Αρχείο Συγγραφέων

Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που b1_2θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Ουφ, το τελείωσα. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν έχω υπάρξει τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που κατάφερα να διαβάσω μέχρι τέλους ένα βιβλίο. Το Confiteor είναι για μένα ένας άθλος· όχι γιατί δεν μου άρεσε και πίεσα τον εαυτό μου να το τελειώσει αλλά γιατί χάρη του ξεπέρασα εν μέρη τον φόβο μου για τα μεγάλα βιβλία.

Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο μόνος λόγος που το αγόρασα ήταν οι πολύ καλές κριτικές που διάβασα και ο ενθουσιασμός όλων όσων ανέβαζαν την άποψη τους στις βιβλιοφιλικές ομάδες. Ήμουν σίγουρη πως εγώ θα ήμουν η στρίγκλα που δεν το αγάπησε, και ήμουν ακριβώς αυτό για το πρώτο 1/3 του βιβλίου. Ναι, το είχα παρατήσει μήνες ολόκληρους επειδή δεν είχα καταφέρει να δεθώ με τους ήρωες και την ιστορία. Αλλά έπεσα σε ένα φοβερό λογοτεχνικό τέλμα – δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα από ό,τι είχα – και ποιος με έσωσε? Ο Ζάουμε Καμπρέ! Με το που το ξανά έπιασα στα χέρια μου το διάβασα μονορούφι.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει και παρόλα αυτά περίμενα πώς και πώς να δω τι θα γίνει στο τέλος. Ο Καμπρέ κατάφερε να με παρασύρει μέσα σε μια ιστορία που το κέντημά της ξεπερνάει ό,τι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Σαν πραγματικά ταλαντούχος συγγραφέας με έναν από τους πιο ιδιαίτερους τρόπους γραφής (αλλαγή προσώπου μέσα στην ίδια πρόταση, αλλαγή σκηνικού/χρόνου/τόπου μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο) κατάφερε να εξιστορήσει ένα σωρό γεγονότα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και να τα ενώσει πάνω από το ξύλινο σώμα ενός βιολιού. Υπήρξαν σκηνές στο βιβλίο που ήταν τόσο έντονες που γέμιζα με συναίσθημα και ήθελα να φωνάξω δυνατά πως ναι, αυτή είναι λογοτεχνία! Κάτι τέτοια βιβλία ξεχωρίζουν από την μάζα, και θέτουν τα όρια.

Το Confiteor είναι ένα βιβλίο που εκπλήσσει τον αναγνώστη. Σε πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από μια συζήτηση σε τραβάει από τα μαλλιά και σε πετάει μέσα σε μια άλλη και εσύ τρέχεις να προλάβεις να καταλάβεις τι παίζει. Κυριολεκτικά μένεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ιδιοφυία του συγγραφέα.

Δεν θα σας κρύψω ότι με κούρασε σε πολλά σημεία. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω πολύ υπομονή και η συγκέντρωση μου χάνεται εύκολα αλλά η αγάπη μου προς το βιβλίο με κράτησε εκεί να το παλέψω μέχρι το τέλος. Η πραγματική φοβία δέσμευσης που έχω με τα μεγάλα βιβλία (σε αριθμό σελίδων) παραλίγο να μου στερήσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μου το είχα συγχωρήσει ποτέ!

Ο Αντριά μας χαρίσε μια ομολογία, δηλαδή όχι σε εμάς αλλά στην αγαπημένη του Σάρα, την ιστορία της ζωής του αλλά και άλλων ζωών λίγο πριν του σβήσει την μνήμη το Αλτσχάιμερ. Και θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.

Οι μικρές μεγάλες αλήθειες

Posted: Απρίλιος 9, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Την Κατερίνα τη θαυμάζω. Από την πρώτη φορά που έπεσα πάνω της, στον διαδικτυακό εαυτό της, 022aλίγα χρόνια πριν, ψάχνοντας κάτι, που κι εγώ δεν ήξερα τι ήταν. Δεν ήξερα τι ακριβώς έψαχνα, αλλά ξέρω τώρα πως ήταν κάτι, οτιδήποτε, κάποιος τρόπος να εξασφαλίσω ότι θα τα έκανα όλα σωστά. Έξι χρόνια πριν, με μια κοιλιά στο στόμα και μια ζωή που γύρισε τούμπα πολλές φορές, με ένα πίσω που φαινόταν μακρύ και σκοτεινό κι ένα μπροστά που δεν μπορούσα να το δω.

Τη θαύμασα από εκείνη την πρώτη στιγμή, για όλα αυτά που μπορεί να πει κι εγώ δεν μπορούσα, ούτε θα μπορέσω ποτέ μου. Γιατί δεν ξέρω πώς, γιατί φοβάμαι, γιατί δεν θέλω, γιατί… δεν ξέρω γιατί.

Κι όταν ήρθε η ώρα να γνωρίσω αυτό το μικροσκοπικό ανθρωπάκι που κρυβόταν μέσα σε εκείνη τη μεγάλη κοιλιά, είδα τον εαυτό μου, κι είδα κι άλλους μαζί, όλους αυτούς τους άλλους που έκαναν εμένα κι αυτό που ήμουν κι αυτό που θα γινόταν εκείνο.

Και περνούσε ο καιρός και περνάει και το ανθρωπάκι μεγαλώνει κάθε μέρα, κι ήρθε ακόμα ένα μικρό ανθρωπάκι κι έγινε η έκπληξη και ο φόβος μεγαλύτερος.

Και κάθε φορά που θα πουν «Κοίτα τι κάνω μαμά! Μπορώ. Σαν εσένα.» Γελάω αλλά μέσα μου εύχομαι «να μη γίνετε ποτέ σαν κι εμένα».

Τεράστιο βάρος και κατάρα να είσαι σαν κι εμένα. Να έχεις έναν ολόκληρο τεράστιο κόσμο μέσα σου που δεν μπορείς να τον βγάλεις στο φως. Γιατί; Μακάρι να ήξερα. Αλίμονο σε μας τους δήθεν τολμηρούς και γενναίους.

Για να αφήσω και το δράμα (που το μισώ), στο βιβλιαράκι: Βιβλιαράκι γιατί είναι μια σταλίτσα κι όμως η κάθε λέξη του βρίσκει το στόχο της, εκεί που είναι το κέντρο του καθένα μας.

Όσοι το διαβάσουν και μείνουν μόνο στη μικρή ιστορία του, δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Δεν έχουν καταλάβει ούτε το λόγο ύπαρξης του βιβλίου, ούτε μια λέξη από όσα θέλει να πει, δεν ξέρουν ποια είναι η Κατερίνα, δεν ξέρουν τι έχει κάνει και τι συνεχίζει να κάνει. Κι έχει σημασία αυτό; Έχει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει τεράστια σημασία. Η Κατερίνα είναι από αυτούς τους ανθρώπους που στο πέρασμα της ζωής τους αφήνουν πίσω τους μια φωτεινή ουρά σαν φλεγόμενος κομήτης. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που όταν φτάνεις στα όριά σου και λες ως εδώ ήταν, τους κοιτάς και σκέφτεσαι ότι πρέπει ν’ αντέξεις κι άλλο λίγο. Πρέπει γιατί αν δεν το κάνεις εσύ, τότε όσα κάνουν εκείνοι θα είναι μάταια και δεν μπορείς να επιτρέψεις κάτι τέτοιο.

Ακόμα κι αν δεν ξαναγράψει άλλο βιβλίο, έχει αφήσει πίσω της τεράστια αποθέματα σκέψης και δύναμης για όλους εμάς, κι αφήνει κάθε μέρα. Για όλους εμάς που δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γιατί δεν ξέρουμε το πώς, για όλους εμάς που δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, για όλους εμάς που όλα τα κάνουμε λάθος, έστω κι αυτό είναι κάτι που το νιώθουμε μόνο εμείς και δεν είμαστε οι μόνοι και μάλλον δε θα έπρεπε να νιώθουμε έτσι αλλά δεν ξέρουμε και πώς να νιώσουμε αλλιώς.

Για όλους εμάς που θέλουμε να αγαπάμε όλο τον κόσμο αλλά δε μάθαμε ποτέ να αγαπάμε τον εαυτό μας.

