Το 1946, ο Μπορίς Βιαν έγραψε το «Θα φτύσω στους τάφους σας», το οποίο έφτασε στον Γάλλο εκδότη με σημείωμα του Βιαν ως ο μεταφραστής του βιβλίου, και συγγραφέα τον αφρο-αμερικανό Βέρνον Σάλλιβαν. Ο Βιαν έγραψε αυτή την απόλυτα βίαιη ιστορία φυλετικής εκδίκησης 877a089a93d6b18c73ad93ebecef577dανταποκρινόμενος σε κάποιο στοίχημα. Ο Βέρνον Σάλλιβαν έγραψε άλλα τρία βιβλία μετά την …επιτυχία (το σάλο) του «Θα φτύσω στους τάφους σας», πριν τελικά «πεθάνει», όταν ο Βιαν στα τέλη του 1948 παραδέχτηκε πως ο Σάλλιβαν δεν ήταν άλλος από τον ίδιο.

Το βιβλίο είναι σοκαριστικό με τον πιο απλό τρόπο: λιγότερο από 140 σελίδες στην ελληνική μετάφραση, προκλητικό, ωμό και αυθεντικό μέσα στο φανταστικό του, με σκληρές ερωτικές σκηνές, με σαδισμό, με παιδοφιλία. Κανείς δεν αμφέβαλλε ποτέ για την αλήθεια του. Οι κριτικοί είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως ο συγγραφέας προέρχεται κατ’ ευθείαν από την καρδιά των αμερικανικών γκέτο. Ο Μπόρις Βιαν δεν έζησε ποτέ του σε γκέτο. Δεν είχε επισκεφτεί ποτέ του την Αμερική.

Όλα τα βιβλία του Βέρνον Σάλλιβαν έχουν καθαρά αντιρατσιστικό χαρακτήρα, με το θύμα των φυλετικών διακρίσεων να παρουσιάζεται ως θύτης, θέλοντας να δείξει πως η βία γεννάει βία, και πως οι μαύροι, δεν είναι μόνο οι «καημένοι» που τους έχουν αδικήσει, δεν είναι οι γονατισμένοι σκλάβοι, δεν είναι οι αδύναμη φυλή. Υπάρχουν και κακοί μαύροι. Ο ρατσισμός προκαλεί έναν κύκλο βίας χωρίς τέλος. Η παράξενη ίσως για πολλούς οπτική του κόσμου κατά τον Σάλλιβαν, δείχνει να αλλάζει και τον τρόπο σκέψης μας.

Ο Μπορίς Βιαν πέθανε πολύ νέος, μόλις 39 χρονών, και κατά έναν ειρωνικό τρόπο στα πέντε πρώτα λεπτά της προβολής του «Θα φτύσω στους τάφους σας» (ταινία που βασίστηκε μεν στο βιβλίο, όμως δεν υπήρξε η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη) από ανακοπή. Χρησιμοποίησε 27 διαφορετικά ψευδώνυμα στη σύντομη ζωή του, κι έλεγε πως όταν γράφει για πλάκα οι άνθρωποι νομίζουν ότι μιλάει σοβαρά, ενώ όταν γράφει μέσα από την ψυχή του, νομίζουν πως αστειεύεται.

Ο μεγάλος Τζέιμς Μπάλντουιν μέσα στο πολυσυζητημένο και κυνηγημένο αυτό βιβλίο, είδε όλη την οργή και τον πόνο που ο Βιαν άκουγε στην τζαζ των μαύρων.

Είναι άδικο που πολλοί αναγνώστες στην Ελλάδα όχι μόνο δεν έχουν διαβάσει Βιαν (που είναι γνωστότερος με αυτό το βιβλίο του παρά με οτιδήποτε άλλο έχει γράψει) αλλά και λόγω του τίτλου του και μόνο, αρνούνται να το κάνουν (?). Ο Βιαν υπήρξε ένας πραγματικά σπουδαίος καλλιτέχνης, δύσκολο να τον κατατάξεις σε κάποια κατηγορία, ήταν συγγραφέας, ήταν ποιητής, ήταν μουσικός. Και αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να τον διαβάσει με τα διάφορα ψευδώνυμα που έχει χρησιμοποιήσει, θα διαπιστώσει το εκπληκτικό ταλέντο του να γράφει εντελώς διαφορετικά κάθε φορά.

Πολύ χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με το alter ego του Βέρνον Σάλλιβαν, όπου ο Βέρνον είναι καθαρά και ωμά ρεαλιστικός, ερωτικός και βίαιος, ενώ ο Βιαν γράφει με απίστευτο λεξιλόγιο και αστείρευτη φαντασία. Και το «άδικο» εδώ πάει στο ότι στην Ελλάδα τουλάχιστον, ο Βιαν έχει δεθεί με το «Θα φτύσω στους τάφους σας», ενώ …δεν το έχει γράψει εκείνος.

ovi_greece_0117_019aΗ χειρομορφή για τη λέξη κριτική στη νοηματική γλώσσα απεικονίζει τον δείκτη παρατεταμένο να σχίζει τον αέρα τρεις φορές. Είναι μια κίνηση δασκαλίστικη, σαν κάποιος να σου υποδεικνύει αυτά που πρέπει να κάνεις. Η λέξη κριτική στην νεοελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαίο που σήμερα μοιάζει να έχει το ίδιο ακριβώς νόημα. Υπάρχουν πολλές λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν αυτό που πρέπει να είναι μια κριτική. Μια προσωπική άποψη, μια εμπεριστατωμένη θεώρηση, σκέψεις και παρατηρήσεις πάνω στο τάδε έργο. Άποψη σύμφωνα με το εξαιρετικά δημοφιλές ρητό έχουν όλοι σήμερα, και αν παρατηρήσετε η εμπεριστατωμένη θεώρηση είναι μια φράση εξαιρετικά πομπώδης που δηλώνει ότι ο κριτής πήρε πολύ σοβαρά το έργο του. Όμως οι σκέψεις και οι παρατηρήσεις είναι σχεδόν πάντα ευπρόσδεκτες. Κάποιος διάβασε το έργο σου και σκέφτηκε και παρατήρησε και σε τιμά ιδιαίτερα που μπήκε σ’ αυτή τη διαδικασία, έστω κι αν απογοητεύτηκε από εσένα. Οι σκέψεις του και οι παρατηρήσεις του ίσως σε βοηθήσουν να γίνεις καλύτερος την επόμενη φορά.

Οι κριτικές, όπως πιθανόν να έχετε παρατηρήσει, χωρίζονται σε καλές ή κακές, καλοπροαίρετες ή κακοπροαίρετες, αυστηρές ή όχι και τόσο αυστηρές. Γενικά δίπλα από μία κριτική μπορούν να μπουν πολλά προσδιοριστικά επίθετα. Ωστόσο κανένα δεν μπορεί να ανακουφίσει την αγωνία του κρινόμενου. Αν νομίζετε πως μια κακή κριτική είναι πρόβλημα γιατί μπορεί να κλονίσει την αυτοπεποίθηση κάποιου ίσως και να έχετε δίκιο αλλά μπορεί και να κάνετε λάθος. Για παράδειγμα εγώ. Για το πρώτο μου βιβλίο που εκδόθηκε, έλαβα από παντού εξαιρετικές κριτικές. Δεν υπήρξε ούτε μία αρνητική. Οπότε μου συνέβη το εξής. Δυσκολεύτηκα τρομερά να ξαναγράψω οτιδήποτε. Πάντοτε στο μυαλό μου συνέβαινε ένας συσχετισμός. Μια μοιραία σύγκριση. Κι αν αυτά που είχα τώρα να πω δεν ήταν τόσο σπουδαία ή αν δεν ήταν καλά ειπωμένα; Κι αν δεν είχα το ταλέντο που τόσο εξυμνήθηκε; Κι αν η επόμενη φορά ήταν μια σκέτη απογοήτευση; Κι αν; Κι αν;

Τόσα πολλά αν, τόσο μεγάλη αίσθηση ευθύνης να διατηρήσω τις αρχικές εντυπώσεις για το άτομο μου, που τελικά ξέχασα για ποιον λόγο έγραφα εξ αρχής. Εγώ έγραφα για να επικοινωνήσω. Κατέθετα τις λέξεις μου στο χαρτί όπως δεν μπορούσα να το κάνω κατα πρόσωπο. Δεν ξέρω αν θα μου περάσει ποτέ αυτός ο φόβος, πως αφού γράφω γι΄αυτό που είμαι δεν κρίνονται απλά οι λέξεις μου αλλά κρίνομαι εγώ η ίδια. Κρίνεται η Τατιάνα Κοτσώνη, η προσωπικότητα και τα συναισθήματα της. Πολλοί που γράφουν κριτικές, υπογραμμίζουν πως δεν κρίνουν τον συγγραφέα αλλά το έργο του. Ειλικρινά όμως δεν ξέρω σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να διαχωριστούν αυτά τα δύο. Μα θα μου πείτε επίσης, θα ήταν καλύτερα αν έγραφαν για το βιβλίο σου κακές κριτικές; Δεν ξέρω. Νομίζω πάντως πως αυτοί που κρίνονται αρνητικά τις περισσότερες φορές πεισμώνουν και προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι. Γενικά δεν ξέρω αν τελικά είναι χρήσιμες ή όχι οι κριτικές.

Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι πως από την ώρα που αποφάσισες να εκτεθείς, οπωσδήποτε θα κριθείς. Οπότε παίρνεις βαθιά ανάσα και βουτάς στο νερό και κολυμπάς απέναντι στα κύματα, πότε μαζί με το ρεύμα πότε αντίθετα από αυτό.

Τατιάνα Κοτσώνη

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

H Χίμαιρα

Posted: Ιανουαρίου 15, 2017 by ovithanos in Μυθιστόρημα
Ετικέτες:, , , ,

biblio_17_0007.gifΠροσπαθώ πολλή ώρα να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου και να πω την άποψή μου για το βιβλίο που μόλις τελείωσα. Δεν ξέρω τι να πω και από πού να αρχίσω. Μια λέξη γυρνάει συνεχώς στο μυαλό μου: Σπαρακτικό.

Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του Καραγάτση, κάποια μου άρεσαν περισσότερο, κάποια λιγότερο, κάποια τα αγάπησα αλλά σε όλα με μάγεψε η γραφή του. Μπορεί να περιγράψει τα πιο πεζά πράγματα, ακόμα και τους πάγκους και τα τελάρα ενός παντοπωλείου όπως στο 10, με τέτοιον τρόπο που να ακούγονται σαν μελωδία.

Στην Μεγάλη Χίμαιρα νομίζω ότι ξεπέρασε τον εαυτό του σε λυρικότητα. Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο σε μια υπέροχη ,σχεδόν ποιητική γλώσσα που με ενθουσίασε από την πρώτη στιγμή και την απόλαυσα μέχρι το τέλος. Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν μου αρέσει ο Καραγάτσης δίσταζα λίγο να ξεκινήσω αυτό το βιβλίο γιατί είχα ακούσει ότι είναι πολύ στενάχωρο, καταθλιπτικό και ψυχοπλακωτικό. Τελικά εγώ δεν το ένιωσα έτσι.

biblio_17_0006.gifΤο βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο γνωρίζουμε τη Μαρίνα. Βλέπουμε τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τη μοναξιά της, την προσπάθεια της να βγει από το τέλμα που έχει πέσει και τη γνωριμία της με τον Γιάννη. Στο δεύτερο παρακολουθούμε τη ζωή της στη Σύρο μετά τον γάμο της με τον Γιάννη, τη γνωριμία με τον Μηνά και τις προσπάθειες της να εγκλιματιστεί στη χώρα μας. Στο τρίτο έρχεται η τραγωδία, και προστίθεται και το υπερφυσικό στοιχείο σε μια μέχρι τότε ρεαλιστική ιστορία.

Και δεν με ψυχοπλάκωσε. Με τάραξε, με θύμωσε. Γιατί το πάθος να πληρωθεί τόσο ακριβά; Γιατί η ζωή μας να κρέμεται από μια κλωστή; Ήθελα να σταματήσω τη Μαρίνα, να της φωνάξω να γυρίσει πίσω, να μην κατέβει στο λιμάνι αλλά οι Μοίρες είχαν κάνει πια τη δουλειά τους και τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους.

Η Μαρίνα σαν ηρωίδα με προβλημάτισε και δεν ξέρω αν την συμπάθησα πραγματικά. Η συνεχής αναφορά στην ομορφιά της την κάνει ματαιόδοξη, η συμπεριφορά της κάποιες φορές είναι λίγο σκληρή και εγωιστική αλλά από την άλλη είχε και αυτή τους λόγους της. Και σίγουρα δεν άξιζε τέτοια τιμωρία. Ο Μηνάς από την άλλη με εκνεύρισε, δεν μπόρεσα να τον δω ως τραγικό πρόσωπο όπως ήταν ο αδερφός του ή η μητέρα του.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι είναι ένα βιβλίο από αυτά που θα πρότεινα σε όλους όσους αγαπούν την πραγματική ελληνική λογοτεχνία. Δεν νομίζω ότι θα μετανιώσει κανείς που το διάβασε ακόμα κι αν το βρει και λίγο ψυχοπλακωτικό.

Ειρήνη Προϊκάκη

ovi_greece_0117_019aΗ ραγδαία αύξηση της χρήσης του διαδικτύου στην Ελλάδα έχει φέρει μεγάλες αλλαγές τα τελευταία χρόνια και στο χώρο του βιβλίου. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αντικαταστήσει κατά πολύ τη δύναμη των ένθετων στις εφημερίδες και τα περιοδικά, καθώς η πληροφορία αναζητείται εύκολα, από πολλά και ποικίλα μέσα (υπολογιστές, κινητά, tablets), ενώ παρέχεται άμεσα και ανά πάσα στιγμή. Στο facebook οι ομάδες βιβλίου γνωρίζουν τεράστια άνθιση, και οι απανταχού βιβλιόφιλοι έχουν τη δυνατότητα ν’ ανταλλάσουν απόψεις, να γνωρίζουν καινούριους τίτλους και να μαθαίνουν πρώτοι νέα για τους συγγραφείς και τα υπό έκδοση πονήματά τους.

Ένα από τα θέματα που μονοπωλεί συχνά το ενδιαφέρον των μελών αυτών των ομάδων είναι, αν μπορεί ο οποιοσδήποτε να φέρει αβίαστα τον τίτλο «βιβλιοκριτικός» και να δημοσιεύει σε διαδικτυακά ή έντυπα μέσα, την άποψή του για ένα βιβλίο. Δύσκολο ερώτημα με πολλές παραμέτρους και αντιφατικές γνώμες.

Άραγε τι είναι κριτική; Σύμφωνα με το λεξικό, ορίζεται ως η «η τεκμηριωμένη κρίση που εκφέρεται ως αξιολόγηση έργων πνευματικής δημιουργίας». Κατά συνέπεια κάθε άνθρωπος που μπορεί εμπεριστατωμένα και με επιχειρήματα να υποστηρίξει την άποψή του για ένα βιβλίο, μπορεί να ασκήσει κριτική.  Συνεπώς ο καθένας μπορεί να γίνει βιβλιοκριτικός;

Ναι. Ο κάθε αναγνώστης που ενθουσιάζεται κάθε φορά που αντικρίζει τα εξώφυλλα των βιβλίων σε ένα πάγκο, σ’ ένα βιβλιοπωλείο, σ’ ένα πολυκατάστημα, που αδημονεί για εκείνη τη στιγμή της ημέρας που θα καταφέρει να χαθεί στις σελίδες ενός μυθιστορήματος, που νιώθει ευτυχία μυρίζοντας και αγγίζοντας το χαρτί του, που αδυνατεί να το αφήσει από τα χέρια του (και ας χάνει πολύτιμες ώρες ύπνου), που η βιβλιοθήκη του αποτελεί το διαμάντι του σπιτιού του και που δεν νιώθει πλήρης αν δεν αγοράσει τουλάχιστον τρεις νέους τίτλους το μήνα (κι ας ξεπερνούν τα αδιάβαστα την ηλικία του και το οικονομικό ισοζύγιο «γέρνει επικίνδυνα»), μπορεί να εκφέρει την άποψή του. Ακόμα κι αν δεν έχει σπουδάσει το συγκεκριμένο αντικείμενο και δεν έχει εντρυφήσει στα λογοτεχνικά ρεύματα της εκάστοτε εποχής, μπορεί να αρθρώσει λόγο και να νιώσει έντονα συναισθήματα, να δεθεί με τους χαρακτήρες, να μείνει εμβρόντητος από το αναπάντεχο φινάλε ή να κουραστεί από τις επαναλήψεις στις περιγραφές και να εκνευριστεί με την έλλειψη φαντασίας του συγγραφέα.

Αν είναι επαγγελματίας; Όχι δεν είναι. Είναι ένας απλός και ρομαντικός λάτρης των βιβλίων. Αν οφείλει να φέρει τον τίτλο «βιβλιοκριτικός»; Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να το απαντήσω με ένα «ναι» ή με ένα «όχι». Από την επαγγελματική μου εμπειρία όμως μπορώ να πω με απόλυτη σιγουριά ότι γνωρίζω αρκετούς συναδέλφους με πτυχίο και μεταπτυχιακά, οι οποίοι δυστυχώς στερούνται μεταδοτικότητας και φαντασίας, το ασκούν στείρα ως επάγγελμα, δεν επιμορφώνονται διαρκώς και δεν εναρμονίζονται με τις αλλαγές στην κοινωνία, εμμένοντας σε στερεότυπα παλαιότερων ετών. Συνεπώς η ύπαρξη αποδεικτικών για το αντικείμενο ενασχόλησής μας δεν συνεπάγεται την αντίστοιχη αυθεντία μας,  πόσο μάλλον όταν πρόκειται για την κριτική προσέγγιση πνευματικών έργων. Ειδικότερα στον τομέα των βιβλίων, οι σημαντικότεροι λογοτέχνες εντός και εκτός συνόρων, έτυχαν απογοητευτικών κριτικών την εποχής τους, και το έργο τους και η προσφορά τους στα γράμματα αναγνωρίστηκε με την πάροδο των χρόνων, συχνά και μετά θάνατόν. Ήταν άραγε αμόρφωτοι και ακαλλιέργητοι εκείνοι οι βιβλιοκριτικοί; Ασφαλώς και όχι.

Συνεπώς, γιατί έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η γνώμη ενός κριτικού που έχει βαθιά γνώση του αντικειμένου, από έναν μορφωμένο αναγνώστη που έχει αφιερώσει ατελείωτες ώρες διαβάζοντας;

Είναι ειλικρινά ελάχιστες οι περιπτώσεις κριτικών με περγαμηνές, που οι απόψεις τους με έχουν βρει σύμφωνη. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν λόγοι που πολλές φορές εμφανίζονται διθυραμβικές κριτικές για βιβλία που δεν αντέχω να διαβάσω ούτε τις πρώτες τριάντα σελίδες (και ας έχω προσπαθήσει πολλάκις για να καταφέρω να κατανοήσω το μέγεθος του μεγαλείου που τόσοι και τόσοι εξυμνούν στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα), αλλά φαντάζομαι ότι βασικό κριτήριο αποτελεί το γεγονός ότι δεν γίνεται όλοι να έχουμε τις ίδιες προτιμήσεις στον τρόπο γραφής. Αντίθετα έχω ταυτιστεί απόλυτα με γνώμες απλών ανθρώπων που αναδεικνύουν με ένα εύληπτο κείμενο, γιατί τους μάγεψε το εκάστοτε βιβλίο και θέλουν να μοιραστούν αυθόρμητα τον ενθουσιασμό τους.

Κάθε φορά λοιπόν, που νιώθω την ανάγκη να μετατρέψω σε λέξεις όσα αισθάνθηκα κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου, θα εξακολουθήσω να το κάνω. Απλά, κόσμια και με ειλικρίνεια. Δεν μπορώ να δηλώσω βιβλιοκριτικός, γιατί δεν είμαι. Είμαι εκπαιδευτικός και blogger (λόγω των αντίστοιχων πανεπιστημιακών σπουδών μου), και νιώθω μεγάλη ευτυχία που μπορώ να εκφράζομαι μέσα από τις αναρτήσεις μου για κάθε πόνημα που με αγγίζει, που μου προκαλεί έντονα συναισθήματα , που αφυπνίζει τη σκέψη μου και με παρασύρει στη μαγεία της φαντασίας.

Καλλιόπη Κρητικού   

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Σε μια κοινωνία υπερκαταναλωτική, όπως είναι φυσικό δεν θα μπορούσε να ξεφύγει το βιβλίο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που χάρις σε εκβιασμούς και εκφοβισμούς ασχέτων και αισχροκερδών εκδοτών, τα βιβλία pulp-fiction – εκδόσεις σκουπίδια – έχουν εισβάλλει και μάλιστα βίαια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και έχουν γίνει αντικείμενο «επένδυσης» και μάρκετινγκ. Έτσι έχουμε αποκτήσει μια νέα κατηγορία βιβλίων, αυτών των φαστφουντάδικων, ήτοι βιβλία που προκαλούν με το λίπος τους και ζημιά.

Η Νορβηγία είναι μια χώρα με παράδοση στο καλό βιβλίο, έχοντας να παρουσιάσει συγγραφείς όπως o κλασσικός Henrik Ibsen (Ερρίκος Ίψεν), ο Bjørnstjerne Bjørnson, ο Ole Rølvaag ή ο Gunnar Larsen και από τους πιο σύγχρονους ο ήρωας της Νορβηγικής αντίστασης  Lise Børsums, και οι Astrid Tollefsen, Espen Haavardsholm (με την καταπληκτική νουβέλα Drift) ή στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο Jørn Lier Horst. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε αναφορά στο Νορβηγικό βιβλίο αυτή τη στιγμή έχει στην κορυφή της μια μετριότητα, από αυτές που κατασκευάζουν φαστφουντάδικες ιστορίες/παραλήρημα μυστηρίου γεμάτες από λίπος και καθόλου θρεπτική ουσία, τον Jo Nesbø.

biblio_17_0004Αλλά η Νορβηγική λογοτεχνία είναι πολλά περισσότερα από μια μετριότητα και το έδειξε σε όλους μας το 2013 ο Karl Ove Knausgaard, με το βιβλίο του: «A Death in the Family: My Struggle 1» (Ένας Θάνατος στην Οικογένεια – ο Αγών μου 1ο) όταν μεταφράστηκε και στα αγγλικά.

Ο 48χρονος Karl Ove Knausgaard είναι δείγμα της γενιάς του στη Σκανδιναβία. Όπως λέει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, από μικρός ήθελε να γίνει κάπως διάσημος, κάτι  σαν το απόλυτο σκανδιναβικό παράδειγμα τους Abba, αλλά στο δικό του στιλ που τον ήθελε σκοτεινό και Goth, ντυμένο σαν τον Edge των U2, να γράφει ποιήματα και να παίζει σε ένα ροκ συγκρότημα χωρίς συγκεκριμένα σχέδια, αλλά με πολλά όνειρα. Σε όλη αυτή την πορεία πάντα έγραφε ακόμα και στους στίχους του, για τον πατέρα του, για τη ζωή του μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια με ρίζες στην αγροτική Νορβηγία, για μια κοινωνία ζαλισμένη από το αλκοόλ και μια γενιά με χαμένα όνειρα. Αυτά παρ’ όλο τον εξωτερικό πλούτο που έφερε το πετρέλαιο στη χώρα. Αυτό όμως – το γεγονός οτι εγραφε συχνα για τη ζωή του και ειδικά για τον πατέρα του – ο ίδιος δεν το είχε συνειδητοποιήσει, μέχρι που στα σαράντα του έγινε κι εκείνος πατέρας.

Πατέρας ο ίδιος πια, άρχισε να καταλαβαίνει καλύτερα τον δικό του πατέρα – χωρίς όμως και να τον δικαιολογεί για τις πράξεις του – και αυτό σταδιακά οδήγησε σε πολλές εκτυπωμένες κόλλες χαρτί και βράδια πάλης με τις αναμνήσεις του. Το «A Death in the Family: My Struggle Book 1», πάντα σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, ήταν το πρώτο από μια σειρά έξη βιβλίων που ενώ έχει το στιλ και το ρυθμό μυθιστορήματος, στη πραγματικότητα περιγράφει και εξιστορεί γεγονότα από την ίδια του την οικογένεια, την ίδια του τη ζωή, με κέντρο της τουλάχιστον στην αρχή τον ίδιο τον πατέρα του.

biblio_17_0003.gifΗ ειρωνεία είναι ότι η δόξα και αναγνωσιμότητα που αποζητούσε από παιδί και δεν ήρθε ποτέ ουτε από το ροκ ουτε από την ποίηση, ήρθε από τον πατέρα του. Το γεγονός ότι 500,000 αντίτυπα του πρώτου βιβλίου πουλήθηκαν σε ένα χρόνο σε μια χώρα μόλις των μετά βίας πέντε εκατομμυρίων, δείχνει ότι …όλοι οι νορβηγοί έχουν διαβάσει το βιβλίο του και το όνομα Karl Ove Knausgaard έχει γίνει γνωστό σε κάθε γωνιά της χώρας.

Τώρα πια, ολοκληρωμένο με τις έξι συνέχεις του, το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 22 γλώσσες (δεν ξέρω αν συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά) και σε όλες τις μεταφράσεις, κάτι που ήθελε να μεταφέρει ο συγγραφέας ήταν ο δικός του αφηγηματικός προφορικός λόγος -ή καλυτέρα ο δικός του γλωσσικός τρόπος έκφρασης. Γι’ αυτό για παράδειγμα στην αγγλική μετάφραση, παρ’ όλη την πολύ καλή δουλειά του Don Bartlett υπάρχουν σημεία που δεν …ηχούν και τόσο αγγλικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βγάζεις νόημα. Απλά ο συγγραφέας ήθελε να μεταφέρει τον τρόπο που θα το έγραφε ο ίδιος αν το είχε γράψει απ’ ευθείας στα αγγλικά, τον τρόπο που μιλάει ο ίδιος αγγλικά και αυτό ίσως να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει πιο κοντά του.

Μεγάλα κομμάτια και των έξι βιβλίων είναι αφιερωμένα σε πολύ προσωπικές σκέψεις και αναλύσεις του συγγραφέα, παρέα με πολλά τσιγάρα και ποτά, αλλά κι αυτό ακόμα προσθέτει στη μαγεία του βιβλίου αλλά και στη γνωριμία του μη Νορβηγού αναγνώστη με την Νορβηγική κοινωνία.

biblio_17_0005.gifΔεν είναι εύκολο βιβλίο και μάλιστα 3,600 σελίδες (τόσο είναι περίπου και τα έξη βιβλία) το κάνουν και μεγάλο βιβλίο για να διαβάσεις τις τυχαίες σκέψεις κάποιου, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο παράθυρο προς το νορβηγικό τρόπο σκέψης και ένα από τα βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς. Που σε κάνουν να αναζητήσεις τις δικές σου σκέψεις ακόμα και στα υπαρξιακά ή οικογενειακά προβλήματα του Knausgaard.

Δεν θα το συμπεριελάμβανα στα κλασσικά («πρέπει» να διαβαστούν) βιβλία, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί οι σύγχρονοι Νορβηγοί ένιωσαν ότι κάποιος μέσα από τη προσωπική του ιστορία στην ουσία εξιστορούσε την ιστορία του μέσου Νορβηγού από το 1940 και μετά. Μάλιστα – και με πολύ ειρωνική διάθεση από το συγγραφέα –  ο τίτλος συμπεριλαμβάνει την επεξήγηση «Ο Αγών μου» ειρωνευόμενος το ομότιτλο βιβλίο του Χίτλερ, αλλά και κάνοντας μια ιστορικά χρονική αναφορά στη Νορβηγία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και την Ναζιστική κατοχή.

Επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρω αν το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, η αγγλική μου άρεσε και γνωρίζοντας καλά τους Σκανδιναβούς υπήρξαν στιγμές που με έκανε ακόμα και να γελάσω. Ο Knausgaard συνεχίζει να είναι ο αγαπημένος συγγραφέας των Νορβηγών σε αντίθεση με τον Jo Nesbø που σταδιακά παίρνει τη θέση που του αξίζει στην νορβηγική βιβλιοθήκη, στο κάτω ράφι στα υπ’ όψιν για πέταμα.

Από τότε που μπήκα στο τριπάκι να διαβάζω βιβλία και να λέω τη γνώμη μου γι αυτά, έχω ακούσει και διαβάσει διάφορα. Συνήθως αυτά τα διάφορα έρχονται μετά από κάποιο θάψιμο βιβλίου, με τα πολύ χαριτωμένα «δε σέβεσαι τον κόπο του συγγραφέα», «το βιβλίο αρέσει σε πολύ κόσμο, από πού κι ως πού το θάβεις» και άλλα τέτοια παρόμοια. Δεν είμαι βιβλιοκριτικός, αλλά δε χρειάζεται κανείς να είναι βιβλιοκριτικός για να έχει κριτική άποψη.

Αυτό γενικεύοντας, γιατί ειδικεύοντας, η κριτική βιβλίου όταν έχει να κάνει με αυτό που -επίσης χαριτωμένα κι εκνευριστικά- κάποιοι αποκαλούν «βαριά κουλτούρα» όταν αναφέρονται στη λογοτεχνία (όπως ήταν κάποτε/όπως θα έπρεπε ίσως να είναι ακόμα) και σε έργα που όντως χρήζουν ovi_greece_0117_019aανάλυσης κάποιου επιπέδου, προϋποθέτει γνώσεις κι εξειδίκευση που εγώ τουλάχιστον δεν έχω. Πώς θα μπορούσα για παράδειγμα να κρίνω τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς ή το Βέρθερο του Γκαίτε και πολλούς, πολλούς άλλους, πέρα από το να πω την …αναγνωστική μου άποψη κι εμπειρία; (που δε φτάνει).

Κάποιες φορές δεν αρκεί απλά να διαβάσεις ένα βιβλίο για να μπορείς να κρίνεις. Αντίθετα, πρέπει να μελετήσεις. Σοβαρά. Υπάρχουν έργα που έχουν διαμορφώσει εκατομμύρια συνειδήσεις εκεί έξω. Οι 50 αποχρώσεις του γκρι δεν πρόκειται ποτέ να διαμορφώσουν κανέναν, κι ας τις αγάπησαν εκατομμύρια. Το μόνο που μπορεί να σου μάθουν, είναι το τι βιβλίο να μη γράψεις ποτέ – αν σου αρέσει να γράφεις και ονειρεύεσαι να γίνεις συγγραφέας.
Κάποιους συγγραφείς πρέπει να τους μελετήσεις πριν μπορείς να σχηματίσεις μια σωστή κριτική άποψη (και ίσως, πριν δικαιούσαι να έχεις κριτική άποψη). Πρέπει να λάβεις υπόψη όχι μόνο το έργο αλλά και τον άνθρωπο πίσω από αυτό – ποιος ήταν, πού έζησε και πώς και πότε, κάτω από ποιες συνθήκες μεγάλωσε, μορφώθηκε, ποια ήταν η πολιτική, θρησκευτική ακόμα, κοινωνική κατάσταση της εποχής του και του τόπου του. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Υπάρχουν και …χειρότερα. Δυσκολότερα. Ας αφήσουμε όμως το πολύ εξειδικευμένο κομμάτι της κριτικής κι ας πάμε πιο χαλαρά, πιο γενικά.
Όσο …διαβάζεις, μαθαίνεις. Μαθαίνεις να ξεχωρίζεις το καλό βιβλίο από το σωρό, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις το κακό βιβλίο, μαθαίνεις να έχεις άποψη και κρίση για τα βιβλία, και το καλύτερο είναι πως κάποια στιγμή, μπορείς να έχεις μια γενική και κριτική πάντα άποψη για πολλά βιβλία χωρίς καν να χρειαστεί να τα διαβάσεις (ναι, άμα δεν το έβλεπα, δε θα το πίστευα).

Πώς γίνεται να έχεις άποψη για ένα βιβλίο χωρίς να το διαβάσεις;

Εμπειρικά και μόνο, από το εξώφυλλο σε πρώτη φάση. Όταν περνούν πολλά βιβλία από τα χέρια σου (ή την οθόνη σου, ζήτω στους πειρατές), αρχίζεις και παρατηρείς περισσότερο τα πράγματα. Καταλαβαίνεις πότε ένα βιβλίο έχει εξώφυλλο μια εικόνα που φτιάχτηκε ειδικά για το βιβλίο και δουλεύτηκε από επαγγελματία, και δεν είναι μια τυχαία/πιασάρικη φωτογραφία του διαδικτύου που φωνάζει «ΚΛΙΣΕ!» από μόνη της, συνήθως μια πανέμορφη κυρά, μια γέφυρα, ένας πύργος ή ένα δάσος στο βάθος, ένα κόσμημα, ένα τακούνι και τα λοιπά.

Σε δεύτερη φάση, από το οπισθόφυλλο: Όσο πιο κιτς, τόσο πιο κακό. Ναι, ακόμα και οι λέξεις μπορούν να είναι κιτς. «Ένα μαγικό ταξίδι…», «Ένα σκοτεινό μυστικό…», «τρεις ήρωες άγνωστοι μεταξύ τους που συναντιούνται από κάποιο παράξενο παιχνίδι της μοίρας…» μπλα-μπλα, και μπλα-μπλα, και μπλα-μπλα. Όσο πιο στολισμένες οι λέξεις, τόσο πιο μεγάλη η φούσκα.

Σε επόμενη φάση, ανοίγοντας το βιβλίο και διαβάζοντας την πρώτη σελίδα. Για τους πιο έμπειρους, ακόμα και η πρώτη παράγραφος αρκεί. Δεν είναι τυχαίο που λένε πως ο συγγραφέας έχει μόλις 30 δευτερόλεπτα να «τσακώσει» τον αναγνώστη του, είτε αυτός ο συγγραφέας γράφει μυθιστόρημα, είτε διήγημα, είτε …άρθρο. Το ξεκίνημα είναι το παν. Βέβαια αυτό δε δικαιολογεί ένα δυνατό ξεκίνημα και μετά κοιλιά, γιατί μόλις ο αναγνώστης φτάσει στην κοιλιά θα τον χάσεις. Και παρόλο που έχω διαφωνήσει πολλές φορές με αρκετούς φίλους και γνωστούς για το αν πρέπει/μπορείς/αξίζει να παρατήσεις ένα βιβλίο στη μέση ή προς το τέλος, εγώ επιμένω: Μπορώ να παρατήσω και βιβλίο μόλις πριν το τέλος και δε με ενδιαφέρει να το μάθω αυτό το τέλος κιόλας. Δε δικαιολογώ τα κενά, τις κοιλιές, τα προγούλια, όπως θέτε πέστε τα.

Ο συγγραφέας παλεύει με αυτά τα 30 δευτερόλεπτα κάθε φορά. Πρέπει να γράφει έτσι ώστε να μην κάνει τον αναγνώστη να βαρεθεί. Απλό να το λες, εξαιρετικά δύσκολο να το κάνεις. Κι εδώ μια παρένθεση/απάντηση σε κάποιους κακεντρεχείς που κατά καιρούς μου λένε: Αφού ξέρεις τόσα πολλά τάχα, γιατί δε γράφεις ένα σούπερ γουάου βιβλίο να χεστείς στο χρήμα;

Εμ, να σας πω. Επειδή ξέρω τι είναι το οφσάιντ, πού είναι η σέντρα, ποιος είναι ο λίμπερο και στα πόσα μέτρα εκτελείται το πέναλτι, δε σημαίνει ότι μπορώ αύριο το πρωί να φορέσω τη φανέλα και να πάω για ζέσταμα στο Μπερναμπέου. Οκ;

Συνεπώς, διαβάζω την πρώτη σελίδα του βιβλίου, το άνοιγμα που λέμε και καταλαβαίνω: Το ύφος, τη γραφή, το ρυθμό. Αν είναι κάπως στην πρώτη σελίδα, έτσι θα είναι και στις επόμενες. Ξέροντας την υπόθεση και βλέποντας το εξώφυλλο/οπισθόφυλλο κι έχοντας διαβάσει και την πρώτη σελίδα, ναι, μπορώ να σας πω περί τίνος πρόκειται. Αυτό πάλι γενικεύοντας.

Υπάρχει κι ακόμα ένας τρόπος να κρίνεις βιβλίο χωρίς να το διαβάσεις κι αυτό έχει σχέση με το διαδίκτυο και τα Social Media. Όταν βλέπω ανθρώπους να αυτοβαφτίζονται συγγραφείς στα προφίλ τους, να είναι ανορθόγραφοι ή να γράφουν με κεφαλαία, να βρίσκονται νύχτα μέρα Online και να ποστάρουν μαλακιούλες για να ψαρεύουν Like, όταν κάνουν αιτήματα φιλίας για να σου πασάρουν το …πόνημά τους, ξέρω. Είναι μάπα. Παίδες, είναι μάπα. Γκαραντί.

Την κριτική πολλοί εμίσησαν. Υπάρχουν λόγοι να τη μισεί κανείς. Δεν πιστεύω στον κόπο του συγγραφέα όταν αυτός ο κόπος υποτίθεται ότι πέρασε από εκδότες, διορθωτές κι επιμελητές κι έφτασε σε μένα με τη μορφή ενός αναγνώσματος που με περνάει για ηλίθια και με τιμή πενταπλάσια της αξίας του. Επίσης δεν πιστεύω στην καλοπροαίρετη και κακοπροαίρετη κριτική. Αν ένα έργο είναι καλό, θα μιλήσει από μόνο του. Όσο κακοπροαίρετα κι αν το κρίνει κάποιος, το καλό είναι καλό και όποιος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, μπορεί να το ξεχωρίσει. Αντίθετα, όσο καλοπροαίρετα και μαλακά κρίνει κάποιος ένα κακό βιβλίο, πάντα θα παραμένει κακό. Στον αιώνα τον άπαντα.

Κατά τα άλλα, μιλάμε πάντα για μια προσωπική υπόθεση. Και το να έχει κανείς αυλικούς που σε κάθε του βήμα θα του λένε πόσο ωραία γράφει και τι ωραία που τα λέει, δεν του προσφέρει τίποτα πέρα από πόντους στο εγώ του και την καλή του διάθεση. Αν υπάρχουν λάθη, κάποιος πρέπει να τα επισημάνει. Αυτό δε σημαίνει ότι ο κάθε συγγραφέας μπορεί ή πρέπει να παίρνει στα σοβαρά την κάθε πίπα που του γράφουν, γιατί στο τέλος δε θα γράψει τίποτα. Όλοι προφανώς έχουν ένα στενό κύκλο Ideal Readers, που εμπιστεύονται κι εκτιμούν. Πέρα από αυτό, ο συγγραφέας έχει τον τελικό λόγο. Κι εμείς, είμαστε αναγνώστες.

Κατερίνα Χαρίση

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Η κατηγορία του «1984»

Posted: Ιανουαρίου 5, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες:,

Υπάρχουν βιβλία που μας έχουν διασκεδάσει, βιβλία που μας έχουν προβληματίσει και πολλές φορές συγκινήσει. Βιβλία που θα προτείναμε χωρίς δεύτερη σκέψη σε1984thumb κάποιον φίλο μας. Για πόσα βιβλία όμως θα μπορούσαμε να πούμε ότι επηρέασαν δομικά τον τρόπο σκέψης μας, τόσο, ώστε αφήνοντας την τελευταία τους σελίδα να έχουν αλλάξει οι όροι που αναγιγνώσκουμε τον κόσμο και τις εξελίξεις;

Το 1984 δε χωράει σε καμία κατηγορία, είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει. Ένα προφητικό ανάγνωσμα για ένα δυστοπικό μελλοντικό κόσμο, γραμμένο το 1948 από μια ιδιοφυία, φαντάζει τόσο οικείο, που πιθανά κάποιος σήμερα να μην είναι σε θέση  να αναγνωρίσει την πρωτοτυπία της ιδέας και να ανατρέξει στην πορεία του κόσμου έως την ανατριχιαστική επαλήθευση του οράματος του συγγραφέα.

Ο Γουίνστον Σμιθ είναι δημόσιος υπάλληλος και μέλος του κόμματος. Ένα μοναχικό και φοβισμένο γρανάζι ενός πανίσχυρου μηχανισμού που μετατρέπει τους πολίτες σε υπηκόους. Ενός συστήματος που εδραιώνεται και συντηρείται χρησιμοποιώντας κάθε μέσο καταστολής, χειραγώγησης και παραπληροφόρησης.

Εκτός όμως απ το φόβο, ο Σμιθ νιώθει απέχθεια και μίσος. Απέχθεια για τη μίζερη και φοβισμένη ζωή που ζεί, και μίσος για τον Μεγάλο Αδελφό. Σιχαίνεται τον εαυτό του που πρέπει να υποκρίνεται τον πιστό εργάτη του οικοδομήματος, να κρύβει τις πραγματικές του σκέψεις και αισθήματα και να μην μπορεί να μοιραστεί τίποτα και με κανένα και μισεί το Μεγάλο αδελφό που του στερεί ακόμα και τη δυνατότητα της σκέψης.

Αδύναμος να αντιδράσει φοβούμενος για τη ζωή του, παρακολουθεί το καθεστώς του μεγάλου αδελφού να στραγγαλίζει τη γλώσσα έχοντας ως στόχο τον περιορισμό της σκέψης. Να ελέγχει τις κινήσεις των πολιτών μέσω τηλεοθονών, να κατασκευάζει, αλλοιώνει ή διαστρεβλώνει τις ειδήσεις, να ξαναγράφει τα βιβλία από την αρχή σύμφωνα με τις επιταγές του κόμματος. Να ευαγγελίζεται την ειρήνη προσερχόμενο διαρκώς σε πολέμους.

1984-tou-george-orwell-kritiki-vivliou-2

Η απάνθρωπη κοινωνία του μεγάλου αδελφού σακατεύει τον κοινωνικό ιστό δημιουργώντας εν δυνάμει καταδότες. Η αστυνομία της Σκέψης είναι παντού. Η καταπάτηση του νόμου ακόμα και άγραφου, είναι ικανή να οδηγήσει στην πλήρη διαγραφή του ατόμου, δηλαδή στην εξαφάνιση κάθε ίχνους του, σαν να μην υπήρξε, σα να μην έζησε ποτέ.

Αυτή η εικόνα σε ένα τόσο σκοτεινό αλλά ρεαλιστικό κόσμο που δημιούργησε ο Όργουελ, πραγματικά με έκανε να ανατριχιάσω.

Ο αναγνώστης, όσο παρασύρεται στο ζοφερό κόσμο του 1984, τόσο ανακαλύπτει αναλογίες με τη σύγχρονη κοινωνία που ζεί. Την κοινωνία της χειραγώγησης των ΜΜΕ, των καμερών παρακολούθησης, της κατευθυνόμενης και ρηχής παιδείας, των συνεχών πολέμων ακόμα και μεταξύ χθεσινών συμμάχων, του τζόγου που γεμίζει τις υποβαθμισμένες ζωές της πλειοψηφίας των πολιτών.

Σκοτεινό, ρεαλιστικό και καινοτόμο, το 1984 δημιούργησε σχολή. Ο αρχικός του τίτλος ήταν «ο τελευταίος άνθρωπος στην Ευρώπη» όμως ο Όργουελ πείστηκε από τον εκδότη του για το πιο εμπορικό «1984». Πέθανε 1 χρόνο αργότερα.

Το βιβλίο κάποια στιγμή θα το ολοκληρώσεις, η σκιά όμως του 1984 δε θα σε αφήσει ποτέ.

Andy