O Ron Currie είναι ένας πολύ νέος σε ηλικία Αμερικανός συγγραφέας, γεννηθείς το 1975, που εμφανίστηκε μόλις πριν από 10 χρόνια με μια νουβέλα που προκάλεσε αρκετές συγκρούσεις μόνο με τον τίτλο της: «God Is Dead» – ο θεός είναι νεκρός. Η γραφή του ακροβατεί μεταξύ σαρκασμού και της πιο σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης και οι ήρωές του είναι εκκεντρικοί μέσα στην καθημερινότητά τους.

biblio_17_0017Το τελευταίο του βιβλίο, τέταρτο στη σειρά, μόλις κυκλοφόρησε με τον τίτλο: «The One-Eyed Man» και ακολουθώντας τα μονοπάτια που άνοιξε ο Ron Currie, ήρθε να προκαλέσει, και μάλιστα να προκαλέσει σε μια εποχή που τα ψέματα που μεταδίδουν τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο έχουν γίνει κεντρικό θέμα.

Ο ήρωας και αφηγητής του «The One-Eyed Man» είναι ένας άνθρωπος που λέει πάντα την αλήθεια. Μάλιστα μετά από ένα γεγονός που τον ηρωοποιεί στον μικρόκοσμό του και τραβάει τα φλας των ΜΜΕ, γίνεται και παραγωγός/παρουσιαστής μια εκπομπής που …λέει πάντα την αλήθεια. Ο ήρωας του Ron Currie και αφηγητής της ιστορίας, στην εκπομπή του, καλεί κόσμο με κάποια μορφής εξουσία ή επιρροή και μέσω της αλήθειας τους απομυθοποιεί και δείχνει προς τα έξω γιατί πραγματικά πρόκειται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα από τη χυδαία απάντηση ενός μοναχού, μέχρι τον ζωντανό – μπροστά στις κάμερες, ξυλοδαρμό του από έναν φανατικό των όπλων.

Στις πάνω από 300 σελίδες της νουβέλας, ο κύριος Κ. – έτσι αποκαλεί τον ηρώά του ο Ron Currie, γνωρίζει και μπλέκει σε καταστάσεις με ανθρώπους από όλες τις πλευρές της αμερικάνικης κοινωνίας. Από τον φανατικό θρησκόληπτο μέχρι τον χίπη και από τον ρεπουμπλικάνο μέχρι την φεμινίστρια. Μέσα σε αυτό το παράξενο κοκτέιλ ανθρώπων, ο Currie μέσω του κυρίου Κ. προσπαθεί να βρει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: «πού πάει η Αμερική του 21ου αιώνα» ή αν υπάρχει θεός, «τι είναι αμαρτία» και «τι είναι το συναίσθημα», «αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο» και «γιατί χρειαζόμαστε όπλα». Μερικά από τα ερωτηματικά είναι βαθιά υπαρξιακά, μερικά άλλα πολύ καθημερινά, κάποια άλλα πολύ …αμερικανικά.

Το θέμα όμως είναι – και ο αναγνώστης αρχίζει να το καταλαβαίνει γρήγορα ότι πέρα από τα επιστημονικά γεγονότα που είναι και αναμφισβήτητα, η αλήθεια όσο αφορά ιδέες, συναισθήματα ή πιστεύω έχει πολλά ποδάρια. Ή καλύτερα είναι μονόφθαλμη. Και πολλές φορές αυτό που κερδίζει είναι η αλήθεια του κυρίου Κ. και τίποτα άλλο.

Ο σαρκασμός είναι το κυριότερο εργαλείο του Currie στην αναζήτηση αυτής της αλήθειας και πολλές φορές μάλιστα αγγίζει τα όρια του παράλογου, ειδικά όταν σε κάποια φάση ο κύριος Κ. έχει απαχτεί από μια ομάδα τρελών δεξιών. Αλλά είπαμε η αλήθεια είναι μονόφθαλμη.

Πάμε τώρα στη δική μου αλήθεια. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το βιβλίο όπως και δεν είχα ενθουσιαστεί με το «God Is Dead». Νομίζω ότι το συγκεκριμένο, το «The One-Eyed Man» θα συζητηθεί όχι γιατί φέρνει κάποια σύγκρουση ή προβοκάρει κάποια ιδεολογική αντιπαράθεση, όσο γιατί με ένα παράξενο τρόπο και με την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής με όλη την τρέλα του και τα στοιχεία αυταρχισμού, οι αλήθειες που αναζητεί ο κύριο Κ. κάνουν τον Ron Currie επίκαιρο. Για να πω την αλήθεια αν δεν μου το είχε στείλει ο εκδοτικός δεν είμαι καν σίγουρος αν θα διέθετα το ποσό που ζητάει για το βιβλίο.

Αλλά τώρα λέγοντας τα αυτά, τίποτα δεν σημαίνει ότι είναι και βιβλίο για πέταμα. Προσωπικά θεωρώ για πέταμα όλα αυτά τα βιβλία με τίτλους όπως: «Δέκα τρόποι στην αυτογνωσία» ή «πως θα αποκτήσετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας» και άλλες τέτοιες αηδίες. Ε λοιπόν εδώ έχεις ένα βιβλίο που μέσα ακόμα και στην δική του απομυθοποίηση σου προσφέρει τρόπους προς την αυτογνωσία. Παράλληλα και δεν είμαι σίγουρος αν συμπεριλαμβανόταν στα θέλω του συγγραφέα, οι ερωτήσεις του βιβλίου, κόντρα στις μονόφθαλμες αλήθειες του κυρίου Κ. πολλές φορές οδηγούν τον αναγνώστη στις δικές του μονόφθαλμες αλήθειες. Αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό η κακό γιατί σε ποια αλήθεια να σε οδηγήσουν δυο μονόφθαλμοι.

Τέλος το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε αμερικανικό κοινό. Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν ευρωπαίο να προβληματίζεται γιατί τόσοι πολλοί κυκλοφορούν γύρω του με ένα περίστροφο στο ζωνάρι τους ή για ομάδες φανατικών θρησκόληπτων οπλοφόρων. Αυτά είναι αμερικάνικα κόλπα. Ο λόγος όμως που μετέφερα εδώ την άποψη μου, ήταν γιατί κατά περιόδους βλέπουμε εκδοτικούς στην Ελλάδα να εκδίδουν βιβλία με τη λογική ότι είναι …εναλλακτικά ή μοντέρνα ή ψαγμένα προσπαθώντας να τα προωθήσουν με σλόγκαν όπως ….απαντήσεις και αλήθειες. Έτσι δεν θα μου έκανε καμία έκπληξη αν κάποιος ελληνικός εκδοτικός αποφάσιζε να το μεταφράσει και μετά να το ρίξει στις κληρώσεις.

Το «The One-Eyed Man» του Ron Currie είναι εκδόσεις Viking και εκδόθηκε στις 7 Μαρτίου. 2017

Το μύθο με τον ψεύτη βοσκό είμαι σίγουρη πως τον ξέρετε. Το κωλόπαιδο φώναζε συνέχεια λύκος-λύκος για να κάνει τους άλλους να τρέχουν κι όταν εμφανίστηκε ο κακός ο λύκος στ’ αλήθεια, τον έγραψαν όλοι στα τέτοια τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βιβλίο στην Ελλάδα: Γεμίσαμε από ψεύτες βοσκούς.

Δυστυχώς το διαδίκτυο δεν κάνει διακρίσεις …αξιοπιστίας στο τι ανεβαίνει και τι εμφανίζεται στις οθόνες μας κάθε φορά που ψάχνουμε το κάθε τι.

Δυστυχώς και ο Άντυ Γουόρχολ έχει συντριπτικά επαληθευτεί: Όλοι θέλουν τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητάς τους. Και θα κάνουν τα πάντα για να τα έχουν. Ακόμα και να ρισκάρουν/θυσιάσουν/ξεπουλήσουν την αξιοπιστία τους.

Υπάρχει μια έξαρση μπλόγκερς/βιβλιοκριτικών, αντιστρόφως ανάλογη με το αναγνωστικό δυναμικό της χώρας.

Συν τον έναν καταστροφικό συνδυασμό λέξεων: Βιβλίο – Συγγραφέας – Παρουσίαση/Κριτική – Τηλεόραση/Ραδιόφωνο.

Κάθε ένας που γράφει μια μαλακία αυτοβαφτίζεται και συγγραφέας.

Κάθε θεωρών εαυτόν συγγραφέας αυτοθεωρείται και σημαντικό πρόσωπο.

Αυτό έχει την εξής συνέπεια: Κάθε ένας που θα διαβάσει τη μαλακία του πρώτου και με πρόσβαση στο διαδίκτυο θα αυτοβαφτιστεί βιβλιοκριτικός και θα ανοίξει ένα μπλογκ.

Κι ύστερα κάθε τυπογράφος-εκδότης θα εξαγοράσει τον βιβλιομπλόγκερ με δωρεάν βιβλία για να συνεχίσει να διαβάζει τις μαλακίες των πρώτων και να γράφει.

Αποτέλεσμα, ένα οβερντόουζ διθυράμβων επί των μαλακιών.

Το θέμα τώρα ποιο είναι και που όλοι αυτοί επιλέγουν να αγνοούν συστηματικά; Και προσέξτε, λέω επιλέγουν να αγνοούν, ΔΕΝ αγνοούν πραγματικά. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς σε «βρίσκουν και τα κάνουν.»

Ο αναγνώστης.

Δεν.

Είναι.

Μαλάκας.

Δείτε λίγο τι γίνεται με όλα αυτά τα μπλογκς που ξεφυτρώνουν ωσάν τα μανιτάρια μετά τη βροχή (ή εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή) και όλους αυτούς τους …βιβλιοκριτικούς που δυστυχώς αποτελούν την πλειοψηφία (ή σχεδόν μονοπωλούν) το κριτήριο της επιλογής των επόμενων αγορών μας (=όπου «μας», οι αναγνώστες) και δυστυχώς οι αναγνώστες πέφτουν ολοένα και περισσότερο πάνω τους κάθε φορά που ψάχνουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν/αγοράσουν.

Αρχικά γράφουν οι ίδιοι και γράφουν ύμνους. Οι συγγραφείς θα αρπάξουν την ευκαιρία να διαφημιστούν/προωθηθούν και θα στείλουν το βιβλίο τους μαζί με σαλιάρικες ευχαριστίες και γλοιώδη κομπλιμέντα για τις …κριτικές ικανότητες των μπλόγκερς κι ύστερα θα ακολουθήσουν και οι εκδότες/τυπογράφοι με τα ίδια κριτήρια διαφήμισης και για τους ίδιους λόγους προώθησης. Οι μπλόγκερς δεν προλαβαίνουν, πελαγώνουν από το …φόρτο εργασίας, έτσι ζητούν κι από άλλους να συμμετέχουν (συνήθως το κάνουν με μορφή αγγελίας ζήτησης εργατικού δυναμικού: «Ζητούνται άτομα να στελεχώσουν μπλα, μπλα, μπλα»).

Αυτομάτως έχουμε μια ολόκληρη αρμάδα γραφιάδων πίσω από έναν μπλόγκερ, ο μπλόγκερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και: α) πουλάει κι από κανένα βιβλίο, β) βάζει διαφημίσεις στο μπλογκ του ώστε να έχει έσοδα, γ) διατηρεί κι ενισχύει το …trademark του ως σοβαρός επαγγελματίας βιβλιοκριτικός πιάνοντας τον παλμό και πηγαίνοντας σε παρουσιάσεις, βγάζοντας τις απαραίτητες φωτό του φβ, κάνοντας παρέα με συγγραφείς κι εκδότες = κερδίζει τα 15 δεύτερα διασημότητάς του.

Και όλα καλά, έτσι;

ΟΧΙ.

Πρέπει να καταλάβετε ορισμένα ουσιώδη πράγματα, όλοι εσείς που γράφετε γι αυτούς:

Α) Δεν τους χρωστάτε τίποτα.

Β) Δεν δουλεύετε γι αυτούς.

Γ) Δεν σας προσλαμβάνουν, δεν σας δίνουν μισθό, δεν σας κολλάνε ένσημα.

Δ) ΑΥΤΟΙ, ζούνε από ανθρώπους σαν κι εσάς.

Ε) ΑΥΤΟΙ, βγάζουν λεφτά και ζούνε από ανθρώπους που ξοδεύουνε χρόνο και κόπο ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΤ) ΔΕΝ έχετε ΚΑΜΙΑ υποχρέωση να γράφετε αυτό που θέλουν ( κι ας μην σας το ζητάνε πάντα ευθέως), δε θα κερδίσετε ποτέ τίποτα, σας έχουν χεσμένους.

Και κάτι ακόμα: Όλο αυτό προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Ο αναγνώστης θα ξεγελαστεί μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Μπορεί και τρίτη και τέταρτη. Όμως αργά η γρήγορα θα βρει την άκρη του νήματος και θα το μαζέψει το κουβάρι.

Ο αναγνώστης ΞΕΡΕΙ ποιοι είναι αυτοί που γράφουν επειδή παίρνουν δωρεάν βιβλία και ΞΕΡΕΙ πια ότι για να συνεχίσουν να παίρνουν δωρεάν βιβλία και να διατηρούν τα 15 δεύτερα διασημότητάς τους ΠΡΕΠΕΙ να γράφουν ύμνους, αλλιώς οι εκμεταλλευτές συγγραφείς κι εκδότες θα βρουν κάποιον άλλο να γράφει τους ύμνους. Και ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι η ειλικρινής άποψη ενός αναγνώστη αλλά ένα ξεδιάντροπο κωλογλύψιμο με μοναδικό σκοπό το δωρεάν βιβλίο/παρεάκι με το συγγραφέα/15 δεύτερα διασημότητας, έτσι ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι αλήθεια.

Αλλά και να είναι κάποιες φορές, λίγη σημασία έχει. Ο ψεύτης βοσκός, θυμάστε;

Έτσι αργά ή γρήγορα, όλοι ξέρουμε ποιους να ΜΗΝ διαβάζουμε επειδή μας λένε ψέματα. Κι αν κάποιος συγγραφέας έχει γράψει πραγματικά κάτι καλό, δεν έχει σημασία. Αυτός που θα γράψει γι αυτόν, είναι ήδη ψεύτης βοσκός. Δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Ωραία είναι να παίρνεις τζάμπα τις νέες κυκλοφορίες (άσε που μπορείς και να τις πουλήσεις μετά, να βγάλεις και κάτι). Ωραία είναι και να φοράς τα καλά σου και να σε πετυχαίνει ο φακός σε ολοφάνερα τυχαία στημένες στάσεις δίπλα στον επόμενο συγγραφέα της χρονιάς. Όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθείτε: Αξίζουν αυτά περισσότερο από την αξιοπιστία σας;

Τι προτιμάτε; Να γίνετε γνωστοί (δυστυχώς ή ευτυχώς, αχανής και απίστευτα μικρός ο κόσμος του διαδικτύου και μη, τα ονόματά σας τα γνωρίζουμε όλοι) ως τσιράκια και να μην πιστεύει κανείς λέξη από όσα γράφετε (ακόμα κι αν κάποτε παραδόξως γράψετε την αλήθεια), ή όσοι σας διαβάζουν να ξέρουν ότι από εσάς θα μάθουν μόνο την αλήθεια – έστω κι αν η αλήθεια σχετικά με την ανάγνωση είναι κυρίως κάτι το υποκειμενικό;

H κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα; Κάπως έτσι σκέφτομαι όταν διαβάζω ένα βιβλίο και απορώ με ποιο σκεπτικό εκδόθηκε. Φταίνε οι εκδοτικοί που εκδίδουν σαβούρα ή φταίνε οι αναγνώστες που τα αγοράζουν και μάλιστα σε κάθε νέα κυκλοφορία τρέχουν ενθουσιασμένοι φωνάζοντας «το θέλω, το θέλω!»;

Εκδοτικοί ή αναγνώστες;

biblio_17_0016.gifΦαύλος κύκλος θα έλεγα. Η μόδα θέλει αστυνομικά και ψυχολογικά θρίλερ. Υπάρχει μόδα στα βιβλία; Θα ρώταγε κάποιος. Ναι, υπάρχει και φαίνεται από τους ρυθμούς που εκδίδονται τα βιβλία αυτού του είδους σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Η «Μέθοδος 15/33» είναι ένα από αυτά τα βιβλία για τα οποία γίνεται ντόρος για ένα διάστημα, γράφονται διθυραμβικές κριτικές από κάποιους και μετά ξεχνιούνται. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό το βιβλίο θα το διάβαζε κάποιος χαλαρά και γρήγορα προσπαθώντας να περάσει την ώρα του -πχ σε κάποιο ταξίδι και στο τέλος θα το εγκατέλειπε στο κάθισμα του μήπως φανεί χρήσιμο στον επόμενο επιβάτη. Αυτή είναι η αξία του.

Ανήκει στην κατηγορία βιπεράκι της πλάκας που μόλις το κλείνεις το ξεχνάς και αν το έβρισκα με 3 ευρώ σε ένα σταντ στο περίπτερο θα μου φαινόταν φυσιολογικό και δεν θα το σχολίαζα καν.

Τώρα όμως αναρωτιέμαι…γιατί αυτό το βιβλίο καμαρώνει στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και διεκδικεί μια θέση στη βιβλιοθήκη μου; Με τι προσόντα;

Σαν ιστορία θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα αν δεν ήταν τόσο τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ακόμα κι αν δεχτούμε ως γεγονός όλους αυτούς τους πρωταγωνιστές με τις σχεδόν υπερφυσικές ικανότητες, το βιβλίο είναι γεμάτο πράγματα που δεν στέκουν και ένα σωρό χαζές λεπτομέρειες που προκαλούν γέλιο. Επίσης είναι λίγο δύσκολο να μην γελάσεις με τον χαρακτήρα που στήνει η συγγραφέας για την βασική της πρωταγωνίστρια. Παιδί θαύμα, πανέξυπνη, με υπερ-αναλυτικό μυαλό, διακόπτες on/off για όλα τα συναισθήματα που τα ενεργοποιεί κατά βούληση, κορίτσι Μαγκάιβερ, από πλούσια οικογένεια με πανέξυπνους επιτυχημένους γονείς ,που πάει στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς της και πιστεύει στο κακό το μάτι και στα θεϊκά σημάδια.

Ο τρόπος που τελειώνει η ιστορία θα μπορούσε κι αυτός να χαρακτηριστεί αστείος ,για να μην πω γελοίος. Γενικά σε όλο το βιβλίο κυριαρχούν οι αφελείς συμπτώσεις. Ακόμα και η ίδια η συγγραφέας το καταλαβαίνει και βάζει έναν από τους ήρωες να αναφέρει ότι είναι λίγο απίστευτα αλλά αληθινά όλα αυτά. Δεν έχω να πω κάτι άλλο ,απλά χαίρομαι που δεν το αγόρασα για να το διαβάσω. Δεν θα το πρότεινα σε κανέναν.

Ειρήνη Προϊκάκη

Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, δεν κατάφερα να βρω απολύτως τίποτα γι αυτή τη γυναίκα, εκτός 9_resrrize-500x500από 4 άθλιες σειρές στη Wikipedia, στα αγγλικά. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Πίστευα ότι στο διαδίκτυο βρίσκει κανείς τα πάντα. Και διαβάζοντάς τη, ήμουν σίγουρη ότι θα είχα πολύ υλικό για διάβασμα. Τζίφος. Ο παρανοϊκός εαυτός μου λέει ότι για κάποιο λόγο αυτή η γυναίκα πέρασε και χάθηκε από αυτόν τον κόσμο σα διάττοντας αστέρας.

Ταξική αγάπη λοιπόν, και χρειάστηκε να διαβάσω 24 σελίδες για να καταφέρω να ακολουθήσω αυτόν τον χείμαρρο που μου θύμισε την Κατερίνα Γώγου. Και σε ένα βιβλίο 176 σελίδων, οι 24 σελίδες είναι πάρα πολλές. Είναι από αυτά τα βιβλία που σου παίρνει μέρες να τελειώσεις και δεν μπορείς να διαβάσεις παραπάνω από 5-10 σελίδες τη φορά.

Πυκνογραμμένο, με μικρή γραμματοσειρά, χωρίς παραγράφους, χωρίς σχεδόν τελείες, είναι από την αρχή ως το τέλος όπως το φαντάζεστε. Δύσκολο, βαρύ, ασήκωτο και δεν καταπίνεται αμάσητο.

«Η «Ταξική Αγάπη», το πρώτο της βιβλίο, είναι από τα βιβλία εκείνα που αναπόφευκτα μεσουρανούν στο πνευματικό στερέωμα μιας χώρας και κάνουν τον μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστο και ανύποπτο συγγραφέα τους αυτό που ονομάζουμε «μεγάλη αποκάλυψη».

Σε ένα είδος ημερολογίου η Κάριν Στρουκ διηγείται την ιστορία της καταγωγής της, τα νεανικά της χρόνια, τη δουλειά στο εργοστάσιο, τις καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, τις δυσκολίες με τη διδακτορική διατριβή, το γάμο της κλπ. Με περικοπές από βιβλία, γράμματα και συζητήσεις δημιουργείται μια συλλογική διήγηση, συμπυκνωμένη στην αφάνταστα λεπτή και συγκινητική υποκειμενική εξομολόγηση μιας κοπέλας του καιρού μας, που συνθλίβεται στα γρανάζια της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας κι απελπίζεται μέχρι αυτοκτονίας, αλλά και ελπίζει σε μια φυσικότερη φύση και σε μια ανθρωπινότερη κοινωνία.»

Μιλάει για όλα εκεί μέσα. Πώς γίνεται να χωρέσουν τόσοι προβληματισμοί, τόσοι στοχασμοί, τόσα ερωτήματα, τόση αγανάκτηση, τόσος χλευασμός, τόση επανάσταση σε τόσο λίγες σελίδες? Είναι μοναδικό.

Οικογένεια, σχέσεις, γάμος, μητρότητα, εκπαίδευση, γηρατειά. Όλη η ανθρώπινη ύπαρξη με το τεράστιο λάθος που τη συνοδεύει. Το να θεωρείσαι κτήμα των γονιών σου από εκείνους, το να επιλέγεις τη ζωή που σε κάνει δυστυχισμένο για να είσαι κοινωνικά αποδεκτός, το να σαπίζεις σε μια άθλια δουλειά που δε χρειάζεται την παραμικρή δεξιοτεχνία, την παραμικρή πνευματική καλλιέργεια για να την κάνεις και το πόσο σα δηλητήριο σιγά σιγά σε καταστρέφει.

Το πώς η απόλυτα αγνή και αληθινή αγάπη της μητέρας προς το μωρό της αλλάζει μορφή όταν αυτό μεγαλώνει. Το να ανήκεις στη μέση μάζα του κόσμου, που δουλεύει πολύ, τρέχει πολύ, αγχώνεται πολύ, δυστυχεί πολύ και παρόλα αυτά οι απολαβές είναι τόσο ελάχιστες που δεν έχεις τη δυνατότητα ούτε να καλλιεργήσεις το νου, αλλά ούτε και να φροντίσεις το σώμα. Το πόσο φρικτό είναι να έχεις έναν υγιή νου σε ένα άρρωστο σώμα που σιγά σιγά σε εγκαταλείπει. Το πόσο τρελό είναι να είσαι ο μόνος λογικός ανάμεσα σε τρελούς, οι οποίοι φυλακίζουν τους λογικούς στις κλινικές.

Δεν είναι μόνο το ότι σε κάθε φράση έχεις ένα ολόκληρο θέμα για να προβληματιστείς, είναι και τόσες πολλές οι αναφορές σε γνωστά έργα, που υπάρχει πολύ μεγάλο υλικό αν αποφασίσει κανείς να τις κοιτάξει όλες.

Τώρα το πού μπορεί να το βρείτε, δεν το ξέρω. Δεν κυκλοφορεί. Προφανώς σε καμιά τρύπα με μεταχειρισμένα… Πάντως να θυμάστε τον τίτλο!

Όλοι οι μεγάλοι κωμικοί έχουν ένα στοιχείο αξεπέραστο από οποιοδήποτε άλλο ηθοποιό, είναι καταπληκτικοί στις δραματικές σκηνές. Όπως ο κλόουν του Χάινριχ Μπελ, κρύβουν το δάκρυ με συνεχόμενες στρώσεις μέικ-απ και ένα υπερτονισμένο χαμόγελο. Θυμηθείτε τον ανεξάντλητο Έλληνα, Θανάση Βέγγο. Οι σκηνές δράματος στις κατά τα άλλα πολύ αστείες ταινίες του, φέρνουνε δάκρυα και στους πιο κυνικούς θεατές και μάλιστα οι περισσότερες από αυτές τις σκηνές είναι χωρίς λόγια. Είναι μια κίνηση, ένα βλέμμα, ένας μορφασμός που μετατρέπει το ασταμάτητο γέλιο σε σιωπηλό δάκρυ και αυτό μόνο οι κωμικοί ξέρουν πώς να το κάνουν.

Ο Dov Greenstein είναι ένας μεσήλικας κωμικός που καταλαβαίνει ότι το κοινό του τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να δακρύζει πιο συχνά από το να γελάει και ότι κάπως η πραγματικότητα του, η σκληρή καθημερινότητα του, τα γηρατειά, η φυσική φθορά, έχουν αρχίσει να εισβάλουν και να καταλαμβάνουν το μόνο τρόπο έκφρασης που ξέρει, την κωμωδία. Μετά από δεκαετίες στο σανίδι, δεκαετίες να λέει αστεία και ανέκδοτα σε κάτι που σήμερα ονομάζεται stand up, δεκαετίες να τυραννάει πνεύμα και σώμα για να κάνει τον κόσμο να γελάσει, τώρα νιώθει ότι τελειώνει, ότι δεν έχει άλλα αστεία να πει και ότι τα ανέκδοτα του αλεσμένα μέσα από τη δική του μικρή πραγματικότητα γυρνάνε σε μικρά δράματα.

Σε μια μόνιμη εσωτερική πάλη ο Dov συναπαντάει ένα παιδικό του φίλο μετά από σαράντα χρόνια, μια άλλη τυραννισμένη ψυχή για τελείως διαφορετικούς λογούς και του ζητάει να παρακολουθήσει την παράσταση του και να του πει τι είδε. Όχι αν γέλασε με τα ανέκδοτα και τις στιλ Jerry Lewis σπασμωδικές κινήσεις, άλλα τι είδε στον άνθρωπο Dov την ώρα που στέκεται στη σκηνή.

biblio_17_0014Ο Avishai Lazar είναι ο παιδικός φίλος του Dov Greenstein και αφηγητής της ιστορίας. Παράλληλα είναι ένας μεσήλικας πρώην δικαστικός που παραιτήθηκε από το χώρο της δικαιοσύνης βλέποντας την αδικία τις περισσότερες φορές να νικά στο όνομα της νομιμότητας και την απανθρωπιά να γίνεται άλλοθι. Τώρα όλα αυτά συμβαίνουν στο σημερινό Ισραήλ, το Ισραήλ με το θάνατο στο παρελθόν του και στο παρόν του, με το δράμα, τη πίκρα και τις ενοχές να κάνουν τη κωμωδία ένα αόρατο λεκτικό ναρκοπέδιο και τα περισσότερα ανέκδοτα ταμπού. Ένα Ισραήλ που η λέξη δικαιοσύνη ερμηνεύεται και δεν αποδίδεται.

Από την εποχή του Shakespeare και πολύ νωρίτερα, έχουν γραφτεί πολλές νουβέλες με ήρωα τους τον γερασμένο ηθοποιό, την ξεπερασμένη ντίβα, την παρακμή του αστέρα. Το «A Horse Walks into a Bar» – «Ένα Άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ» του David Grossman δεν είναι ακριβώς αυτό και τη διαφορά την κάνει η παρουσία του παιδικού φίλου με τα ίδια φιλοσοφικά και υπαρξιακά προβλήματα που …δεν είναι ηθοποιός. Ούτε είναι η απομυθοποίηση του ηθοποιού. Η νουβέλα του Grossman είναι η πάλη μεταξύ της κυνικής πραγματικότητας και της προσωπικής ευαισθησίας. Του αποδεκτού νομίμου και της ατομικής ηθικής. Είναι μια σύγκρουση με πρωταγωνιστές την κοινωνία έτσι όπως εξελίσσεται και μάλιστα στις ακραίες πολλές φορές συνθήκες του Ισραήλ με ένα κωμικό ηθοποιό και έναν δικαστή.

Ακόμα και ο τίτλος του, που είναι η αρχή από μια σειρά πολύ γνωστά ανέκδοτα της δεκαετίας του ’70 είναι σαρκασμός, παράλογο και υπόνοια της σύγκρουσης. Το ανέκδοτο πάντα ξεκινάει με το: «Ένα άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ,» αλλά το σημαντικό στοιχείο έπεται: «και ο μπάρμαν ρωτάει: why the long face» όπου long face σημαίνει στεναχωρημένος/λυπημένος αλλά παράλληλα είναι …μακρύ και το πρόσωπο ενός αλόγου. Η συνέχεια είναι πάντα παράλογη παίζοντας στα όρια του ανθρωπομορφισμού ενός ζώου, άλλα στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον τίτλο αυτού του βιβλίου η σημασία είναι στο μισό που λείπει κι όχι στο μισό που υπάρχει και που από μόνο του δείχνει το σαρκασμό, το παράλογο την σύγκρουση άλλα και το λυπηρό που έρχεται μετά την εισαγωγή ότι αυτό είναι …ανέκδοτο άρα πρέπει να γελάσεις.

biblio_17_0015David Grossman είναι ισραηλινός, συγγραφέας πάνω από 20 βιβλίων που συμπεριλαμβάνουν πολλά παιδικά και που έγινε πολύ γνωστός το 2008 με την νουβέλα του «To the End of the Land» στο οποίο μιλάει για την διαμάχη ισραηλινών και παλαιστίνιων με τρόπο που δεν άρεσε πολύ στο ισραηλινό κατεστημένο. Το συγκεκριμένο έργο του μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες και έγινε αποδέκτης σειράς βραβείων από όλο τον κόσμο.

Το «A Horse Walks into a Bar» είναι ένα βιβλίο ταξίδι στην ηλικία και στη σημερινή πραγματικότητα του Ισραήλ. Κυκλοφόρησε στις 21 Φεβρουαρίου 2017 και ήδη έχει αρχίσει να σκαρφαλώνει τις λίστες των μπεστ σέλλερ, δικαιολογημένα για μένα. Ένα από τα βιβλία που πραγματικά αξίζει να διαβαστεί και που αποδεικνύει ότι το καλό βιβλίο συνεχίζει να υπάρχει παρα τον πόλεμο που δέχεται από βιβλία καθρέφτες των τηλεοπτικών ρεάλιτι σόου.

Το «A Horse Walks into a Bar» είναι εκδόσεις Knopf, σε μετάφραση στα αγγλικά της Jessica Cohen. Προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στην έντυπη μορφή του και είναι από τα βιβλία που εύχομαι να μεταφραστεί και στα ελληνικά.

Στις πλούσιες οικογένειες της Αμερικής την εποχή της δουλείας, οι λευκές γυναίκες δεν θηλάζουν τα fgfgfμωρά τους μόλις γεννηθούν. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν οι σκλάβες, και το πιο συνηθισμένο ήταν να αναθέτουν αυτή τη δουλειά σε εκείνες που δουλεύουν στις φυτείες γιατί έχουν το πιο πολύ και παχύ γάλα. Ο λόγος είναι – για τους λευκούς άρχοντες πάντα – απλός: Τα παιδιά πεθαίνουν. Πολύ εύκολα, πολύ σύντομα. Όλοι έχουν χάσει παιδιά. Το να θηλάσει μια μάνα το παιδί της σημαίνει ότι θα δεθεί μαζί του κι αν αυτό τελικά πεθάνει, είναι πιο δύσκολο να το ξεπεράσει. Για τον ίδιο λόγο οι λευκές μητέρες ουσιαστικά παραδίδουν τα παιδιά τους εξ’ ολοκλήρου στις τροφούς, οι οποίες τα θηλάζουν, τα κοιμίζουν, τα κάνουν μπάνιο και τα ντύνουν, τα φροντίζουν σαν αληθινές μάνες, μέχρι τα 3-4 χρόνια τους, όπου μετά τις απομακρύνουν πάλι για να μη δεθούν μαζί τους.

Οι σκλάβοι των φυτειών δεν έχουν απολύτως καμία επαφή με τα σπίτια. Και οι σκλάβοι στα σπίτια αποκόβονται για πάντα από τους δικούς τους. Αν μια εργάτρια έχει μωρό που το θηλάζει και την ίδια περίοδο γεννηθεί κι ένα λευκό μωρό, τότε η μάνα θα μεταφερθεί για πάντα στο σπίτι, παρατώντας το δικό της παιδί για να αναλάβει το ξένο. Κανείς δεν επιστρέφει πίσω. Όταν η δουλειά της τελειώσει, θα πουληθεί. Αυτό είναι κανόνας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δηλαδή καλούς αφέντες και σκλάβους που έχουν δημιουργήσει οικογένεια και ίσως, ίσως να της επιτρέψουν να γυρίσει στις καλύβες.

Στο Yellow Crocus, τίτλος που σημαίνει το γνωστό μας κίτρινο αγριολούλουδο – σημάδι του ερχομού της άνοιξης, μια γυναίκα κρατά σφιχτά το μωρό της στο στήθος της και κοιτάζει την πόρτα της καλύβας της, περιμένοντας τη στιγμή που θα αλλάξει τη ζωή της. Όταν ακούει το χτύπημα, αφήνει το μωρό προσεκτικά στην παλέτα που έχει για κρεβάτι και ανοίγει, ύστερα ακολουθεί τη νεαρή που της λέει μόνο δύο λέξεις: Σε περιμένουν.

Η Mattie ακολουθεί τη νεαρή σκλάβα στο μεγάλο αρχοντικό. Ένα άλλο μωρό περιμένει να γεννηθεί και η Mattie θα αναλάβει να το θηλάσει και να το φροντίσει ώσπου να μεγαλώσει. Η Mattie μισεί αυτό το λευκό μωρό που βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο νεογέννητος γιος της, στο στήθος της. Ένα μικροσκοπικό δωμάτιο είναι από δω και στο εξής το σπίτι της και από το παράθυρο η Mattie κάθε χάραμα και κάθε ηλιοβασίλεμα στέλνει την αγάπη και τις προσευχές τις στο γιο της και τους δικούς της, στις καλύβες που ζουν οι σκλάβοι, μακριά από το αρχοντικό.

Μπορεί απλώς να κλείσει με την παλάμη της το στόμα και τη μύτη του νεογέννητου κοριτσιού και να τελειώσουν όλα. Όμως η Mattie δεν είναι φονιάς. Και καταφέρνει αυτό το ήσυχο και αξιολάτρευτο μωρό να το αγαπήσει, όπως κι εκείνο αναγνωρίζει τη Mattie ως το μόνο αγαπημένο της πρόσωπο.

Η μικρή Ελίζαμπεθ μεγαλώνει και γίνεται ένα υπέροχο κοριτσάκι που αγαπά βαθιά την τροφό της και το γιο της Σάμιουελ, εκείνη του μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει κι εκείνος της μαθαίνει παιχνίδια και τραγούδια των μαύρων. Όμως ο Σάμουελ θα πουληθεί, η Mattie θα το σκάσει, η Ελίζαμπεθ θα μεγαλώσει με τον πόνο της απώλειας της μόνης γυναίκας που αγάπησε και την αγάπησε, μέχρι που κοντά 20 χρόνια μετά, αποκληρωμένη από τους δικούς της θα βρεθεί φτωχή μα ελεύθερη κι έτοιμη να πεθάνει πάνω στη γέννα, και η Mattie, σε έναν άλλο κόσμο 500 μίλια μακριά με άλλο όνομα και άλλη ζωή, θα τη σώσει. Ξανά.

Μια ιστορία που καλύπτει σχεδόν 30 χρόνια, από τη γέννηση της Miss Elizabeth, την αγάπη της προς τη Mattie, τη νεαρή σκλάβα που είναι – ενάντια σε κάθε αντίληψη της εποχής – σαν μητέρα της, η απόδρασή της για να σώσει το δεύτερο παιδί της, το ταξίδι ως την επόμενη ελεύθερη πολιτεία για να συναντήσει μισοπεθαμένη τον άντρα και το γιο της σχεδόν δέκα χρόνια μετά. Κι ύστερα ο προγραμματισμένος γάμος της Elizabeth με τον γιο της πλουσιότερης οικογένειας και κληρονόμο της τεράστιας περιουσίας της, όμως η Elizabeth έχει μεγαλώσει πια και δε θέλει να έχει ανθρώπους ως σκλάβους, δεν το αντέχει, δεν το δέχεται, και αποφασίζει να φύγει, αφήνοντας πίσω της δυο έξαλλους γονείς που την αποκληρώνουν και τα πλούτη στα οποία μεγάλωσε.

Πραγματικά υπέροχο βιβλίο. Απλά δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Μια πολύ όμορφη ιστορία, που εναλλάσσεται από το ιστορικό μυθιστόρημα στο δράμα κι ύστερα στο ελαφρύ ρομάντζο, με ανατροπές στην πλοκή που νιώθεις πως παραείναι καλές για να είναι αληθινές, όμως παρόλα αυτά θέλεις να τις πιστέψεις και το κάνεις, γιατί έτσι θα έπρεπε να είναι κι ας μην ήταν ποτέ. Μικρές λεπτομέρειες που ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο όλες τις εικόνες μπροστά στα μάτια σου, οι συνήθειες των σκλάβων, οι προσευχές τους, τα τραγούδια τους και το δέσιμο των οικογενειών τους, στην αντίθεση των πλούσιων αφεντάδων όπου τα παιδιά μεγαλώνουν με μόνο σκοπό τη συνεχή επίδειξη καλής ανατροφής και πλούτου, για να συνεχίσουν να αυξάνουν τις περιουσίες των γονιών τους, δυστυχισμένα παιδιά που δεν έχουν ζήσει καμία ζωή παρά το ότι έχουν τα πάντα.

Κατερίνα Χαρίση

Κανονικά αυτό είναι ένα από τα βιβλία που για τον τίτλο του μόνο, θα έπρεπε να προταθεί για την ημέρα του Βαλεντίνου και των ερωτευμένων. Αυτά αν μείνεις μόνο στον τίτλο του βιβλίου, «Οι άντρες της ζωής μου». Αυτό τώρα επιφανειακά γιατί αν το σκεφτείς καλυτέρα και μάλιστα το επεκτείνεις και στα δυο φύλα θα ανακαλύψεις ότι οι άντρες της ζωής μας μπορούν να είναι πατεράδες, αδέρφια, φίλοι, γνωριμίες, όλοι αυτοί που συμβάλανε στην εξέλιξή μας και πολλές φορές λίγη σχέση έχουν με τον έρωτα.

biblio_17_0013.gifΗ Patricia Bosworth παντρεύτηκε στα 18 της χρόνια ένα τέρας, η περιγραφή ανήκει στην ίδια. Ένα τέρας που την βασάνιζε καθημερινά και μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι η επόμενη φάση θα ήταν να την σκοτώσει, τόλμησε να φύγει και να ζητήσει διαζύγιο. Στα 20 της ο αδελφός της και ο μόνος της τότε φίλος, αυτοκτόνησε και στα 24 αυτοκτόνησε ο αλκοολικός και ναρκομανής πατέρας της.

Τώρα αυτά κάνουν μια πολύ σκοτεινή εισαγωγή, αλλά η ζωή της Bosworth δεν ήταν ένα συνεχόμενο δράμα, γιατί στην εισαγωγή λείπουν μερικά στοιχεία. Όπως το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν ένας πολύ γνωστός δικηγόρος στην Νέα Υόρκη του ’50, ότι η μητέρα της ήταν γνωστή συγγραφέας που την κυνηγούσαν αστέρες του κινηματογράφου για να αγοράσουν τα δικαιώματα της επόμενης νουβέλας της και ότι γενικά ζούσε και μεγάλωνε σε ένα σπίτι με πολύ άνεση και χρήμα.

Η δε Bosworth μετά το διαζύγιο και έχοντας κάνει λίγο μόντελινγκ αποφάσισε ότι αυτό που της ταίριαζε ήταν η ηθοποιία και έδωσε εξετάσεις στο Actors Studio της Νέας Υόρκης που αμέσως έγινε δεκτή. Σύντομα βρέθηκε να παίζει με ηθοποιούς όπως η Audrey Hepburn και να την σκηνοθετούν σκηνοθέτες του μεγέθους του Elia Kazan και του Arthur Penn. Και κάπου εκεί έκανε την μεγάλη της στροφή και από το πάλκο πέρασε στην πένα. Η Bosworth έγινε δημοσιογράφος.

Στην αρχή μέσα από τις στήλες της στους New York Times και του Vanity Fair έγραφε για τη ζωή διασημοτήτων αλλά μετά πέρασε στη συγγραφή βιογραφιών αστέρων κυρίως του Χόλυγουντ, όπως της Jane Fonda ή του Montgomery Clift.

biblio_17_0012.gifΤο «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό και κατά κάποιο τρόπο κατάθεση ψυχής. Μιλάει για μια εποχή που το Μανχάταν ήταν μαγνήτης τέχνης και εκκεντρικότητας. Μια εποχή που η Αμερική κάνει τη σεξουαλική της επανάσταση και που η καθ’όλα μεγαλωμένη Καθολική Bosworth βρίσκεται στο κέντρο του, σε ένα σπίτι που ο ένας εκκεντρικός αστέρας του Χόλυγουντ διαδέχεται τον άλλον.

Ο πρώτος της γάμος, αυτός με το τέρας, παίζει μεγάλο ρόλο και στην άμεση συνέχεια της ζωής της και όταν αναφέρεται σε αυτόν αναφέρει ότι ο λόγος που έμενε παρόλο τους συνεχείς ξυλοδαρμούς ήταν το παθιασμένο σεξ που είχε με τον άντρα της. Μεγαλωμένη καθολική είχε όλα τα ταμπού του καθολικισμού και έτσι το σεξ υπήρχε μόνο μέσα στο γάμο, κι αυτό έγινε η δικαιολογία για να παντρευτεί. Αλλά στη συνέχεια ήταν το σεξ που την κρατούσε με το τέρας και πάλι ο καθολικισμός που δεν θα της επέτρεπε το σεξ εκτός γάμου. Μετά όμως το διαζύγιο, η Bosworth απελευθερώνεται και από το τέρας και από τον καθολικισμό και περνάει στην απέναντι πλευρά με δεκάδες εραστές σε σημείο που όπως ομολογεί και η ίδια να μην έχει ιδέα ουτε από αριθμό ούτε από ονόματα.

Όλα αυτά όμως σε ένα Μανχάταν που κρύβει τέχνη, που η Patricia Bosworth συναντάει και συνομιλεί με τις μεγαλύτερες μορφές της τέχνης της τότε Αμερικής και που αντλεί συνέχεια για την μετέπειτα συγγραφική της καριέρα.

Το «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό αλλά γραμμένο από μια γυναίκα που έχει πετυχημένα γράψει δεκάδες βιογραφίες. Έτσι ξέρει και να δίνει το σωστό ρυθμό ανάμεσα στο δράμα, την ένταση, το συναίσθημα και το χαμόγελο αλλά ταυτόχρονα λέει και την αλήθεια για τον εαυτό της χωρίς υποκρισίες. Είναι σαν να ήθελε η ίδια να γράψει την αποκαλυπτική βιογραφία της και να μην αφήσει σε κάποιον άλλον να το κάνει. Και όπως λένε γνωστοί της, υπάρχουν γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο που ούτε οι πιο στενοί της φίλοι από εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν.

Αν και σχεδόν 360 σελίδες δεν ήταν καθόλου κουραστικό βιβλίο και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις το ενδιαφέρον μου κορυφωνόταν σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να διάβαζα θρίλερ ή τέλος πάντων κάποιο βιβλίο αγωνίας.

Το βιβλίο είναι εκδόσεις Harper και φαντάζομαι ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε ψηφιακή μορφή για όσους μπορούν να διαβάσουν απ ευθείας στα αγγλικά.