Κανονικά δε θα διάβαζα ποτέ ένα τέτοιο κοριτσίστικο βιβλίο – ούτε καν γυναικείο, κοριτσίστικο – downloadαλλά ακόμα και μια σκύλα της λύσσας μπορεί να έχει τις μικρές της αδυναμίες: Η Πεντάμορφη και το Τέρας ήταν η αγαπημένη μου ταινία και είχα την τύχη να τη δω και στο σινεμά. Ευτυχώς που η μια από τις δυο γιαγιάδες μου δεν ήταν ποτέ η κλασική γιαγιά με τα κεφτεδάκια και τους λουκουμάδες και τα παραμύθια στο κρεβάτι, αλλά με ξεποδάριαζε στα σινεμά και τα θέατρα κάθε τρεις και λίγο.

Και παρόλο που ποτέ μου δεν υπήρξα το γλυκό κοριτσάκι με τα φουστανάκια και τα κοτσιδάκια και τα κοκαλάκια και τα βραχολάκια και τα σκατουλάκια (και γενικά ό,τι είχε να κάνει με -άκια μου την έδινε στα νεύρα), ποτέ μου δεν ξέχασα τα φλιτζανάκια της κυρίας Τσαγιέρας και τα είχα αγαπήσει. Ίσως έπαιξε και το ρόλο του το ότι εκτός από την ταινία του Ντίσνεϋ είχα παρακολουθήσει και όλη τη σειρά με τον Βίνσεντ και την Κάθριν. Λολ.

Στο βιβλίο τώρα. Αν και με κάθε σελίδα που γυρνούσα ένιωθα να μικραίνω κι από ένα χρόνο μέχρι που ξεμωράθηκα εντελώς, αν και κατακόλλησα και σιχάθηκα τ’ άντερά μου με τόσο σορόπι και ζουμί και αγάπες, (έφτασα και σε σημείο να τσιρίζω σα βλαμμένο από χαρά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας που μετά από τόσα χρόνια είχα ξεχάσει – πχ το φλιτζανάκι που το έλεγαν Φρουφρού, αλλά τις τζογαδόρισσες αδερφές δεν τις θυμάμαι καθόλου) το καταφχαριστήθηκα.

Ήταν πολύ όμορφο και γλυκανάλατο και χρωματιστό και μουσικό και χαζορομαντικό και γεμάτο χρυσόσκονη και σταματάω πριν μου μείνει η γλυκάδα κουσούρι και δεν ξέρω μετά τι να την κάμνω. Ουστ. ΕΛΠΙΖΩ οι μεταφραστές όταν/όποτε έρθει στην Ελλάδα, πραγματικά να μην τα σκατώσουν και το καταστρέψουν, θα τους θάψω αλύπητα. Ένα πολύ ευχάριστο μπρέικ, σαν τη σοκολάτα. Και τώρα επιστροφή στα …σοβαρά.

Οι αυτοκράτορες του πάγου

Posted: Μαρτίου 26, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα

Ο Τσέρι (Apsley Cherry Garrard) ξεκίνησε από την Αγγλία για την Ανταρκτική με τον Καπετάνιο 3358906του Τέρρα Νόβα Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ, την άνοιξη του 1910. Στο σπίτι του γύρισε τρία χρόνια αργότερα. Του πήρε μια δεκαετία για ολοκληρώσει τη συγγραφή αυτής της ανεπανάληπτης εμπειρίας του και το χειρόγραφό του ξεπερνούσε τις 250.000 λέξεις. Σε αυτή του την προσπάθεια τον βοήθησε ο γείτονας και καλός φίλος Τζορτζ Μπέρναρντ Σω. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένα Non fiction με τίτλο …Το χειρότερο ταξίδι του κόσμου! Εκδόθηκε το 1922.

Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου τώρα, του Emperors of the Ice (Και πριν πάει το μυαλό σας σε βασιλιάδες κι αυτοκράτορες, ο τίτλος παραπέμπει στους αυτοκρατορικούς πιγκουίνους) διάβασε το …χειρότερο ταξίδι του κόσμου. Τον συνάρπασε τόσο πολύ αυτή η περιπέτεια, που για πολύ καιρό μιλούσε για το βιβλίο σε όποιον τύχαινε να βρει διαθέσιμο να τον ακούσει. Μέχρι που αποφάσισε να το ξαναγράψει.

Παρακάτω τώρα: Μπιλ Γουίλσον: Ένας επιστήμονας στο πλήρωμα του Τέρρα Νόβα για την Ανταρκτική, μια θεωρία ότι οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι και για την ακρίβεια τα έμβρυα των αυγών τους και το πώς αναπτύσσονται μέχρι να γεννηθούν, έχουν τα χαρακτηριστικά των προγόνων τους, κι όπου πρόγονοι οι …δεινόσαυροι.

Μπέρντι Μπάουερς: ένας κοντός γίγαντας (ναι, κι όμως) που μοιάζει να μην ξέρει τι θα πει φόβος και που μπορεί να κουβαλήσει βάρος 100 κιλών στην πλάτη του για 3 μίλια, στους -50 Φαρενάιτ, μισότυφλος από καυτό λάδι που πετάχτηκε στο μάτι του, στη μέση μιας τρελής χιονοθύελλας, μες το απόλυτο σκοτάδι, με τα ρούχα του κοκαλωμένα τόσο, που δεν μπορεί να κουνήσει ούτε το λαιμό του. Αυτό.

Ένα ταξίδι με σκοπό να συνδυάσει ό,τι μπορεί: Εξερεύνηση, επιστήμη, βιολογία, γεωλογία, μαγνητικά πεδία, ατμόσφαιρα, παρασιτολογία, ζωολογία, εξέλιξη των ειδών. Όλα εκτός από τη μανία της κούρσας για το κάρφωμα της σημαίας στο πιο μακρινό δυνατό σημείο εκείνης της απάνθρωπα αφιλόξενης γης στην άκρη του κόσμου. Κυριολεκτικά.

Ξαναγράφεται το χειρότερο ταξίδι λοιπόν, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος των επιστημονικών αναφορών εκτός, εστιάζοντας στην πενταμελή ομάδα που σε κάποιο σημείο χωρίστηκε από τους υπόλοιπους για να βρουν αυγά των αυτοκρατορικών πιγκουίνων. Όμως έλειπε και κάτι σημαντικό: Ο διάλογος. Έτσι ο συγγραφέας μετά από πολύχρονη κι εξαντλητική μελέτη, ξαναέγραψε την ιστορία και με διαλόγους, έτσι όπως φανταζόταν πως θα είχαν ειπωθεί. Το αποτέλεσμα; Ένα συγκλονιστικό, breath taking και heart breaking βιβλίο, με στιγμές παρανοϊκά ξεκαρδιστικές και αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά δύσκολο να το περιγράψω και να το καταλάβει κάποιος που δεν το έχει διαβάσει.

Στον επίλογο μια κατάθεση ψυχής από τον Τσέρι που κατάφερε ακόμα κι εμένα τον παχύδερμο αναγνώστη να κλάψω. Από την ομάδα αυτή μόνο ο Τσέρι επέζησε. Και τελειωτικό χτύπημα, τα γράμματα που άφησαν οι άντρες αυτοί για να τα βρουν οι δικοί τους. Αν διαβάζετε αγγλικά, οπωσδήποτε διαβάστε το!

«Το να μη φοβάται ένας άντρας το θάνατο είναι κάτι το μεγαλειώδες. Αλλά το να υπάρχουν άντρες που να μπορούν να αντέχουν και να συνεχίζουν κάτω από απίστευτες συνθήκες πόνου και τρομερού κινδύνου και παρόλα αυτά να σκέφτονται και να φροντίζουν τους συντρόφους τους, ακόμα και να αστειεύονται όταν κυριολεκτικά αναμετρούνται κάθε δευτερόλεπτο με το θάνατο, ε λοιπόν, θα αντάλλαζα όλα τα χρόνια που εγώ έζησα κι εκείνοι όχι, για να είμαι ξανά μαζί τους.»

Πιστεύω τελικά ότι ο τίτλος δεν αναφέρεται μόνο στους πιγκουίνους αλλά και στους άντρες αυτούς.

Στη φωτογραφία του εξωφύλλου, ο Τσέρι.