Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Advertisements

“Θηρίο αυτός που άντεξε να ζεί με την κραυγή στα χείλη,29433155_10156267939608011_295699297386719839_n
Το αίμα στα νύχια.
Την μάχη στο βήμα.
Στον κύκλο σου ο θάνατος, σ’αυτόν και η ζωή σου…”

Μ’αρέσει να βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου, και μετά απο δέκα λεπτά ακριβώς, να δέχομαι με αξιοπρέπεια την παταγώδη ήττα μου. Κάθε χρόνο το ίδιο στοίχημα, κάθε χρόνο η ίδια αποτυχία. Το στοίχημά μου? Να μην με βρεί το χάραμα με το βιβλίο στο χέρι.

Να κάνω ένα διάλειμμα βρε αδερφέ,μπας και σταματήσω να αντικρίζω την “απαστράπτουσα” ομορφιά μου στον καθρέφτη εντελώς άυπνη, με κόκκινα μάτια, σακούλες μεγαλύτερες κι απο αυτές του Jumbo και βλέμμα γυάλινο που δηλώνει ότι η κάτοχός του δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Μια φορά να κάνω ένα διάλειμμα έτσι για την τιμή των όπλων.
Τις περισσότερες φορές παρουσιάζω την γνώμη μου χρησιμοποιώντας χιούμορ. Είναι ο μοναδικός τρόπος για μένα να αποφορτιστώ απο τις εικόνες, τα λόγια ,τις πράξεις ,τις συνέπειες, που η Ευσταθίου με μαεστρία κατάφερε να σφηνώσει στο σεντούκι του μυαλού μου.
Αυτή την φορά τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.
Δεν με παίρνει να κάνω χιούμορ. Δεν με παίρνει να αποφορτιστώ και μεταξύ μας δεν θέλω.
Θέλω να θυμάμαι, θέλω τις εικόνες ατόφιες,τα λόγια ηχηρά στα αυτιά μου,τους ήρωες μπροστά μου να μάχονται. Τα βασανιστήρια ενός παιδιού,τον ακρωτηριασμό ενός μυαλού,το ξερίζωμα μιας καρδιάς,την απώλεια μια συνείδησης. Την κάθε κρίση πανικού, την κάθε παραίσθηση με τις συνέπειές της, την κάθε ανάμνηση απο τις τόσες και τόσες χαμένες. Και ήταν πολλές πανάθεμά τες. Πολλές και σκληρές.
Οπως και ο ίδιος.
Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω τον Στεφάν Ντομπρίν, θα του έλεγα να διαβάσει προσεκτικά τους στίχους πιο πάνω. Ένα κορμί διαλυμένο, ένας νούς κατεστραμένος, ένα άψυχο κουφάρι με έναν και μόνο προορισμό. Να καταστρέψει και να καταστραφεί. Ολόκληρος ο Στεφάν Ντομπρίν σε τέσσερις στίχους… και δεν είναι καθόλου ρόδινοι αυτοί οι στίχοι.
Προσπάθησα να μην δεθώ μαζί του, προσπάθησα να είμαι ένας απλός παρατηρητής της ζωής του, προσπάθησα να τον κρίνω, να τον δικάσω και να τον καταδικάσω, για τις πράξεις του, για την συμπεριφορά του, για τους τρόπους του, για τον ακραίο μηχανισμό άμυνάς του. Πραγματικά γελάω με μένα και την απατηλή ψευδαίσθηση που μόνιμα έχω ότι εγω κρατάω τα ηνία σε ό,τι αφορά την σχέση που θα έχω με τον έκαστοτε ήρωά της.

Με μερικούς τα έχω καταφέρει, με άλλους όχι και τόσο. Ο συγκεκριμένος με γονάτισε απο τον πρόλογο ακόμα. Και διαβάζοντας την ιστορία του τον δικαιολόγησα απόλυτα. Μερικές φορές τον ενθάρυννα κιόλας. Δεν του θύμωσα, δεν τον έκρινα, δεν τον μίσησα, η συμπεριφορά του δεν με απώθησε, οι πράξεις του δεν με τρόμαξαν, ήταν επιβεβλημένες. Τίποτα δεν έκανα.
Μόνο ένα.
Τον αγάπησα. Πολύ!
Περισσότερο απο τον οποιονδήποτε χαρακτήρα, έχει γεννήσει το μυαλό της έως σήμερα.
Ζήτησα, έναν ήρωα σκληρό.
Ζήτησα, μια ψυχρή καλοκουρδισμένη μηχανή,με τα γρανάζια της “ψυχασθένειας” όλα στη θέση τους.
Ζήτησα έναν δολοφόνο….και μου τον έδωσες.
Σ’ευχαριστώ!!!

Υγ:Σου συγχωρώ το γεγονός ότι στα τρία τέταρτα του βιβλίου οι δακρυγόνοι αδένες μου ξέχασαν πώς να σταματήσουν να λειτουργούν. Και στην ερώτηση που με μεγάλη αγωνία μου είχες κάνει “ Θα ερωτευόσουν ποτέ έναν δολοφόνο?” σου απαντώ το εξής

“ Σαφέστατα όχι…θα ερωτευόμουν όμως, τον δικό σου δολοφόνο”. Τα κατάφερες.

Έλενα Φωτίου

Η γυναίκα στο παράθυρο

Posted: Απρίλιος 5, 2018 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Αγαπητοί μας θεατές καλησπέρα σας! Η παράσταση αρχίζει εντός ολίγου. Καθίστε 29386547_10156146487667521_676480039432224768_nαναπαυτικά στην πολυθρόνα σας κι απολαύστε το πιο ανατρεπτικό έργο που έγινε ποτέ!

Μην ξαφνιάζεστε με τον πρόλογο, δεν κάνω πλάκα. Το βιβλίο (Α.Κ.Α. Το βιβλιο των μεγάλων ανατροπών) είναι σα να παρακολουθείς παράσταση της Άγκαθα Κρίστι. Όχι ότι συγκρίνω τους δυο συγγραφείς – δεν θα τολμούσα – απλά αναφέρομαι στην αίσθηση που σου δίνει η ανάγνωσή του. Αρκετοί πρωταγωνιστές, λίγες αλλαγές σκηνικού, το σπίτι, ο δρόμος έξω από το σπίτι, το απέναντι σπίτι και η καφετέρια λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, αλλά όχι με την σκοτεινιά του εγκλήματος αλλά με την σκοτεινιά της ανθρώπινης ψυχής που χάνει την ισορροπία της.

Η ηρωίδα είναι παιδοψυχολόγος, ονόματι Άννα Φοξ, παλεύει κι η ίδια με το έρεβος της κατάθλιψης και της αγοραφοβίας της, ζώντας μόνη της σχεδόν έναν χρόνο, απομακρυσμένη από την οικογένειά της και τον κόσμο γενικότερα. Η μόνη επαφή της με το «έξω» είναι το παράθυρο του σαλονιού της και ο φακός της Nicon της. Μέχρι που βλέπει κάτι που δεν θα έπρεπε να δει κι ακούει κάτι το οποίο θα προτιμούσε να μην έχει ακούσει. Κι από αυτό το σημείο και μετά, ξεκινά ένας κυκεώνας ανατροπών που δεν σε αφήνουν να ανασάνεις.

Ο συγγραφέας, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Daniel Mallory, γνωρίζει πολύ καλά το θέμα για το οποίο γράφει, αφού έχει κι ο ίδιος παλέψει πολλά χρόνια με την κατάθλιψη. Η εμπειρία του αυτή, φαίνεται ότι τον βοήθησε πολύ στη συγγραφή του βιβλίου του κι ενώ αναφέρεται εκτενώς στην αγοραφοβία και στην κατάθλιψη της Άννας, δεν γίνεται ούτε λεπτό κουραστικός. Αντίθετα, μας βάζει σε έναν κόσμο που δεν τον γνωρίζουμε και μας βοηθά να δούμε με συμπάθεια αλλά χωρίς οίκτο, τα άτομα που πάσχουν από ψυχολογικές διαταραχές.

