερ σίγουρα όχι. Και πάντα κατ’ εμένα χαρακτηρίζοντάς το θρίλερ το κόβεις από ένα κοινό που τελικά ίσως και να ήταν ο πραγματικός του αναγνώστης, αυτό το κοινό που ενδιαφέρεται για όσα συμβαίνουν πίσω από την κουρτίνα της οθόνης του σινεμά και τα κόκκινα χαλιά. Ίσως κι γι αυτό το διάβασα άνετα εγώ, γιατί δεν το είδα σαν θρίλερ αλλά σαν ματιά στην κλειδαρότρυπα του ιταλικού σινεμά.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 12 Δεκεμβρίου 2017 από τις εκδόσεις Atria Books στα αγγλικά και υπάρχει και σε ψηφιακή μορφή.

Ο Έκτορας στα 40α του γενέθλια πρέπει να υποστεί το πάρτυ γενεθλίων που του ετοίμασε η γυναίκα του, σχεδιάζοντάς το για μήνες. Ξέρει ότι θα πρέπει να ανεχτεί τη μάνα του, το σόι του, τους αγαπημένους αλλά ενίοτε φοβερά ενοχλητικούς του φίλους. Τα παιδιά τους. Τον ατσούμπαλο γιο του. Δε θέλει, αλλά πρέπει να γίνει καλύτερος. Πρέπει να κόψει με τη γκόμενα, πρέπει να κόψει το τσιγάρο, πρέπει να μην ξεχνά τις πρωινές του ασκήσεις.
Πόσο θα ήθελε να είχε ένα γιο σαν τον Ρόκο, τον ανιψιό του. Όμορφο παιδί, δραστήριο. Αδύνατο. Θα γίνει καλύτερος πατέρας, το υποσχέθηκε.
Η μάζωξη άρχισε αμήχανα, συνεχίστηκε με φωνές και τέλειωσε γρήγορα με κλάματα, βρισιές, απειλές. Ένα χαστούκι από τον λάθος άνθρωπο στο λάθος παιδί.
«Όλοι θέλαμε να χαστουκίσουμε τον Χιούγκο. Δε φταίει εκείνος, αλλά ο μαλάκας πατέρας του κι εσύ. Δεν του βάλατε ποτέ όρια. Τον κακομαθαίνετε. Εσείς τον καταστρέφετε. Και τώρα θέλεις να καταστρέψεις μια ολόκληρη οικογένεια για το κωλόπαιδό σου.»
Οι φίλες.
Το χαστούκι έφτασε στην αστυνομία, έγινε μήνυση, πήγε στα δικαστήρια. Ο Χάρι, ο βασιλιάς του σπιτιού του, ο πατέρας του υπέροχου, φυσιολογικού, Ρόκο, του παιδιού που ο Έκτορας εύχεται να ήταν δικός του γιος, είναι ο κατηγορούμενος.
Δύσκολο να περιγράψεις το Χαστούκι. Δε θα ήθελα να καταλήξω σε ένα μακρυνάρι για να γράψω για όλους τους ήρωες – είναι και αρκετοί. Θα γινόμουν βαρετή κι ό,τι να ‘γραφα θα ήταν πάλι λίγο. Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του Τσιόλκα. Ή κάτω από τη λεπίδα του. Η οικογένεια, η μέση ηλικία, ο γάμος, οι σχέσεις. Οι φιλίες, το γκεϊλίκι, οι απιστίες, η δηθενιά. Το πώς ο άνθρωπος καταλήγει να ξεχνά από πού ξεκίνησε, χάρη σε ένα σπίτι στα προάστια κι ένα ακριβό αμάξι. Και το κυριότερο: Πού βρίσκονται τα όρια, ποιος δικαιούται να τα σπάσει και γιατί και πώς και πότε. Ποιος είσαι εσύ, μέσα σε όλα αυτά.
Από τη μια εύχομαι να υπάρξουν κι άλλοι συγγραφείς σαν τον Τσιόλκα. Να μάθουν και κάτι από αυτόν, που μπουχτίσαμε στην κακοποίηση της γλώσσας και τις προχειροφτιαγμένες ιστορίες. Από την άλλη σκέφτομαι πως όχι, αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Αν υπήρχαν κι άλλοι, τότε εκείνος θα έλεγε ψέματα. Οπότε μάλλον χαίρομαι που είναι μοναδικός.
Ο Τσιόλκας δε χαϊδεύει αυτιά. Κανενός. Ούτε του αναγνώστη, ούτε των εκδοτών, ούτε της κοινωνίας. Κάπου μοιάζει μάλιστα να προκαλεί όλο τον κόσμο. Η ειλικρίνειά του είναι αποστομωτική. Η απόστασή του από την ιστορία που αφηγείται δεν γίνεται να μην σε εντυπωσιάσει. Η ωριμότητά του φαίνεται σε ολόκληρο το στήσιμο του βιβλίου. 25 χρόνια άλλωστε λέει κι ο ίδιος πως χρειάστηκαν για αναγνωριστεί – τόσο ώστε να ζει πια από αυτό.
Το γράψιμό του απογυμνώνει λίγο λίγο τον κόσμο και στο τέλος τον βλέπεις όπως πραγματικά είναι, θες δε θες: Σκατένιος, σάπιος, ψεύτικος, μα τόσο αληθινός. Κι εκεί κάπου εσύ, ο απλός αναγνώστης, ψάχνεις να βρεις τη θέση σου. Πού ανήκεις μέσα σ’ αυτό το ψέμα που είναι η αλήθεια. Ποιος είσαι. Ως ένα βαθμό θα νιώσεις ακόμα κι ενοχές. Και στο τέλος θέλεις απλά να φωνάξεις «άντε γαμηθείτε όλοι σας».
Μην ξεχάσετε να δείτε και τη σειρά. Την ορίτζιναλ, όχι την αμερικάνικη.
 
Κατερίνα Χαρίση

Ξεκίνησα το εν λόγω βιβλίο μην έχοντας και πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ένα ακόμη βιβλίο της Σουηδής σούπερ σταρ συγγραφέα. Γενικότερα, διαβάζοντας τα προηγούμενα βιβλία της, αυτό που μου άφηναν ήταν η αίσθηση του ατελούς, του μη ολοκληρωμένου. Εστίαζε πολύ στα αισθηματικά/οικογενειακά των ηρώων της και ξέχναγε να ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα που μας απασχολεί όλους όσοι διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία. Το έγκλημα!

Στην Μάγισσα λοιπόν, η φίλτατη Καμίλλα μου έκανε την απόλυτη έκπληξη. Είναι μακράν το καλύτερό της μυθιστόρημα και για πρώτη φορά μπορώ να πω ότι αξίζει να κατηγοριοποιηθεί ως αμιγώς αστυνομικό. Δεν του λείπουν βέβαια οι αναφορές στα προσωπικά του καθενός από τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές της ιστορίας. Ωστόσο, σε ένα βιβλίο των 800 και βάλε σελίδων, οι 20-25 σελίδες που αφιέρωσε να περιγράφει το γάμο της πεθεράς της, τις ανασφάλειες της αδελφής της κτλ, περνάνε σχεδόν απαρατήρητες και τις χαλαλίζεις ευχαρίστως. Επιπλέον, οι περιγραφές της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, ανεβάζουν την ποιότητα του έργου και το οδηγούν σε ένα άλλο επίπεδο.

Στην ιστορία αυτή, για πρώτη φορά επίσης, βλέπουμε το alter ego της συγγραφέως, την Έρρικα Φαλκ, να ανακατεύεται λιγότερο από άλλες φορές στην έρευνα κι αυτό μετά από την παραίνεση του συζύγου τους και αστυνομικού, Πάτρικ Χέντρστρεμ. Κοινώς, δεν φυτρώνει εκεί που δεν την σπέρνουν! Επίσης, ο “ευνουχισμένος” σχεδόν Πάτρικ, των προηγούμενων βιβλίων της, ξαφνικά απόκτησε υπόσταση και στιβαρή παρουσία. Προφανώς η Λακμπεργκ “ακούει” τα σχόλια των αναγνωστών της, τα οποία πολλές φορές έθιξαν αυτό το θέμα.

Γενικότερα, το βιβλίο ήταν πολύ πιο ισορροπημένο από τα προηγούμενα. Η ιστορία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και οι αναδρομές στο παρελθόν, σύντομες, περιεκτικές και συγκινητικές. Κάπου διάβασα στο ίντερνετ, ότι η ιστορία της “μάγισσας” Έλιν που εξιστορεί, είναι αληθινός θρύλος της Σουηδίας. Μάλιστα και ι ίδια η συγγραφέας κάνει μια σχετική αναφορά στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Επί της ουσίας, πρόκειται για τρεις ιστορίες οι οποίες εκτυλίσσονται παράλληλα αλλά και σε τρεις διαφορετικές περιόδους.

Πλέον αυτού, η Καμίλλα αναφέρεται εκτενώς στο θέμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Ακόμη μια φορά, όπως το έχει κάνει πολλάκοις, μιλάει για την ομοφοβία, για τον ρατσισμό, για το bulling ανάμεσα στα παιδιά και τους εφήβους. Και μας παρουσιάζει ωμά και ρεαλιστικά τα αποτελέσματά τους.

Δεν θέλω να πλατειάσω άλλο, απλά θα πω ότι το απόλαυσα ειλικρινά το βιβλίο. Όπως προείπα, το θεωρώ το πιο ολοκληρωμένο βιβλίο της συγγραφέα. Νοιώθω ότι γράφοντάς το, η Λάκμπεργκ ωρίμασε λογοτεχνικά και αυτό φάνηκε στις αφηγήσεις της. Διαβάζοντάς το, ειλικρινά για πρώτη φορά ένοιωσα γοητευμένη.

Από μένα 8,5/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου