Αρχείο Συγγραφέων

«Mια σαρωτική ιστορία του πολιτισμού από την καταγωγή των ειδών μέχρι τους υπερανθρώπους, γεμάτη απροσδόκητα δεδομένα, αιρετικές σκέψεις, παράξενες θεωρίες και συγκλονιστικές αφηγήσεις.

Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι «ανθρώπινα» είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα. Ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν;

Αν και α) δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία των όσων γράφει ο συγγραφέας 9789602216651και,
β) δεν το λες και ιδιαίτερα προχώ – με την έννοια του ότι δε χρειάζεται να έχεις διαβάσει και άλλα πέντε-δέκα του είδους για να κατανοήσεις το συγκεκριμένο και,
γ) δεν μπορώ να πω ότι έχω πάραυτα ιδιαίτερες γνώσεις πάνω στα όσα αναφέρονται, μόνο σκόρπια πραγματάκια εδώ κι εκεί (ναι, πρέπει να δουλέψω, το ξέρω)

αν θα μπορούσα με ένα απλό (ή απλοϊκό) παράδειγμα να εξηγήσω το πώς νιώθω απέναντι σε τούτο το βιβλίο, θα έλεγα σαν ένα τετράχρονο μπροστά σε έναν ευχάριστο και χαμογελαστό τύπο με ένα τεράστιο παγωτό χωνάκι. Που δεν τον ξέρω. Και μου λέει, εδώ έτσι όπως στέκεται μπροστά μου, στην έξω πλευρά της παιδικής χαράς, στην άλλη άκρη, εκεί που δε με βλέπει η μαμά μου, ότι αυτό το τεράστιο παγωτό χωνάκι είναι όλο δικό μου και το στέλνει ο μπαμπάς από τη δουλειά. Αρκεί να πάω μέχρι το αυτοκίνητο μαζί του για να μου το δώσει μαζί με μερικές χαρτοπετσέτες.

«Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες, αναπάντεχες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί μπόρεσαν οι άνθρωποι να συγκεντρωθούν σε εκπληκτικά μεγάλους πληθυσμούς, ενώ οι άλλες ομάδες πρωτευόντων δεν ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα άτομα;

Επειδή, λέει, το ταλέντο μας στο κουτσομπολιό μάς επιτρέπει να συγκροτούμε δίκτυα σε κοινωνίες που θα ήταν υπερβολικά μεγάλες για προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα μέλη τους, ενώ οι «φαντασιακές πραγματικότητες» που διαμορφώνουμε και αποδεχόμαστε -όπως το χρήμα, η εκκλησία, οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης- μας κρατάνε σε τάξη. Ποιος καλλιέργησε ποιον, ο άνθρωπος ή το σιτάρι; Το σιτάρι…

Μολονότι οι έννοιες είναι ασυνήθιστες και περίπλοκες, η επιδέξια πρόζα και το πικρό, ανατρεπτικό χιούμορ του Χαράρι τα βγάζουν πέρα με ένα υλικό που μπορεί να προσφερόταν για ακαδημαϊκή πλήξη. Άλλωστε το βιβλίο επανέρχεται συχνά σ’ ένα άλλο ερώτημα: Όλη αυτή η πρόοδος κάνει άραγε τη ζωή μας πιο εύκολη κι εμάς πιο ευτυχισμένους; Η απάντηση μπορεί να σας απογοητεύσει.»

Μεγάλος ο πειρασμός (το χωνάκι), αλλά παρά τον μόλις τετράχρονο εγκέφαλό μου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (που δεν κατανοώ μεν, αλλά αν επιστρέψω κάποτε ζωντανή από την απαγωγή του εαυτού μου που κοντεύω να επιτρέψω- τις σφαλιάρες που θα φάω από τη μάνα μου τις κατανοώ μια χαρά) με κάνει να κρατάω αρκετή απόσταση από το χωνάκι και τον τύπο που το κρατάει, ώσπου τελικά του γυρίζω την πλάτη και ρισκάρω το «όχι, δε θα φας άλλο παγωτό σήμερα» από τη μαμά μου. Που τη μισώ ενίοτε, ειδικά όταν δε μου δίνει δεύτερο παγωτό,

…αλλά την ξέρω. Και είναι δική μου. Και τέλος πάντων ξέρω ότι την επόμενη θα μου πάρει παγωτό χωνάκι, σίγουρα πράγματα.

(Σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι εννοώ με τα παραπάνω: θα ήθελα να τα πιστέψω τα όσα λέει και δεν έχω αποδείξεις χειροπιαστές ότι λέει ψέματα, όμως κάτι μου λέει ότι λέει ψέματα ή έστω δε λέει ακριβώς την αλήθεια.)

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Η συγγραφέας με ειδική άδεια παρακολούθησε την πρώτη δίκη βασανιστών στην Αθήνα 40667854μετά την πτώση της δικτατορίας. Σκοπός της ως νέα επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ να μελετήσει το φαινόμενο του σαδισμού. Κατά τη διάρκεια της δίκης και κρατώντας μανιωδώς σημειώσεις μιας και η μαγνητοφώνηση απαγορευόταν στην αίθουσα, εμφανώς σαστισμένη, ακούει τους κατηγορούμενους να δηλώνουν άμεσα ή έμμεσα πως τους είχαν μετατρέψει σε βασανιστές.

Σιγά σιγά αποκαλύπτεται μια συγκλονιστική ιστορία: Το πέρασμα αυτών των ανθρώπων από το στρατό στα κέντρα εκπαίδευσης της ΕΣΑ και ως την κατάληξή τους στους θαλάμους των βασανιστηρίων.
Σταδιακά έγινε φανερό ότι αυτό που περιέγραφαν δεν ήταν χαρακτηριστικά σαδιστικών προσωπικοτήτων, αλλά ένα προσεκτικά σχεδιασμένο σύστημα εκπαίδευσης με – όπως διαπιστώθηκε αργότερα στην έρευνα – παγκόσμια εφαρμογή σε ανάλογα καθεστώτα.

Οι κρατικοί βασανιστές λοιπόν ΔΕΝ ήταν άνθρωποι με σαφή προδιάθεση που αναζητούσαν την ευχαρίστηση βασανίζοντας άλλους ανθρώπους, αλλά συνηθισμένοι άνθρωποι που είχαν εκπαιδευτεί προσεκτικά (και βάναυσα) για αυτό το σκοπό, υπακούοντας τυφλά και ολοκληρωτικά σε μια εξουσία βίας.

Αυτή την εργασία η συγγραφέας παρουσίασε αργότερα μέσα σε απόλυτη, αμήχανη σιωπή σε μια επιστημονική συνάντηση, επιζητώντας την ανατροφοδότηση από άλλους επιστήμονες γι αυτή τη διαπίστωση.

Ένας από τους παρόντες καθηγητές Ιατρικής του πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης πρότεινε με βάση το υλικό αυτό και την παραπάνω ιδέα/διαπίστωση, τη δημιουργία ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Το ντοκιμαντέρ αυτό με τίτλο «Ο γιος του γείτονά σου» ολοκληρώθηκε ένα χρόνο μετά και μπορεί να παρακολουθήσει οποιοσδήποτε στο youtube με ελληνικούς υπότιτλους.

Μια πραγματικά σπουδαία, εκτενής κι ανεκτίμητης αξίας μελέτη για την ελληνική βιβλιογραφία, βασισμένη σε μια πραγματικότητα τόσο πρόσφατη και τόσο ακόμα ταμπού.

Βασανιστής μπορεί να γίνει ο οποιοσδήποτε και τα γονίδια δεν παίζουν ρόλο. Δεν υπάρχει εκ γενετής προδιάθεση ή κάποια ανωμαλία ή ψυχική ασθένεια, παρά μόνο προσεκτική εκπαίδευση, κοινή σε όλο τον κόσμο (όσο παρανοϊκό κι αν ακούγεται, πραγματικά πιστεύεται ότι υπάρχουν ανάλογα manual).

Εδώ όμως στο παρόν βιβλίο έχουμε να κάνουμε καθαρά με την ελληνική πλευρά του νομίσματος, η οποία περιλαμβάνει από τον ακραίο εθνικισμό της προπαγάνδας που στηρίχτηκε ξεκάθαρα στην ελληνορθόδοξη θρησκεία και το αστυνομοκρατούμενο κράτος, ως τη μακρόχρονη διατήρηση πολύ συγκεκριμένων και προσεκτικά μελετημένων παραγόντων πάνω στις αξίες και τη δομή της κοινωνίας, ώστε να «καταφέρει» ο συνηθισμένος άνθρωπος να προβεί σε ακραίες πράξης ωμής βίας απέναντι σε συνάνθρωπό του, ακόμα και γνωστό ή συγγενή.

Τρομακτικό και συγκλονιστικό. Αν κάποιος ενδιαφέρεται λίγο παραπάνω για την ψυχολογία, μπορεί και να επιστρέψει στις σελίδες του ξανά και ξανά. Αρκεί να αντέχει να διαβάσει (ξανά) τις περιγραφές των συνεντευξιαζόμενων.

Κατερίνα Χαρίση

Είναι πραγματικά υπέροχο όταν ένα κείμενο σε βάζει σε αμέτρητες σκέψεις, πόσο ac94b36a-8af1-4ec7-b192-b7d95505c5f4μάλλον όταν έχει γραφτεί πριν από περίπου διακόσια χρόνια και εξακολουθεί να είναι το ίδιο επίκαιρο όσο τότε.

Εκεί, λίγο πριν το τέλος, ήρθε ο συγγραφέας με το εξαιρετικό αυτό γραπτό του και με αποτελείωσε, δείχνοντάς μου τι πραγματικά είναι φεμινισμός και πώς οι άντρες απαξιώνουν το γυναικείο φύλο, ίσως και άθελά τους ορισμένες φορές, απλά και μόνο γιατί γεννήθηκαν άντρες και δε χρειάστηκε να μπουν ποτέ σε κάποια γυναικεία θέση. Για ποιο λόγο άλλωστε;

Μου έδειξε πώς είναι να έχει κάποιος αυτογνωσία και την αίσθηση της ανεξαρτησίας και της δικαιοσύνης. Με έκανε να αναρωτηθώ αν υπάρχει ελεύθερη βούληση ή αν είμαστε όλοι μας, πόσο μάλλον κάποιες γυναίκες εκείνης της εποχής, ασυνείδητα κατευθυνόμενα πιόνια. Μου έδειξε την ανιδιοτέλεια και την αγάπη, μέσα από αρκετούς ήρωες, αλλά και την απελπισία, την πονηριά, την ανάγκη.

Κεντρική ηρωίδα είναι η Νόρα, που έχει φτιάξει ή της έφτιαξαν ένα άψογο κουκλόσπιτο, όπου όλα και όλοι όσοι μπαινοβγαίνουν ή διαμένουν σε αυτό φαίνονται εναρμονισμένοι μεταξύ τους, αλλά μάλλον δεν είναι έτσι όπως φαίνονται τα πράγματα. Η Νόρα έχει ένα μεγάλο μυστικό και δεν θέλει με τίποτα να αποκαλυφθεί γιατί πρέπει να προστατέψει όσους αγαπάει.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την τάση να κρίνουν και να κατακρίνουν τους άλλους ανθρώπους, χωρίς καν να τους γνωρίζουν τις περισσότερες φορές, έτσι απλά μιλάει μια ηρωίδα για κάποιον που γνωρίζει ελάχιστα. Αυτουνού κυρία μου, είναι χαλασμένος ριζικά ο χαρακτήρας. Ωστόσο άρχισε και του λόγου του να φλυαρεί πως πρέπει να ζήσει, σα να ‘ταν το πιο σπουδαίο αυτό.

Ο Ίψεν, έχει μελετήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά και έχει εμβαθύνει απίστευτα πολύ κι αυτό κατά τη γνώμη μου τον κάνει σπουδαίο. Περιγράφει πολύ απλές πράξεις που πίσω τους κρύβουν απίστευτη ψυχολογική και φιλοσοφική προσέγγιση, κάτι το οποίο φαίνεται στη σκηνή του πλεξίματος, όπως επίσης και στη σκηνή του διαχωρισμού των ιδεών και μας δείχνει τις επιρροές που έχουμε από ομοϊδεάτες: Όταν ήμουνα στο σπίτι του μπαμπά, μου έλεγε τις ιδέες του για το καθετί, κι έτσι τις ίδιες ιδέες είχα κι εγώ. Αν είχα διαφορετικές, τις έκρυβα, γιατί του κακοφαινόταν. Κανόνιζες το καθετί με το δικό σου γούστο, κι έτσι το ίδιο γούστο με σένα είχα κι εγώ: ή έκανα μόνο πως το είχα. Καλά καλά ούτε εγώ δεν ξέρω.

Κλείνοντας το έργο μας λέει κάτι σπουδαίο: Έχω χρέος αντίκρυ στον εαυτό μου. Πιστεύω πως είμαι πρώτα πρώτα άνθρωπος, το ίδιο κι εγώ όπως εσύ.

Τροφή για σκέψη. Για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που βρίσκεται εκεί έξω.

 

Χρήστος Αναστασόπουλος

Πραγματικά απορώ που ενώ κυκλοφορούν άπειρες μπούρδες για τις οποίες remote.jpgγράφονται θρασύτατα ύμνοι που δεν τους αξίζουν, ελάχιστες λέξεις βρήκα γραμμένες γι αυτό το εξαιρετικό νουάρ. Όσο το διάβαζα, δεν έφευγε από το μυαλό μου η καταπληκτική ταινία Έτερος Εγώ.

Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τις ελάχιστες ενστάσεις μου – μια μικρή κοιλίτσα κάπου στις 100 σελίδες, μια Αθήνα του 2010 καταπώς φάνηκε χωρίς ίντερνετ (δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, η απουσία του ήταν αισθητή), ήταν ένα πραγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αθήνας, για την Αθήνα, ό,τι πιο ελληνικό. Το λογοτεχνικό παιχνίδι με τη Φραγκογιαννού και τον Ρασκόλνικοφ στην πλοκή ήταν έκπληξη, το δέσιμο αυτών των δυο με την πόλη της Αθήνας και τους ανθρώπους της πολύ πολύ όμορφο.

Ο καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Παύλος Μαρίνος κηδεύει τον παλιό μέντορά του, προσθέτοντας άλλο ένα αγαπημένο φάντασμα στη συντροφιά των σκιών που τον ακολουθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον πανικό της μοναξιάς είναι η δουλειά του, είναι οι λέξεις.

Ταυτόχρονα, η αστυνόμος Αλεξάνδρα Χατζή βρίσκεται σε αδιέξοδο· συλλέγει πτώματα ανήλικων κοριτσιών που κάποιος τα σκοτώνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια θανάσιμη χειρονομία όμοια με αντιγραφή από λογοτεχνικό έργο· ένα συγκεκριμένο, εμβληματικό λογοτεχνικό έργο.

Ο καθηγητής και η αστυνόμος, με έναν παράδοξο δεσμό θανάτου να τους ενώνει, θα συνεργαστούν και θα αναζητήσουν στα αποσπάσματα, στα σχεδιάσματα, στα σκόρπια χαρτιά των συγγραφέων και των ποιητών την έξοδο από το δίχως τέρμα σκοτάδι της πόλης.

Αυτό το φθινόπωρο της ατέλειωτης κρίσης, η Αθήνα γίνεται κήπος μαραμένων κοριτσιών και, στον ίσκιο τους, η εξιχνίαση εγκλημάτων ταυτίζεται με την πιο επίμονη μελέτη του θανάτου που, καμιά φορά, είναι όλη κι όλη η ανθρώπινη ζωή.

Κινηματογραφική ροή, ωραίο δέσιμο μεταξύ της αστυνόμου και του καθηγητή, δεν ξέρεις τελικά ποιος ήταν το sidekick του άλλου αλλά δεν έχει και σημασία, ειλικρινά εντυπωσιάστηκα.

Δεν μπορεί ρε παίδες να είμαι εξωγήινος, μάλλον ο συγγραφέας δεν χαριεντίζεται με φανμπόις εντ γκερλς, αδιαφορεί για τις ιδιοφυίες της ελληνικής λογοτεχνικής μπλογκόσφαιρας και τους διαχειριστές μεγίστων φεισμπουκικών ομάδων πειραιώς και νήσων, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν είναι δημοφιλής αρκετά για να τον διαβάσουν ορισμένοι, γι αυτό στο φτύσιμο; (άφήστε, δε θέλω απάντηση, ρητορικό το ερώτημα).

Κατερίνα Χαρίση

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου