Στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και στις αρχές του ‘80 στην Ελλάδα που θυμάμαι εγώ, ένα αξιοπρεπές βιβλιοπωλείο – ακόμα και χαρτοπωλείο – δεν δικαιολογείτο να μην έχει στη βιτρίνα του Καζαντζάκη και Λουντέμη. Βιβλία με τίτλους όπως: «το αλλήθωρο μάτι του βορειά» ή «πόσο κοστίζει το χαλάζι» υπήρχαν στα περίπτερα ή στα πρακτορεία τύπου για την επαρχία και πίσω από τα μίκυ μάους. Μάλιστα, κατά τη σημειολογία της εποχής, όπως όλες οι οδοντόπαστες λεγόντουσαν κολινός, έτσι κι αυτά τα βιβλία – για ρομαντικές έφηβες –  λεγόντουσαν άρλεκιν και τα αστυνομικά, βιπεράκια. Ήταν στην τιμή φτηνά, τις περισσότερες φορές κακομεταφρασμένα – αν ήταν ξένα – ή κακοδιορθωμένα, με μια άθλια φωτογραφία για εξώφυλλο και τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας. Λόγω ακριβώς της τιμής και της ποιότητας είναι που πήραν και το όνομα «βιβλία παραλίας». Γιατί δεν σε πολυενδιέφερε αν θα τσακίσουν, αν θα στραβώσουν, τα ξεχάσεις, λερωθούν η ακόμα κι αν δεν τα τελειώσεις. Υπήρχαν για να σου κρατήσουν παρέα στιγμές που ήθελες να διαβάσεις κάτι χωρίς να σε προβληματίζει. Όπως όταν είσαι στη παραλία. Ήταν η επιλογή μεταξύ διαβάζω το φαντάζιο, κοσμοπόλιταν ή ένα άρλεκιν. Κάπως έτσι.

Ovi_001Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε κοινό για να τα διαβάσει ή και κάποιοι πολύ φανατικοί αναγνώστες τους. Μάλιστα υπήρχαν και κάποιοι που τα μάζευαν. Τέλος υπήρχαν και συγγραφείς που τα έγραφαν. Βλέπετε ήταν η αρπαχτή του βιβλίου. Ευκολάκι. Κορίτσι ερωτεύεται αγόρι και υπάρχει και η άλλη με τα λεφτά. Κάτι σαν τις βιντεοταινίες του ’80. Κάθε δεύτερη βδομάδα και βιβλίο, τέτοια παραγωγή. Για να φανταστείτε πολλοί συγγραφείς πληρωνόντουσαν με τον αριθμό των σελίδων που είχαν γράψει. Αλλά κάτι ακόμα με αυτούς τους συγγραφείς, – που κάποιοι μπορεί να ήταν και γνωστοί ή να έγιναν αργότερα γνωστοί, και το κάνανε από ανάγκη – πολύ σπάνια (μάλλον ποτέ) υπογράφανε με το πραγματικό τους όνομα. Κάποιοι μάλιστα στην Ελλάδα, είχαν υιοθετήσει αγγλόφωνα ονόματα και ήταν το μεγάλο τους μυστικό, ότι γράφανε αρλεκιν και βιπεράκια. Όσο για τους εκδότες, ήξεραν ότι δεν ήταν και για να το καμαρώνουν, αλλά ήταν τα λεφτά καλά, οπότε έφτιαχναν μια θυγατρική με ονόματα όπως εκδόσεις «καίγομαι» και έκαναν τους αδιάφορους όταν τους ρωτούσαν αν είναι δικά τους. Έτσι κι αλλιώς αυτά πηγαίναν στα περίπτερα, δεν μπερδευόντουσαν με αυτά για τα οποία ήταν περήφανοι.

Όλοι μας έχουμε διαβάσει κάποια στιγμή ένα βιπεράκι ή ένα άρλεκιν και θα ήταν υποκρισία να μην το παραδεχτούμε. Απλά δεν το διαλαλούμε κιόλας. Είπαμε, η θέση τους ήταν πίσω από τα μίκυ μάους (πάλι κατά το κολινός) σε περίπτερα και πρακτορεία τύπου και ήταν ενδεικτικό της εκτίμησης που προκαλούσαν. Μετά ήταν και κάτι άλλο που κι αυτό έχει τη σημειολογία του. Μέχρι το ‘80, που θυμάμαι εγώ τουλάχιστον, ήταν σημαντικό σε κάθε σπίτι με παιδί να υπάρχει εγκυκλοπαίδεια. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις σε σπίτι του ‘60 ή του ‘70 και να μην έχουν τον «Ήλιο», η ελληνική εγκυκλοπαίδεια σταθμός. Και μαζί με τον «Ήλιο» ερχόταν και ο «Θαυμαστός κόσμος των ζώων», άντε κανένας Κουστώ και φυσικά ο Λουντέμης, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης. Και μπορεί οι γονείς να μην είχαν διαβάσει ποτέ Παπαδιαμάντη αλλά το είχαν μαράζι «να σε δω μια φορά να πιάσεις και τον Παπαδιαμάντη που σου έχω πάρει, τούβλο.» Βλέπετε ο Παπαδιαμάντης ήταν μέσα στο σπίτι για να βοηθήσει το παιδί να μην γίνει τούβλο, να μορφωθεί. Ακόμα και οι πιο αμόρφωτοι καταλάβαιναν το ρόλο του βιβλίου, του καλού βιβλίου. Λίγο από ένστικτο, λίγο γιατί είχαν ακούσει κάπου για το ποιο είναι καλό βιβλίο, από το σπίτι δεν έλειπε. Και σας βεβαιώ ποτέ κανένας – όσο φτωχή κι αν ήταν η μόρφωση του – δεν θα πρότεινε στο παιδί του να διαβάσει άρλεκιν ή βιπεράκι. Ήταν μια κατηγορία κάτω από τα μίκυ μάους.

Όταν η νονά ερχόταν το Πάσχα, μαζί με τη λαμπάδα και τα παπούτσια έφερνε πάντα κι ένα βιβλίο. Τα Χριστούγεννα ήταν παιχνίδι αλλά το Πάσχα ήταν πάντα βιβλίο, και μη μου πείτε ότι αυτά συμβαίναν μόνο σε μένα. Και φυσικά η νονά δεν θα έπαιρνε ποτέ για δώρο στο βαφτιστήρι ένα άρλεκιν ή ένα βιπεράκι. Θα έπαιρνε ένα καλό βιβλίο για να μορφωθεί το πνευματικό της παιδί. Για να μην ξεχνάμε τα γενέθλια που από μια ηλικία και ύστερα αν δεν ήταν λεφτά ή ρούχα ήταν σίγουρα βιβλίο. Ένα καλό βιβλίο. Βλέπετε που όλα μαζί, όταν τα βάζεις το ένα δίπλα στο άλλο είναι σαν να φτιάχνεις ένα παζλ που δείχνει πολλά πράγματα.

Το πρώτο που δείχνει είναι ότι η εκπαίδευση στο καλό βιβλίο ξεκινούσε μέσα στο σπίτι. Το καλό βιβλίο ψυχαγωγούσε, ταξίδευε και μόρφωνε. Δεν σε έκανε «τούβλο» όπως τα μίκυ μάους και τα βιπεράκια με τα άρλεκιν. Και ναι, Καζαντζάκη, Λουντέμη και Παπαδιαμάντη ξέρανε, κι αυτόν αγοράζανε, αλλά μετά έμπαινε και ο Βερν στο σπίτι, έμπαινε και ο Δουμάς με τους τρεις σωματοφύλακες, και κάποια στιγμή πήγαινε το παιδί στο βιβλιοπωλείο κι έβλεπε στη βιτρίνα ένα βιβλίο δίπλα στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη που ήδη είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη του και θα το ήθελε. Κι όταν μεγάλωνε αυτό θα επεκτεινόταν ακόμα πιο πολύ. Και τι όμορφη η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, ε; Ή του Καζαντζάκη; Να τους διαβάζεις και να θες να γράψεις δικές σου ιστορίες. Έναν δικό σου καπετάν Μιχάλη.

Αλλά με τον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη στη βιτρίνα φτάσαμε στο δεύτερο σημείο της εκπαίδευσης του αναγνώστη. Στους βιβλιοπώλες. Στο βιβλιοπώλη που θα σου έλεγε, να διαβάσεις Καμύ, θα σου αρέσει. Πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις Σολζενίτσιν, «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς». Αυτή είναι προσωπική ανάμνηση. Ούτε τον Ιβάν ήξερα, ούτε τον κύριο Σολζενίτσιν. Ο κυρ-Αλέκος μου τους γνώρισε στο μικρό βιβλιοπωλείο του ένα χρόνο μετά τη πτώση της δικτατορίας. Δεν ξέρω πόσα οφείλω στον κυρ-Αλέκο και οικονομικά, γιατί πάντα μου έκανε μια καλή έκπτωση, αλλά αυτός με έμαθε όσα δεν μπορούσαν οι άλλοι. Με εκπαίδευε κι αυτός. Όπως όλοι οι βιβλιοπώληδες εκπαίδευαν. Γιατί δεν πουλούσαν μόνο βιβλία, αγαπούσαν το καλό βιβλίο και ήθελαν να μοιραστούν αυτήν την αγάπη τους.

Αλλά κι αυτοί είχαν κάποιον να τους φυλάει από τις κακοτοπιές. Τους εκδότες. Έπιανες βιβλίο από τις εκδόσεις «Εστία» και πριν το ανοίξεις το χάιδευες. Κοίταζες το εξώφυλλο και προσπαθούσες να μαντέψεις την ιστορία χιλιάδων λέξεων που σου έλεγε η εικόνα. Ένιωθες τη μυρωδιά από το μελάνι και το χαρτί, τα δε γράμματα από μόνα τους σε παρακαλούσαν να διαβάσεις. Στο οπισθόφυλλο μια πρόταση, παρμένη από το βιβλίο. Μια πρόταση μαγική που σε προκαλούσε, σε ιντριγκάριζε. Τα στοιχεία της έκδοσης, μερικές φορές λίγα λόγια για το συγγραφέα ή τον μεταφραστή. Αυτή ήταν και η προώθηση του βιβλίου. Η μια πρόταση. Η πρόταση που σε έκανε να σκεφτείς και να θέλεις να διαβάσεις κι όλες τις υπόλοιπες.

pexels-photo-185764-large

Σήμερα; Θα ξεκινήσω ανάποδα. Από τη προώθηση ενός σύγχρονου βιβλίου που χτυπάει βιτρίνες των Ελληνικών βιβλιοπωλείων. «Το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως πιάνει τον παλμό της σημερινής καθημερινότητας, που κάθε άλλο παρά ανθρώπινη είναι ορισμένες φορές. Ένα βιβλίο για την διαφορετικότητα και τα πολλά Αν της ζωής, μέσα από τον έρωτα μιας Τουρκάλας υπηρέτριας και ενός Έλληνα μεγιστάνα. Η ιστορία του Ιάκωβου με τις δυσκολίες της, αλλά και τις όμορφες καταστάσεις της, μας κάνει ν αναρωτηθούμε όπως άλλωστε και εκείνος στην σελίδα ΧΧΧ: ‘Ναι, ξέρουμε πολύ λίγο τους ανθρώπους, τόσο λίγο που πολλές φορές δεν αναγνωρίζουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό.’» Ακόμα τρέμω που το διαβάζω. Λυπάμαι αλλά για όσους καταλάβατε λάθος, όχι δεν είναι έκθεση ιδεών οκτάχρονης.

Αυτή η παράγραφος μόνη της, δίνει όλη την εικόνα του βιβλίου αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Κάποιος που νοίκιαζε βιντεοταινίες με τον Ψάλτη τη δεκαετία του 80, την έχει δει σήμερα εκδότης, βρήκε και τη μωρή Τσουλίδου, δολοφόνο της ελληνικής γλώσσας και πάσης εννοιολογίας (πιάνει τον παλμό της σημερινής καθημερινότητας … μέσα από τον έρωτα μιας Τουρκάλας υπηρέτριας και ενός Έλληνα μεγιστάνα), παγιδεύουν τον βιβλιοπώλη μέσα στη γενικότερη οικονομική κρίση και εκπαιδεύουν τον Έλληνα στη μωρία. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει στηθεί ένα ολόκληρο καρτέλ από σουπερμαρκετάδες «εκδότες», τέως διανομείς βιντεοκασετών του Ψάλτη και τώρα «βιβλίων» με life style αερο-σερβιτόρες που δυσκολεύονται να γράψουν και το όνομα τους για να εκπαιδεύσουν ένα λαό στο διάβασμα με ένα και μόνο στόχο, το άμεσο προσωπικό τους (οικονομικό) κέρδος, μιας και ελέγχουν με μεθόδους καρτέλ τις τιμές και την διακίνηση των βιβλίων.

Μάλιστα, για να πετύχουν το σκοπό τους και με μεθόδους χρυσαυγήτικους, έχουν μπει για τα καλά στα ιντερνετικά κοινωνικά δίκτυα με λακέδες και δουλικά κάθε μορφής. Στη μέση; Φυσικά οι σωστοί βιβλιοπώλες, γιατί υπάρχουν κι αυτοί αλλά και κάπως πρέπει να ζήσουν και οι εποχές μας δεν αντέχουν και την πολύ πίεση. Και δυστυχώς τα πραγματικά συγγραφικά ταλέντα που είναι πολλά,  χάνονται στη ποδιά της κάθε Τσουλίδου που «πουλάει» με τους χάρτινους δονητές της για ανέραστες πενηντάρες. Γι’ αυτό κάποτε αυτά τα βιβλία ήταν πίσω από τα μίκυ μάους. Όπως κάποιες ταινίες στα βιντεοκλάμπ ήταν σε ράφια κρυμμένα γιατί ντρεπόταν για την ύπαρξη τους ακόμα και ο βιντεάς. Σήμερα έχουν πετάξει τον Παπαδιαμάντη και είναι βιτρίνα και μάλιστα σε τιμές …υψηλότερες του Παπαδιαμάντη.

Αλλά δεν φταίνε μόνο αυτοί. Όταν στο σπίτι η εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» έχει αντικατασταθεί από την Ελένη Μενεγάκη το πρωί και με τον Κωστόπουλο το βράδυ, τι απαιτήσεις να έχεις. Κι όταν το δώρο έχει γίνει γκατζετάκι για να βλέπει το παιδί πιο καλά βίντεο με τον Ρουβά στο ίντερνετ ή το καινούργιο σούπερ ντούπερ τηλέφωνο, τότε σηκώνεις τα χέρια.

Ποια είναι η λύση; Εμείς είμαστε η λύση. Οι αναγνώστες και μην υποτιμάτε τη δύναμη που έχουμε. Εμείς έχουμε τη δύναμη και να ρίξουμε τη κάθε Τσουλίδου και να εκπαιδεύσουμε. Αυτό που πονάει την κάθε Τσουλίδου και τον κάθε νταβατζή της σουπερμαρκετά εκδότη, είναι το πορτοφόλι τους. Όσοι αγαπάτε το καλό βιβλίο δεν έχετε παρά να δείξετε και στους άλλους πού θα το βρουν, να τους εκπαιδεύσετε. Σιγά-σιγά. Σταματήστε να φοβάστε το μπούλινγκ όλων αυτών των Τσουλίδων και των νταβατζήδων τους. Αυτοί σας έχουν ανάγκη κι όχι εσείς αυτούς. Και ξέρετε, σε αυτό θα βρείτε γρήγορα συμμάχους, τους βιβλιοπώλες που οι περισσότεροι αγαπούν το βιβλίο. Απαιτήστε το καλό βιβλίο, επιβάλετε το καλό βιβλίο και μάθετε και τους άλλους να αναζητούν το καλό βιβλίο. Να κρίνουν! Και το καλό βιβλίο πρέπει να ψυχαγωγεί, να ταξιδεύει και πάνω από όλα να μορφώνει!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s