Η κατάρα του να είσαι Συγγραφέας στην Ελλάδα

Posted: Νοέμβριος 8, 2016 by SkiAMaXiA in Εκδόσεις & Εκδότες, Σκέψεις/Απόψεις
Ετικέτες: , ,

Η Ελλάδα και η βλακεία πάνε μαζί, τελειωμένα πράγματα. Μετά από τη μεγάλη κοιλιά του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη, περιμένουμε με ανυπομονησία τις νέες εκδόσεις για το χειμώνα που έρχεται, κι εκτός από τα μεταφρασμένα βιβλία ξένων συγγραφέων, από Έλληνες κι Ελληνίδες συγγραφείς βλέπουμε μια επανάληψη των εκδόσεων της τελευταίας δεκαετίας, με διαφορετικό τίτλο κι εξώφυλλο.

Το κοινό-στόχος στη χώρα μας είναι πρωτίστως η ελληνίδα νοικοκυρά, αυτή η γυναίκα που στερεοτυπικά πάντα κάθεται σπίτι και φροντίζει την οικογένεια. Και μιας και στην Ελλάδα μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας ότι πάντα υπάρχει ένα κορόιδο που κάνει τα πάντα- και λέγεται μάνα και σύζυγος- γιατί κανείς άλλος δεν κάνει απολύτως τίποτα (δεν του μαθαίνει κανείς να κάνει τίποτα- το κορόιδο μάνα-σύζυγος κρατάει πιστά το ρόλο του), αυτός ο παντοτινός αιχμάλωτος της ζωής που ποτέ δεν καταφέρνει να μορφωθεί σωστά, να εξελιχθεί ως άνθρωπος, να αναπτύξει τον κύκλο του και να αφήσει τα δικά του σημάδια στον κόσμο φεύγοντας, είναι καταδικασμένος να περιφέρεται μέσα σε μια μονίμως λερωμένη κουζίνα και ακατάστατα δωμάτια, παρακολουθώντας από μακριά εκπομπές και σήριαλ που απευθύνονται σ’ αυτόν, αναζητώντας τη δικαίωση στο μεγάλο έρωτα που δε θα γνωρίσει ποτέ, σε πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενα βιβλία με ηρωίδες κατατρεγμένες γυναικούλες που θυμίζουν τους εαυτούς τους με φόντο στάνταρ μια μικρασιατική καταστροφή, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τραβούν το δρόμο τους.

biblio_0003

Τι έχουμε λοιπόν; Βιβλία που απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε αυτό το κοινό που λέγεται νοικοκυρά και τελικά το θεωρούμε και λογικό, αφού μόνο αυτές οι νοικοκυρές απ’ ότι φαίνεται διαβάζουν. Οι υπόλοιποι δεν προλαβαίνουν. Δεν προλαβαίνουν ούτε να διαβάσουν, ούτε να παρακολουθήσουν πρωινές εκπομπές, για να δουν ανάμεσα στις συνταγές μαγειρικής και τα κουτσομπολιά τις και τους συγγραφείς (οκ, κυρίως είναι τις) να μιλούν για το επόμενό τους φανταστικό …πόνημα. Ή ίσως απλά επειδή βγήκαν και λίγο παραέξω, κατάλαβαν ότι όλα αυτά είναι πίπες. Κρίση- ξεκρίση, είτε κάνεις καριέρα είτε δουλεύεις ντελίβερι σε σουβλακερί, από τη στιγμή που (ξε)φεύγεις από τα δίχτυα του σπιτιού και της ελληνικής τηλεόρασης, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για πίπες κι όχι για τίποτα σοβαρό που να αξίζει να ασχοληθείς.

Κι όμως, οι πωλήσεις αυτών των ροζ κι ελαφρολαϊκών αναγνωσμάτων που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη λογοτεχνία χτυπούν κόκκινο, οι εκδότες τρίβουν τα χεράκια τους, οι συγγραφείς νομίζουν ότι είναι λογοτέχνες και ξεφτιλίζονται στα Social Media κυνηγώντας φαν, δηλώνοντας ότι έχουν διαβάσει τα πάντα και ναι, έχουν επηρεαστεί βαθθθθθιά από τον Ντοστογέφσκι, οι αναγνώστες με γλώσσες να κρέμονται σαν τα χαρούμενα σκυλιά περιμένουν το επόμενο αριστούργημα του κώλου και κάπως έτσι στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα και στην Ελλάδα με τέτοιο παρελθόν σε λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία, στην Ελλάδα του Αριστοφάνη και του αρχαίου δράματος, κανείς μας – ΚΑΝΕΙΣ- δεν ξέρει ούτε να τα ξεχωρίσει, ούτε να τα ονομάσει, ούτε έχει διαβάσει, ούτε πρόκειται, και αυτό που βλέπουμε είναι ηλίθια πλάσματα που αυτοαποκαλούνται διαβασμένοι και με την ευκαιρία που τους προσφέρει το διαδίκτυο αυτοβαπτίζονται και κριτικοί, και δηλώνουν περήφανα πως ό,τι καλύτερο έχουν διαβάσει ποτέ τους είναι τα βιβλία της Μαντά και της Δημουλίδου και τώρα τελευταία ξεφυτρώνουν κι άλλοι, παρόμοιοι. Και φυσικά το επόμενο βήμα, είναι αυτά τα τόσο μεγάλα αριστουργήματα που κρατούν τα νήματα της αγοράς να γίνουν ΚΑΙ σήριαλ, ώστε όσοι δεν κατάφεραν να τα διαβάσουν, να έχουν την ευκαιρία να τα παρακολουθήσουν να συμβαίνουν. Και είναι ΝΤΡΟΠΗ. Και κάπως έτσι η ηλιθιότητα στηρίζει και την ελληνική τηλεόραση. Σιχτίρια, συγχίστηκα πάλι.

Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά τώρα. Τι γίνεται με όλους αυτούς τους πραγματικά αξιόλογους συγγραφείς; Γιατί υπάρχουν και αυτοί. Αλλά ποιος τους ξέρει; Ποιος τους διαβάζει; Έχουμε δημιουργήσει δικές μας πια, ελληνικές έννοιες της λογοτεχνίας και του συγγραφέα κι από τη μια ό,τι ξεφεύγει από αυτά τα στάνταρ το αποκλείουμε ως «βαριά κουλτούρα» και την κουλτούρα τη χλευάζουμε (γουάτ δε φακ?) από την άλλη, η άλλη πλευρά των αναγνωστών, αυτή η μερίδα αναγνωστών που θέλει να διαβάσει ένα πραγματικά καλό βιβλίο, απορρίπτει βιβλία που μπορεί όντως να είναι καλά, γιατί έχουν ηλίθιο εξώφυλλο και φέρουν το λογότυπο εκδοτικού οίκου που μας έχει φλομώσει στο μικρασιατικό, κατατρεγμένο έρωτα και δεν τολμά να το ρισκάρει. Για να μη μιλήσω και για την τιμή, κάτι που από μόνο του δεν αφήνει τα ρίσκα, και τελικά επιστρέφουμε στα γνωστά ονόματα που ήδη, δεκαετίες πριν και σε άλλες εποχές, κατάφεραν να αναγνωριστούν και τα έχουμε δοκιμάσει. Έτσι κανείς δεν ασχολείται με τα νέα, άγνωστα ονόματα και το διαφορετικό ανάγνωσμα που μας προσφέρουν κι αυτοί είναι συγγραφείς που αν αξίζουν να αντέξουν στο χρόνο, δε θα το μάθουμε ποτέ. Ούτε και οι ίδιοι θα το μάθουν.

Ξέρετε τι γράφουν οι μεγαλοεκδότες στις σελίδες τους, εκεί στην καρτελίτσα που απευθύνονται στους νέους συγγραφείς; Δε δεχόμαστε ποίηση. Δε δεχόμαστε διηγήματα! Στη γενέτειρα χώρα της ποίησης, οι εκδοτικοί ΔΕΝ δέχονται ποίηση, κι ακόμα χειρότερα, υπάρχουν κι αυτοί οι εκδοτικοί που βγαίνουν στα Social Media και λένε, «ελάτε να φτιάξουμε την επόμενη ποιητική συλλογή. Στείλτε τα ποιήματά σας και αγοράστε οπωσδήποτε τρία αντίτυπα για να έχετε δικαίωμα συμμετοχής». Τι λε ρε φίλε; Σίριουσλι; Και θεωρείσαι εκδότης; Γιατί εμένα για τυπογραφείο μου κάνεις, για να μην πω τίποτα χειρότερο.

Δεν υπάρχει πια διαχωρισμός ανάμεσα σε ριμαδόρους του τίποτα και σε ποιητές. Δεν υπάρχει πια λογοτέχνης και γραφιάς. Όλοι, βράζουν στο ίδιο καζάνι της ανυπαρξίας και της ηλιθιότητας.

Και… στην τρίτη άκρη όλης αυτής της καρναβαλίστικης γιρλάντας που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα, υπάρχουν και οι ομάδες βιβλίων των Social Media. Και όχι, δεν πρόκειται ούτε για σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά, ούτε για κριτικούς λογοτεχνίας, ούτε καν για δάσκαλους που θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν το αναγνωστικό κοινό και να το εκπαιδεύσουν και να το στρέψουν προς τις σωστές κατευθύνσεις, ανοίγοντάς τους τα μάτια. Όχι. Η πλειοψηφία αυτών των ομάδων, είναι πελατοθηρικές, στημένες από αδαής ανθρώπους που απλά δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και μαζεύουν μέσα όοοολον αυτό το συρφετό πανομοιότυπων δήθεν λογοτεχνών, με κύριο στόχο το τζάμπα βιβλίο από τους εκδότες και τους συγγραφείς, και τη φωτογραφία που αποδεικνύει ότι «ναι, εγώ τον γνώρισα προσωπικά τον κύριο Τάδε και γίναμε φιλαράκια και δείτε με ποιος είμαι, είμαι κάποιος».

Αυτές λοιπόν είναι οι βιβλιοφιλικές ομάδες και οι διαχειριστές που θεωρούν ότι κάτι κάνουν σημαντικό, περιφέρονται από παρουσίαση σε παρουσίαση και βγάζουν φωτογραφίες αναμεταδίδοντας τον …λογοτεχνικό παλμό της εποχής, ανεβάζουν ολόκληρους διθυράμβους για τις βλακείες που κυκλοφορούν η μια μετά την άλλη από τους ανορθόγραφους γραφιάδες του τίποτα και της ανύπαρκτης παιδείας, κληρώνουν τα σκουπιδοπονήματα και βραβεύουν την ηλιθιότητα και ναι, οι Έλληνες αγαπούν το τζάμπα και την ηλιθιότητα και συγχαρητήρια για την κατάντια μας και δεν υπάρχει δικαιολογία.

Οι γραφιάδες-δημιουργοί που πρώτοι-πρώτοι γίνονται μέλη αυτών των ομάδων για να παρακολουθούν τη σοβαρή πορεία τους, πιστεύουν ακόμα περισσότερο στο πόσο σημαντικοί είναι και στήνονται μερόνυχτα μπροστά στις οθόνες τους γλείφοντας το κοινό τους, γράφουν από μόνοι τους ό,τι τους έρχεται στο μυαλό για το βιβλίο τους, το βαθμολογούν κιόλας, του κοτσάρουν και καμιά μαντινάδα σ’ ένα βιντεάκι, το φωτογραφίζουν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι τριανταφυλλιάς στο σπίτι τους με φόντο τη θάλασσα και στην άκρη κάποιο πίνακα αντίγραφο που ψώνισαν από το Μοναστηράκι, κοροϊδεύουν τους αναγνώστες πουλώντας τους το παραμύθι της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης βάζοντάς τους να διορθώνουν και να φτιάχνουν εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα ΤΖΑΜΠΑ, αυτοβαφτίζονται συγγραφείς, ποιητές, λογοτέχνες, διατυμπανίζουν τις μαλακίες που τους γράφει ο κάθε ανορθόγραφος με γκρικλις στο ίνμποξ για το αριστούργημά τους, ενώ ταυτόχρονα εκλιπαρούν κάθε σοβαρό άνθρωπο εκεί έξω να διαβάσει το βιβλίο τους και να γράψει κάτι, οτιδήποτε. Και κανείς σοβαρός δεν έχει να γράψει κάτι, οτιδήποτε για κάτι που είναι τίποτε. Μόνο οι αυτοαποκαλούμενοι κριτικοί γράφουν, κι αυτό που γράφουν είναι μια περιεκτικότατη περίληψη του βιβλίου αποκαλύπτοντας την ιστορία. Άντε ρε χεστείτε.

Πού πήγε η λογοτεχνία; Πού πήγαν τα καλά βιβλία; Μην περιμένετε να έρθουν μόνα τους σε σας, δεν πρόκειται. Ανοίξτε τα μάτια σας και ψάξτε.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η MichaelK λέει:

    Τα λες έξω από τα δόντια και θίγεις πολλά κακώς κείμενα που τολμώ να πω δεν περιορίζονται στο χώρο του βιβλίου. Πραγματικά αυτό που ενοχλεί και εμένα ιδιαιτερα είναι η παρουσίαση και προώθηση ως λογοτεχνικών αριστουργημάτων χιλιοειπωμένων ροζαλί ιστοριών.

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ο/Η Kefalas Alexander λέει:

    Μια «χαμένη» γενιά λογοτεχνών αναζητά εκδότη

    Ακούμε συχνά πως η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει βαθιά τον ήδη πολύπαθο χώρο των ελληνικών γραμμάτων, αλλά στις μέρες μας, μαζί με την αποδόμηση ενός ολόκληρου σαθρού κράτους, έχουμε θυσιάσει στο βωμό της ύφεσης μια ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών που μάταια αναζητά να επικοινωνήσει με το αναγνωστικό της κοινό. Την τελευταία δεκαετία, άξιοι πρωτοεμφανιζόμενοι και μη λογοτέχνες, πολύ πριν σκάσει η μεταπολιτευτική φούσκα, αντιμετωπίζονται με αδιαφορία κι ενίοτε με αγένεια από το σύνολο του λεγόμενου εκδοτικού συστήματος (εκδότες, βιβλιοκριτικούς, περιοδικό τύπο, έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, βιβλιοπωλεία κλπ). Εκδοτικοί οίκοι, χωρίς καν να μπουν στον κόπο να διαβάσουν τη νέα αυτή σοδειά πνευματικής δημιουργίας (και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι κρίσεις συνήθως ευνοούν τη δημιουργία…), είτε στέλνουν ψυχρές απαντητικές επιστολές του τύπου: «Σας ευχαριστούμε για την πρότασή σας. Δυστυχώς, ο εκδοτικός μας προγραμματισμός είναι πλήρης και δεν μπορούμε να την εντάξουμε σε αυτόν», είτε αγνοούν τελείως τους νέους συγγραφείς (προσωπικά μου έχει τύχει να λάβω θετική απαντητική επιστολή μετά από τρία χρόνια κι αφού είχε κάποιο βιβλίο μου εκδοθεί…). Με λύπη διαπιστώνω πως απουσιάζει πλέον η στοιχειώδης επαγγελματική ευγένεια ανάμεσα σε δημιουργό και εκδότη. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις που εγκύπτουν στο έργο που πέφτει στα χέρια τους, αλλά αδυνατούν να το εκδώσουν λόγω οικονομικών δυσχερειών. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούς από καθιερωμένους εκδότες του χώρου λόγια όπως : «Δεν χρειάζεται να σας μιλήσω για την αναμενόμενη εμπορική απήχηση των ποιοτικών κειμένων σας σε μια εποχή που η πραγματική λογοτεχνία έχει από χρόνια εξοστρακισθεί και που κυριαρχούν οι εντυπωσιακές πωλήσεις «μυθιστορημάτων» από γυναίκες και για γυναίκες, τα οποία αποτελούν ογκώδη και ελληνοποιημένη εκδοχή των παλαιότερων ‘Αρλεκιν’. Πολύ δε περισσότερο που, για αιτίες που σίγουρα γνωρίζετε, το πνευματικό επίπεδο του σύγχρονου αναγνώστη έχει κατεβεί δραματικά.Βέβαια, πάντα υπάρχει το καλό κοινό που ξέρει να επιλέγει. Αν είμαστε σε άλλες εποχές θα είχαμε κάθε λόγο να το περιλάβουμε στις εκδόσεις του οίκου μας, πλην όμως, αυτόν τον καιρό, λόγω των γνωστών σε όλους μας οικονομικών συνθηκών δεν έχουμε τη δυνατότητα».

    Συνεπώς η καλή ή πρωτοπόρα λογοτεχνία και οι δημιουργοί της, που δεν είχαν την τύχη να μεγαλουργήσουν σε εποχές παχιών αγελάδων, περιθωριοποιείται χάριν της εύπεπτης λογοτεχνιας παραλίας και των επανεκδόσεων παλαιότερων καθιερωμένων συγγραφέων. Δεν είναι τυχαίο πως οι Έλληνες λογοτέχνες των δεκαετιών ‘80, ‘90 έως και 2000 περίπου έχουν να επιδείξουν, οι περισσότεροι, ένα πλούσιο βιογραφικό, αφού ανά έτος, ή πολύ κοντά χρονικά, οτιδήποτε έγραφαν εκδιδόταν με ευκολία. Δεν έχει κάποιος παρά να ανατρέξει στις βιογραφίες της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ και του ΕΚΕΒΙ για του λόγου το αληθές. Οι νέοι λογοτέχνες, από την άλλη, ανεξάρτητα από την ποιότητα της δουλειάς τους πολλές φορές αναγκάζονται να αφήσουν για χρόνια στο συρτάρι τα έργα τους, αφού το τείχος των εκδοτικών είναι απροσπέλαστο. Αλλά ακόμα κι αν καταφέρουν μετά κόπων και βασάνων να το περάσουν κι αυτό, έχουν να συναντήσουν αρκετούς σκοπέλους μπροστά τους. Η χαρά μιας έκδοσης έχει δυστυχώς αντικατασταθεί με το άγχος μιας αμφίβολης και δύσκολης συνεργασίας. Ανέκαθεν ο λογοτέχνης ήταν ο «ριγμένος» της υπόθεσης (χαμηλά ποσοστά επί των πωλήσεων κλπ), αλλά σήμερα πολύ περισσότερο μια έκδοση ενέχει τον κίνδυνο μεγάλης οκονομικής στήριξης με ελάχιστα κέρδη, όχι πλέον από τον εκδότη, αλλά από τον ίδιο το λογοτέχνη. Φυσικά, όλοι οι τομείς της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν μπει στην ίδια λογική. Για παράδειγμα, οι σύγχρονες γκαλερί ζητάνε ποσά ενοικίασης από τους καλλιτέχνες προκειμένου να προβάλλουν στις αίθουσές τους τη δουλειά τους και σχεδόν πάντα παίρνουν και κάποιο ποσοστό επί των πωλήσεων. Δυστυχώς, δεν απέχει και πολύ το σύγχρονο ελληνικό βιβλίο από αυτές τις «μεθόδους».

    Οι εκδοτικοί οίκοι ήταν και είναι επιχειρήσεις, πρωτίστως, δεν το ξεχνάμε. Οι ‘ροζ’ σειρές τους άλλωστε, κατά τα λεγόμενά τους, αυτόν τον επικουρικό ρόλο επιτελούν (στηρίζουν με τα έσοδα τους τις πιο ποιητικές…). Απλώς, στις μέρες μας έχουν πετάξει το προσωπείο των πυλώνων πολιτισμού που κάποτε φόραγαν. Δεν είναι τυχαίο πως αρκετοί απορρίπτουν εκ των προτέρων συγκεκριμένα «μη εμπορικά» είδη (όπως η ποίηση, το θέατρο, το δοκίμιο κλπ). Άλλοι πάλι στις επίσημες ιστοσελίδες τους ζητάνε (άκουσον άκουσον) συγκεκριμένο αριθμό λέξεων (γιατί τα ‘τούβλα’ των πεντακοσίων σελίδων ανεβάζουν και τη λιανική τιμή…). Έτσι οι μεγάλοι και κραταιοί εκδότες, προσπαθώντας να επιβιώσουν, έχουν γίνει υπέρ το δέον επιλεκτικοί προωθώντας συγκεκριμένα «ονόματα» για τη σίγουρη εμπορική τους επιτυχία, ενώ οι πιο μικροί δρουν πλέον απροκάλυπτα ως τυπογραφεία ζητώντας από τη νέα γενιά λογοτεχνών που θέλει να δει το έργο της τυπωμένο υπέρογκα ποσά (της τάξεως των 2,000-3,000 ευρώ και περισσότερο ανάλογα με το τιράζ) χωρίς έπειτα να προβάλλουν ανάλογα τα βιβλία τους. Η συμμετοχή του λογοτέχνη στο κόστος της έκδοσης, η λεγόμενη συνέκδοση ή αυτοέκδοση, είναι «τακτική» συνηθισμένη πλέον. Πολλοί είναι οι νέοι δημιουργοί που πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο θα κερδίσουν μια θέση στα ελληνικά γράμματα και καταφεύγουν σε αυτήν τη λύση, αλλά πλανώνται πλάνην οικτράν. Σπάνια τα βιβλία τους μπαίνουν στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων, που ας μη γελιόμαστε είναι οι βασικές κοιτίδες επαφής με το αναγνωστικό κοινό. Επίσης το σύνολο των εφημερίδων και των εντύπων ευρείας κυκλοφορίας αγνοεί επιδεικτικά τα δελτία τύπου, ενώ οι βιβλιοκριτικοί δεν στέλνουν καν μια ευχαριστήρια απαντητική επιστολή για τις νέες κυκλοφορίες που έρχονται στα χέρια τους μέσω των μικρών αυτών εκδοτικών. Παντελής αδιαφορία από τα μέσα και μηδαμινή «επικοινωνία» του βιβλίου με το κοινό είναι το τελικό αποτέλεσμα μίας συνέκδοσης στις περισσότερες των περιπτώσεων. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να εκδοθούν και λογοτεχνικά ‘σκουπίδια’ με την πρακτική αυτή. Ως υπεύθυνος λογοτεχνικής αξιολόγησης έχω απορρίψει κατά διαστήματα αρκετά και τρέμω στην ιδέα πως με την αυτοέκδοση πολλά εξ αυτών θα κυκλοφορήσουν.
    Εν αντιθέσει όσοι δημιουργοί κι εκδότες είναι καλύτερα δικτυωμένοι στον χώρο από την πρώτη κιόλας βδομάδα (καμιά φορά και πριν την κυκλοφορία) έχουν να επιδείξουν εγκωμιαστικές κριτικές και ολοσέλιδα αφιερώματα του νέου έργου τους στο έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Κατά καιρούς μέτρια βιβλία έχουν έρθει στα χέρια μου για τα οποία έχουν γραφτεί διθύραμβοι πριν καλά καλά βγουν από τις πρέσες του τυπογραφείου. Επίσης ολοένα και πιο συχνά ανθούν σεμινάρια κι εργαστήρια δημιουργικής γραφής που τα διαχειρίζονται πρωτοεμφανιζόμενοι ομότεχνοι του ενός βιβλίου τις περισσότερες φορές με καλές όμως δημόσιες σχέσεις. O tempora o mores… Συνεπώς υπάρχει ένα σύστημα δύο ταχυτήτων στην νεοελληνική βιβλιοπαραγωγή και διανομή αλλά και στην υποδοχή από το λεγόμενο ‘σινάφι.’ Δε θα αναφερθώ στις κριτικές επιτροπές των λογοτεχνικών βραβείων και στον τρόπο επιλογής των υποψήφιων καθώς κι εκεί οι διαδικασίες μάλλον χωλαίνουν και μόνο αξιοκρατικές δεν μπορούν να θεωρηθούν. Νεαρός συνάδελφος τις προάλλες με έκπληξη διαπίστωσε πώς έπρεπε να κάνει μόνος του μια αίτηση για την οποία κανείς δεν φρόντισε να τον ενημερώσει μιας και προερχόταν από μικρό κι όχι γνωστό εκδοτικό οίκο. Επί λέξει η υπεύθυνη του κρατικού διαγωνισμού του είπε : ‘δεν μπορούμε να ενημερωνόμαστε για κάθε νέο βιβλίο…’. Τι κι αν οι ηλεκτρονικές βάσεις είναι ενημερωμένες; Δεν είναι τυχαίο πως διαρκώς στα βραβεία φιγουράρουν συγκεκριμένοι εκδοτικοί οίκοι και τα φιντάνια τους. Συνεπώς η λογοτεχνική ποιότητα δεν είναι πάντα το κριτήριο για την καλή εκδοτική πορεία και τη βράβευση ενός βιβλίου.
    Φυσικά το καλό βιβλίο, θα πουν ορισμένοι, δε χρειάζεται προβολή, βρίσκει το δρόμο του και δε θα διαφωνήσω. Με τον όρο όμως να έχει ίσες ευκαιρίες στις διόδους επαφής, δηλαδή τα βιβλιοπωλεία και κυρίως τις μεγάλες αλυσίδες. Επίσης, οι εκδότες δεν πρέπει να ξεχνάνε πως απαξιώνοντας μία ολόκληρη γενιά νέων λογοτεχνών επιλέγουν μία τακτική που μελλοντικά ίσως γυρίσει εναντίον τους. Αν δε σπείρεις δε θα θερίσεις δε λέει ο πάνσοφος λαός μας;

    Αρέσει σε 1 άτομο

  3. Ο/Η Tasos λέει:

    Με λένε Τασο Εχω εκδόσει μία α ποιητική συλλογή στα 24γραμματα σε ηλεκτρονική μορφή , και ενα μικρό ebook μυθιστόρημα με πλοκή μυστήριο.στη πορεία του χρονου( δυο χρόνια και εξι μηνες) τίποτα δεν έγινε παρόλο τον διακαή μου πόθο να διαβαστεί απο ενα κοινο,έστω μικρο κοινο! Αλλα μην σας ταλαιπωρούσε με την πολύ λόγια μου. Ολα εξηγούνται πολύ απλα . πριν απο 2 με 3 χρόνια είχα συμμετάσχει σε ενα διαγωνισμό του μεταιχμιου με θέμα την αστυνομική λογοτεχνία. Εκατονταδες άνθρωποι δήλωσαν συμμετοχή αναμεσα τους και η αφεντια μου. Οι πρωτοι δέκα θα είχαν το δικαίωμα να τα εκδώσουν στον ίδιο εκδοτικό οικο. Οι βραβεύσεις έγιναν το 2014 τον Μάρτη ή Μάη δεν είμαι σίγουρος..για το μονο που είμαι σίγουρος είναι οτι έχασα απο ανθρώπους που έγραφαν όπως η κύρια Μαντά και η κύρια δημουλιδου.δεν έχω τίποτα προσωπικό με τις κύριες,απλα έχουν φτιαξει ενα νεο ειδος λογοτεχνίας στην νεα ελλαδα,των νεοελλήνων σαν και του λογου μας…ο αέρας ο χώρος είναι πλεον όλος δικός τους…άλλωστε είναι παγκοσμια μπεστ σέλερ ή μήπως όχι;

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s