Κρητικός ή κριτικός;

Posted: Φεβρουαρίου 24, 2017 by ovithanos in Περιοδικό
Ετικέτες: , , , , ,

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες για το πώς κάποιος μπορεί να αυτοχρηστεί κριτικός, γιατί για αυτοχρησμό πρόκειται. Αυτό το να αυτοχρήζεται κάποιος κριτικός βιβλίου ήταν πιο περιορισμένο την εποχή του έντυπου τύπου και πριν την εισβολή του ιντερνέτ στη ζωή μας. Σήμερα τα πράγματα είναι απλά: ό,τι δηλώσεις είσαι. Τότε, πέρα από τις γενικότερες γνώσεις που χρειαζόταν να έχεις για το βιβλίο και την παραγωγή του ή τον συγγραφέα (που πολλές φορές απαιτούσε και την προσωπική γνωριμία), έπρεπε να ξέρεις και να γράφεις. Σήμερα, αρκεί να ανοίξεις ένα μπλογκ, να βάλεις τη φωτογραφία ενός βιβλίου, σε περιορισμένα ελληνικά να γράψεις για τα σύννεφα που σου δόνησαν τα μέσα σου και αυτομάτως αυτό-ονομάστηκες κριτικός βιβλίου.

ovi_greece_0117_019aΑυτό που ειρωνικά πολλές φορές λέγεται για τους κριτικούς, γενικότερα έχει μια δόση αλήθειας. Ο κριτικός βιβλίων, για παράδειγμα, είναι αποτυχημένος συγγραφέας. Αλλά για να είσαι αποτυχημένος συγγραφέας πρέπει πρώτα να ήσουν συγγραφέας. Να έχεις γράψει και εκδόσει βιβλίο που μετά μπορεί να απέτυχε για διάφορους λόγους , που μπορεί και να συμπεριλαμβάνουν τη λάθος επιλογή χρόνου έκδοσης ή τη λάθος προβολή του κι όχι αποκλειστικά το περιεχόμενό του. Κριτικό βιβλίου δεν σε κάνει το ότι έχεις διαβάσει όλα τα Χάρρυ Πόττερ.

Αυτό το αλαλούμ με τους αυτό-αποκαλουμένους κριτικούς βιβλίων (και γενικότερα τέχνης), το εκμεταλλεύτηκαν αυτοί που όπως εμμένουν τα μυθιστορήματα μυστήριου, έχουν το κίνητρο για έγκλημα:  οι εκδότες. Και τι άλλο κίνητρο θα μπορούσαν να έχουν εκτός από το Cherchez la femme, από το χρήμα; Εδώ είναι βέβαια και η μεγάλη ειρωνεία. Αυτοί οι ίδιοι που με μεθόδους Κολομβιανού καρτέλ ναρκωτικών εκμεταλλεύονται μέχρι δακρύων τους πραγματικούς εργάτες του βιβλίου (συγγραφείς, σχεδιαστές, μεταφραστές, διορθωτές κ.α.), πουλάνε το βιβλίο με λογική και τιμές ναρκωτικών, και στο τέλος μιλάνε πάλι με ύφος Κολομβιανού έμπορα ναρκωτικών, δικαιολογώντας τις τιμές και το πολλές φορές κακό προϊόν τους σαν συμβολή- όχι στη διασκέδαση, αλλά τον …πολιτισμό.

Η χρήση της λέξης «προϊόν» αντί της λέξης βιβλίο, ήταν συνειδητή γιατί για τους περισσότερους εκδότες το βιβλίο είναι τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, δέκα στην τσέπη. Κι από τη στιγμή που το βλέπουν αυτοί σαν προϊόν που θα αποφέρει κέρδος, αντίστοιχα κι εγώ θα πρέπει να το βλέπω σαν προϊόν που μου ανταποδίδει σε είδος αυτό που πληρώνω σε χρήμα.

Όλα αυτά υπάρχουν παντού, αλλά υπάρχουν και δικλείδες που προφυλάσσουν τόσο τους συγγραφείς και τους εργάτες του βιβλίου, όσο και τους αναγνώστες. Στην Ελλάδα δυστυχώς, και ειδικά στην Ελλάδα του ντεμέκ και της αρπαχτής (που δεν τα έφεραν τα μνημόνια, μάλλον αυτά έφεραν τα μνημόνια), όλα είναι σε υπερθετικό βαθμό και φυσικά και οι …κριτικοί βιβλίου.

Στην Ελλάδα το «ό,τι δηλώνω είμαι» δεν είναι κατάσταση, είναι δόγμα και στην περίπτωση του βιβλίου είναι και καρκίνωμα γιατί φυσικά και σε αυτό το έγκλημα υπάρχουν τα κίνητρα και υπάρχουν και οι εκδότες. Οι εκδότες που εκμεταλλεύονται αυτή την ασυδοσία – και δει την διαδικτυακή – για να στήσουν φάμπρικες δουλικών με την επωνυμία …κριτική βιβλίων (μου) και ΣΙΑ ΑΕ με αντάλλαγμα …βιβλία και 10 λεπτά κουτσομπολίστικης διαδικτυακής διασημότητας.
Όταν ο Μάριος Πλωρίτης – για να αναφέρω ένα όνομα που ελπίζω να το θυμούνται κάποιοι – έκανε κριτική βιβλίου, είχε στην πλάτη του 11 βιβλία θεωρητικά για την τέχνη, τη γραφή και το θέατρο, και πάνω από 100 μεταφράσεις θεατρικών έργων. Οι δε κριτικές του, τα κείμενά του, ήταν από μόνα τους μάθημα της Ελληνικής γλώσσας. Σε αυτόν τον άνθρωπο προσπαθεί να στηθεί δίπλα του ένα παιδάκι που έχει ανοίξει ένα μπλογκ που το ονομάζει κριτική βιβλίου και σε συνέντευξη που πηρέ από ελλην. «συγγραφέα» – άλλο θέμα αυτό – ήθελα να πάρω κόκκινο στυλό να διορθώνω τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Το κείμενο δεν το διάβασα, με τύφλωσαν τα ελληνικά και οι υπερβολές, ή καλυτέρα το γλείψιμο που μάλλον ήταν εντολή του εκδοτικού, που πίσω από την κουρτίνα δυο, χορηγεί το μπλογκ. Το πολύ χειρότερο; Το συγκεκριμένο παιδάκι με τον αέρα του «ό,τι δηλώνω είμαι» είναι και τσαμπουκάς προς όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ελπίζω εκτός από κριτικός να μην είναι και Κρητικός και έχει μπερδευτεί.

Πάμε όμως στο θέμα κριτική βιβλίου, γιατί το θέμα ποιος είναι ‘ποιος’ και ‘τι’ σε σχέση με το βιβλίο στην Ελλάδα, είναι τεράστιο και θα έχουμε ελπίζω, όλο το χρόνο μπροστά μας να το αναλύσουμε.

Όπως είπα στην αρχή, στην κριτική βιβλίου δεν υπάρχουν κανόνες. Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που υπάρχει είναι προσωπικοί ηθικοί κανόνες και ουσιαστική αντίληψη για τη δουλειά του κριτικού βιβλίου. Για να υπάρξει όμως ουσιαστική αντίληψη, πρέπει να υπάρχουν κι ορισμένα στοιχεία. Γνώση του τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας και μάλιστα συγγραφέας που έχει εκδόσει βιβλίο. Δεν είναι το πιο σημαντικό, αλλά έχοντας τη γνώση έκδοσης ενός βιβλίου έχεις και τη γνώση αυτών που κάνουν ένα βιβλίο καλό, έχεις μπει στη διαδικασία να παρακολουθήσεις από τη διόρθωση μέχρι την εκτύπωση και ξέρεις τι θα κάνει ένα βιβλίο ελκυστικό για κάποιον που η πρώτη του επαφή μαζί του είναι καθαρά οπτική και στο βιβλιοπωλείο.

Ένας άνθρωπος που το μοναδικό που έχει γράψει στη ζωή του, είναι πόσο παχουλά είναι τα λευκά συννεφάκια και το έδειξε στη μαμά του ή στον γκόμενο για να τους πει μπράβο, δεν μπορεί να κρίνει τον κόπο και πολλές φορές τη συγγραφική αγωνία του άλλου. Παράλληλα δεν θα καταλάβει ότι κάποιος άλλος τον κορόιδεψε γράφοντας ένα βιβλίο με κλισέ που θα αρέσουν στο συγκεκριμένο αναγνώστη χωρίς να έχει τίποτα περισσότερο να του προσφέρει. Παχουλά λευκά συννεφάκια θα πάρει.
Αυτός που θέλει να κάνει κριτική βιβλίου λοιπόν, πρέπει να έχει γνώση όλης της γραμμής παραγωγής ενός βιβλίου και να θυμάται ότι, ναι ο συγγραφέας σηκώνει μεγάλο βάρος αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο σχεδιαστής, ο διορθωτής ή αυτός που επιβλέπει το layout ενός βιβλίου είναι απλοί κομπάρσοι. Αδιάφορα του ποσοστού συμβολής του καθενός, ένα βιβλίο είναι αποτέλεσμα της δουλειάς όλων και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όταν ένα βιβλίο κρίνεται, κρίνεται σαν σύνολο κι όχι αποσπασματικά.

Θα ανέρθω σε προσωπικό παράδειγμα. Υπάρχει ελληνικός και μάλιστα πετυχημένος ελληνικός εκδοτικός οίκος, που από το 1982 δεν έχω αγοράσει ποτέ ξανά βιβλίο του, παρόλο που κατά περιόδους έχει κάνει εκδόσεις που με ενδιαφέρουν. Ο λόγος απλός, ο εκδότης στην προσπάθεια μεγαλύτερου κέρδους αδιαφόρησε συνειδητά για την ποιότητα του βιβλίου. Έτσι εγώ βρέθηκα με βιβλία που είχαν σελίδες κομμένες στη μέση, κακοτυπωμένες και με μουτζούρες που έκαναν αδύνατο το διάβασμα, ανάποδα κολλημένες ή ακόμα και να λείπουν. Αυτό δυστυχώς όχι σε ένα. Αλλά και σε ένα να ήταν, αυτό που πρέπει να καταλάβετε είναι ότι ΔΕΝ επιτρέπεται. Υποτίθεται ότι υπάρχει έλεγχος στο τυπογραφείο που αυτά τα βιβλία πετιούνται. Δεν πάνε στο καλάθι για μισή τιμή, δεν πάνε σε βιβλιοθήκες και σχολεία, πετιούνται. Το ότι έφτασε στα χέρια μου ένα τέτοιο βιβλίο δείχνει τι σκέφτεται ο εκδότης για μένα και με προσβάλλει.

Αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψη του ο κριτικός. Τα βιβλία δεν τυπώνονται σε χαρτί εφημερίδας. Τελεία και παύλα. Ένα βιβλίο που είναι τυπωμένο σε χαρτί εφημερίδας είναι κακό και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να το αναφέρει. Την ηθική ξέρετε γιατί; Γιατί το βιβλίο στοιχίζει και μάλιστα στοιχίζει ακριβά. Στοιχίζει πολλά μπουκάλια γάλα για το παιδί αυτού που το αγοράζει και στην σημερινή Ελλάδα στοιχίζει ακόμα πιο ακριβά, κι ο κριτικός βιβλίου έχει την ηθική υποχρέωση να προφυλάξει αυτόν που στο τέλος θα πληρώσει.

Εδώ ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε και σε κάτι άλλο. Η συνήθως σκέψη είναι ότι η κριτική βιβλίου έχει να κάνει με την προσωπική αισθητική και στο τέλος είναι θέμα προσωπικής άποψης. Λάθος. Έχει να κάνει ΚΑΙ με την προσωπική αισθητική αλλά όχι μόνο. Ένα κακογραμμένο βιβλίο με πολλά ορθογραφικά λάθη, που είναι ευθύνη και του συγγραφέα και του διορθωτή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλό επειδή η ιστορία κάπου έκανε κλικ στην προσωπική αισθητική μας. Μου άρεσε η ιστορία, δεν είναι αρκετό για να δώσεις 20 ευρώ. Αυτή η ενημέρωση είναι ευθύνη του κριτικού, που βέβαια το παιδάκι με το μπλογκ ούτε καταλαβαίνει για τι μιλάω, αφού πέρασε από τον κάπτεν Αμέρικα και τον Τιραμόλα στην Χρυσηίδα και μετά δήλωσε ειδικός στα βιβλία.

Αυτά όλα έχουν να κάνουν με το 25% της κριτικής ενός βιβλίου, αλλά με αυτό το 25% να έχει βάρος στην τσέπη του αναγνώστη και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να τη σέβεται, κόντρα μάλιστα στον εκδότη. Το υπόλοιπο 75% βαραίνει τον συγγραφέα και το δημιούργημά του. Εκεί κι αν το κείμενο είναι σωστό και καλογραμμένο μπαίνει η προσωπική αισθητική του συγγραφέα, αλλά ακόμα κι αυτή η αισθητική θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένη. Το αν σ’ αρέσει η όχι να έχεις στο σπίτι σου έναν πίνακα του Πικάσο είναι αναμφίβολα δικό σου δικαίωμα και θέμα προσωπικής αισθητικής, αυτό όμως δεν σου αποκλείει να εκτιμήσεις το έργο του Πικάσο, τη συμβολή του στην τέχνη και τους συμβολισμούς του, ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο του που εσύ δεν θα έβαζες ποτέ στο σπίτι σου.

Πολλοί έχουν ακούσει το όνομα Χέμινγουεϊ στην Ελλάδα, με λύπη μου έχω διαπιστώσει ότι λίγοι έχουν διαβάσει έστω και τα πιο «παιδικά» έργα του όπως το «Ο Γέρος και η Θάλασσα». Το συγκεκριμένο του έργο το έχω διαβάσει στο πρωτότυπο (στα αμερικανικά, προσοχή δεν είναι το ίδιο με τα αγγλικά) στα Ελληνικά και στα Γερμανικά αργότερα, από περιέργεια και για την παρατήρηση που θα ακολουθήσει. Η ομορφιά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πέραν της ιστορίας, που είναι πολύ συγκινητική και πολύ ανθρώπινη. Η ομορφιά του βιβλίου είναι στην ίδια τη γλώσσα, κάτι που δυστυχώς δεν υπάρχει καθόλου στην ελληνική μετάφραση που διάβασα εγώ, και με πολύ προσπάθεια λίγο στη Γερμανική. Ο Χέμινγουεϊ στη γραφή του δεν χρησιμοποιεί αντικείμενο. Σκεφτείτε το. Έγραψε βιβλία που του έδωσαν ακόμα και Νόμπελ λογοτεχνίας με κείμενα που γραμματικά παραβαίνουν κανόνες. Ο Χέμινγουεϊ δεν αρκέστηκε στην ιστορία, ζωγράφισε με τις λέξεις.

Όταν διαβάζεις Παπαδιαμάντη πρέπει να ξέρεις ότι η γραφή του είναι «μαλλιαρή» (πόσοι ξέρουν τι σημαίνει αυτή η λέξη;), είναι τα πραγματικά νέα ελληνικά. Αυτά που μιλάμε σήμερα …δεν θέλετε να ξέρετε τη γνώμη μου, αλλά νέα ελληνικά ΔΕΝ είναι. Όταν διαβάζεις λοιπόν την «Φόνισσα» παίρνεις ταυτόχρονα κι’ ένα μάθημα γραφής μια γλώσσας εξελιγμένης από τα αρχαιά ελληνικά, όχι αυτό το πατσαβούριασμα που οι νεοέλληνες ονομάζουν νέα ελληνικά προσθέτοντας στο τέλος κι ένα …νορμάλ. Βλέπετε όλα αυτά πρέπει να τα ξέρει, να τα αναγνωρίζει ένας κριτικός βιβλίου. Φανταστείτε έναν κριτικό τέχνης που να μην ξέρει τι είναι ο πουαντιγισμός. Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι δεν έχετε ιδέα τι είναι και κάποιοι θα το ψάξετε, ένας κριτικός τέχνης όμως υποχρεούται να το ξέρει.

Τώρα όμως θα μου επιτρέψετε την ερώτηση: είπαμε ότι η αισθητική παίζει ρόλο στην κριτική του βιβλίου αλλά είναι η αισθητική ο ρυθμιστικός παράγοντας για να κρίνεις ένα βιβλίο; Όχι, όχι, ΟΧΙ. Δυστυχώς  – και πάλι σε αυτό το θέμα, η Ελλάδα και οι αυτοαποκαλούμενοι «κριτικοί» έχει θέση αρχοντική. Όταν μιλάμε για κριτική βιβλίου η έμφαση έπρεπε να μπαίνει στη λέξη βιβλίο κι όχι στην κριτική. Βιβλίο δεν είναι μόνο αυτά που έχει εκδόσει η κάθε χαζοαεροσερβιτόρα και δυστυχώς η κριτική βιβλίου στην Ελλάδα περιορίζεται σε αυτό που οι αγγλόφωνοι χαρακτηρίζουν pulp fiction, και στην Ελλάδα παλαιότερα λεγόταν βιπεράκια και άρλεκιν και σήμερα λέγεται Δημουλίδου και Μαντά. Αυτά σαν απλά παραδείγματα σε μια πληθώρα ομοίας αξίας ονομάτων .

Κριτική βιβλίου θα κάνεις σε αυτά τα σκουπίδια (κινδυνεύοντας και να σε βρωμίσουν) αλλά θα πρέπει να είσαι ικανός και να κάνεις και στο «Χίτλερ: Βιογραφία» του Ι. Kershaw που κυκλοφόρησε το 2008, ή την «Ιστορία του Βυζαντίου» του Timothy E. Gregory ή για το «Quantum markets».  Αμφιβάλω αν και μόνο σαν σκέψη έχει περάσει στο κάθε παιδάκι που αυτοαποκαλείται κριτικός βιβλίου ότι αυτό είναι μέσα στις υποχρεώσεις του για να καλείται κριτικός βιβλίου.

Πάμε ένα βήμα παρακάτω, γιατί η απάντηση θα μπορούσε να ήταν, εγώ είμαι κριτικός που ειδικεύομαι στο ρομαντικό μυθιστόρημα. Πως λεμέ, δεν είμαι φυσικός αλλά αστροφυσικός, κάπως έτσι. Αλλά ας το δεχτώ. Το 2016 , διάβασα τρία ελληνικά βιβλία που οι μεν εκδοτικοί τα κατατάσσουν στα «κλασσικά», οι δε «κριτικοί» στα αριστουργήματα. Προσοχή, δεν θα σταθώ καθόλου στην κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας που πράττουν κατά συρροή συγγραφέας και διορθωτής (αν υπήρξε) αλλά θα περάσω απ’ ευθείας στην ιστορία και στο νόημα.

Στην πρώτη ιστορία, ερωτική και πολύ ταραγμένη. Η ηρωίδα ζει στο τέλος της δικτατορίας και οι πιο έντονες στιγμές είναι με φόντο την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το 1974! Φθινόπωρο. Εγώ έχω αναμνήσεις για αυτή την ιστορική στιγμή που δεν είναι καθόλου μα καθόλου φανταστική, έχει καταγραφεί στην ελληνική ιστορία σαν γεγονός και έγινε το 1973 και μάλιστα στις 15-17 Νοέμβριου, όχι έτσι αόριστα το φθινόπωρο, ουτε η προσοχή κανενός στην Αθήνα δεν ήταν στραμμένη στα καφέ φθινοπωρινά φύλλα. Στο τρίτο κεφάλαιο το πέταξα στα σκουπίδια και το εννοώ. Η συγγραφέας δεν είχε ζήσει το Πολυτεχνείο (παρόλο ότι η ηλικία της δεν το δικαιολογεί) αλλά δεν είχε κάνει ούτε την τυπική έρευνα πριν το γράψει. Χαρακτηρισμός γι’ αυτήν και το βιβλίο της; Ηλίθια και ηλίθιο! Για τους αυτοαποκαλούμενους Έλληνες «κριτικούς»; Αριστούργημα!

Δεύτερη περίπτωση. Εδώ έφτασα μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο. Ο λόγος γιατί ο αυτοκράτορας Μάξιμος δεν ήταν ο αυτοκράτορας που εκπαίδευσε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Υπήρξε πράγματι βυζαντινός αυτοκράτορας με το όνομα Μάξιμος, μόνο που έζησε και κυβέρνησε το Βυζάντιο 1200 χρόνια πριν τον Παλαιολόγο. Η συγγραφέας μάλλον εμπνεύστηκε από την ταινία Μονομάχος. Οι Βυζαντινοί δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους και την αυτοκρατορία τους Βυζαντινή, αυτός είναι ένας νεοτερισμός από τους δυτικούς ιστορικούς του 19ου αιώνα και έγινε για να χωρίσουν την περίοδο από την Παπική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που στηνόταν τότε. Το Βυζάντιο τότε ήταν και ελέγετο Ρωμαϊκή αυτοκρατορία γιατί ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με διαφορετική πρωτεύουσα. Η βυζαντινή συνωμοσία είναι στην ουσία βρισιά, κάτι αρνητικό και δείχνει την αντιπάθεια που είχε η δύση προς το Βυζάντιο κι όχι ερωτικό παιχνίδι. Είπαμε, στην εισαγωγή του δευτέρου κεφαλαίου έφτασα. Το πέταξα. Για τους «κριτικούς» ήταν μεγαλούργημα ιστορικής λογοτεχνίας!

Τρίτο μεγαλούργημα δεν έφτασα ουτε στην τρίτη σελίδα όταν η συγγραφέας με ενημέρωσε ότι ο Κεμάλ ήταν στη Σμύρνη κατά την σφαγή και μάλιστα έδινε και εντολές πίνοντας καφέ, και μέσα σε αυτά αξιωματικός του ερωτευόταν ελληνοπούλα. Α, κι ο Βενιζέλος κάπνιζε την πίπα του στο μπαλκόνι περιμένοντας αναμετάδοση από το CNN.

Όλα αυτά οδηγούνε σε ένα πράγμα που ο κριτικός βιβλίου έχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει πριν προτείνει ένα βιβλίο. Στο τι θα δώσει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη. Αν αυτό που θα δώσει είναι διασκέδαση, λυπάμαι αλλά καλύτερα να του προτείνει να διαβάσει ένα Τιραμόλα, να γελάσει και λίγο, ή καμία ταινία με τον Ράμπο. Ακόμα κι αυτά θα τον διασκεδάσουν περισσότερο από ένα βιβλίο σαν αυτό που οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης όταν συναντιόντουσαν έλεγαν: «γεια σου ρε Βυζαντινέ, τι κάνεις; Είσαι για μια βυζαντινή συνομωσία;»

Η ιστορία ενός βιβλίου πρέπει να προσφέρει πολύ περισσότερα από την πρόσκαιρη διασκέδαση. Πρέπει να προσφέρει γνώση, να του διεγείρει το συναίσθημα με διάρκεια κι όχι μόνο όσο κρατάει η ανάγνωση, να γίνει ανάμνηση και κομμάτι των εμπειριών του αναγνώστη. Τα καλά βιβλία είναι αυτά που όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε που τα διαβάσατε, έχουν παραμείνει σαν μια ζεστή ανάμνηση που μάλιστα μπορείτε μέσα στο μυαλό σας να ψηλαφίσετε.

Όλα αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψιν του ο κριτικός βιβλίου και να έχει τις γνώσεις μετά από πολύ διάβασμα να τα εντοπίσει. Γιατί αυτός όχι απλά θα προτείνει στον αναγνώστη τι να διαβάσει, αλλά θα τον εκπαιδεύσει και για το πώς θα το διαβάσει. Βλέπετε, ο κριτικός βιβλίου δεν είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ εκδότη και αναγνώστη, ο κριτικός βιβλίου είναι αυτός που θα εκπαιδεύσει τον αναγνώστη να επιλέγει βιβλίο και θα του αναλύσει τους λόγους που θα μπορούσε να το κάνει. Η τελευταία επιλογή πάντα ανήκει στον ίδιο τον αναγνώστη. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα που συχνά ξεχνάνε οι νεοφώτιστοι του διαδικτύου, θεωρώντας εαυτούς …ειδικούς.

Κλείνοντας, αν και πολύ φοβάμαι ότι θα μπορούσα να γεμίσω αρκετές ακόμα σελίδες, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η κριτική βιβλίου και ειδικά ο κριτικός βιβλίου δεν είναι το ίδιο με αυτόν που παρουσιάζει ένα βιβλίο αναφέροντας και την προσωπική του γνώμη συχνά επιβεβλημένη από κουρτίνες εκδοτικών για ψιλικατζίδικα κέρδη. Η σχέση ενός κριτικού βιβλίου με έναν από αυτούς που παρουσιάζουν βιβλία και αυτοονομάζονται κριτικοί, είναι η σχέση που έχει ένα λουλούδι με ένα παράσιτο.

Θάνος Καλαμίδας

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s