Πολλές φορές έχω γράψει για κάποιο βιβλίο χωρίς να το έχω τελειώσει. Αυτό από τη μια δε σημαίνει d88475b4-f532-4a6f-91e2-ed62e339abe6_6τίποτα απολύτως, από την άλλη σημαίνει πολλά και διάφορα. Με κάποια βιβλία, λίγα μόνο κεφάλαια είναι αρκετά για να σχηματίσεις εικόνα – όχι μόνο της ιστορίας, αλλά και του χρόνου, του τόπου, του αφηγητή. Με κάποια βιβλία αν κοιτάξεις λίγο προσεκτικά πίσω απ’ τις λέξεις, θα δεις τον πυρήνα του. Θα δεις το συγγραφέα του. Και το να δεις το συγγραφέα ενός βιβλίου είναι αυτό που σημαίνει τα «πολλά και διάφορα» που είπα πιο πάνω.

Χωρίς ο συγγραφέας να διαταράσσει την αρμονία μεταξύ αφηγητή και ιστορίας, είναι διακριτικά παρών κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, δίνοντας – συμπληρώνοντας ίσως καλύτερα- κάποια μικροσκοπικά κομμάτια που ολοκληρώνουν τον κόσμο του, έτσι όπως αυτός αποκαλύπτεται στο βιβλίο του. Είναι κάτι το μαγικό. Και πολλές φορές, σε πολλά βιβλία – όχι σε όλα και χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κακό- ένας προσεκτικός αναγνώστης το διακρίνει από την αρχή.

Δε σημαίνει βέβαια ότι από τη στιγμή που θα καταλάβεις πως ο συγγραφέας σε ταξιδεύει στα δικά του μονοπάτια μέσα από τα δικά του βήματα, μέσα από τα μάτια του και την ψυχή του, πως δε χρειάζεται να ολοκληρώσεις το βιβλίο. Το αντίθετο μάλιστα, το ταξίδι είναι ακόμη πιο υπέροχο. Είναι από εκείνα τα ταξίδια που ο τελικός προορισμός δεν έχει απολύτως καμία σημασία, παρά ό,τι αξίζει κι ό,τι μας προσφέρει κρύβεται στη διαδρομή.

Αν και ξεκίνησα να γράφω για «Το Κορίτσι Που Άφησα» πολύ πριν το τελειώσω, ήταν τόση η αυξανόμενη ένταση καθώς γυρνούσα τις σελίδες, που έπρεπε να περιμένω να φτάσω στην τελευταία για να συνεχίσω και να ολοκληρώσω το κομμάτι αυτό.

«Κανείς σας δεν διανοείται πόσο δύσκολο είναι για έναν χριστιανό να γράφει στην Ιαπωνία», δηλώνει ο Έντο, ένας συγγραφέας που στα χρόνια της νιότης του, στη μεταπολεμική Ιαπωνία υπήρξε μειονότητα και καθόλου δημοφιλής. Για «Το Κορίτσι Που Άφησα», ένα βιβλίο με τεράστιο χριστιανικό συμβολισμό,  γράφει ο ίδιος 35 χρόνια μετά- όντας αυστηρός κριτής του έργου του, πως τον χτύπησε σαν κεραυνός η ανωριμότητα και η έλλειψη τεχνικής του.

Ο Γιοσιόκα είναι ένας τυπικός «γιαπωνέζος μεροκαματιάρης» στη μεταπολεμική Ιαπωνία, χτυπημένος από πολιομυελίτιδα μικρός, καχεκτικός κι αδύναμος στα καλύτερά του χρόνια. Κάνει δουλειές του ποδαριού προκειμένου να επιβιώσει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Η ζωή του είναι άθλια.

Η Μιτσού από την άλλη, είναι ένα φτωχό κορίτσι της επαρχίας, με μια εμφάνιση που ο Γιοσιόκα χαρακτηρίζει άσχημη και απωθητική. Η καλοσύνη της, η αφέλειά της, η ανάγκη της να προσφέρει στους συνανθρώπους της, για εκείνον, είναι αφορμή να τη χλευάζει ακόμα περισσότερο. Κι όμως ο ίδιος χρησιμοποίησε αυτή την αδυναμία της Μιτσού και τους πόνους που του άφησε η παιδική του πολιομυελίτιδα, για να την κάνει δική του σε κάποιο βρώμικο στρώμα ενός άθλιου ξενοδοχείου. Κι ύστερα την έδιωξε. Τα υπόλοιπα δε σας τα λέω, να τα διαβάσετε.

Ο συγγραφέας πολύ ανθρώπινα, πολύ σκληρά, με μια ειλικρίνεια που σε κάποια σημεία γίνεται έως και ενοχλητική, μα ταυτόχρονα και πολύ γλυκά, τρυφερά και με πολλή αγάπη, στη Μιτσού συμβολίζει το πρόσωπο του Χριστού, που όλοι οι πιστοί εγκαταλείπουν σε καθημερινή βάση, όλη τους τη ζωή.

«Η Μιτσού συνέχισε να ζει μέσα μου από τότε», είπε 35 χρόνια μετά ο Έντο, «κι αναγεννήθηκε στο τελευταίο μου βιβλίο, «Deep River».

Υπέροχος.

Ο κύκλος και το 1984

Posted: Φεβρουαρίου 17, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες:, ,

Ο «Κύκλος», είναι η μεγαλύτερη εταιρεία στον κόσμο. Έχει έδρα της την Καλιφόρνια και μετρά eggers_portraitπάνω από 10.000 υπαλλήλους. Αυτός ο κολοσσός έχει στολισμένα γραφεία με πανάκριβα γλυπτά, μέσα σε αίθουσες με ονόματα από διάφορες ιστορικές περιόδους. Τρία νεαρά μυαλά που παίζουν το μάρκετινγκ στα δάχτυλα είναι οι «Τρεις Σοφοί»: Οι δημιουργοί του Κύκλου. Συνενώνοντας τα προσωπικά στοιχεία, τους λογαριασμούς και τους κωδικούς των πελατών σε μία ταυτότητα, ο Κύκλος έφτιαξε για τον καθένα το «Αληθινό Εγώ» του, ελέγχοντας έτσι και την οικονομία αλλά και κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Χμμμ…. Κάτι μου θυμίζει, στο πιο μοντέρνο του. Ναι, σίγουρα ο Κύκλος θυμίζει το 1984. Υπάρχουν ομοιότητες, αλλά δεν τίθεται θέμα σύγκρισης.

Η πρωταγωνίστριά μας, είναι η αφελής 24χρονη Μέι, που με τη βοήθεια της φίλης της Άνι πιάνει δουλειά στον Κύκλο. Η Άνι ανήκει ήδη στην «Κλίκα των Σαράντα», στα σαράντα κορυφαία μυαλά της εταιρείας. Παρακολουθούμε λοιπόν την πορεία της Μέι μέσα στον κολοσσό: Από τη μία τη δική της δουλειά και απόδοση, από την άλλη το τι κάνει ο Κύκλος γι αυτή. Το περιβάλλον μοιάζει ουτοπικό (και τελικά έτσι μας παρουσιάζεται, το βιβλίο ειρωνικά δεν θέλει να είναι δυστοπία), έχουμε μια υπερσύγχρονη επιχείρηση που μάλλον είναι πολύ κοντά μας- κάτι σαν τη Google και όλα τα Social Media μαζί- που εξετάζει υποχρεωτικά κάθε δυο εβδομάδες τη Μέι και παρακολουθεί την υγεία της, με γυμναστήρια, πάρτι και διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία της, έχουμε ένα τέλειο εργασιακό περιβάλλον, τόσο τέλειο, που κάθε τι έξω από τον Κύκλο μοιάζει (και είναι προφανώς) κακό, βαρετό, ανούσιο και καταδικασμένο να αποτύχει. Η Μέι θαμπώνεται από αυτή την ομορφιά. Και ποιος όχι;

«Κάθε συμβάν πρέπει να γνωστοποιείται», είναι το μότο του Κύκλου και τοποθετούνται κάμερες σε εξωτερικούς κι εσωτερικούς χώρους που μεταδίδουν ζωντανά τα πάντα. Όλοι, είτε εργαζόμενοι του Κύκλου είτε απλοί άνθρωποι οφείλουν (νομίζουν ότι πρέπει, αλλά στην πραγματικότητα το θέλουν) να συμβάλλουν σ’ αυτό το νέο πρότζεκτ. Μα δεν είναι παράξενο; Κανείς δεν τους υποχρεώνει. Με τη δική τους θέληση δένονται με τα δεσμά αυτά. Με τη δική τους θέληση γίνονται κοινωνικά αυτιστικοί.

Ο πρώην της Μέι την προειδοποιεί για την κατεύθυνση της εταιρείας και για τους πραγματικούς σκοπούς αυτής της ψηφιακής ουτοπίας. Στην ουσία αποτελεί την άλλη πλευρά, το προειδοποιητικό καμπανάκι της φαινομενικής τελειότητας, της καταναγκαστικής δημοκρατίας και των κατασκευασμένων, ακραίων κοινωνικών σχέσεων.

Η Μέι θα γνωρίσει έναν μυστηριώδη άντρα μέσα στον Κύκλο… Αλλά δεν πρόκειται να σας πω ούτε λέξη παραπάνω.

Ο συγγραφέας μέσω του αποστασιοποιημένου αφηγητή και με τον κολοσσό που λέγεται Κύκλος, σατιρίζει κατά κάποιον τρόπο το εικονικό σύμπαν στο οποίο ολοένα και βυθιζόμαστε (με τη θέλησή μας πάντα) ενώ ουσιαστικά ζούμε μια εποχή κατάθλιψης κι απομόνωσης, όπου οι ηλεκτρονικοί μας διέξοδοι είναι τα υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής, μετατρέποντας τις ανθρώπινες σχέσεις σε… συνδέσεις.

Είναι προς τιμήν του συγγραφέα ο χαρακτηρισμός του Κύκλου ως το 1984 της ψηφιακής εποχής, η ομοιότητα είναι προφανής- «Τα μυστικά είναι ψέματα», «μοιράζομαι σημαίνει νοιάζομαι», «η ιδιωτικότητα είναι κλοπή» κι ένα Πανοπτικόν που ελέγχει τα πάντα, βεβαίως δεν μπορείς να το συγκρίνεις, όμως το ατού του βιβλίου θα έλεγα πως είναι η ειρωνεία: Από τις πιο θετικές έννοιες όπως η ειλικρίνεια και η αλήθεια, η διαφάνεια, η ψυχαγωγία και η φιλία, το ήθος και η συμμετοχή στα κοινά, αποκτούν καταναγκαστική όψη κι έχουν τελικά δυσάρεστα αποτελέσματα, ανάλογα το ποιος και πώς τις χρησιμοποιεί.

Στο τέλος το βιβλίο αφήνει έναν ενοχλημένο αναγνώστη. Μας αφήνει με αλήθειες που ξέρουμε αλλά κρατάμε στις άκρες του μυαλού μας, γιατί… δεν ξέρουμε ακόμα αν είναι λάθος ή σωστές. Ή ίσως να ξέρουμε, γι αυτό και προτιμάμε να μην τις σκεφτόμαστε. Εξάλλου, όταν ολόκληρη η ψηφιακή εποχή μας, μας θέλει να παραδινόμαστε στη δήθεν διαφάνεια, εκθέτοντας όλο και περισσότερο την προσωπική μας ζωή, καλλιεργώντας μια καλύτερη βερσιόν του εαυτού μας (που μπορούμε ακόμα και οι ίδιοι να αγαπήσουμε) πώς να αντισταθείς;

Η λέξη Noir είναι γαλλική και συνδεδεμένη με μια κατηγορία ταινιών. Μαυρόασπρες ταινίες, σκοτεινές, με μυστήριο, φόνο, έρωτες, πάθη και ωμή βία. Τώρα η λέξη μπορεί να είναι γαλλική αλλά το είδος, το Film Noir, μεγαλούργησε στο Χόλυγουντ φτιάχνοντας χαρακτήρες και καριέρες. Τα σκοτεινά δρομάκια και τα κλειστά παράθυρα δεν ήταν δυνατόν να περιοριστούν στην ασημένια οθόνη, έπρεπε κάπως να περάσουν και στο γραπτό λόγο. Και περάσανε με μεγάλη επιτυχία, ειδικά την δεκαετία του ’60.

biblio_17_0011.gifΟ Reed Farrel Coleman γεννήθηκε λίγο πριν ξεκινήσει η δεκαετία του 60’ αλλά όταν έφτασε στην εφηβεία είδε ότι και η πραγματικότητα μπορεί και να έχει σκηνές Film Noir. Ένα βραδάκι και πηγαίνοντας προς το σπίτι του άκουσε ένα πυροβολισμό, είδε κάποιον να χάνεται στο σκοτάδι και έναν άντρα να πέφτει μπροστά του με αίματα στην κοιλιά. Η σκηνή τον σοκάρισε και ταυτόχρονα του έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο ότι κάποια πράγματα δεν συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.

Έτσι ξεκίνησε να γράφει. Μανιασμένα και χωρίς ποτέ να σκεφτεί αν ήθελε να γίνει συγγραφέας η αν μπορούσε ποτέ να ζήσει με τη συγγραφή και δει με τη συγγραφή βιβλίων με εγκλήματα. Βιβλίων σκοτεινών με ωμή βία, όπως αυτή που είδε ο ίδιος να εξελίσσεται μπροστά του. Βιβλία με έρωτες, πάθη και μυστήριο. Βιβλία Noir.

O Gus Murphy είναι ένας τέως ντετέκτιβ, παλιά καραβάνα, με πολλά προσωπικά δράματα και καινούργιος χαρακτήρας για τον Coleman. Ο Gus έχασε πριν από λίγα χρονιά τον γιο του και τώρα κάτω από το βάρος του δράματος χώρισε και με τη γυναίκα του. Τέως σε όλα ο Gus και έχει καταλήξει σε ένα μικρό τοπικό ξενοδοχείο στο Long Island, δίπλα σε ένα μικρό ιδιωτικό αεροδρόμιο. Χωρίς καμία πιστοποίηση, ούτε καν σαν ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Gus βρίσκεται ανάμεσα σε δυο μυστήρια σε δυο παράλληλα ανόμοια επίπεδα που τρέχουν ταυτόχρονα.

Ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν το Noir στον κινηματογράφο και στο βιβλίο. Πέρα από το σκοτεινό του ύφους τους και το ωμό του ήθους τους, βρίσκω ότι υπάρχει κάτι ήρεμο, κάτι το πολύ ανθρώπινο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ταινίες και τα βιβλία Noir είναι καλά ή …ήρεμα. Είναι από τα είδη που τα όρια όπου η ιστορία μπορεί να γίνει pulp ή ερωτική με έντονες σκηνές σεξ είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα και πολλοί συγγραφείς ήσκηνοθέτες τα περνάνε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να φέρετε στο μυαλό σας την κλασσική Casablanca με τον Μπόγκαρτ και να σκεφτείτε πόσες ήταν οι σκηνές που ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να ξεφύγει στη μια πλευρά ή στην άλλη.

Την ίδια στιγμή το καλό Noir είναι κάπως συνδεδεμένο και με τη διανόηση. Διαβάζεις ένα βιβλίο Noir και ξαφνικά βλέπεις αναφορές στους Lawrence Block, T.S. Eliot, Wallace Stevens ή τον ηρώα να απαγγέλλει Dylan Thomas. Εκεί κάπου βρίσκεται και ο Reed Farrel Coleman. Ένας διανοούμενος συγγραφέας ιστοριών Noir.

biblio_17_0010.gifTo What You Break μόλις κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία και είναι το δεύτερο βιβλίο του Coleman με ηρώα τον Gus Murphy. Προσωπικά μου άρεσε και κατάφερε να με κρατήσει μέχρι το τέλος, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι ήρθε στα χέρια μου και την πιο κατάλληλη στιγμή, μετά από μια σειρά ακαδημαϊκών βιβλίων που για να τα διαβάσω χρειάστηκε να μετακομίσω τη μισή δημόσια βιβλιοθήκη στο σπίτι μου.

Το What You Break είναι από τα βιβλία που το διαβάζεις απαραίτητα βράδυ παρέα με ένα ποτήρι μπέρμπον χωρίς αυτό να σημαίνει πως οτιδήποτε άλλο δεν κάνει.

Το What You Break είναι εκδόσεις G.P. Putnam’s Sons

Κυκλοφόρησε επίσημα στις 7 Φεβρουάριου και προς το παρόν βρίσκεται μόνο σε μορφή σκληρού εξωφύλλου.

Για τους λάτρεις του είδους πραγματικά εύχομαι να μεταφραστεί στα ελληνικά. Αν όχι, κρατήστε το όνομα, δεν θα αργήσει η ψηφιακή του μορφή και …πράττετε ανάλογα.

Αυτό το βιβλίο το αγάπησα. Το αγάπησα! Δεν έχω ιδέα αν έχει μεταφραστεί ποτέ κάτι του συγγραφέα στα ελληνικά, δεν έψαξα. Αν καταφέρω θα ήθελα τα βιβλία του και για τα ράφια μου.n157836

Το The Tie That Binds εκδόθηκε πρώτη φορά το 1984 και είναι το πρώτο βιβλίο του Κεντ Χέριφ? Χερίφ? Πάντως διάβασα πως το όνομά του δεν έχει σχέση με το Χαρούφ όπως ίσως να μοιάζει σωστό, αλλά πρέπει να κάνει ρίμα με το Sheriff, οπότε με το μυαλό μου λέω κι εγώ Χέριφ. Είναι καταπληκτικό βιβλίο.

Η τοποθεσία είναι κάπου στο Κολοράντο, σε μια φανταστική πόλη που λέγεται Holt και στην οποία ο συγγραφέας γράφει όλες τις ιστορίες του. Μου θύμισε Στάινμπεκ (τη μεγάλη μου αγάπη) στο πιο λογοτεχνικό του (κατά κάποιον τρόπο και ταυτόχρονα όχι) και η γραφή του έχει ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ που απλά σε παρασέρνει χωρίς να το καταλαβαίνεις. Η ιστορία αυτή είναι της οικογένειας Goodnough (Γκούντνο), μιας αγροτικής και αυστηρά πατριαρχικής και φτωχής οικογένειας, όταν ο Roy Goodnough φορτώνει τα υπάρχοντά του και τη γυναίκα του από την Αϊόβα στο Κολοράντο, σε ένα ταξίδι τριών εβδομάδων, για μια καινούργια ζωή έτσι όπως τουλάχιστον την παρουσιάζουν τα φυλλάδια της κυβέρνησης. Μόνο που το Κολοράντο δεν είναι …και η πιο γόνιμη γη που θα μπορούσε να βρει κανείς.

Η ιστορία βέβαια, δεν είναι ούτε για τον Roy, ούτε για τη γυναίκα του Ada που πεθαίνει πολύ νέα, εξαντλημένη από τη δύσκολη ζωή που ο άντρας της επέλεξε. Η ιστορία αυτή είναι της Edith, της κόρης, που γεννήθηκε στο αγρόκτημα και έζησε όλη της τη ζωή εκεί, χωρίς ποτέ να έχει έστω μία ευκαιρία να ξεφύγει. Και το βιβλίο αρχίζει …στο τέλος της ζωής της Edith, όταν εκείνη είναι 80 χρονών και ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ενώ ένας αστυνομικός φυλάει την πόρτα της. Κατηγορείται για φόνο. Δεν ξέρουμε ούτε ποιανού, ούτε γιατί.

Κι εκεί έρχεται ένα τρίτο πρόσωπο να μας διηγηθεί την ιστορία.

«Τα περισσότερα από όσα θα σας διηγηθώ, τα ξέρω. Τα υπόλοιπα, τα πιστεύω». (Μεταφράζω 😀 )

Ο αφηγητής είναι ο Ζάντερς Ρόσκο (Sanders Roscoe) και η Ίντιθ είναι η γειτόνισσά του, που τη γνωρίζει καλά. Το σπίτι του Ρόσκο είναι μισό μίλι μακριά από το αγρόκτημα των Γκούντνο και την ιστορία ο Ζάντερς την έμαθε από τον πατέρα του που μεγάλωσε μαζί της (και κάποτε ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά ο Roy δεν το δέχτηκε γιατί ήταν μισός Ινδιάνος).

«Αυτό που βρήκαν όταν έφτασαν εκεί – και πιστεύω πως η Ada δεν ξεπέρασε ποτέ της το σοκ – ήταν ένα κατάξερος τόπος χωρίς ούτε ένα δέντρο, που κάποτε ανήκε στους Ινδιάνους. Ήταν ένας τόπος γεμάτος άμμο, με έναν ορίζοντα που έμοιαζε να εκτείνεται στο άπειρο κι έναν καλοκαιρινό ουρανό ανελέητο, που δεν άφηνε τίποτα να φυτρώσει και να μεγαλώσει όπως έπρεπε, έναν χειμωνιάτικο ουρανό τόσο μπλε και όμορφο, μα τόσο παγωμένο, που δεν νοιαζόταν ποτέ για τις φορές που η Ada μέσα στο ξύλινο σπίτι της έπρεπε να καθαρίσει το χιόνι πάνω από τη ραπτομηχανή της».

Η αφήγηση είναι αργόσυρτη και φλύαρη, φλύαρη με τον καλό τρόπο (αν μπορώ να το πως αυτό), είναι σα να κάθεσαι με κάποιον ηλικιωμένο και να σου λέει ιστορίες από τα παλιά, με όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες τις τόσο πολύτιμες και σημαντικές, πολλές ιστορίες μπλεγμένες η μία με την άλλη, σαν ένα μεγάλο παραμύθι, στο οποίο κυριολεκτικά παρασύρεσαι, το βλέπεις, ακούς τις φωνές, νιώθεις κι εσύ μαζί με τους ήρωες.

Δεν υπάρχει τίποτα το συνταρακτικό πέρα από την αγροτική ζωή σε κείνη τη δύσκολη εποχή, είναι η ζωή μιας γυναίκας που έζησε όλη της τη ζωή περιμένοντας, με τη μία μέρα να διαδέχεται την άλλη και να περνάνε χρόνια, και η αφήγηση υπέροχη. Έχω τόσο ζωντανές εικόνες μέσα μου και τόσες φωνές, που αν ξεχαστώ θα ορκιζόμουν ότι μόλις το έβλεπα σε ταινία.

Για όσους διαβάζουν αγγλικά είναι ευκολοδιάβαστο!

Μου είναι δύσκολο να γράψω κάτι γι αυτό το βιβλίο που να είναι αντάξιό του. Ήξερα ότι θέλω να πω κάτι για να το γνωρίσουν κι άλλοι (εγώ δεν το γνώριζα, ούτε την ιστορία αυτή, ούτε τον άνθρωπο), κράτησα και κάποιες σημειώσεις καθώς το διάβαζα, όμως όσο προχωρούσα ήξερα πως ό,τι κι αν έχω σημειώσει ήταν μάλλον άχρηστο.dsc_0124_1

Δεν συνηθίζω να κάνω βασανιστικά ερωτήματα στον εαυτό μου (όπως το ποιο βιβλίο θα έσωζα από μια μεγάλη καταστροφή της βιβλιοθήκης μου, αν μπορούσα να σώσω μόνο ένα 😀 ) Όμως αν έπρεπε να κάνω μια τέτοια ερώτηση και αν έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα, παρόλο που πολλά βιβλία αγαπώ πολύ και μου είναι σημαντικά και απαραίτητα, θα ήταν αυτό. Γιατί είναι Ιστορία.

Ένα βιβλίο που πραγματικά δεν ξέρω πώς να περιγράψω – αν και η περιγραφή του υπάρχει ήδη: Μια μαρτυρία.

Μαρτυρίες υπάρχουν πολλές. Συγκλονιστικές. Γιατί αυτό; Τι παραπάνω έχει αυτό από τα άλλα;

Δεν είναι το παραπάνω, είναι ίσως το διαφορετικό, το άλλο. Το κάτι το απίστευτο, που μόνο ένας πολύ τρελός σκηνοθέτης ίσως να σκεφτόταν για μια ταινία, ένας πολύ τρελός συγγραφέας ίσως θα έγραφε, αλλά το να είναι η απόλυτα αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου σε κάθε μία από  τις 450 σελίδες και να τον βλέπεις, να βλέπεις και τους άλλους στις φωτογραφίες του βιβλίου, ήταν ασύλληπτο.

Αυτό το βιβλίο, γεννήθηκε στις φλόγες. Αυτό, είναι ένα βιβλίο τραγωδίας κι ένα βιβλίο που ζωντανεύει το πάθος της επιβίωσης μαζί. Το πάθος της εκδίκησης, το πάθος του να συνεχίζεις παρά το θάνατο, για να εκδικηθείς με το μοναδικό τρόπο που μπορείς: Να ζήσεις αρκετά, μακριά από αυτό και για πολύ αργότερα, να ζήσεις για να διηγηθείς τα όσα έγιναν.

Όταν ο Μάρτιν Γκραίη έγραψε αυτό το βιβλίο, ήταν 61 χρονών. Τρεις φορές ο θάνατος τον χτύπησε, αφήνοντάς τον μόνο. Έχασε τη μάνα και τα αδέρφια του στους θάλαμους της Τρεμπλίνκα, είδε τον πατέρα του να σκοτώνεται μπροστά του ως επικεφαλής των εξεγερμένων του γκέτο της Βαρσοβίας. Πολλά χρόνια μετά, το 1970, χάνει τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του στη μεγάλη πυρκαγιά του Ταννερόν.

Θέλησε να γράψει αυτό το βιβλίο ως φόρο τιμής αυτών που έχασε. Στο όνομα όλων των δικών του. Η αφήγησή του είναι ίσως η συγκλονιστικότερη που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει ποτέ. Είτε το θες είτε όχι, κολλάς στο πετσί αυτού του ανθρώπου που άλλαξε χίλια πρόσωπα, πέρασε το τείχος του γκέτο δέκα, είκοσι φορές τη μέρα, έγινε λαθρέμπορος, έγινε κλέφτης, έγινε φονιάς, έγινε χαμίνι και δραπέτης, κι ύστερα μετανάστης.

Ο Μάρτιν Γκραίη θέλησε να ζήσει περισσότερο από κάθε άλλον για να μπορέσει να γράψει αυτό το βιβλίο, ξέροντας πως μέχρι τελευταία στιγμή η ζωή του θα είναι ένα μαρτύριο. Γιατί εκείνος, έμεινε ζωντανός. Ενώ όλοι οι δικοί του χάθηκαν.

Αν, αν βρείτε πουθενά αυτό το βιβλίο, χωρίς καμία σκέψη βουτήξτε το.

Οι αληθινές ιστορίες- μάλλον τα βιβλία που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα- έχουν ένα προβάδισμα σε σχέση με την καθαρή μυθοπλασία. Κι αυτό γιατί όλους μας εξιτάρει το να διαβάζουμε για ένα φριχτό έγκλημα που συνέβη στ’ αλήθεια, κι όσο χειρότερη η πράξη, η αλήθεια, τόσο μεγαλύτερο και%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b6-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%bf%ce%bb%ce%bf%cf%86%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%85 το ενδιαφέρον του κοινού προκαταβολικά. Πριν καν διαβάσει το βιβλίο. Από κει και πέρα είναι στο χέρι του συγγραφέα να ανταποκριθεί στις ήδη αυξημένες προσδοκίες του κοινού και να του δώσει ένα βιβλίο που θα κρατήσει αυτό το προκαταβολικό ενδιαφέρον ψηλά, και ως το τέλος της ανάγνωσης. Κι εκεί κρύβονται οι παγίδες.

Μέσα σε όλο αυτόν τον όγκο πληροφοριών και στοιχείων πάνω στα αληθινά γεγονότα, υπάρχουν και πολλά που ναι μεν ήταν αλήθεια, ναι μεν έχουν συμβεί, αλλά πρέπει ο συγγραφέας να μπορεί να κρίνει αν θα τα συμπεριλάβει στο βιβλίο του, αν θα τα αλλάξει ελαφρώς/συμμορφώσει ή αν θα τα αφήσει απ’ έξω. Προσέξτε: Μιλάμε για βιβλίο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, ΟΧΙ καταγραφή. Μιλάμε πάντα για Fiction. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να το καταλάβουμε αυτό.

Ακόμα και το πιο απίστευτο γεγονός μπορεί να έχει συμβεί, ακόμα και η πιο απροσδόκητη εξέλιξη σε μια πορεία γεγονότων μπορεί να έχει συμβεί, ακόμα και το θαύμα ναι, μπορεί να έχει συμβεί, αλλά αν αυτό δε δέσει με τη μυθοπλασία και την πραγματικότητα που στήνει ο συγγραφέας, πρέπει να το παραλείψει. Θα το κάνει;

Η Νέα Ορλεάνη είναι ίσως ο ιδανικότερος τόπος για μια σκοτεινή ιστορία. Είναι αυτό το ανακάτεμα λαών και πολιτισμών, είναι η τοποθεσία της, είναι η μουσική της, είναι το βουντού. Στη Νέα Ορλεάνη, όλα γίνονται διαφορετικά. Υπάρχει μεγάλο ιστορικό παραφρονημένων ανθρώπων, ανθρώπων που σκοτώνουν επειδή υποψιάζονταν πως κάποιος τους έχει κάνει μάγια. Ο Πελεκητής είχε κερδίσει τον τίτλο του μη-ανθρώπου, του εξωπραγματικού, του πνεύματος. Με φόντο μια μαγευτική από όλες τις πλευρές Νέα Ορλεάνη, τρεις ομάδες ανθρώπων αναζητούν το ίδιο πρόσωπο. Αν και πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος αφήγησης, η αστυνομική πλοκή μάλλον είναι χαλαρή- κι εκεί κάπου γεμίζει τα κενά η μουσική. Ίσως να μην είναι τόσο hardcore αστυνομικό, ίσως να μην είναι η White Jazz του James Ellroy- όμως είναι ένα βιβλίο που δεν περνά απαρατήρητο.

Κι εδώ ερχόμαστε στα δικά μας. Η ελληνική έκδοση δυστυχώς δεν στάθηκε όπως έπρεπε σε αυτό το βιβλίο. Ό,τι κι αν αποδειχθεί τελικά αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα, το σίγουρο είναι ότι θα το έχει καταφέρει από μόνο του. Ένα πραγματικά υπέροχο εξώφυλλο- το ορίτζιναλ μεν, αλλά υπέροχο, ανάγλυφο, γυαλιστερό, όμως εκεί αρχίζει και τελειώνει η όποια συμβολή του εκδοτικού. Γιατί μέσα είναι το (έλεος πια!) εφημεριδόχαρτο, αυτό που λεκιάζει ακόμα κι από τη φυσική λιπαρότητα του ανθρώπινου δέρματος, αυτό που βλέπουμε στα βίπερ-στα Βιβλία Περιπτέρου, αυτά που αγοράζεις με 4-5-6-7 ευρώ και δε σε νοιάζει αν τα ξεχάσεις στη θάλασσα, αν τα πασαλείψεις αντιηλιακό, αν στα σκίσει το ανιψάκι σου. Θα το άφηνα ασχολίαστο μιας και το εφημεριδόχαρτο είναι πια το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του ελληνικού βιβλίου σήμερα- ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και θέμα μεγάλης συζήτησης αλλά όχι εδώ, όμως με την τιμή στα 16/17/18 ευρώ, όχι, δεν το αφήνω ασχολίαστο.

Δεύτερο φάουλ- και μεγαλύτερο: Η μετάφραση. Παιδιά, μεταφράζω ένα βιβλίο δε σημαίνει ότι ξέρω καλά αγγλικά, βάζω και το google translator δίπλα και μεταφράζω λέξη-λέξη, πρόταση-πρόταση. Με αυτή τη λογική, όλοι όσοι γνωρίζουν καλά αγγλικά θεωρούνται και μεταφραστές. ΟΧΙ. Ο μεταφραστής ουσιαστικά ξαναγράφει το βιβλίο. Από την αρχή. Το θέμα στη μετάφραση είναι να αποδόσεις τα πάντα-τα πάντα όμως, από τον τόπο, το χρόνο, την έκφραση, την ντοπιολαλιά, την ατμόσφαιρα, τα πάντα, στον κόσμο σου και το κοινό σου. Να τα κάνεις δικά σου. Το Axeman’s Jazz, είναι γεμάτο μουσική, είναι γεμάτο ατμόσφαιρα, νότια διάλεκτο και προφορά, αλλά πού; Πού είναι; Δεν το είδα πουθενά μέσα στους διαλόγους. Οι διάλογοι είτε ήταν αδιάφοροι- χωρίς κανένα στοιχείο για την ταυτότητα των ομιλούντων, είτε αποδοσμένοι σε …βλάχους. Επειδή κάποιος ζει στο νότο, δε σ’μαιν’ σών’ και καλά πους είνι βλάχους. Καπίτο;

Και κάτι άλλο: Οι εκφράσεις. «Ο Μάικλ διέσχισε το γραφείο, καβάλα σε ένα άλογο αγανάκτησης κι εκνευρισμού». Δηλαδή σίριουσλι; Κι άντε ο μεταφραστής το έκανε. Κανείς άλλος δεν το είδε να του πει …τι γράφεις ρε; Ποιος περπατάει καβάλα σε άλογα αγανάκτησης; Ούτε καν σαν πρόταση δε στέκει! Περπατάει-καβάλα στο άλογο. Ε, δε γίνεται!

Κι επειδή τίποτα δεν αφήνω στην τύχη, το βιβλίο το διάβασα και στη γλώσσα του. Όλο. Ιδού λοιπόν το άλογο της αγανάκτησης: Michael strode across the bureau floor, riding a wave of indignation and annoyance…” Το βλέπετε; Δε χρειάζεται proficiency. Δε λέει καν HORSE. Λέει WAVE. Και είναι απλώς μια έκφραση, έκφραση που έχει νόημα στο αγγλόφωνο κοινό, αλλά όχι, στο ελληνόφωνο. Έλεος. Και αυτό θα το άφηνα ασχολίαστο, αλλά είδα πολλά, πολλά, πολλά τέτοια λάθη, λάθη τεμπελιάς, ερασιτεχνισμού, λάθη απαράδεκτα και επαναλαμβάνω ότι με μια τιμή στα 17 ευρώ, δεν δέχομαι τέτοια λάθη.

Τον Blake Crouch τον γνώρισα από την τριλογία της Πόλης, που διάβασα μισή κι αυτό γιατί η 51yrivigtyl-_sx327_bo1204203200_μετάφραση ήταν για κλωτσιές. Ο Crouch έχει ένα ιδιαίτερο στυλ γραφής. Του αρέσουν οι μισές προτάσεις. 

Σαν κι αυτή.

Χωρίς ρήμα.

Δυο λέξεις.

Τώρα στα αγγλικά που τον έχω διαβάσει, οι μισές προτάσεις δεν είναι κάτι που ενοχλεί ή φαίνεται παράξενο, μπορεί και κάποιος να μην το (πολυ)προσέξει. Στα ελληνικά όμως, αυτό το στυλ θέλει την προσοχή του. Γιατί αν δεν το μεταφράσεις σωστά, θα βγει μάπα. Καλές είναι οι μικρές προτάσεις.

Και οι μισές.

Οι χωρίς ρήμα.

Δυο λέξεις.

Όμως οι λέξεις παράγουν μουσική. Και αυτή η μουσική δεν είναι πάντα ίδια από γλώσσα σε γλώσσα. Κάτι που έχει μουσικότητα στα αγγλικά, στα ελληνικά μπορεί να …ρετάρει. Αυτά τώρα τα λέω, γιατί όπως είπα στην αρχή, η τριλογία της Πόλης στα ελληνικά ήταν απογοήτευση (και διάβασα το πρώτο μισό, δεν είπα;) Ελπίζω, ΕΛΠΙΖΩ αυτό το βιβλίο που το περιμένουμε μέσα στο Φλεβάρη, να έχει μεταφραστεί προσεκτικά γιατί είναι πραγματικά ένα πάρα πολύ καλό βιβλίο, ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας που κυλάει σελίδα τη σελίδα χωρίς να καταλαβαίνεις πού είναι το σασπένς και πού το Sci-Fi. Φανταστείτε σας το λέω εγώ, που με το Sci-Fi δεν το ‘χω καθόλου.

Το Dark Matter είναι το απόλυτο Mind fuck. Και με το ιδιαίτερο αυτό στυλ, το  κοφτό και γρήγορο, τα βιβλία του είναι Page Turners, με το συγκεκριμένο να – τα – ΣΠΑΕΙ.

Τα σπάει λέμε.

Εντελώς.

Το πρόβλημα το δικό μου με τα βιβλία το ξέρετε, βαριέμαι του θανατά μέσα σε 30 δεύτερα. Στο τάμπλετ βάζω καμιά 30-40 βιβλία και τα πιάνω ένα-ένα, μέχρι να κολλήσω. Να κολλήσω όμως. Να μην μπορώ να σταματήσω. Να λέω άντε λίγο ακόμα κι άντε λίγο ακόμα, πρέπει και να μαγειρέψω γαμώτο και να μην το αφήνω. Τέτοιο κόλλημα περιμένω να φάω και έχω παρατηρήσει πως το παθαίνω μόνο 1 με 2 φορές το χρόνο και περνάνε τουλάχιστον 100 βιβλία από μπροστά μου.

Ε, αυτό τα κατάφερε. Με έπιασε από την πρώτη σελίδα, κι όχι μόνο δε διάβασα ούτε λέξη από οτιδήποτε άλλο, αλλά και το σκεφτόμουν συνέχεια τις ώρες που δεν το διάβαζα, μουρμουρίζοντας ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΩ ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!! ΜΠΡΑΒΟ στον φίλτατο Blake. Το δούλεψε πολύ αυτό το βιβλίο.

Ο Τζέισον Ντέσεν απολαμβάνει μια ήσυχη, καλή και συνηθισμένη ζωή στο σπιτάκι του με τη γυναίκα και τον έφηβο γιο του, καθηγητής φυσικής που παράτησε μια μεγάλη καριέρα για την οικογένεια. Ένα βράδυ αποφασίζει να βγει για ένα μόνο ποτό με τον παλιό του συγκάτοικο (και όχι και τόσο καλό φίλο) που γιορτάζει την επιτυχία του, μια επιτυχία που ίσως ο Τζέισον να έκανε δική του αν δεν είχε επιλέξει την οικογένεια αρκετά χρόνια πριν.

Γυρνώντας στο σπίτι, ένας άντρας με μάσκα γκέισας τον αναγκάζει να μπει σε ένα αυτοκίνητο και να οδηγήσει σε ένα άγνωστο μέρος μέσα στη νύχτα, τον διατάζει να γδυθεί και τον αφήνει γυμνό στην παγωνιά να περπατά προς όπου εκείνος τον κατευθύνει. Δεν του λέει τι θέλει. Δεν του λέει γιατί. Μα η φωνή του είναι γνωστή. Μια ένεση στο λαιμό, μια δεύτερη στο πόδι, κι όλα θολώνουν, όλα χάνονται, ο Τζέισον καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά και το παλεύει, αλλά στο τέλος αφήνεται.

Και ξυπνάει, μια μέρα μετά. Κι έχουν περάσει 14 μήνες. Και γυρίζει στο σπίτι του που είναι το σπίτι του αλλά δεν είναι δικό του, η γυναίκα του δεν είναι η γυναίκα του, ο γιος του δεν έχει γεννηθεί, και κάποιοι τον κυνηγάνε και νομίζουν πως είναι κάποιος που δεν είναι. Ή μήπως είναι;

Το βιβλίο σε μαγκώνει όχι μόνο από τη γρήγορη πλοκή του, αλλά και συναισθηματικά. Κι εκεί που λες «μα τι διάολο συμβαίνει;;» και μόλις νομίζεις ότι τώρα το ‘πιασες, είναι και κάτι άλλο. Και κάτι ακόμα. Και όσο προχωράει γίνεται ακόμα πιο τρελό. Μόλις εμφανιστεί – για όσους δε διαβάζουν αγγλικά- αρπάξτε το!