Με το είδος βιβλία τρόμου, δεν μπορώ να πω ότι έχω και την καλύτερη σχέση. Λίγα είναι τα βιβλία τρόμου που έχουν κρατήσει το ενδιαφέρον μου και αν εξαιρέσω τον Κινγκ – αν θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις συγγραφέα βιβλίων τρόμου – και λίγους ακόμα, οι περισσότεροι το μόνο που κάνουν είναι να αναμασούν ιστορίες του Λάβκραφτ ή να φτιάχνουν ιστορίες παρατραβηγμένες από παιδικούς εφιάλτες χωρίς κανένα πραγματικό νόημα και αξία.

biblio_17_0022.gifΕδώ κάπου, όσο περίεργο και να ακουστεί, ένας καθαρά κινηματογραφικός ήρωας δημιούργησε ένα καινούργιο παρακλάδι στην κατηγορία βιβλίων τρόμου που ταυτόχρονα μπορεί να είναι και σύγχρονο κι όχι βυθισμένο σε γκόθικ ονειρώξεις. Τα βιβλία τρόμου που συνδιάζουν περιπέτεια σε σύγχρονο περιβάλλον και σύγχρονα μέσα και ο ήρωας αυτός είναι φυσικά ο Ιντιάνα Τζόουνς. Είναι σαν το Τζουράσικ Παρκ αλλά αντί για δεινόσαυρους με δαίμονες.

Η ιστορία μας μεταφέρει στο όρος Αραράτ, όπως και ο τίτλος του βιβλίου, Ararat, και στην επιτέλους ανακάλυψη της κιβωτού. Παρενθετικά, το μυστήριο της κιβωτού και η πιθανή του θέση στην Τουρκία, στο όρος Αραράτ, έχει απασχολήσει σοβαρά από επιστήμονες μέχρι κυνηγούς θησαυρών τουλάχιστον τους τελευταίους τρεις αιώνες και μάλιστα πριν από τέσσερα χρόνια το National Geographic επένδυσε σε μια τέτοια αποστολή που δυστυχώς απέτυχε. Συν το μυστήριο μιας Ιαπωνικής αποστολής, χρηματοδοτούμενη από την Ιαπωνική κυβέρνηση, πριν από επίσης τέσσερα χρόνια που κινηματογράφησε μάλιστα και το σπήλαιο που βρήκαν -υποτίθεται- την κιβωτό και από τότε δεν έχει κάνει καμία άλλη ανακοίνωση.

Αλλά για να επιστρέψουμε στην ιστορία μας. Ο Adam και η  Meryam είναι κινηματογραφιστές ντοκιμαντέρ και συγγραφείς που ετοιμάζονται να παντρευτούν όταν ξαφνικά γίνεται σεισμός στην Τουρκία και ενημερώνονται ότι έχει ανοίξει μια σπηλιά στο βουνό που έχει δείγματα της κιβωτού. Έτσι η νύφη παρατάει το νυφικό και ο γαμπρός το κουστούμι, βάζουν αρβύλες και αμπέχονο και τρέχουν στην Τουρκία να δουν τι συμβαίνει. Και κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτεια.

Περιπέτεια, γιατί παρά τις αναφορές και τις αναλύσεις της βίβλου όλα είναι πιθανά, από εξωγήινους μέχρι άλλες διαστάσεις και από τέρατα ξεχασμένα στο χρόνο μέχρι δαίμονες. Και ενώ όσο αυτό το μη εξηγήσιμο στοιχείο βάφει με αίμα τους πρόποδες του Αραράτ, εσύ, ο αναγνώστης, ζεις μαζί με το ζευγάρι Adam και Meryam, όλες τις αμφιβολίες που ξεκινάνε από το επιστημονικό τους μυαλό και την ανάγκη τους για λογικές αιτιάσεις. Και να σας πω την αλήθεια αυτό ήταν που τουλάχιστον εμένα μου άρεσε περισσότερο. Δεν υπήρχε κανένας δαίμονας που να κινείται ανάμεσα σε πεντάλφα με γαμψά νύχια και κοφτερή ουρά. Εδώ ήταν δυο επιστήμονες που προσπαθούν να εξηγήσουν τα φαινόμενα γύρω τους με τη λογική του επιστήμονα που παρατηρεί και αναλύει σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Μάλιστα για μένα τουλάχιστον, η απουσία αυτού ακριβώς του κλισέ με τα πεντάλφα και τους κουκουλοφόρους ιερείς το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό.

Εδώ έχεις να κάνεις με μια οντότητα που υπερβαίνει την επιστημονική σκέψη αλλά πρέπει να την αντιμετωπίσεις με την λογική και την τεχνογνωσία που σου δίνει η εποχή σου και οι γνώσεις σου χωρίς κανένα μαγικό ραβδάκι σαν αυτά του Χάρι Πότερ.

Το βιβλίο Ararat είναι γραμμένο από τον Christopher Golden σε κινηματογραφικούς ρυθμούς συνεχής δράσης και περιπέτειας ώστε να σε κρατάει μέχρι την τελευταία σελίδα. Αλώστε ο Christopher Golden είναι άνθρωπος της οθόνης, μικρής και μεγάλης. Η πένα του έχει συμμετάσχει σε πολλά σενάρια της σειράς με την γνωστή βρικολακοσκοτώστρα Buffy, ενώ έχει γράψει τα κείμενα για σειρά από graphic novels και κόμικς που συμπεριλαμβάνουν από τους X-Men μέχρι τον Hellboy.

Το βιβλίο Ararat του Christopher Golden είναι εκδόσεις St. Martin’s Press. Ημέρα έκδοσης η 18η Απριλίου και προς το παρόν υπάρχει μόνο με σκληρό εξώφυλλο στα αγγλικά. Από τα βιβλία που τουλάχιστον για τους εραστές του είδους αλλά και μη, ελπίζω να μεταφραστεί και στα ελληνικά.

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.

Έχετε ποτέ σκεφτεί τι θα κάνατε αν κάποια μέρα εμφανιζόταν κάποιος και σας έδινε ένα πιστόλι που δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει ίχνη, 100 σφαίρες που επίσης δεν υπάρχουν για κανέναν και πουθενά, ένα φάκελο με λεπτομέρειες και όλα τα στοιχεία αυτού που σας έχει κάνει το μεγαλύτερο κακό στη ζωή σας και την υπόσχεση πως ό,τι και να του κάνετε (κατά προτίμηση σκοτώσετε) θα μείνει ατιμώρητο και θα ξεχαστεί αμέσως σαν να μην έχει συμβεί ποτέ; Για μια στιγμή στο χρόνο θα γίνετε εισαγγελέας, δικαστής και εκτελεστής ταυτόχρονα αυτού που είναι υπεύθυνος για την πιο σκοτεινή στιγμή της ζωής σας. Τι θα κάνατε;

biblio_17_0019Το «100 Bullets» είναι κόμικς, δημιουργία του συγγραφέα Brian Azzarello και του σχεδιαστή Eduardo Risso, και παρόλο που υπάρχει στον κατάλογο των κόμικς της DC Comics των Superman, Batman, Wonder Woman, Green Lantern, Martian Manhunter, The Flash, Aquaman, Cyborg και πάρα πολλών άλλων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους παραπάνω. Το «100 Bullets» είναι ιστορίες νουάρ, στην πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης με εικόνες.

Και φυσικά η σειρά τελείωσε μετά από 100 ιστορίες. Μια σφαίρα η ιστορία. Αν και η κάθε ιστορία είναι αυτοτελής η κάθε μια έχει μικρά-μικρά κομματάκια από ένα τεράστιο παζλ που σιγά-σιγά αρχίζει να φαίνεται. Ειρωνεία; Το παζλ δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Είναι περισσότερο για να καλύψει το μυστήριο των γιατί κάποιος θα θελήσει να σου κάνει ένα τέτοιο «δώρο», αλλά η κάθε ιστορία είναι τόσο συναρπαστική που στο τέλος αυτό το μυστήριο δεν έχει καμία σημασία. Είναι εκεί απλά για να σου υπενθυμίσει ότι αυτό που διαβάζεις είναι κόμικς που ακροβατεί μεταξύ φαντασίας, μύθου και πολλές φορές επιστημονικής φαντασίας, για να σου υπενθυμίσει ότι στο ίδιο σύμπαν υπάρχει ο Superman και ο Batman. Τρίχες. Ούτε για μια στιγμή δεν το ένιωσα, παρά το δίχτυ συνωμοσίας που προσπαθούν να απλώσουν.

biblio_17_0021.gifΟι εικόνες του Eduardo Risso είναι καταπληκτικές. Υπάρχουν πολλές σκηνές απόλυτης βίας, όπως απαιτεί το είδος. Το νουάρ εννοώ. Ο Brian Azzarello συμπληρώνει όπου δεν μπορούν οι χίλιες λέξεις των εικόνων να ανταποκριθούν κι αυτό ακριβώς κάνει τη σειρά «100 Bullets» τόσο υπέροχη. Τα κείμενα δεν επεξηγούν, δεν γεμίζουν κενά, δεν πλαταγίζουν με ανόητους διαλόγους ή κάνουν μπαμ και μπουμ. Τα κείμενα είναι σαν γέφυρες λέξεων/εικόνων μεταξύ των εικόνων/λέξεων.

Ο Eduardo Risso είναι παιδί της Ισπανικής σχολής των σχεδιαστών κόμικς παρόλο Αργεντίνος. Είναι αυτή η σχολή που άγγιξε ο Νταλί, ο Γκόγια, ο Κάσας, ακόμα και ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος. Τα πρόσωπα είναι βαθιά εκφραστικά και οι κινήσεις πλαστικές. Την ώρα που σφίγγει την σκανδάλη το πρόσωπο δείχνει την πάλη ανάμεσα στο έγκλημα και την τιμωρία.

Φαντάζομαι δεν χρειάζονται περισσότερες λέξεις για να καταλάβετε πόσο πολύ μου άρεσε και συνεχίζει να μου αρέσει η σειρά «100 Bullets» και να την συνιστώ ανεπιφύλακτα όχι μόνο σε αυτούς που διαβάζουν κόμικς ή graphic novels αλλά σε όποιον αρέσει το καλό νουάρ βιβλίο. Αυτά βέβαια χωρίς να ξέρω αν έστω κι ένα από τη σειρά έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα και αν δεν έχει θα είναι πραγματικά κρίμα.

biblio_17_0020.gif

Οι μικρές μεγάλες αλήθειες

Posted: Απρίλιος 9, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Την Κατερίνα τη θαυμάζω. Από την πρώτη φορά που έπεσα πάνω της, στον διαδικτυακό εαυτό της, 022aλίγα χρόνια πριν, ψάχνοντας κάτι, που κι εγώ δεν ήξερα τι ήταν. Δεν ήξερα τι ακριβώς έψαχνα, αλλά ξέρω τώρα πως ήταν κάτι, οτιδήποτε, κάποιος τρόπος να εξασφαλίσω ότι θα τα έκανα όλα σωστά. Έξι χρόνια πριν, με μια κοιλιά στο στόμα και μια ζωή που γύρισε τούμπα πολλές φορές, με ένα πίσω που φαινόταν μακρύ και σκοτεινό κι ένα μπροστά που δεν μπορούσα να το δω.

Τη θαύμασα από εκείνη την πρώτη στιγμή, για όλα αυτά που μπορεί να πει κι εγώ δεν μπορούσα, ούτε θα μπορέσω ποτέ μου. Γιατί δεν ξέρω πώς, γιατί φοβάμαι, γιατί δεν θέλω, γιατί… δεν ξέρω γιατί.

Κι όταν ήρθε η ώρα να γνωρίσω αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που κρυβόταν μέσα σε εκείνη τη μεγάλη κοιλιά, είδα τον εαυτό μου, κι είδα κι άλλους μαζί, όλους αυτούς τους άλλους που έκαναν εμένα κι αυτό που ήμουν κι αυτό που θα γινόταν εκείνο.

Και περνούσε ο καιρός και περνάει και το ανθρωπάκι μεγαλώνει κάθε μέρα, κι ήρθε ακόμα ένα μικρό ανθρωπάκι κι έγινε η έκπληξη και ο φόβος μεγαλύτερος.

Και κάθε φορά που θα πουν «Κοίτα τι κάνω μαμά! Μπορώ. Σαν εσένα.» Γελάω αλλά μέσα μου εύχομαι «να μη γίνετε ποτέ σαν κι εμένα».

Τεράστιο βάρος και κατάρα να είσαι σαν κι εμένα. Να έχεις έναν ολόκληρο τεράστιο κόσμο μέσα σου που δεν μπορείς να τον βγάλεις στο φως. Γιατί; Μακάρι να ήξερα. Αλίμονο σε μας τους δήθεν τολμηρούς και γενναίους.

Για να αφήσω και το δράμα (που το μισώ), στο βιβλιαράκι: Βιβλιαράκι γιατί είναι μια σταλίτσα κι όμως η κάθε λέξη του βρίσκει το στόχο της, εκεί που είναι το κέντρο του καθένα μας.

Όσοι το διαβάσουν και μείνουν μόνο στη μικρή ιστορία του, δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Δεν έχουν καταλάβει ούτε το λόγο ύπαρξης του βιβλίου, ούτε μια λέξη από όσα θέλει να πει, δεν ξέρουν ποια είναι η Κατερίνα, δεν ξέρουν τι έχει κάνει και τι συνεχίζει να κάνει. Κι έχει σημασία αυτό; Έχει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει τεράστια σημασία. Η Κατερίνα είναι από αυτούς τους ανθρώπους που στο πέρασμα της ζωής τους αφήνουν πίσω τους μια φωτεινή ουρά σαν φλεγόμενος κομήτης. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που όταν φτάνεις στα όριά σου και λες ως εδώ ήταν, τους κοιτάς και σκέφτεσαι ότι πρέπει ν’ αντέξεις κι άλλο λίγο. Πρέπει γιατί αν δεν το κάνεις εσύ, τότε όσα κάνουν εκείνοι θα είναι μάταια και δεν μπορείς να επιτρέψεις κάτι τέτοιο.

Ακόμα κι αν δεν ξαναγράψει άλλο βιβλίο, έχει αφήσει πίσω της τεράστια αποθέματα σκέψης και δύναμης για όλους εμάς, κι αφήνει κάθε μέρα. Για όλους εμάς που δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γιατί δεν ξέρουμε το πώς, για όλους εμάς που δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, για όλους εμάς που όλα τα κάνουμε λάθος, έστω κι αυτό είναι κάτι που το νιώθουμε μόνο εμείς και δεν είμαστε οι μόνοι και μάλλον δε θα έπρεπε να νιώθουμε έτσι αλλά δεν ξέρουμε και πώς να νιώσουμε αλλιώς.

Για όλους εμάς που θέλουμε να αγαπάμε όλο τον κόσμο αλλά δε μάθαμε ποτέ να αγαπάμε τον εαυτό μας.

Το αστυνομικό μυθιστόρημα, η διαλεύκανση εγκλημάτων μέσα από μυστήριο και δράση, υπήρξε για πολλές δεκαετίες …αντρική υπόθεση. Η Miss Marple η Nancy Drew και η Bertha Cool σπάσανε για λίγο αυτό το μονοπώλιο την δεκαετία του ’20 και του ’30, αλλά παρόλη την παγκόσμια αναγνώριση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Τέλη της δεκαετίας του ’60 αρχές ’70, που η γυναικεία χειραφέτηση είναι γεγονός, έρχεται η θρυλική Modesty Blaise. Η Modesty Blaise είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση που ίσως στο μέλλον κάνουμε κάτι σπέσιαλ γι’ αυτήν. Ηρωίδα κόμικς που εμφανιζόταν σε καθημερινή εφημερίδα σε πενθήμερη συχνότητα, δυναμική, μυστηριώδης, μαγευτική, θηλυκή. Οι περιπέτειές της συνδιάζανε τη δράση με το μυστήριο, και σε μερικές περιπτώσεις έπιανε την επιστημονική φαντασία ή καλυτέρα το άμεσο μέλλον, όπως το βλέπανε οι συγγράφεις του ’60 και του ’70. Η Modesty Blaise όχι απλά έσπασε όλα τα αντρικά οχυρά στο είδος, αλλά επιβλήθηκε και έγινε πρότυπο για την δεκαετία του ’80 όπου οι γυναίκες ντετέκτιβ και ηρωίδες δράσης για μερικές χρονιές κυριαρχούν όχι μόνο σε βιβλία, αλλά και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο.

Σήμερα έχουμε φτάσει σε γυναίκες έτοιμες για όλα, όπως η Σουηδέζα Lisbeth Salander. Πάντα γυναίκες δυναμικές, μυστηριώδεις, μαγευτικές και με έντονη θηλυκότητα αλλά και μια διαφορά, τώρα εκτός από το να γκρεμίζουν ταμπού και οχυρά, απομυθοποιούν. Η Izzy Spellman απομυθοποιεί με ωμότητα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και την κατά τα βιβλία, ηρωική και μυστήρια δουλειά του, και η Rebekah Roberts απομυθοποιεί τον αστυνομικό ρεπόρτερ και γενικά το ρόλο του δημοσιογράφου πέραν αυτών που απολαμβάνουν τα φώτα των δελτίων ειδήσεων.

biblio_17_0018.gifΗ Rebekah Roberts στην τρίτη κατά σειρά περιπέτειά της πρέπει κάπως να αποδείξει ότι αξίζει τον τίτλο του δημοσιογράφου, όχι μόνο για τους άλλους ή τον αρχισυντάκτη που συνεχίζει να την βλέπει σαν κάτι που θέλει πολύ δουλειά ακόμα αλλά τον ίδιο τον εαυτό της. Η στιγμή της κρίσης που πρέπει να αποφασίσει αν αυτό που αποφάσισε να κάνει σαν δουλειά και αγάπησε, υπάρχει στην πραγματικότητα ή είναι απλά δημιούργημα επιθυμιών και φαντασίας. Κι εκεί που παλεύει μεταξύ των μεγάλων ναι και των μεγάλων όχι βρίσκει ένα παλιό γράμμα σταλμένο από τη φυλακή προς έναν παλαιότερο συνάδελφό της. Κι κάπου εκεί ξεκινάει η τρίτη περιπέτεια.

Στην τρίτη περιπέτεια της Rebekah Roberts, η συγγραφέας Julia Dahl μπαίνει και η ίδια στην δημοσιογραφική έρευνα και στα σκοτεινά δρομάκια μιας αίρεσης που δεν είναι αίρεση και είναι κομμάτι μιας ομάδας που έχει αποσχιστεί από τον Ιουδαϊσμό. Ξεκινώντας από το τέλος, οι Χασιδιστές Ιουδαίοι είναι ομάδα που αποσπάστηκε από τους Ορθόδοξους Ιουδαίους στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ουκρανία και σήμερα υπάρχει κυρίως στις ΗΠΑ και την Βρετάνια. Παραδοσιακοί ιουδαίοι, ιδιαίτερα συντηρητικοί που πιστεύουν ότι η υπακοή στον θεό και στις εντολές του πρέπει να τηρούνται σε κάθε μέρος της κοινωνικής, επαγγελματικής και προσωπική ζωής των πιστών. Τώρα, ανάμεσα στους Χασιδιστές υπάρχει μια ομάδα που δεν αναγνωρίζουν οι Χασιδιστές και λέγονται Chabad Lubavitchers και σκοπός τους είναι να βρίσκουν εβραίους και να τους φέρνουν στη Χασιδιστική κοινωνία. Προσηλυτισμός με κάθε μέσο.

Η έρευνα της Julia Dahl είναι αποκαλυπτική για έναν κόσμο που πολύ λίγα είναι γνωστά και υπάρχει και λειτουργεί στη Νέα Υόρκη. Όσο για την ηρωίδα της, την Rebekah Roberts, ενώ ξεκίνησε από ένα γράμμα ενός νέου άντρα που επιμένει ότι δεν είναι αυτός ο δολοφόνος της οικογένειάς του και αφού προσπαθήσει να ζήσει μέσα από την έρευνά της τα γεγονότα των συγκρούσεων αστυνομίας και αφροαμερικανών διαδηλωτών στις αρχές του ’90 – που είναι το σκηνικό των φόνων – ψάχνοντας τον μυστηριώδη διαδηλωτή, που συμφώνα με τον νεαρό ήταν ο πραγματικός δολοφόνος, μπλέκει με όλο το σκοτεινό κόσμο των Chabad Lubavitchers και την ανικανότητα της αστυνομίας να τους αντιμετωπίσει ή ακόμα και να έχει το παραμικρό στοιχείο για το ποιοι είναι και τι κάνουν.

Η Dahl με πολύ ήρεμο τρόπο και χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη, τον περνάει από το ένα ιστορικό γεγονός και τον ένα σκοτεινό κόσμο στο άλλο. Στην αρχή είναι ο κόσμος της φυλακής, η ανικανότητα των ερευνητών της αστυνομίας που αφού πήραν μια ομολογία από έναν εξαντλημένο σωματικά και ψυχικά έφηβο τον πασάρουν σε μια εξ ίσου ανίκανη δικαιοσύνη που θέλει απλά να κλείσει την υπόθεση. Στη συνέχεια οι συγκρούσεις στη Νέα Υόρκη και το φυλετικό ζήτημα στις ΗΠΑ και στο τέλος μια αίρεση που δεν είναι αίρεση.

Για να πω την αλήθεια, κατά τη διάρκεια που διάβαζα το βιβλίο, υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να κάνω και προσωπική έρευνα – δόξα το Google – για να επιβεβαιώσω στοιχεία που μου φάνηκαν παρατραβηγμένα ακόμα και για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και προς έκπληξή μου για μια ακόμα φορά η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη από όποιο δημιούργημα φαντασίας.

Η Rebekah Roberts είναι μια ασυνήθιστη ηρωίδα βιβλίων μυστηρίου και δράσης αλλά ταυτόχρονα ελκυστική μιας και δεν είναι το πρότυπο της τάξης και μεθοδικότητας, απεναντίας πολλές φορές εμφανίζει έναν ατσούμπαλο Κλουζώ. Αλλά η ιστορία της Julia Dahl, η ιστορία πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο και η γραφή της, δεν αφήνουν περιθώρια να ασχοληθείς με την τσαπατσουλιά της Rebekah. Απεναντίας αυτή ακριβώς η τσαπατσουλιά της δουλεύει και σαν συνδετικός κρίκος σε αυτά που συμβαίνουν και στην κορύφωση της ιστορίας.

Η Julia Dahl εξελίσσεται σαν συγγραφέας μαζί με τη ηρωίδα της και το τρίτο βιβλίο της Rebekah Roberts είναι σίγουρα θετική συνεισφορά για τις γυναίκες ντετέκτιβ και ηρωίδες δράσης.

Το βιβλίο Julia Dahl Conviction (Η Καταδίκη), κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Minotaur Books, στις 27 Μαρτίου 2017 και υπάρχει και σαν ψηφιακή μορφή. Δεν είμαι σίγουρος αν κάποιο από τα βιβλία της Julia Dahl έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά αλλά το Conviction αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και στο πρωτότυπο, όχι μόνο για την ιστορία και την ηρωίδα αλλά και για την έρευνα της συγγραφέως.

Κανονικά δε θα διάβαζα ποτέ ένα τέτοιο κοριτσίστικο βιβλίο – ούτε καν γυναικείο, κοριτσίστικο – downloadαλλά ακόμα και μια σκύλα της λύσσας μπορεί να έχει τις μικρές της αδυναμίες: Η Πεντάμορφη και το Τέρας ήταν η αγαπημένη μου ταινία και είχα την τύχη να τη δω και στο σινεμά. Ευτυχώς που η μια από τις δυο γιαγιάδες μου δεν ήταν ποτέ η κλασική γιαγιά με τα κεφτεδάκια και τους λουκουμάδες και τα παραμύθια στο κρεβάτι, αλλά με ξεποδάριαζε στα σινεμά και τα θέατρα κάθε τρεις και λίγο.

Και παρόλο που ποτέ μου δεν υπήρξα το γλυκό κοριτσάκι με τα φουστανάκια και τα κοτσιδάκια και τα κοκαλάκια και τα βραχολάκια και τα σκατουλάκια (και γενικά ό,τι είχε να κάνει με -άκια μου την έδινε στα νεύρα), ποτέ μου δεν ξέχασα τα φλιτζανάκια της κυρίας Τσαγιέρας και τα είχα αγαπήσει. Ίσως έπαιξε και το ρόλο του το ότι εκτός από την ταινία του Ντίσνεϋ είχα παρακολουθήσει και όλη τη σειρά με τον Βίνσεντ και την Κάθριν. Λολ.

Στο βιβλίο τώρα. Αν και με κάθε σελίδα που γυρνούσα ένιωθα να μικραίνω κι από ένα χρόνο μέχρι που ξεμωράθηκα εντελώς, αν και κατακόλλησα και σιχάθηκα τ’ άντερά μου με τόσο σορόπι και ζουμί και αγάπες, (έφτασα και σε σημείο να τσιρίζω σα βλαμμένο από χαρά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας που μετά από τόσα χρόνια είχα ξεχάσει – πχ το φλιτζανάκι που το έλεγαν Φρουφρού, αλλά τις τζογαδόρισσες αδερφές δεν τις θυμάμαι καθόλου) το καταφχαριστήθηκα.

Ήταν πολύ όμορφο και γλυκανάλατο και χρωματιστό και μουσικό και χαζορομαντικό και γεμάτο χρυσόσκονη και σταματάω πριν μου μείνει η γλυκάδα κουσούρι και δεν ξέρω μετά τι να την κάμνω. Ουστ. ΕΛΠΙΖΩ οι μεταφραστές όταν/όποτε έρθει στην Ελλάδα, πραγματικά να μην τα σκατώσουν και το καταστρέψουν, θα τους θάψω αλύπητα. Ένα πολύ ευχάριστο μπρέικ, σαν τη σοκολάτα. Και τώρα επιστροφή στα …σοβαρά.

Οι αυτοκράτορες του πάγου

Posted: Μαρτίου 26, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Ο Τσέρι (Apsley Cherry Garrard) ξεκίνησε από την Αγγλία για την Ανταρκτική με τον Καπετάνιο 3358906του Τέρρα Νόβα Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ, την άνοιξη του 1910. Στο σπίτι του γύρισε τρία χρόνια αργότερα. Του πήρε μια δεκαετία για ολοκληρώσει τη συγγραφή αυτής της ανεπανάληπτης εμπειρίας του και το χειρόγραφό του ξεπερνούσε τις 250.000 λέξεις. Σε αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε ο γείτονας και καλός φίλος Τζορτζ Μπέρναρντ Σω. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα Non fiction με τίτλο …Το χειρότερο ταξίδι του κόσμου! Εκδόθηκε το 1922.

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου τώρα, του Emperors of the Ice (Και πριν πάει το μυαλό σας σε βασιλιάδες κι αυτοκράτορες, ο τίτλος παραπέμπει στους αυτοκρατορικούς πιγκουίνους) διάβασε το …χειρότερο ταξίδι του κόσμου. Τον συνάρπασε τόσο πολύ αυτή η περιπέτεια, που για πολύ καιρό μιλούσε για το βιβλίο σε όποιον τύχαινε να βρει διαθέσιμο να τον ακούσει. Μέχρι που αποφάσισε να το ξαναγράψει.

Παρακάτω τώρα: Μπιλ Γουίλσον: Ένας επιστήμονας στο πλήρωμα του Τέρρα Νόβα για την Ανταρκτική, μια θεωρία ότι οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι και για την ακρίβεια τα έμβρυα των αυγών τους και το πώς αναπτύσσονται μέχρι να γεννηθούν, έχουν τα χαρακτηριστικά των προγόνων τους, κι όπου πρόγονοι οι …δεινόσαυροι.

Μπέρντι Μπάουερς: ένας κοντός γίγαντας (ναι, κι όμως) που μοιάζει να μην ξέρει τι θα πει φόβος και που μπορεί να κουβαλήσει βάρος 100 κιλών στην πλάτη του για 3 μίλια, στους -50 Φαρενάιτ, μισότυφλος από καυτό λάδι που πετάχτηκε στο μάτι του, στη μέση μιας τρελής χιονοθύελλας, μες το απόλυτο σκοτάδι, με τα ρούχα του κοκαλωμένα τόσο, που δεν μπορεί να κουνήσει ούτε το λαιμό του. Αυτό.

Ένα ταξίδι με σκοπό να συνδυάσει ό,τι μπορεί: Εξερεύνηση, επιστήμη, βιολογία, γεωλογία, μαγνητικά πεδία, ατμόσφαιρα, παρασιτολογία, ζωολογία, εξέλιξη των ειδών. Όλα εκτός από τη μανία της κούρσας για το κάρφωμα της σημαίας στο πιο μακρινό δυνατό σημείο εκείνης της απάνθρωπα αφιλόξενης γης στην άκρη του κόσμου. Κυριολεκτικά.

Ξαναγράφεται το χειρότερο ταξίδι λοιπόν, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος των επιστημονικών αναφορών εκτός, εστιάζοντας στην πενταμελή ομάδα που σε κάποιο σημείο χωρίστηκε από τους υπόλοιπους για να βρουν αυγά των αυτοκρατορικών πιγκουίνων. Όμως έλειπε και κάτι σημαντικό: Ο διάλογος. Έτσι ο συγγραφέας μετά από πολύχρονη κι εξαντλητική μελέτη, ξαναέγραψε την ιστορία και με διαλόγους, έτσι όπως φανταζόταν πως θα είχαν ειπωθεί. Το αποτέλεσμα; Ένα συγκλονιστικό, breath taking και heart breaking βιβλίο, με στιγμές παρανοϊκά ξεκαρδιστικές και αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά δύσκολο να το περιγράψω και να το καταλάβει κάποιος που δεν το έχει διαβάσει.

Στον επίλογο μια κατάθεση ψυχής από τον Τσέρι που κατάφερε ακόμα κι εμένα τον παχύδερμο αναγνώστη να κλάψω. Από την ομάδα αυτή μόνο ο Τσέρι επέζησε. Και τελειωτικό χτύπημα, τα γράμματα που άφησαν οι άντρες αυτοί για να τα βρουν οι δικοί τους. Αν διαβάζετε αγγλικά, οπωσδήποτε διαβάστε το!

«Το να μη φοβάται ένας άντρας το θάνατο είναι κάτι το μεγαλειώδες. Αλλά το να υπάρχουν άντρες που να μπορούν να αντέχουν και να συνεχίζουν κάτω από απίστευτες συνθήκες πόνου και τρομερού κινδύνου και παρόλα αυτά να σκέφτονται και να φροντίζουν τους συντρόφους τους, ακόμα και να αστειεύονται όταν κυριολεκτικά αναμετρούνται κάθε δευτερόλεπτο με το θάνατο, ε λοιπόν, θα αντάλλαζα όλα τα χρόνια που εγώ έζησα κι εκείνοι όχι, για να είμαι ξανά μαζί τους.»

Πιστεύω τελικά ότι ο τίτλος δεν αναφέρεται μόνο στους πιγκουίνους αλλά και στους άντρες αυτούς.

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου, ο Τσέρι.