Αρχείο Συγγραφέων

Πραγματικά απορώ που ενώ κυκλοφορούν άπειρες μπούρδες για τις οποίες remote.jpgγράφονται θρασύτατα ύμνοι που δεν τους αξίζουν, ελάχιστες λέξεις βρήκα γραμμένες γι αυτό το εξαιρετικό νουάρ. Όσο το διάβαζα, δεν έφευγε από το μυαλό μου η καταπληκτική ταινία Έτερος Εγώ.

Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τις ελάχιστες ενστάσεις μου – μια μικρή κοιλίτσα κάπου στις 100 σελίδες, μια Αθήνα του 2010 καταπώς φάνηκε χωρίς ίντερνετ (δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, η απουσία του ήταν αισθητή), ήταν ένα πραγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αθήνας, για την Αθήνα, ό,τι πιο ελληνικό. Το λογοτεχνικό παιχνίδι με τη Φραγκογιαννού και τον Ρασκόλνικοφ στην πλοκή ήταν έκπληξη, το δέσιμο αυτών των δυο με την πόλη της Αθήνας και τους ανθρώπους της πολύ πολύ όμορφο.

Ο καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Παύλος Μαρίνος κηδεύει τον παλιό μέντορά του, προσθέτοντας άλλο ένα αγαπημένο φάντασμα στη συντροφιά των σκιών που τον ακολουθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον πανικό της μοναξιάς είναι η δουλειά του, είναι οι λέξεις.

Ταυτόχρονα, η αστυνόμος Αλεξάνδρα Χατζή βρίσκεται σε αδιέξοδο· συλλέγει πτώματα ανήλικων κοριτσιών που κάποιος τα σκοτώνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια θανάσιμη χειρονομία όμοια με αντιγραφή από λογοτεχνικό έργο· ένα συγκεκριμένο, εμβληματικό λογοτεχνικό έργο.

Ο καθηγητής και η αστυνόμος, με έναν παράδοξο δεσμό θανάτου να τους ενώνει, θα συνεργαστούν και θα αναζητήσουν στα αποσπάσματα, στα σχεδιάσματα, στα σκόρπια χαρτιά των συγγραφέων και των ποιητών την έξοδο από το δίχως τέρμα σκοτάδι της πόλης.

Αυτό το φθινόπωρο της ατέλειωτης κρίσης, η Αθήνα γίνεται κήπος μαραμένων κοριτσιών και, στον ίσκιο τους, η εξιχνίαση εγκλημάτων ταυτίζεται με την πιο επίμονη μελέτη του θανάτου που, καμιά φορά, είναι όλη κι όλη η ανθρώπινη ζωή.

Κινηματογραφική ροή, ωραίο δέσιμο μεταξύ της αστυνόμου και του καθηγητή, δεν ξέρεις τελικά ποιος ήταν το sidekick του άλλου αλλά δεν έχει και σημασία, ειλικρινά εντυπωσιάστηκα.

Δεν μπορεί ρε παίδες να είμαι εξωγήινος, μάλλον ο συγγραφέας δεν χαριεντίζεται με φανμπόις εντ γκερλς, αδιαφορεί για τις ιδιοφυίες της ελληνικής λογοτεχνικής μπλογκόσφαιρας και τους διαχειριστές μεγίστων φεισμπουκικών ομάδων πειραιώς και νήσων, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν είναι δημοφιλής αρκετά για να τον διαβάσουν ορισμένοι, γι αυτό στο φτύσιμο; (άφήστε, δε θέλω απάντηση, ρητορικό το ερώτημα).

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

“Θηρίο αυτός που άντεξε να ζεί με την κραυγή στα χείλη,29433155_10156267939608011_295699297386719839_n
Το αίμα στα νύχια.
Την μάχη στο βήμα.
Στον κύκλο σου ο θάνατος, σ’αυτόν και η ζωή σου…”

Μ’αρέσει να βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου, και μετά απο δέκα λεπτά ακριβώς, να δέχομαι με αξιοπρέπεια την παταγώδη ήττα μου. Κάθε χρόνο το ίδιο στοίχημα, κάθε χρόνο η ίδια αποτυχία. Το στοίχημά μου? Να μην με βρεί το χάραμα με το βιβλίο στο χέρι.

Να κάνω ένα διάλειμμα βρε αδερφέ,μπας και σταματήσω να αντικρίζω την “απαστράπτουσα” ομορφιά μου στον καθρέφτη εντελώς άυπνη, με κόκκινα μάτια, σακούλες μεγαλύτερες κι απο αυτές του Jumbo και βλέμμα γυάλινο που δηλώνει ότι η κάτοχός του δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Μια φορά να κάνω ένα διάλειμμα έτσι για την τιμή των όπλων.
Τις περισσότερες φορές παρουσιάζω την γνώμη μου χρησιμοποιώντας χιούμορ. Είναι ο μοναδικός τρόπος για μένα να αποφορτιστώ απο τις εικόνες, τα λόγια ,τις πράξεις ,τις συνέπειες, που η Ευσταθίου με μαεστρία κατάφερε να σφηνώσει στο σεντούκι του μυαλού μου.
Αυτή την φορά τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.
Δεν με παίρνει να κάνω χιούμορ. Δεν με παίρνει να αποφορτιστώ και μεταξύ μας δεν θέλω.
Θέλω να θυμάμαι, θέλω τις εικόνες ατόφιες,τα λόγια ηχηρά στα αυτιά μου,τους ήρωες μπροστά μου να μάχονται. Τα βασανιστήρια ενός παιδιού,τον ακρωτηριασμό ενός μυαλού,το ξερίζωμα μιας καρδιάς,την απώλεια μια συνείδησης. Την κάθε κρίση πανικού, την κάθε παραίσθηση με τις συνέπειές της, την κάθε ανάμνηση απο τις τόσες και τόσες χαμένες. Και ήταν πολλές πανάθεμά τες. Πολλές και σκληρές.
Οπως και ο ίδιος.
Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω τον Στεφάν Ντομπρίν, θα του έλεγα να διαβάσει προσεκτικά τους στίχους πιο πάνω. Ένα κορμί διαλυμένο, ένας νούς κατεστραμένος, ένα άψυχο κουφάρι με έναν και μόνο προορισμό. Να καταστρέψει και να καταστραφεί. Ολόκληρος ο Στεφάν Ντομπρίν σε τέσσερις στίχους… και δεν είναι καθόλου ρόδινοι αυτοί οι στίχοι.
Προσπάθησα να μην δεθώ μαζί του, προσπάθησα να είμαι ένας απλός παρατηρητής της ζωής του, προσπάθησα να τον κρίνω, να τον δικάσω και να τον καταδικάσω, για τις πράξεις του, για την συμπεριφορά του, για τους τρόπους του, για τον ακραίο μηχανισμό άμυνάς του. Πραγματικά γελάω με μένα και την απατηλή ψευδαίσθηση που μόνιμα έχω ότι εγω κρατάω τα ηνία σε ό,τι αφορά την σχέση που θα έχω με τον έκαστοτε ήρωά της.

Με μερικούς τα έχω καταφέρει, με άλλους όχι και τόσο. Ο συγκεκριμένος με γονάτισε απο τον πρόλογο ακόμα. Και διαβάζοντας την ιστορία του τον δικαιολόγησα απόλυτα. Μερικές φορές τον ενθάρυννα κιόλας. Δεν του θύμωσα, δεν τον έκρινα, δεν τον μίσησα, η συμπεριφορά του δεν με απώθησε, οι πράξεις του δεν με τρόμαξαν, ήταν επιβεβλημένες. Τίποτα δεν έκανα.
Μόνο ένα.
Τον αγάπησα. Πολύ!
Περισσότερο απο τον οποιονδήποτε χαρακτήρα, έχει γεννήσει το μυαλό της έως σήμερα.
Ζήτησα, έναν ήρωα σκληρό.
Ζήτησα, μια ψυχρή καλοκουρδισμένη μηχανή,με τα γρανάζια της “ψυχασθένειας” όλα στη θέση τους.
Ζήτησα έναν δολοφόνο….και μου τον έδωσες.
Σ’ευχαριστώ!!!

Υγ:Σου συγχωρώ το γεγονός ότι στα τρία τέταρτα του βιβλίου οι δακρυγόνοι αδένες μου ξέχασαν πώς να σταματήσουν να λειτουργούν. Και στην ερώτηση που με μεγάλη αγωνία μου είχες κάνει “ Θα ερωτευόσουν ποτέ έναν δολοφόνο?” σου απαντώ το εξής

“ Σαφέστατα όχι…θα ερωτευόμουν όμως, τον δικό σου δολοφόνο”. Τα κατάφερες.

Έλενα Φωτίου

Η γυναίκα στο παράθυρο

Posted: Απρίλιος 5, 2018 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Αγαπητοί μας θεατές καλησπέρα σας! Η παράσταση αρχίζει εντός ολίγου. Καθίστε 29386547_10156146487667521_676480039432224768_nαναπαυτικά στην πολυθρόνα σας κι απολαύστε το πιο ανατρεπτικό έργο που έγινε ποτέ!

Μην ξαφνιάζεστε με τον πρόλογο, δεν κάνω πλάκα. Το βιβλίο (Α.Κ.Α. Το βιβλιο των μεγάλων ανατροπών) είναι σα να παρακολουθείς παράσταση της Άγκαθα Κρίστι. Όχι ότι συγκρίνω τους δυο συγγραφείς – δεν θα τολμούσα – απλά αναφέρομαι στην αίσθηση που σου δίνει η ανάγνωσή του. Αρκετοί πρωταγωνιστές, λίγες αλλαγές σκηνικού, το σπίτι, ο δρόμος έξω από το σπίτι, το απέναντι σπίτι και η καφετέρια λίγο πιο κάτω από το σπίτι. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, αλλά όχι με την σκοτεινιά του εγκλήματος αλλά με την σκοτεινιά της ανθρώπινης ψυχής που χάνει την ισορροπία της.

Η ηρωίδα είναι παιδοψυχολόγος, ονόματι Άννα Φοξ, παλεύει κι η ίδια με το έρεβος της κατάθλιψης και της αγοραφοβίας της, ζώντας μόνη της σχεδόν έναν χρόνο, απομακρυσμένη από την οικογένειά της και τον κόσμο γενικότερα. Η μόνη επαφή της με το «έξω» είναι το παράθυρο του σαλονιού της και ο φακός της Nicon της. Μέχρι που βλέπει κάτι που δεν θα έπρεπε να δει κι ακούει κάτι το οποίο θα προτιμούσε να μην έχει ακούσει. Κι από αυτό το σημείο και μετά, ξεκινά ένας κυκεώνας ανατροπών που δεν σε αφήνουν να ανασάνεις.

Ο συγγραφέας, του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Daniel Mallory, γνωρίζει πολύ καλά το θέμα για το οποίο γράφει, αφού έχει κι ο ίδιος παλέψει πολλά χρόνια με την κατάθλιψη. Η εμπειρία του αυτή, φαίνεται ότι τον βοήθησε πολύ στη συγγραφή του βιβλίου του κι ενώ αναφέρεται εκτενώς στην αγοραφοβία και στην κατάθλιψη της Άννας, δεν γίνεται ούτε λεπτό κουραστικός. Αντίθετα, μας βάζει σε έναν κόσμο που δεν τον γνωρίζουμε και μας βοηθά να δούμε με συμπάθεια αλλά χωρίς οίκτο, τα άτομα που πάσχουν από ψυχολογικές διαταραχές.

Η πλοκή κι η νουάρ ατμόσφαιρα του βιβλίου , θα μπορούσαν να γίνουν ανετότατα ταινία από τον αριστοτέχνη του είδους Άλφρεντ Χίτσκοκ ή θεατρική παράσταση στο St Martins στο Λονδίνο. Δεν είναι λογοτεχνία με την ξεκάθαρη έννοια του όρου. Δεν κάνει χρήση δοκιμιακού λόγου, με περίτεχνες εκφράσεις κι όμορφες λέξεις. Είναι ένα βιβλίο, εξαιρετικό στο είδος του, το οποίο δημιουργεί μεγάλη αγωνία και άγχος για το τι έχει συμβεί, περιέργεια για το τι πρόκειται να συμβεί και ανυπομονησία για να μάθεις την συνέχεια και το τέλος.

Το ρούφηξα και το απόλαυσα στο 100%. Το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Από μένα 9/10

 

Γιώτα Βασιλείου

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση