Χοσέ Κάρλος Σομόθα

‘Πολλοί θα σκότωναν προκειμένου να μπορέσουν να δουν το μέλλον. Μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν’

Η Ελίσα Ρομπλέδο, νεαρή καθηγήτρια θεωρητικής φυσικής σε πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, έχει ένα παλιό μυστικό που τη βασανίζει. Όταν ένα πρωινό καταλαβαίνει ότι πρέπει να το βάλει στα πόδια για να σωθεί, ζητάει τη βοήθεια ενός συναδέλφου της από το Ινστιτούτο, του μοναδικού της φίλου. . . Μαζί του η Ελίσα θα αρχίσει να θυμάται τα σημεία-κλειδιά όσων συνέβησαν όταν ήταν μαθήτρια του έγκριτου επιστήμονα Νταβίντ Μπλάνες. Οι έρευνες του Μπλάνες πάνω στη λεγόμενη «θεωρία των χορδών» ίσως να καθιστούσαν εφικτό το ταξίδι στο χρόνο, στο μακρινό παρελθόν της ανθρωπότητας: στη σταύρωση του Ιησού ή ακόμα και στην εποχή των δεινοσαύρων· όμως, αντί γι’ αυτό, έφεραν ένα απροσδόκητο και τρομακτικό αποτέλεσμα. Δέκα χρόνια αργότερα η Ελίσα θα προσπαθήσει να αποφύγει το θανάσιμο κίνδυνο που κυκλώνει την ίδια και όσους συμμετείχαν σε εκείνα τα πειράματα: ο κίνδυνος απορρέει από την αδυσώπητη καταδίωξη μιας ομάδας αποφασισμένης να μάθει όλα τα μυστικά, καθώς και από την απειλή ενός άγνωστου εχθρού που έχει στόχο την εξόντωσή τους. 

Η θεωρία των χορδών είναι το δεύτερο βιβλίο του Σομόθα που διάβασα. Θα πρέπει να πω ότι λατρεύω τη φυσική και αυτό αποτέλεσε και ένα επιπλέον κριτήριο για την επιλογή του βιβλίου πέρα από το συγγραφέα που μου είχε δώσει ήδη σπουδαία δείγματα γραφής με την Κλάρα στο μισοσκόταδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις βιβλίων υπάρχει πάντα η αμφιβολία σχετικά με το πως μπορεί ο συγγραφέας να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα. Και αυτό γιατί το να στηρίξεις ένα μυθιστόρημα σε μια πολλά υποσχόμενη αλλά συνάμα πολύπλοκη και αμφιλεγόμενη θεωρία, εγκυμονεί πάντα τον κίνδυνο να γίνεις βαρετός, ακαταλαβίστικος ή ακόμα και γελοίος….


Αυτά ίσως ισχύουν για κάποιους, αλλά όχι για τον Σομόθα. 


Ο Σομόθα με απαράμιλλη συγγραφική δεινότητα που ξεπερνάει την πρωτοτυπία της σύλληψης, σε καθηλώνει σε μια συναρπαστική αλλά και σκοτεινή ιστορία που δείχνει το μέλλον ατενίζοντας παράλληλα το παρελθόν. 
Ο Σομόθα ανακατεύει στο μαγικό του τσουκάλι τη φυσική, την ψυχολογία και το μυστήριο και εξάγει ένα αποτέλεσμα υψηλής λογοτεχνικής αξίας χρησιμοποιώντας ένα πυκνό αλλά και ουσιώδη λόγο. 


Οι προσωπικές αγωνίες των πρωταγωνιστών που ο μαέστρος Σομόθα έχει φροντίσει να σκιαγραφήσει με γλαφυρό τρόπο, η συνεχής αντιπαράθεση με το άγνωστο, τα μυστικά που κρύβονται μέσα απ τα μισόλογα, ανεβάζουν κατακόρυφα την αγωνία «αναγκάζοντας» τον αναγνώστη να συνεχίσει. 


Παράλληλα, μέσα στον κόσμο που δημιουργεί ο Ισπανός, κυριαρχεί η παρουσία του μεγάλου αδελφού που συντρίβει τις ζωές των πρωταγωνιστών, ενδυναμώνοντας το φόβο που ήδη νιώθουν για την εξέλιξη του πειράματος που επέλεξαν και επελέγησαν να συμμετάσχουν. Ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού, τη δυνατότητα και την ηθική νομιμοποίηση της επέμβασης του ανθρώπου στο θεικό εποικοδόμημα λειτουργώντας ως μικροί θεοί, περνούν μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου ιντριγκάροντας τον αναγνώστη και σε ένα δεύτερο επίπεδο του δίνουν άφθονη τροφή για σκέψη. 


Το βιβλίο αμφισβητεί τις σταθερές των πρωταγωνιστών σχετικά με τον κόσμο που ζουν παράγοντας τα ίδια αποτελέσματα και σε όσους διαβάζουν το βιβλίο. Και όταν κάτι πάει στραβά αυτοί δείχνουν αδύναμοι να πιαστούν από κάπου υποκύπτοντας τελικά στα όρια που βάζει η ίδια η φύση. Ο χρόνος θα αποδείξει αν αποδειχθεί προφητικός.


Κύριε Σομόθα υποκλίνομαι..

Στα λίγα αρνητικά του βιβλίου είναι η χρήση της προοικονομίας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρκετά συχνά χωρίς κατά την ταπεινή μου άποψη να συντρέχει λόγος.

 

Σημείωση:
H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα, της γνωστής θεωρίας της σχετικότητας του Αινστάιν που εξηγεί τις συμπεριφορές των μεγαλύτερων πραγμάτων στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες, ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό και της κβαντομηχανικής που εξηγεί καλύτερα τα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. Πρόκειται δηλαδή για μια θεωρία των πάντων.

 

Άντυ

Advertisements

Για πολύ καιρό δίσταζα να διαβάσω αυτό το βιβλίο αφού είχα ακούσει απο πολλούς οτι είναι βαρετό και κουραστικό.Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν ρίχνοντας μια ματιά στις πρώτες σελίδες βρέθηκα απέναντι απο έναν ήρωα γοητευτικό που με πήρε απο το χέρι και με «ανάγκασε» να τον ακολουθήσω στις τρελές περιπέτειές του.

Ο Μπαουντολίνο είναι ψεύτης.Αυτό είναι ένα απο τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουμε γι ‘αυτόν. Επίσης είναι έξυπνος, ονειροπόλος, λίγο τρελός και μεγάλο λαμόγιο.

Το ίδιο το βιβλίο δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Μεσαιωνικό μυθιστόρημα σίγουρα.Ίσως θα έπρεπε να το πω μεσαιωνικό παραμύθι,αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ένα μείγμα ιστορίας, θρύλων, φαντασίας και σαρκασμού.

Η ιστορία τελικά γράφεται απο τους νικητές; Ή από τους ψεύτες; Πόσα γνωρίζουμε και πόσα δεν μάθαμε ποτέ; Αυτές τις σκέψεις έκανα όσο διάβαζα τα κατορθώματα του Μπαουντολίνο.

«Ναι, ξέρω, δεν είναι η αλήθεια, αλλά σε μια μεγάλη Ιστορία, μπορείς να παραποιήσεις τις μικρές αλήθειες για να αναδυθεί η μεγαλύτερη.»

Το Μπαουντολίνο είναι επίσης και ένα βιβλίο με πολύ χιούμορ, έπιασα τον εαυτό μου να γελάει σε πολλά σημεία ή να χαμογελάει με την «υποχθόνια» ειρωνεία του Έκο.

Σε μια εποχή που ο κόσμος τρέχει να προσκυνήσει ιερά κάστανα και παντούφλες ο Έκο μοιάζει να γελάει με τα χάλια μας περιγράφοντας μια «βιομηχανία» κατασκευής ιερών λειψάνων κι ένα ξεκαρδιστικό αλισβερίσι: Έχω δυο κεφάλια του Βαπτιστή, ας ανταλλάξω το ένα με μια κνήμη κάποιου άλλου αγίου ή ας τα πουλήσω σε δυο μακρινές πόλεις για να μην πάρουν χαμπάρι την απατεωνιά.

Οι περιπέτειες του Μπαουντολίνο περνάνε απο την Ιταλία, τη Γερμανία, το Παρίσι, την Κωνσταντινούπολη και φτάνουν μέχρι τα βάθη της Ανατολής και την αναζήτηση ενός μυθικού βασιλείου. Τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρει είναι πάρα πολλά. Πολιορκίες, πόλεμοι, σταυροφορίες, η πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204 κτλ. Πάρα πολλοί είναι και οι θρύλοι που αναφέρονται, από το βασίλειο του Ιωάννη του Πρεσβύτερου μέχρι την αναζήτηση του Γκράαλ και τα μυθικά πλάσματα όπως οι Σκιάποδες, οι Βλέμμες και πολλά άλλα.
Παρόλα αυτά το βιβλίο είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο και το τελείωσα σε λίγες μέρες, ανατρέχοντας παράλληλα αρκετές φορές στο google για περισσότερες πληροφορίες αφού ήθελα να μάθω κι άλλα πράγματα.

Ειρήνη Προϊκάκη

 

Ατμοσφαιρικό, καθηλωτικό, συναρπαστικό. Ένα απολαυστικό ψυχολογικό θρίλερ σε τόνους φιλμ νουάρ σε όλα τα επίπεδα, από την μουσική του ώς και το άρωμα της μοιραίας γυναίκας που στοιχειώνει τον αέρα που αναπνέουμε. 

Εκείνοι, μία ομάδα 5 φίλων που μεγάλωσαν μαζί και έφτασαν να γίνουν η μοναδική αληθινή οικογένεια που είχε ο καθένας τους. Μία φιλία σφυρηλατημένη με αίμα και εφιάλτες. Εκείνη, η προσωποποίηση του παρελθόντος που στοιχειώνει με το μένος μιας καρδιάς που έγινε κομμάτια. 

Έρωτας, πάθη, προδοσία. Πόνος. Και τα Blues στον αέρα να διεκδικούν όλα αυτά ως τα τέλεια υλικά.

Οι 5: ο λογικός Μαρκ, ο γόης Πίτερ, ο κυνικός Τζέικομπ, ο καλόβολος Νίκολας και ο εκκεντρικός Άλεξ. Υπάρχει μεγάλο δράμα μέσα στην ψυχή του καθενός τους και θα’ρθει η στιγμή που θα σφιχτει η καρδιά σας για τον κάθε έναν τους ξεχωριστά. Το πολύ καλό στήσιμο των χαρακτήρων τους δίνει σαφή υπόσταση και διακριτούς ρόλους και παρόλο που η συγγραφέας λέει ελάχιστα παραπάνω από τα απολύτως απαραίτητα, έχει τον δικό της ξεχωριστό τρόπο να σε κάνει να νιώσεις οικεία μαζί τους. Όλοι τους αξιομνημονευτοι, είναι απόλυτα ανθρώπινοι χαρακτήρες, πραγματικοί άνθρωποι με τα σφάλματα τους, όχι άγιοι ή εξιδανικευμένα πρότυπα. Και οι πέντε τους είναι ξεχωριστοί και αξιαγάπητοι ο καθένας με τον τρόπο του.Ο κάθε ένας τους έχει την δική του γοητεία, το δικό του «κάτι» που σε κάνει να τους αγαπήσεις όλους, όπως ένας γονιός αγαπά τα παιδιά του, αλλά και να πονέσεις καθώς γκρεμίζονται στην καταστροφή. Γιατί, όσο δικαιολογημένο και αν ήταν, δεν παύει να διέπραξαν την υπέρτατη αμαρτία. Και μια αμαρτία θα στοιχειώνει πάντα απαιτώντας δικαίωση μέχρι να’ρθει η μέρα που θα σπείρει τον πόνο και την τιμωρία σε όποιον το αξίζει.

 

Παρόλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή είναι στην ουσία μια ιστορία για τον χαμό που μπορεί να προκαλέσει η πληγωμένη καρδιά μιας εγκαταλελειμμένης γυναίκας σε όλους όσους βρίσκονται σε πεδίο βολής. Αλλά η Ζόλα δεν είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα. Πολύπτυχη, άπιαστη και ακόρεστη. Και ο δικός της χαμός είναι μία μηχανή αριστοτεχνικά φτιαγμένη. 
Ο ίδιος ο τίτλος είναι η Ζόλα. Η Ζόλα ο Διάβολος, το μαύρο πρόβατο της περιοχής, ο Έκπτωτος Άγγελος του Μαρκ, ο διαβολεας και διαφθορεας όλων με τη μαγνητική του έλξη στην οποία κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί έως το αναπόφευκτο crush & burn. Ναι, αυτή είναι η Ζόλα. Ο Διάβολος που τραγουδάει τα Μπλουζ. Ο Διάβολος που πονάει. Γιατί μόνο όποιος πονάει πολύ τραγουδάει πραγματικά τα Μπλουζ.

Η Ζόλα ο επαναστάτης, που θα μαζέψει τα μυριάδες κομμάτια της βασανισμένης της ψυχής σε πείσμα όλων και θα σφυριλατησει μια απόρθητη πανοπλία αλλά και τα θανασιμα όπλα για να τα βάλει με τον κόσμο όλο. Η Ζόλα η αντισυμβατική Νέμεση για τα εγκλήματα του παρελθόντος αλλά και για τα πάθη του παρόντος. Είναι μια δύναμη της φύσης. Και πονάει. Κι ο πόνος της είναι η παλίρροια που πλημμυρίζει τα πάντα και δοκιμάζει τα ορια αντοχής όλων, ακόμη και του εαυτού της. Και όλοι υποκύπτουν• ακόμη και η ίδια. 


Η πορεία όλων τους, η εξέλιξή τους, αν και σχεδόν λακωνικά δοσμένη για το δικό μου γούστο, είναι καθηλωτική. Ακόμη και η Γκρέις μετενσαρκωνεται από ένα κουκλιστικο καθωσπρέπει κοριτσάκι σε μια γυναίκα με αντίληψη, πάθος και θέληση.

 

Ο τρόπος που ξετυλίγεται αυτή η ιστορία σε κάνει να νιώθεις πως βρίσκεσαι στο τρενάκι του λουνα παρκ αλλα σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο. Εκεί που ανεβαίνεις αργά αργά την ανηφόρα, άνετα και βολικά στη θεσούλα σου να χασκογελας με τον φίλο σου και να απολαμβάνεις το τοπίο, επιλέγοντας συνειδητά να αγνοήσεις όλες τις χαράδρες που φαίνονται μπροστά αλλά και τις προειδοποιήσεις του ενστίκτου σου ότι κάτι κακό θα συμβεί. Και τότε φτάνεις στο ζενίθ και το συνειδητοποιείς είτε θες είτε όχι: από δω και μπρος έχει μόνο κατηφόρα χωρίς καμία διέξοδο. Και έτσι βλέπεις τα πάντα να στροβιλίζονται βίαια προς ένα τέλος που σε αφήνει με κρατημένη την ανάσα μπρος σε ένα καθαρτήριο ολοκαύτωμα που σε γεμίζει με την πικρή πεποίθηση πως δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

 

Πολύ ωραίο το σκηνικό και στη Σκωτία και στη Νέα Ορλεάνη παρόλο που θα προτιμούσα λίγο περισσότερη περιγραφή για να μπω καλύτερα στον χωροχρόνο του αλλά αυτή η συγγραφέας δεν δίνει μασημένη τροφή. Δεν βάζει τον αναγνώστη σε ένα σκηνικό τόσο σφιχτά δομημένο που να μην επιτρέπει ουδεμία απόκλιση, ίσα ίσα που τον βάζει στη διαδικασία να προσαρμόσει δευτερεύουσες πτυχές της ιστορίας ανάλογα με την προσωπική του οπτική γωνία. Οπωσδηποτε, αυτό δεν ταιριάζει σε ολους, υπάρχει μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αποζητά το σφιχτά δομημένο και στο σκηνικό και στην ιστορία, και ίσως να υπάρχει και κάποιος που θα το χαρακτήριζε «χαλαρό» αλλα δεν ειναι. Προσωπικά κι εγω θα προτιμούσα μια δυο προτασούλες παραπάνω που να δίνουν ένα κάποιο κλείσιμο στο θέμα του μικρού Άμποτ καθώς και περισσότερες πινελιές στους χαρακτήρες πριν ξεκινήσει η Μεγάλη Πτώση κι ομως αυτό με οδήγησε σε ατελείωτες συζητήσεις με τον εαυτό μου μιας και η Ζόλα, οι 5 και η ιστορία τους ήταν πάντα στην σκέψη μου μέχρι να έρθει η ωρα να ξαναπιάσω το βιβλίο.


Πολύ ωραια και η επιλογή της χρονικής περιόδου που από μόνη της ανοίγει πολλά θέματα για τις συνθήκες εκείνης της εποχής και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και των δύο περιοχών. Μια πλάγια προσέγγιση των κοινωνικών θεσμών και θεμάτων, αρκετή όμως για να δώσει την απαραίτητη αίσθηση του περιβάλλοντος. Δεν κρατάς στα χέρια σου μια αυτούσια ιστορία για τον ρατσισμό, παρ’ολα αυτά δεν υπάρχει σκηνή χωρίς μια κάποια αναφορά όσο διάφανη κιαν είναι.

 

Ένα εύκολο ανάγνωσμα σε ό,τι αφορά γλώσσα και δομή, τόσο ρευστό που σε παρασύρει, ειδικά στα μέρη που κορυφώνεται η αγωνία συνειδητοποιείς ότι διαβάζεις σαν να είσαι με ποδήλατο σε κατηφόρα. Επίσης αρκετα σύγχρονο στη γλώσσα του, ειδικά σε καποια σημεία υπάρχουν εκφράσεις που ίσως κάνουν κάποιον να αισθανθεί άβολα, παρ’όλα αυτά προσωπικά δεν βρήκα κατι αταίριαστο ως προς τους χαρακτήρες ή την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Σίγουρα θα βρείτε μερικές φράσεις που αξίζει να τις σημειώσετε αλλα γενικά ειναι τόσο βατό που η ιστορία προχωρά με ροή ρέοντα ποταμού.

 

Ναι, υπάρχουν θεματάκια με την επιμέλεια. Ναι, οι χαρακτήρες ήθελα να ξεδιπλωθούν κι άλλο, και ναι, η συγγραφέας είναι λίγο λακωνική σε κάποια σημεία για τα γούστα μου. Αλλά αυτό είναι το θέμα. Μ’εκανε να ζητάω περισσότερο, όχι να αναρωτιέμαι ποτέ θα τελειώσει! 


Όχι, δεν είναι τέλειο. Εγώ όμως το λάτρεψα! 

Κέλλυ Παπανικολάου

Μερικές φορές σου τυχαίνει βιβλίο που αφού το τελειώσεις και αφού έχουν περάσει μερικές ώρες ή ακόμα και μέρες από τη στιγμή που το τέλειωσες, ενώ σκηνές, περιγραφές και διάλογοι είναι καρφωμένοι στο μυαλό σου, νιώθεις ότι δεν ξέρεις τι διάβασες κι αν αυτό που διάβασες σου άρεσε ή όχι. Αυτό συνέβη σε μένα πριν από μερικές μέρες με το Wonder Valley (Η Κοιλάδα των Θαυμάτων) της Ivy Pochoda.