Η πλοκή κι η νουάρ ατμόσφαιρα του βιβλίου , θα μπορούσαν να γίνουν ανετότατα ταινία από τον αριστοτέχνη του είδους Άλφρεντ Χίτσκοκ ή θεατρική παράσταση στο St Martins στο Λονδίνο. Δεν είναι λογοτεχνία με την ξεκάθαρη έννοια του όρου. Δεν κάνει χρήση δοκιμιακού λόγου, με περίτεχνες εκφράσεις κι όμορφες λέξεις. Είναι ένα βιβλίο, εξαιρετικό στο είδος του, το οποίο δημιουργεί μεγάλη αγωνία και άγχος για το τι έχει συμβεί, περιέργεια για το τι πρόκειται να συμβεί και ανυπομονησία για να μάθεις την συνέχεια και το τέλος.

Το ρούφηξα και το απόλαυσα στο 100%. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Από μένα 9/10

 

Γιώτα Βασιλείου

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Μετά από το αρκετά πετυχημένο τους βιβλίο Ύπνος και Θάνατος, οι δυο συγγραφείςdownloa με το ψευδώνυμο A.J.Kazinski (Anders Ronnow Klarlund και Jacob Weinreich), επανέρχονται με το αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, με τίτλο Ο τελευταίος καλός άνθρωπος. Ιδιαίτερη ιστορία, με ενδιαφέρουσα πλοκή και εμπεριστατωμένη έρευνα σε πολλαπλά επίπεδα (θρησκεία, επιστήμη, κοινωνία κτλ).

Όπως και στο Ύπνος και Θάνατος, έτσι κι εδώ έχουμε ομαλή εξέλιξη της ιστορίας, με την αρχή της να πηγαίνει λίγο αργά, όμως σιγά-σιγά κλιμακώνεται και αποκτά αρκετά γρήγορους ρυθμούς. Από ένα σημείο και μετά, οι εξελίξεις διαδέχονται καταιγιστικά η μια την άλλη, εκπλήσσοντας τον αναγνώστη. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη και καλά δομημένη, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι κάνει λίγη κοιλιά στα σημεία όπου αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Επειδή όμως στη συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, έρχεται κάτι το οποίο θα «κουμπώσει» απόλυτα με το προηγούμενο μπλα-μπλα, τελικά θεωρώ ότι δεν είναι κουραστικό καθόλου. Μάλιστα θα το ονόμαζα πρελούδιο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά ασυνήθιστο, μιας και αφορά τον θρύλο των 36 Ενάρετων Ανθρώπων (εδώ καλούνται «Καλοί»), τους οποίους λέγεται ότι έστειλε ο Θεός στην Γη για να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, προσφέροντας υπηρεσίες σε κόσμο που τις έχει μεγάλη ανάγκη (φιλάνθρωποι ακτιβιστές, εθελοντές κτλ). Ψάχνοντας στο ίντερνετ, δεν βρήκα να αναφέρεται πουθενά κάτι σχετικό, οπότε δεν ξέρω αν όντως υφίσταται αυτός ο θρύλος ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας των συγγραφέων. Πάντως, αν πράγματι ο θρύλος των 36 είναι απλή μυθοπλασία, δίνεται αληθοφανώς μέσα στις σελίδες του βιβλίου, που σε κάνει να πιστεύεις ότι, όντως πρόκειται για υπαρκτά άτομα.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως στην Κοπεγχάγη με συχνά και σύντομα «ταξιδάκια» στην μαγευτική Βενετία, στην άγρια Αφρική αλλά και αλλού, χαρίζοντάς μας έτσι, μια multicultural ατμόσφαιρα.

Ο Δανός αστυνομικός εδώ είναι έξυπνος, δραστήριος και ευρηματικός και έχει κι αυτός (όπως κάθε επιθεωρητής που σέβεται τον εαυτό του), τα ζαβά του. Ο δικός μας φοβάται τα ταξίδια οποιουδήποτε είδους. Όχι μόνο τα αεροπορικά, αλλά και τα τρένα και τα καράβια. Έτσι βρίσκεται «εγκλωβισμένος» στον «μικρόκοσμο» της πόλης που μένει και των περιχώρων της. Όπου μπορεί να πάει με το αμάξι δηλαδή κι όχι για πολλές ώρες. Η φοβία του αυτή τον φέρνει υπόλογο στον γάμο του, προσθέτοντας του ακόμη έναν πονοκέφαλο.

Ο Ιταλός επιθεωρητής από την άλλη, επαγγελματικά πάει κόντρα στο ρεύμα και δεν διστάζει να παρακούσει τους ανωτέρους τους, πράγμα που τον φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με αναγκαστική άδεια. Σαν απλώς πολίτης όμως, βλέπουμε ότι είναι ευαίσθητος και νοιάζεται για τους ανθρώπους. Φέρει βαρέως τον θάνατο της μητέρας του και κάπου στο βάθος διακρίνουμε και μερικά ψήγματα τύψεων.

Οι δυο τους, με την αρωγή μιας Δανής αστροφυσικού, βγάζουν άκρη στο χιλιομπερδεμένο κουβάρι των δολοφονιών των 34 από τους 36 Καλούς Ανθρώπους και τρέχουν να προλάβουν να σώσουν τους 2 τελευταίους! Θα το καταφέρουν άραγε; Διαβάστε το βιβλίο και θα δείτε. Προσωπικά το απόλαυσα και αναμένω το επόμενο του συγγραφικού ντουέτου.

Από μένα, 8/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

 

Eίναι το πρώτο, αλλά σίγουρα όχι το τελευταίο βιβλίο του Όστερ που διαβάζω. Μπορεί978-618-03-1263-8_1 αρχικά να το φοβήθηκα λίγο γιατί ήταν πολύ μεγάλο και φαινόταν αρκετά μπερδεμένο λόγω των τεσσάρων διαφορετικών ιστοριών με τα ίδια πρόσωπα, αλλά με τη βοήθεια κάποιων σημειώσεων που ευτυχώς σκέφτηκα απο την αρχή να κρατήσω, τελικά η ανάγνωση ήταν εύκολη και απολαυστική.

Τέσσερις ιστορίες,τέσσερις Φέργκιουσον,τέσσερις διαφορετικές πορείες ζωής. Το βιβλίο εστιάζει στον Φέργκιουσον και μόνο σε αυτόν και ενώ είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο έχει την αίσθηση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες υπάρχουν μόνο όταν αλληλεπιδρούν μαζί του και μόλις απομακρυνθούν από αυτόν χάνονται απο το κάδρο.

Αυτό θα μπορούσε να είναι τρομερά κουραστικό σε ένα τόσο μεγάλο βιβλίο και πολύ εύκολα θα μπορούσε ο αναγνώστης να βαρεθεί να ακούει για τον Φέργκιουσον και τα προβλήματά του ,αλλά με ένα μαγικό τρόπο ο Όστερ κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος με τη δύναμη της γραφής του. Γράφει υπέροχα,οι μακροσκελείς προτάσεις του έχουν κάτι το μελωδικό και υπάρχουν στιγμές που με μερικές λέξεις κάνει το στομάχι σου να σφίγγεται και την καρδιά σου να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα.

Πέρα απο τον Φέργκιουσον οι δυο πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες για μένα είναι η Amy- το αντικείμενο του πόθου του,και η Rose -η μητέρα του. Δυο πολύ δυναμικές γυναίκες για τις οποίες θα ήθελα να ξέρω περισσότερα και πολύ εύκολα θα διάβαζα άλλες τόσες ιστορίες απο το το δικό τους POV αρκεί να ήταν γραμμένες απο τον Όστερ.
Ενα πολύ γοητευτικό στοιχείο του βιβλίου είναι οτι η αφήγηση είναι γεμάτη με αναφορές σε ταινίες, μουσική, ποίηση και βιβλία.Τόσοι τίτλοι που το βιβλίο μοιάζει με μια πολύ ενδιαφέρουσα reading list.

Επίσης είναι γεμάτο με αναφορές σε γεγονότα που έγιναν στη Νέα Υόρκη και στην ευρύτερη περιοχή κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, όπως εξεγέρσεις σε φυλακές, πανεπιστήμια, γειτονιές ή βομβιστικές επιθέσεις και πορείες. Γεγονότα για τα οποία γνώριζα ελάχιστα ή και τίποτα και ειδικά προς το τέλος με κούρασαν λίγο ,κυρίως γιατί οι πληροφορίες έπεφταν βροχή και λίγο χάθηκα.

Ειρήνη Προϊκάκη

Αυτό το βιβλίο άργησα αρκετά για να το τελειώσω. Ο λόγος ήταν ότι δεν πρόκειται downloadgggγια κάποιο αφηγηματικό αριστούργημα (όπως του ΜακΝτούγκαλ ο οποίος ΚΕΝΤΑΕΙ), αλλά περισσότερο ένα βιβλίο προσωπικής εμβάθυνσης που διαβάζεται αργά και απλά, με μεγάλα διαλείμματα αφομοίωσης – όχι, δεν είναι καθόλου βαρύ, δύσκολο ή βαρετό. Όμως ακόμα κι αν δεν είσαι δρομέας βρίσκεις σχεδόν παντού τον εαυτό σου μέσα στις σελίδες του, αναζητώντας τα δικά σου γιατί.

Ο Σκοτ Τζούρεκ από μικρό παιδί βασανίζεται με τα γιατί του. Γιατί η μητέρα του να είναι τόσο σοβαρά άρρωστη και να πρέπει να τη βλέπει να αργοπεθαίνει, γιατί ο πατέρας του να είναι τόσο αυστηρός, απόμακρος και κρύος, γιατί να μην τον έχει δει ποτέ του να τρέχει, γιατί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για υψηλή πίεση από τα 15 του, γιατί να είναι τόσο αργός παρά τις καθημερινές, σκληρές προπονήσεις του, γιατί μερικά πράγματα πρέπει απλά να τα κάνεις χωρίς γιατί;

Όμως στην πορεία του άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει κάποιες απαντήσεις. Όχι ολοκληρωμένες και όχι πάντα. Κάποιες απαντήσεις έρχονταν αποσπασματικά, σαν κομμάτια παζλ, σα μέρη από γρίφους. Κάποιες άλλες απαντήσεις πήραν πολλά χρόνια να φανερωθούν ολοκληρωτικά.

Το πάθος του για να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος μέσα από όλα αυτά που τον εκφράζουν, τον οδηγούν κάθε φορά λιγάκι πιο μακριά. Η αφοσίωσή του στους στόχους του, η βαθιά πίστη στη δύναμη του σώματος να προσαρμόζεται, να αυτοθεραπεύεται, η συστηματική μελέτη της αξίας της διατροφής, είναι επιγραμματικά τα κύρια θέματα του βιβλίου.

Συνοδοιπόρος πάντα σε αυτό το μεγάλο ταξίδι του Τζούρεκ είναι ο «λαγός» του (κάτι αντίστοιχο με τα μουλάρια που αναφέρει ο ΜακΝτούγκαλ στο δικό του βιβλίο) και κολλητός του φίλος Ντάστι (θεούλης), τον οποίο νομίζω πως θα ακούω καθημερινά από δω και πέρα να φωνάζει: «Θέλεις επιτέλους να γίνεις κάποιος, Τζουτζούρεκ;; Κουνήσου, γαμώτο. Δεν πρόκειται να τερματίσεις ξαπλωμένος κατάχαμα.»

Οι συνταγές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες – αν και όπως τονίζει και ο ίδιος, η πραγματικά καλή διατροφή κοστίζει και μάλιστα ΠΟΛΥ, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις πραγματοποιήσει. Όμως με λίγο διάβασμα σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να δοκιμάσει μερικές από αυτές με μικρές παραλλαγές. Ανάλογα το πόσο θέλει να πειραματιστεί και τι να πετύχει.

Επίσης υπάρχουν αρκετές προτάσεις για βιβλία – και κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα, που σίγουρα θα ψάξω.

Προσωπικά πάντως βρήκα απαντήσεις και σε δικά μου γιατί – κι ένα από αυτά ήταν το γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Τζούρεκ που μόλις έχει τερματίσει 160 βασανιστικά χιλιόμετρα, να θέλει να κατασκηνώσει στον τερματισμό και να χαιρετίσει όλους τους δρομείς αντί να εξαφανιστεί για να ξεκουραστεί:

«Για να βρίσκεσαι στην εκκίνηση ενός αγώνα 160 χιλιομέτρων έχεις υποστεί στερήσεις. Όλοι μας βρήκαμε τη δύναμη να πετύχουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό μπορεί να είναι το να τρέξεις 1600 μέτρα, 10 χιλιόμετρα, ή …160. Μπορεί να είναι αλλαγή καριέρας, να χάσεις 2μιση κιλά, ή να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς.

Κανείς στους αγώνες (ακόμα κι εγώ) δεν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Πολλοί άνθρωποι δεν προσπαθούν ποτέ στη ζωή τους, πολλοί δεν κάνουν κάτι σημαντικό. Όμως όσοι βρίσκονται στην εκκίνηση, έχουν κάνει και τα δυο.

Με το να μένω στον τερματισμό και να τους χαιρετίζω, είναι φόρος τιμής στον πόνο και την αμφιβολία, την κόπωση και την απόγνωση που όλοι τους έχουν υπερνικήσει. Με το να μένω εκεί, αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν επιστρατεύσει και τους συγχαίρω που εστίασαν σε έναν τόσο μεγάλο στόχο και τον πέτυχαν.
Ανταποδίδω στο άθλημα που μου προσέφερε λόγο ύπαρξης.»

Ακόμα και το να βρεις τη δύναμη να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς θέλει προσπάθεια …όταν το εννοείς πραγματικά. Τα λόγια βγαίνουν πολύ πιο εύκολα από μέσα μας όταν δεν τα εννοούμε στ’ αλήθεια.
Το να παλεύεις να χάσεις μόλις 2μιση κιλά, είναι κι αυτό μια σημαντική προσπάθεια! Καμιά φορά το λιγοστό περιττό βάρος είναι και το πιο πεισματάρικο.

Να τρέξεις. Ας είναι 1600 μέτρα. Ας είναι και λιγότερο. Βγήκες κι έκανες το βήμα.

Να αλλάξεις δουλειά, στην αβεβαιότητα της κρίσης. Κάτι που για πολλούς μοιάζει με ρουλέτα.

Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα και δεν προσπαθούν. Όμως το να προσπαθείς και να είσαι μεγάλος δε σημαίνει μόνο ολυμπιακές επιδόσεις και κόντρα πτυχία στους τοίχους. Δε σημαίνει απαραίτητα να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.

Αρκεί που αλλάζεις τον δικό σου μικρόκοσμο προσπαθώντας να τον κάνεις καλύτερο, αρκεί που κάποιος βλέπει εσένα και παίρνει κουράγιο να συνεχίσει να προσπαθεί τον δικό του αγώνα.

Καμιά φορά οι αγώνες μας φαίνονται μάταιοι. Κι εκεί χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ο Τζούρεκ με αυτά τα τόσο απλά και αφοπλιστικά ειλικρινή λόγια, μας λέει όσα λένε χιλιάδες ειδικών και μη ανά τον κόσμο, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ροκάδες και αθεράπευτα ρομαντικοί: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αγάπη και επιβεβαίωση.

Και αυτά τα δύο μαγικά συστατικά μπορούν να κάνουν θαύματα στους ανθρώπους.

Χαίρομαι πολύ που γνώρισα λίγο καλύτερα έναν όχι απλώς σπουδαίο υπεραθλητή, αλλά κι έναν σπουδαίο άνθρωπο που σίγουρα έχει διδάξει πολλά σε πολλούς ανθρώπους.

Κατερίνα Χαρίση