Αρχείο Συγγραφέων

Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο νιώθω λίγο περίεργα. Για να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο σαν να είμαι σε μια έκθεση μοντέρνας τέχνης, να έχω μπροστά μου ένα από αυτά τα έργα που είναι μια γαλότσα, δυο συνδετήρες κι ένα σουβλάκι, όλοι γύρω μου να το κοιτάνε εκστασιασμένοι κι εγώ να κοιτάω τη γαλότσα, να κοιτάω αυτούς, να κοιτάω το σουβλάκι και να απορώ τι μου συμβαίνει.

biblio_17_0036Απλά δεν το πιάνω.

«Πώς ζούμε και πώς αγαπάμε, όταν ξέρουμε ότι όλα αυτά που μας νοιάζουν κάποια στιγμή θα πάψουν να υπάρχουν;
Φεβρουάριος 1862. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος μαίνεται, ενώ ο αγαπημένος εντεκάχρονος γιος του προέδρου Λίνκολν βρίσκεται βαριά άρρωστος και, παρά τις προβλέψεις για ανάρρωση, τελικά πεθαίνει.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1862, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, ο Γουίλι Λίνκολν κηδεύτηκε σε μαρμάρινη κρύπτη στο κοιμητήριο της Τζόρτζταουν.

Εκείνο το βράδυ, ο Αβραάμ Λίνκολν φθάνει μόνος στο νεκροταφείο, θέλοντας να περάσει χρόνο με το άψυχο σώμα του γιου του. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα φαντάσματα αυτών που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή και αυτών που έχουν πεθάνει, από καιρό, συνυπάρχουν· μια μνημειώδης μάχη πραγματοποιείται για την ψυχή του μικρού Γουίλι.
Με έναυσμα αυτό το ιστορικό γεγονός, o George Saunders, αφηγείται μια αξέχαστη καλειδοσκοπική ιστορία για την οικογενειακή αγάπη, την απώλεια, αλλά και τις δυνάμεις του καλού και του κακού.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το βιβλίο βραβεύτηκε πριν λίγες μέρες με το Man Booker, οι περισσότερες κριτικές είναι διθυραμβικές, όλοι το αγάπησαν ,το θέμα μου φάνηκε ενδιαφέρον, οπότε αποφάσισα να το διαβάσω άμεσα.
Ο Λίνκολν χάνει τον 11χρονο γιο του από τυφοειδή πυρετό και περνάει ένα βράδυ στο νεκροταφείο κοντά στο παιδί του. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός πάνω στο οποίο πάτησε ο Σόντερς για να γράψει αυτήν την ιστορία. Στο νεκροταφείο αυτό υπάρχουν παγιδευμένες ψυχές ανθρώπων που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να πάνε παρακάτω, που θεωρούν ότι έχουν ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή και που δεν αποδέχονται τον θάνατό τους, αλλά πιστεύουν ότι είναι άρρωστοι και κάποια στιγμή θα γίνουν καλά και θα επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους. Όταν ο νεαρός Γουίλι Λίνκολν εμφανίζεται στο νεκροταφείο και δεν θέλει να φύγει και να πάει παρακάτω, κάποιες ψυχές αποφασίζουν να τον βοηθήσουν να κάνει το επόμενο βήμα και να μην μείνει παγιδευμένος στη Λήθη που είναι ένα είδος καθαρτηρίου.

Η αίσθηση που είχα όταν το διάβαζα ήταν σαν να είμαι σε αυτό το νεκροταφείο, μέσα σε μια ομίχλη και να ακούω τις φωνές των ψυχών να μου αφηγούνται την ιστορία του Γουίλι αλλά και τις δικές τους ιστορίες από όταν ήταν ζωντανοί – αλλά και αφού πέθαναν ή «αρρώστησαν».

Αυτό στην αρχή είχε ένα ενδιαφέρον αλλά κάποια στιγμή και ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, άρχισε να με κουράζει. Πάρα πολλές φωνές, πολλές αποσπασματικές και μπερδεμένες ιστορίες, η διήγηση των ψυχών διακόπτεται για να παρατεθούν αποσπάσματα από πηγές της εποχής και γενικά όλο το βιβλίο μοιάζει λίγο παραληρηματικό.

Έχει κάποιες καλές στιγμές, οι ιστορίες των ψυχών με τα απωθημένα τους για τη ζωή που δεν έζησαν μπορώ να πω ότι είναι αρκετά συγκινητικές σε κάποια σημεία, όπως συγκινητική είναι και η στιγμή που ο πατέρας Λίνκολν αγκαλιάζει το νεκρό παιδί του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με άγγιξε ιδιαίτερα.

Αυτός ο ιδιαίτερος, αποσπασματικός τρόπος γραφής δεν με άφησε να συνδεθώ με την ιστορία.

Ειρήνη Προϊκάκη

Advertisements

Watchmen

Posted: Οκτώβριος 26, 2017 by SkiAMaXiA in Graphic Novels
Ετικέτες: , , , , , ,

Watchmen, Alan Moore/Dave Gibbons (σχεδιαστής)/John Higgins (χρώμα)

Οκ, δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Να πω οτι πρόκειται για αριστούργημα; Να πω ότι έχω 81WweWHBn+Lμείνει με το στόμα ανοιχτό σα χάνος; Ότι το τελείωσα και συνεχίζω να το ξεφυλλίζω και να χαζεύω τα υπέροχα καρέ του, που πολλές φορές προκαλούν δέος; Ότι έκανα τη βλακεία να μην το διαβάζω τόσο καιρό επειδή δεν μου αρεσε η μεταφορά του στον κινηματογράφο;

Νομίζω ότι τα graphic novels είναι λίγο παρεξηγημένα στην Ελλάδα γιατί πολλοί νομίζουν πως επειδή είναι εικονογραφημένα είναι και παιδικά (όχι οτι με χαλάνε τα παιδικά κόμιξ).

To Watchmen καθε άλλο παρά παιδική ιστορία είναι πάντως. Πολυεπίπεδο, σκληρό, με πολιτικές αναφορές, με μια δόση νουάρ αλλά και επιστημονικής φαντασίας, με απίστευτες εναλλαγές στις εικόνες και στους διαλόγους που πραγματικά με έκαναν να υποκλίνομαι στους δημιουργούς.

Βρισκόμαστε σε ένα εναλλακτικό 1985 όπου η Αμερική έχει κερδίσει τον πόλεμο στο Βιετνάμ με τη βοήθεια ενός υπερ-ήρωα και ο Νίξον διανύει την τρίτη θητεία του στο Λευκό Οίκο. Ο Ψυχρός πόλεμος είναι στην κορύφωσή του, οι Σοβιετικοί εισβάλλουν στο Αφγανιστάν και ο κόσμος είναι στα πρόθυρα ενός πυρηνικού ολέθρου. Την ίδια ώρα στη Νέα Υόρκη, κάποιος φαίνεται ότι τα έχει βάλει με μια ομάδα πρώην μασκοφόρων ηρώων και προσπαθεί να τους βγάλει από τη μέση. Ποιος είναι και τι σκοπούς έχει;

Μέσα από φλας μπακ παρακολουθούμε όλη την πορεία της ομάδας, την εμφάνιση των πρώτων μασκοφόρων εκδικητών, τους διαδόχους τους, το παρελθόν τους και το πώς έφτασαν ως εδώ. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι όπως τους έχουμε συνηθίσει. Δεν έχουν superpowers (εκτός απο έναν), είναι εντελώς ανθρώπινοι, φθαρτοί, έχουν ελαττώματα, είναι ικανοί για αισχρές πράξεις και δεν είναι πάντα οι «καλοί μας άγγελοι».

Όλη η ιστορία παίζει με τις έννοιες του καλού και του κακού και το κυνικό τέλος μας αφήνει με μια πικρή γεύση. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Το Watchmen θεωρείται το καλύτερο κόμικ όλων των εποχών και δεν είναι τυχαίο που είναι το μοναδικό graphic novel που έχει τιμηθεί με το βραβείο Hugo. Στις μέρες μας, στην εποχή του Τραμπ, δυστυχώς είναι και πολύ επίκαιρο.

Ειρήνη Προϊκάκη


Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Ο κόσμος του Μπουτζάτι

Posted: Οκτώβριος 18, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , ,

Στις 16 Οκτωβρίου του 1906, στο Σαν Πελεγκρίνο, ήρθε στον κόσμο μια πολύ ιδιαίτερη μορφή των γραμμάτων και των τεχνών γενικότερα. Ο ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ-ΤΡΑΒΕΡΣΟ, γόνος ευκατάστατης αστικής οικογένειας, δείχνει από τα πρώτα του χρόνια την αγάπη του για τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική αλλά και την ορειβασία (την οποία δε σταμάτησε ποτέ).

Από το 1928, αμέσως μετά την απόλυσή του απ’ το στρατό, θα εργαστεί στην εφημερίδα Corriere della sera αρχικά ως χρονικογράφος και στη συνέχεια ως ρεπόρτερ και πολεμικός ανταποκριτής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Στην ίδια εφημερίδα θα παραμείνει ως το τέλος της καριέρας και της ζωής του.

Τα πρώτα βήματα στη λογοτεχνία, τα κάνει τη δεκαετία του ’30. Το πρώτο μυθιστόρημα που εκδίδει είναι το «Ὁ Μπάρναμπο των βουνών» και είναι η πρώτη γνωριμία του κοινού με το μαγικό κόσμο του Μπουτζάτι. Έναν κόσμο που περιλαμβάνει την αναζήτηση του νοήματος της ζωής, το χρόνο που δεν κινείται γραμμικά αλλά κάποιες φορές δείχνει να  σταματάει, κάποιες άλλες να διαστέλλεται και να συστέλλεται, τη μοναξιά, το θάνατο.

Το 1940 κυκλοφορεί το γνωστότερό του μυθιστόρημα, ένα αριστούργημα της φανταστικής λογοτεχνίας με τίτλο «Η έρημος των Ταρτάρων», ένα αλληγορικό και πολυεπίπεδο βιβλίο που θυμίζει έντονα την ατμόσφαιρα στον «Πύργο» του Κάφκα, αλλά μας φέρνει στο μυαλό και (έκπληξη) το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του Καβάφη.

Ο κόσμος του Μπουτζάτι κινείται στα όρια της πραγματικότητας με τη φαντασία, ένας σκοτεινός και ομιχλώδης κόσμος γεμάτος από τις υπαρξιακές ανησυχίες των πρωταγωνιστών του, που δείχνουν να παλεύουν με τον απόλυτο παραλογισμό και την απομόνωση. Οι ήρωές του μοναχικοί και ευάλωτοι, παλεύουν με τους εφιάλτες τους, γίνονται θύματα των ψευδαισθήσεών τους, τρομάζουν, απελπίζονται, ηττώνται…

Η γραφή του ιδιόμορφη αλλά συνάμα άμεση, απλή και κατανοητή, που μπλέκει τον αναγνώστη σε ένα περίπλοκο ιστό που μοιάζει δύσκολο να ξεφύγει.

Πεθαίνει σε κλινικὴ του Μιλάνου στις 28 Ιανουαρίου του 1972.

Χαρακτηρίστηκε ως ο Ιταλός Κάφκα, αν και η προσωπική μου άποψη είναι ότι υπήρξε εξίσου μεγάλος  αν όχι μεγαλύτερος, παρότι όχι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας σε σχέση με τον Τσέχο συνάδελφό του.

Κυκλοφορούν σε ελληνική έκδοση:

Η έρημος των Ταρτάρων ΑΣΤΑΡΤΗ

Οι επτά αγγελιοφόροι ΑΣΤΑΡΤΗ

Ένας έρωτας   ΑΣΤΑΡΤΗ

Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στην Σικελία (Παιδικό, ΑΣΤΑΡΤΗ)

 

Άντυ

Αν με ρωτούσαν ποιο βιβλίο δεν θα διάβαζα ποτέ, σίγουρα μια απο τις πρώτες απαντήσεις που θα μου ερχόταν στο μυαλό θα ήταν το Αυτό. Είμαι φοβιτσιάρα, δεν βλέπω θρίλερ, τα βιβλία τρόμου τα αποφεύγω όπως ο διάβολος το λιβάνι και για το Αυτό όλοι έλεγαν οτι είναι απο τα πιο τρομακτικά βιβλία του Κινγκ.

Με όλο αυτόν το ντόρο με την ταινία και την επανέκδοση όμως, είπα να Το δοκιμάσω και το πολύ πολύ να Το παρατούσα αν δεν άντεχα. Το ξεκίνησα λοιπόν και, ω, τι έκπληξη, όχι μόνο δεν Το παράτησα αλλά Το αγάπησα κιόλας.

Καταρχάς ανακάλυψα ότι δεν μιλάμε για ένα απλό βιβλίο τρόμου, αλλά για ένα επικό βιβλίο φαντασίας με στοιχεία τρόμου, μια περιπέτεια, μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα βιβλίο που θίγει πολλά κοινωνικά ζητήματα με απίστευτη ευαισθησία, ένα βιβλίο που εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχή, ένα σκοτεινό παραμύθι, ένα βιβλίο υπέροχο, ένα βιβλίο καταπληκτικό (σας είπα οτι Το αγάπησα ε;)

Είναι η πρώτη φορά που διάβασα καποιο μεγάλο βιβλίο του Κινγκ και δεν με ενόχλησε καθόλου μα καθόλου η πολυλογία του. Δεν βαρέθηκα ούτε στιγμή, δεν θεώρησα ότι ήταν περιττή ούτε μια λέξη, απλά διάβαζα και απολάμβανα την ιστορία.

Ο Κινγκ έχει ένα μαγικό ταλέντο στο να δημιουργεί χαρακτήρες απίστευτα ζωντανούς με βάθος και υπόσταση, όπως επίσης και στο να σε κάνει να πιστεύεις ότι έχεις επισκεφτεί τα μέρη που περιγράφει. Έτσι λοιπόν τελειώνοντας αυτό το βιβλίο έχεις την αίσθηση οτι έχεις μπει στο Χερσότοπο, ότι έχεις περπατήσει στους δρόμους του Ντέρι και νιώθεις μια στεναχώρια που δεν θα ξαναδείς την παρέα των Losers (βέβαια μπορείς πάντα να το ξαναδιαβάσεις ).

Αν το διάβαζα πιο μικρή ίσως και να με τρομαζε. Τώρα μπορεί να ένιωσα μια ανατριχίλα σε κάποιες σκηνές αλλά δεν τρόμαξα. Συγκινήθηκα, ταράχτηκα, θύμωσα, φοβήθηκα για την τύχη των Losers και όσο το βιβλίο έφτανε προς το τέλος του ένιωσα αγωνία για την τελική κατάληξη. Στα τελευταία κεφάλαια το σασπένς ανεβαίνει στα κόκκινα και ο Κινγκ παίζει με τον αναγνώστη αλλάζοντας χώρο, χρόνο, και οπτική γωνία με αριστοτεχνικό τρόπο.

Έχω πει κατά καιρούς πολλά για τον Κινγκ και την πολυλογία του αλλά εδώ πραγματικά υποκλίνομαι.

Τελικά ναι, εδώ κάτω όλοι επιπλέουμε.

Ειρήνη Προϊκάκη

 

Η γιαγιά τα έχει …400!

Posted: Οκτώβριος 10, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , ,

Το «Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη» είναι ένα ανατρεπτικό download (1)μυθιστόρημα, που ρίχνει μια «λοξή» ματιά στην καθημερινότητα του πιο απίστευτου λογοτεχνικού διδύμου που έχετε γνωρίσει ποτέ: Της Έλσας και της γιαγιάς της. Η Έλσα είναι ένα επτάχρονο κοριτσάκι, εντελώς διαφορετικό από τα άλλα κοριτσάκια της ηλικίας της. Ως εκ τούτου, αποτελεί το «περίεργο» και το «ιδιαίτερο» που φοβούνται τα υπόλοιπα παιδιά και έτσι η Έλσα βρίσκεται χωρίς φίλους, με μόνο στήριγμά της την 77χρονη και ολίγον (έως για δέσιμο) τρελούτσικη γιαγιά της.

Μια γιαγιά διαρρήκτη ζωολογικών κήπων, μια γιαγιά που δεν διστάζει να προγκήξει την αστυνομία κατάμουτρα, μια γιαγιά που έχει γραμμένο τον Κ.Ο.Κ. στα παλιά της τα υποδήματα και οδηγεί χωρίς άδεια!

Γιαγιά και Έλσα φτιάχνουν κάθε μέρα φανταστικούς κόσμους και βασίλεια, στα οποία χωράει η τρέλα κι η ιδιαιτερότητά τους. Σε αυτούς τους κόσμους, το νορμάλ και το φυσιολογικό είναι το «περίεργο».

Και να που, έρχεται η ώρα, που η γιαγιά πρέπει να περάσει σε ένα άλλο βασίλειο… αυτό των ουρανών. Κι η Έλσα μένει μόνη της. Χωρίς τη σύντροφό της στα πνευματικά της ταξίδια. Ή μήπως όχι; Γιατί η γιαγιά, τρελή-τρελή, τα είχε 400. Κι ήξερε τι έπρεπε να κάνει για την εγγονή της. Την βάζει λοιπόν σε ένα συναρπαστικό κυνήγι θησαυρού, το οποίο τελικά, θα αποκαλύψει στην μικρούλα Έλσα, την αλήθεια της!

Η Γιαγιά, είναι ένα πολύ γλυκό, ανθρώπινο και συγκινητικό βιβλίο, το οποίο είναι γραμμένο με πολλή ειλικρίνεια. Η ιστορία είναι πολύ γλαφυρά δοσμένη και ρέει άνετα, εκτός ίσως λίγο στην αρχή που πάει πιο αργά. Βλέπουμε τον συγγραφέα να συνδέει παρελθόν με παρόν και μέλλον με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο, δημιουργώντας ανατροπές και καταργώντας στερεότυπα και προκαταλήψεις που όλοι διατηρούμε μέσα μας. Προσωπικά, το διάβασα μονορούφι και χαίρομαι πολύ που όταν σκόνταψα μπροστά του δεν το προσπέρασα, αλλά στάθηκα και το ξεφύλλισα.

Και θα κλείσω με μια φράση της γιαγιάς η οποία μου έμεινε στο μυαλό… «Μόνο οι άνθρωποι που είναι διαφορετικοί αλλάζουν τον κόσμο, κανείς φυσιολογικός δεν έχει αλλάξει ποτέ το παραμικρό».

Από μένα 9/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Αναμνήσεις σαν τη βροχή

Posted: Οκτώβριος 5, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , ,

Το Σαν την βροχή πριν πέσει είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Κόου που διαβάζω και μπορώ πλέον να τον σημειώσω την λίστα με τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Κόου είναι τελείως διαφορετικός, τόσο που δεν έμοιαζε για δικό του βιβλίο. Ενώ το Σπίτι του Ύπνου και το Τι ωραίο πλιάτσικο κινούνται στο ίδιο περίπου μοτίβο – ονειρικά, με έντονο κοινωνικό σχολιασμό – το Σαν την βροχή πριν πέσει είναι ένα βιβλίο που αφορά τις αναμνήσεις, τις οικογενειακές σχέσεις και την δυστυχία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

«Μια ηλικιωμένη κυρία αποφασίζει, πριν πεθάνει, να καταγράψει σε μαγνητόφωνο, όχι μόνο τη δική της ιστορία, αλλά και την ιστορία ενός τυφλού κοριτσιού που εμφανίστηκε 69cd3ad6-8a7d-45d2-a19e-1884e2f497a0_3ξαφνικά στο πάρτι των πεντηκοστών της γενεθλίων πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια είκοσι ξεθωριασμένες φωτογραφίες που δεν απεικονίζουν κάτι το ιδιαίτερο: ένα τροχόσπιτο, ένα πικνίκ, ένα σπίτι στα προάστια… Πόσες, όμως απογοητεύσεις και ματαιώσεις μπορεί να κρύβει ένα αποτυπωμένο χαμόγελο ή ένα εορταστικό ενσταντανέ;

Προχωρώντας από φωτογραφία σε φωτογραφία, αποκαλύπτεται μια οικογενειακή ζωή γεμάτη μυστήριο. Είναι η ιστορία τριών γενεών, σημαδεμένων από παιδικά χρόνια δίχως αγάπη, εγκλωβισμένων στην ίδια τραγική μοίρα, καθώς το φορτίο του πόνου μεταφέρεται αδιάλειπτα από μητέρα σε κόρη.»

Η γραφή όπως πάντα είναι πολύ καλή. Δεν είναι υπερβολικά λυρική, αλλά μέσα από την απλότητά της καταφέρνει να σε ευχαριστήσει αναγνωστικά. Είναι πολύ ικανός στο να δημιουργεί χαρακτήρες που «πετάγονται» μέσα από τις σελίδες και είναι συμπαθητικοί· ανθρώπινοι. Ο τρόπος που επέλεξε ο Κόου να μας πει την ιστορία ήταν πολύ έξυπνος και ιδιαίτερος. Μέσα από την περιγραφή είκοσι φωτογραφιών και τους συνειρμούς που προκαλούν αυτές, ξεδιπλώνεται όλη η ιστορία μπροστά στα μάτια μας.

Υπήρξε όμως και κάτι που δεν μου άρεσε στο βιβλίο, κάτι που με έκανε να αισθανθώ πως ο συγγραφέας υπέκυψε στην μοιρολατρία. Αυτό το συναίσθημα πως «δεν μπορείς να ξεφύγεις από το πεπρωμένο σου» δεν μου ταιριάζει σαν άνθρωπο, με θλίβει και μειώνει στους ανθρώπους την ανάγκη για την ανάληψη των προσωπικών ευθύνων τους. Κατά τα άλλα όμως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μου χάρισε μια ηρεμία που πραγματικά τη χρειαζόμουν στις αναγνώσεις μου.

Σκοπεύω να διαβάσω ό,τι έχει κυκλοφορήσει ο Κόου για να αποκτήσω μια πλήρη εικόνα για το έργο του. Θα ήθελα να σας προτείνω να τον δοκιμάσετε. Αν θα έπρεπε να περιγράψω τι αίσθηση μου αφήνουν τα μυθιστορήματά του, θα σας έλεγα σαν τη βροχή που χτυπάει τα τζάμια κάποιο τεμπέλικο απόγευμα του Φθινοπώρου. Αν σας ταιριάζει αυτή η εικόνα τότε τι περιμένετε;

Γεωργία Ζαρκαδάκη