biblio_17_0037.gifΤο σκηνικό που εξελίσσεται η ιστορία είναι γεμάτο κλισέ. Καλιφόρνια, από τη μια το ανθρωποπνιγμένο και πολλές φορές σκοτεινό και μίζερο Λος Άντζελες κι από την άλλη η Καλιφορνέζικη έρημος που τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από τον κοφτερό ήλιο. Εκεί λοιπόν μεταξύ ερήμου και πόλης υπάρχει μια φάρμα που ζει ένας τελείως καλιφορνέζος κυριούλης, βγαλμένος από όλα τα καλιφορνέζικα κλισέ και τα άρλεκιν που εξελίσσονται στην Καλιφορνία, γκουρού! Μάλιστα, γκουρού σωστής ζωής, σωστής διατροφής, γιόγκα, ααααουουουουμμμμμ και ότι άλλο φαντάζεται το χίπικο μυαλό σας.

Στη φάρμα επίσης ζουν οι δίδυμοι γιοι του, η γυναίκα του και πολλά πολλά κοτόπουλα, γιατί βλέπετε ο γκουρού κάνει και εμπόριο αυγών και πουλερικών ταυτόχρονα με το γιόγκα. Εντάξει μέχρι εδώ γελάς και σκέπτεσαι δεκάδες αστεία με γκουρού, χίπηδες, κοτόπουλα κι αυγά. Έλα όμως που ο γκουρού έχει και …μαθητές. Μια από αυτές έχει ένα μυστήριο παρελθόν και είναι σαφές ότι προσπαθεί να ξεφύγει από κάτι. Δυο καινούργιοι μαθητές σίγουρα έχουν πρόβλημα με την αστυνομία και υπάρχουν και υπονοούμενα για κάποιον νεκρό που έχουν αφήσει πίσω τους και υπάρχει και ο…. Αλλά όχι δεν σας λέω τι άλλο υπάρχει.

Το θέμα όμως είναι ότι ενώ όλα μυρίζουν αίμα, θρίλερ και μυστήριο κι εσύ περιμένεις ότι στο επόμενο κεφάλαιο θα βγουν τα αυτόματα και τα μαχαιριά, μόνο …μόνο που τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει. Οι ήρωες ξέχωρα από τις προσωπικές του αγωνίες ο καθένας, στη φάση που οι ζωές τους συναντούνται είναι πολύ καθημερινοί άνθρωποι με καθημερινά προβλήματα και καθημερινές λύσεις. Είναι σαν να παρακολουθείς το pulp-fiction και να έχεις τον Τραβόλτα να ανταλλάσει συνταγές μηλόπιτας με την Ούμα Θέρμαν.

Οι ήρωες της Κοιλάδας των Θαυμάτων κάνουν γιόγκα, τρώνε υγιεινά, πηγαίνουν σινεμά και διαφωνούν για το αν η ραπ είναι χορευτική ή όχι και όλο αυτό είναι τόσο προκλητικά απρόσμενο που διαβάζεις το βιβλίο χωρίς να μπορείς να το αφήσεις και …δεν ξέρεις καν γιατί το κάνεις. Το βιβλίο ΔΕΝ χαρακτηρίζεται θρίλερ ή μυστήριου αλλά …μοντέρνα λογοτεχνία. Λάθος. Για μένα ακριβώς η έλλειψη τρόμου και μυστήριου σε ένα βιβλίο που έχει όλα τα στοιχεία για να γίνει τρόμου και μυστήριου το κάνει …θρίλερ.

Δεν είμαι σίγουρος αν θα σας το πρότεινα να το διαβάσετε αν και θα σας πρότεινα να το διαβάσετε για να δούμε αν συμφωνείτε κι αν εσείς θα το προτείνατε ποτέ σε κάποιον να το διαβάσει. Βλέπετε; Είναι θρίλερ!

Το Wonder Valley – Η Κοιλάδα των Θαυμάτων, της Ivy Pochoda είναι εκδόσεις Ecco, εκδόθηκε επίσημα στις 7 Νοεμβρίου 2016 και ήδη κυκλοφορεί και στην ψηφιακή του μορφή.

Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο νιώθω λίγο περίεργα. Για να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο σαν να είμαι σε μια έκθεση μοντέρνας τέχνης, να έχω μπροστά μου ένα από αυτά τα έργα που είναι μια γαλότσα, δυο συνδετήρες κι ένα σουβλάκι, όλοι γύρω μου να το κοιτάνε εκστασιασμένοι κι εγώ να κοιτάω τη γαλότσα, να κοιτάω αυτούς, να κοιτάω το σουβλάκι και να απορώ τι μου συμβαίνει.

biblio_17_0036Απλά δεν το πιάνω.

«Πώς ζούμε και πώς αγαπάμε, όταν ξέρουμε ότι όλα αυτά που μας νοιάζουν κάποια στιγμή θα πάψουν να υπάρχουν;
Φεβρουάριος 1862. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος μαίνεται, ενώ ο αγαπημένος εντεκάχρονος γιος του προέδρου Λίνκολν βρίσκεται βαριά άρρωστος και, παρά τις προβλέψεις για ανάρρωση, τελικά πεθαίνει.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1862, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, ο Γουίλι Λίνκολν κηδεύτηκε σε μαρμάρινη κρύπτη στο κοιμητήριο της Τζόρτζταουν.

Εκείνο το βράδυ, ο Αβραάμ Λίνκολν φθάνει μόνος στο νεκροταφείο, θέλοντας να περάσει χρόνο με το άψυχο σώμα του γιου του. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα φαντάσματα αυτών που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή και αυτών που έχουν πεθάνει, από καιρό, συνυπάρχουν· μια μνημειώδης μάχη πραγματοποιείται για την ψυχή του μικρού Γουίλι.
Με έναυσμα αυτό το ιστορικό γεγονός, o George Saunders, αφηγείται μια αξέχαστη καλειδοσκοπική ιστορία για την οικογενειακή αγάπη, την απώλεια, αλλά και τις δυνάμεις του καλού και του κακού.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το βιβλίο βραβεύτηκε πριν λίγες μέρες με το Man Booker, οι περισσότερες κριτικές είναι διθυραμβικές, όλοι το αγάπησαν ,το θέμα μου φάνηκε ενδιαφέρον, οπότε αποφάσισα να το διαβάσω άμεσα.
Ο Λίνκολν χάνει τον 11χρονο γιο του από τυφοειδή πυρετό και περνάει ένα βράδυ στο νεκροταφείο κοντά στο παιδί του. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός πάνω στο οποίο πάτησε ο Σόντερς για να γράψει αυτήν την ιστορία. Στο νεκροταφείο αυτό υπάρχουν παγιδευμένες ψυχές ανθρώπων που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να πάνε παρακάτω, που θεωρούν ότι έχουν ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή και που δεν αποδέχονται τον θάνατό τους, αλλά πιστεύουν ότι είναι άρρωστοι και κάποια στιγμή θα γίνουν καλά και θα επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους. Όταν ο νεαρός Γουίλι Λίνκολν εμφανίζεται στο νεκροταφείο και δεν θέλει να φύγει και να πάει παρακάτω, κάποιες ψυχές αποφασίζουν να τον βοηθήσουν να κάνει το επόμενο βήμα και να μην μείνει παγιδευμένος στη Λήθη που είναι ένα είδος καθαρτηρίου.

Η αίσθηση που είχα όταν το διάβαζα ήταν σαν να είμαι σε αυτό το νεκροταφείο, μέσα σε μια ομίχλη και να ακούω τις φωνές των ψυχών να μου αφηγούνται την ιστορία του Γουίλι αλλά και τις δικές τους ιστορίες από όταν ήταν ζωντανοί – αλλά και αφού πέθαναν ή «αρρώστησαν».

Αυτό στην αρχή είχε ένα ενδιαφέρον αλλά κάποια στιγμή και ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, άρχισε να με κουράζει. Πάρα πολλές φωνές, πολλές αποσπασματικές και μπερδεμένες ιστορίες, η διήγηση των ψυχών διακόπτεται για να παρατεθούν αποσπάσματα από πηγές της εποχής και γενικά όλο το βιβλίο μοιάζει λίγο παραληρηματικό.

Έχει κάποιες καλές στιγμές, οι ιστορίες των ψυχών με τα απωθημένα τους για τη ζωή που δεν έζησαν μπορώ να πω ότι είναι αρκετά συγκινητικές σε κάποια σημεία, όπως συγκινητική είναι και η στιγμή που ο πατέρας Λίνκολν αγκαλιάζει το νεκρό παιδί του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με άγγιξε ιδιαίτερα.

Αυτός ο ιδιαίτερος, αποσπασματικός τρόπος γραφής δεν με άφησε να συνδεθώ με την ιστορία.

Ειρήνη Προϊκάκη

Watchmen

Posted: Οκτώβριος 26, 2017 by SkiAMaXiA in Graphic Novels
Ετικέτες: , , , , , ,

Watchmen, Alan Moore/Dave Gibbons (σχεδιαστής)/John Higgins (χρώμα)

Οκ, δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Να πω οτι πρόκειται για αριστούργημα; Να πω ότι έχω 81WweWHBn+Lμείνει με το στόμα ανοιχτό σα χάνος; Ότι το τελείωσα και συνεχίζω να το ξεφυλλίζω και να χαζεύω τα υπέροχα καρέ του, που πολλές φορές προκαλούν δέος; Ότι έκανα τη βλακεία να μην το διαβάζω τόσο καιρό επειδή δεν μου αρεσε η μεταφορά του στον κινηματογράφο;

Νομίζω ότι τα graphic novels είναι λίγο παρεξηγημένα στην Ελλάδα γιατί πολλοί νομίζουν πως επειδή είναι εικονογραφημένα είναι και παιδικά (όχι οτι με χαλάνε τα παιδικά κόμιξ).

To Watchmen καθε άλλο παρά παιδική ιστορία είναι πάντως. Πολυεπίπεδο, σκληρό, με πολιτικές αναφορές, με μια δόση νουάρ αλλά και επιστημονικής φαντασίας, με απίστευτες εναλλαγές στις εικόνες και στους διαλόγους που πραγματικά με έκαναν να υποκλίνομαι στους δημιουργούς.

Βρισκόμαστε σε ένα εναλλακτικό 1985 όπου η Αμερική έχει κερδίσει τον πόλεμο στο Βιετνάμ με τη βοήθεια ενός υπερ-ήρωα και ο Νίξον διανύει την τρίτη θητεία του στο Λευκό Οίκο. Ο Ψυχρός πόλεμος είναι στην κορύφωσή του, οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στο Αφγανιστάν και ο κόσμος είναι στα πρόθυρα ενός πυρηνικού ολέθρου. Την ίδια ώρα στη Νέα Υόρκη, κάποιος φαίνεται ότι τα έχει βάλει με μια ομάδα πρώην μασκοφόρων ηρώων και προσπαθεί να τους βγάλει από τη μέση. Ποιος είναι και τι σκοπούς έχει;

Μέσα από φλας μπακ παρακολουθούμε όλη την πορεία της ομάδας, την εμφάνιση των πρώτων μασκοφόρων εκδικητών, τους διαδόχους τους, το παρελθόν τους και το πώς έφτασαν ως εδώ. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι όπως τους έχουμε συνηθίσει. Δεν έχουν superpowers (εκτός απο έναν), είναι εντελώς ανθρώπινοι, φθαρτοί, έχουν ελαττώματα, είναι ικανοί για αισχρές πράξεις και δεν είναι πάντα οι «καλοί μας άγγελοι».

Όλη η ιστορία παίζει με τις έννοιες του καλού και του κακού και το κυνικό τέλος μας αφήνει με μια πικρή γεύση. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Το Watchmen θεωρείται το καλύτερο κόμικ όλων των εποχών και δεν είναι τυχαίο που είναι το μοναδικό graphic novel που έχει τιμηθεί με το βραβείο Hugo. Στις μέρες μας, στην εποχή του Τραμπ, δυστυχώς είναι και πολύ επίκαιρο.

Ειρήνη Προϊκάκη


Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση