Archive for the ‘Αυτοβιογραφία’ Category

Πάντα δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις αυτοβιογραφίες. Πώς να κρίνεις τη ζωή κάποιου; Με ποιο δικαίωμα; Το μόνο ίσως δικαίωμα που έχουμε είναι από την ίδια την έκθεση της ζωής του γράφοντος, αλλά ως εκεί. Μιλάμε για τη ζωή κάποιου. Η συγγραφέας είναι πια ένα όνομα γνωστό στο χώρο, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας το τώρα της με την ιστορία του τότε της, η διαφορά είναι συγκλονιστική.

Αυτό το βιβλίο με νευρίασε ως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ήμουν έτοιμη να το παρατήσω The_Glass_Castle_Jeannette_Walls_hardcover_first_edition_2005γιατί δεν άντεχα άλλο να διαβάζω τις ηλιθιότητες των γονιών της. Όμως ήταν η ζωή της και θα ήταν άδικο να μην το τελειώσω. Δεν ξέρω να πω αν μου άρεσε ή όχι. Πώς να πω ότι μου άρεσε η ιστορία μιας δυστυχισμένης ζωής; Πώς όμως να μην μου αρέσει μια απίστευτη ιστορία;

Η Τζανέτ είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά των Γουόλς, ενός αλκοολικού μηχανικού (; μάλλον πολυτεχνίτη τον λες) και μιας …καλλιτέχνιδας – ζωγράφου/συγγραφέως/ανάλογα την όρεξη. Η μητέρα δεν εργάζεται ποτέ, ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, ανάλογα πάντα τη διάθεση, τα παιδιά ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, σχεδόν ποτέ χωρίς να καλύπτονται οι στοιχειώδεις βασικές ανάγκες τους κι όλα αυτά από ΕΠΙΛΟΓΗ των γονιών.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου συνεχώς αναρωτιόμουν: Πώς είναι δυνατόν δυο άνθρωποι τόσο έξυπνοι και μορφωμένοι να είναι τόσο ανεύθυνοι, τεμπέληδες, εγωιστές, τόσο απαίσιοι γονείς; Μήπως χρειάζονταν βοήθεια; Δεν ξέρω. Ίσως. Όμως προς το τέλος η ίδια συγγραφέας απαντά σε αυτή την ερώτηση και την ίδια απάντηση διαπιστώνει και ο αναγνώστης: Αυτή τη ζωή επέλεξαν και το έκαναν με απόλυτη συνείδηση. Αυτό και τίποτε περισσότερο. Και τα εξηγεί όλα.

Πολλοί αναγνώστες σχολίασαν αρνητικά την ψυχρότητα της γραφής και ήταν κάτι που το παρατήρησα κι εγώ. Η γραφή μοιάζει στείρα, χωρίς συναίσθημα, περισσότερο με ρεπορτάζ. Όμως και γι αυτό υπάρχει εξήγηση και είναι απλή: Για να αντιμετωπίσει κανείς και να ξεπεράσει (και να καταγράψει τελικά) κάτι τόσο μεγάλο και κακό όπως η παιδική ηλικία αυτής της γυναίκας, πρέπει να αποστασιοποιηθεί. Η συγγραφέας δεν κατακρίνει. Απλώς γράφει το τι έχει συμβεί. Παρά την έλλειψη λογοτεχνικότητας (και αλήθεια, μάλλον δε θα του ταίριαζε) το βρήκα απίστευτα γενναίο από μέρους της.

Και παραδόξως δεν κατάφερα να μισήσω ή να αντιπαθήσω τους γονείς της, παρά τα όσα έκαναν – και πολλές φορές ήθελα να ουρλιάξω. Η ειλικρίνεια στη γενικότερη στάση τους ήταν αφοπλιστική. Διαφωνώντας κάθετα με τις επιλογές τους, δεν μπόρεσα να μη σεβαστώ τη βαθύτατη πίστη τους σε αυτές. Και τελικά ακόμα κι αυτό χρειάζεται φοβερό κουράγιο.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θα μας απασχολεί για πολύ (φυσικά και δεν ήρθε ακόμα στην Ελλάδα, αγνοώ αν θα έρθει), και σύντομα θα το δούμε και σε ταινία. Από το τρέιλερ που είδα, αν και υπόσχεται μια υπέροχη ταινία, νομίζω ότι λιγάκι ρομαντικοποιήθηκε στη μεταφορά του. Δεν μπορώ όμως ακόμα να απαντήσω αν τελικά αυτό θα κάνει καλό στη συγγραφέα ή όχι. Πάντως αναμένω με αγωνία.

Για τα records, το βιβλίο παρέμεινε 261 (!!) εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλλερς του New York Times. Πούλησε σχεδόν 3 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες (εκτός από τα ελληνικά!).

Δείτε και το τρέιλερ, λέει πολλά!

Κατερίνα Χαρίση

Τελικά όσο ειρωνικό σε κάθε αρνητική του διάσταση κι αν ακούγεται, χρειάστηκε ένας Ντόναλντ Τραμπ για να καταλάβουμε τι συνέβαινε στο παρελθόν. Ήταν σαν να είμασταν τυφλοί και ξαφνικά κάποιος να μας άνοιξε τα μάτια. Και όσον αφορά την δημοκρατία πραγματικά είμασταν τυφλοί.

Όταν εκλέχτηκε ο Μπους, πραγματικά όλοι νιώσαμε ότι το τέλος πλησιάζει και όπου να ‘ναι ένας ανίκανος θεωρητικά πρόεδρος θα πάταγε το κουμπί που θα έφερνε το τέλος. Τελικά δεν είχαμε καταλάβει τίποτα μέχρι που ένας πραγματικά ανίκανος και στην ουσία επικίνδυνα ηλίθιος τύπος έγινε πρόεδρος της Αμερικής. Ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ειρωνεία να είναι ότι συνειδητά ο Τζωρτζ Μπους άνοιξε τον δρόμο για τον πρώτο μαύρο Αμερικανό πρόεδρο. Και αυτό το έκανε από την αρχή της προεδρίας του ορίζοντας σαν υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ τον πρώτο μαύρο που υπουργοποιήθηκε στην ιστορία της χώρας, και σύμβουλό του σε θέματα άμυνας επίσης μια γυναίκα και μάλιστα μαύρη, η οποία και στη συνέχεια αντικατέστησε στο υπουργείο εξωτερικών τον Κόλιν Πάουελ.

biblio_17_0029.gifΌπως είναι φυσικό, για να φτάσει εκεί που έφτασε, στις εποχές που το κατάφερε, η Κοντολίζα Ράις, ούτε το συνηθισμένο κορίτσι μαύρης οικογένειας ήταν, ούτε η ίδια ακολούθησε την συνηθισμένη πορεία που ακολουθούν τα μαύρα κορίτσια στην υποβαθμισμένη θέση που έχουν στην αμερικανική κοινωνία. Απεναντίας επρόκειτο για το κορίτσι με τα γαλλικά του και το πιάνο του, χωρίς όμως – και αυτό προσέξτε το – να απομονωθεί από τον εξωτερικό κόσμο και να μην πάρει κι εκείνη μια γεύση από τον σύγχρονο αμερικανικό ρατσισμό, τις διακρίσεις και τις ανισότητες. Και παρόλο ότι μεγάλωσε σε ένα ρεπουμπλικανικό και αυστηρά χριστιανικό περιβάλλον που στην ουσία δημιούργησε μια «σιδηρά κυρία» ποτέ δεν ξέχασε και όταν πια βρέθηκε σε θέση εξουσίας παρ’όλη την συχνά πολιτικά ορθή στάση της έδωσε τις μάχες της για την ισότητα και το τέλος των διακρίσεων.

Πολύ πιο σοβαρό όμως είναι να σημειωθεί ότι όλα αυτά δεν τα είδε μεμονωμένα αλλά σαν ένα όλο που χαρακτηρίζει μια δημοκρατική κοινωνία. Δεν μπορείς να αποκαλείς μια χώρα δημοκρατική αν η κοινωνία της δεν είναι δημοκρατική κι αν υπάρχουν διακρίσεις ακόμα και σε ασήμαντα γεγονότα και θέματα. Αυτό ακριβώς ήταν όρος ζωής για την Κοντολίζα Ράις και αυτό ακριβώς είναι και το βασικό θέμα του βιβλίου της «Democracy: Stories from the Long Road to Freedom» (Δημοκρατία: ιστορίες από τον δύσκολο δρόμο προς την ελευθέρια) που μόλις κυκλοφόρησε.

Στο βιβλίο της η Ράις μιλάει σε πρώτο πρόσωπο όλα όσα έζησε στη πορεία της προς το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ, με ιδιαίτερη έμφαση στα όσα έζησε και είδε κατά την τελευταία περίοδο που ήταν υπουργός. Μέσα σε συχνές αναφορές σε ιστορικές προσωπικότητες, η Ράις αναφέρεται στη γνωριμία με Σεΐχηδες και βασιλιάδες αλλά και δικτάτορες και εγκληματίες που είχαν την περίοδο που ήταν υπουργός θέση εξουσίας. Το σημαντικό είναι ότι το σύγχρονο των εμπειριών της επιτρέπει στον αναγνώστη να αναγνωρίσει πολλές από αυτές τις προσωπικότητες με μερικές μάλιστα να συνεχίζουν να κυριαρχούν στις χώρες τους.

Η Ράις στο βιβλίο της δεν αποποιείται ουτε τις κοινωνικές της ρίζες αλλά ουτε και τις πραγματικές, συχνά ισορροπώντας ανάμεσά τους και βέβαια το βιβλίο είναι σαν χαστούκι στον σύγχρονο Καλιγούλα και στην ρατσιστική του αυλή που αυτή τη στιγμή εξουσιάζουν τις ΗΠΑ.

Το βιβλίο, για όσους τουλάχιστον ασχολούνται με την σύγχρονη πολιτική και τις εξελίξεις είναι πολύ ενδιαφέρον ακόμα κι αν διαφωνείς ιδεολογικά με την Ράις. Είναι μια υπενθύμιση ότι τελικά υπάρχουν και χειρότερα.

Το βιβλίο της Κοντολίζα Ράις Democracy: Stories from the Long Road to Freedom κυκλοφόρησε στις 9 Μάιου και είναι εκδόσεις Tele. Προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στην έντυπη έκδοση και με σκληρό εξώφυλλο. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μεταφραστεί στα ελληνικά και το θεωρώ απώλεια γι’ αυτό, αλλά για όσους ενδιαφέρονται από ότι με πληροφόρησε ο εκδοτικός σύντομα θα βγει και σε ψηφιακή μορφή για να το κατεβάσετε έστω στα αγγλικά.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί κάποιος που βρίσκεται, έστω στην πέμπτη δεκαετίας της ζωής του και ακόμα δημιουργικός και ενεργός στο χώρο του αισθάνεται την ανάγκη να γράψει τα …απομνημονεύματά του. Για να μη πω, ότι όταν το κάνουν κάτι διάττοντες αστέρες της μουσικής ή του κινηματογράφου, δεν μπαίνω καν στον κόπο να κοιτάξω το εξώφυλλο του βιβλίου τους. Μιλάμε για θρασύτατη αρπαχτή.

biblio_17_0024.gifΈτσι όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και μάλιστα με σκληρό εξώφυλλο του γνωστού ηθοποιού Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir / Παρ’ όλα αυτά: Απομνημονεύματα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να βάλω τα γέλια και ο λόγος … ο λόγος Saturday Night Live. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Saturday Night Live είναι γνωστή εβδομαδιαία κωμική σειρά στην αμερικανική τηλεόραση με σκετσάκια όπου ο Alec Baldwin μιμούμενος καταπληκτικά τον Ντόναλντ Τραμπ, τον έχει στη κυριολεξία ξεσκίσει.

Πριν από αυτό είχε προηγηθεί μια ακόμα σειρά, που δεν έχω ιδέα αν έχει προβληθεί στην Ελλάδα, με την Ελληνοαμερικανίδα Tina Fey, το 30 Rock, εξ’ ίσου καταπληκτική, με τον Baldwin στο ρόλο ενός υπερσυντηρητικού καπιταλιστή, οπαδού του Ρήγκαν, διευθυντή τηλεοπτικού καναλιού. Με τις δυο αυτές σκέψεις να δικαιολογούν το γέλιο, αποφάσισα να βάλω το βιβλίο στην άκρη για να το διαβάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με τα άλλα καμιά κατοστή βιβλία που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και που στο τέλος όχι απλά δεν τα διαβάζω άλλα τα μοιράζω σε φίλους για να κάνω χώρο για την επόμενη εκατοντάδα.

Στην πορεία λοιπόν προς τα «θα δούμε», έριξα μια ματιά στην εισαγωγή του βιβλίου που ένα από τα πρώτα πράγματα που γράφει ο αξιότιμος κύριος Baldwin είναι ότι αυτό το βιβλίο το έγραψε όχι γιατί πραγματικά ήθελε να το γράψει αλλά γιατί του πρόσφεραν καλά λεφτά για να το κάνει. Βαριά δόση ειλικρίνειας. Έτσι μεταφέρθηκε δίπλα στον καναπέ και τις επόμενες μέρες ανάμεσα σε άλλα διαβάσματα κατάφερα να τελειώσω τις 200+ σελίδες κειμένου.

biblio_17_0023.gifΟ Baldwin δεν είναι συγγραφέας, είναι ηθοποιός και κατ’ εμέ παρόλο πουτον λατρεύω σαν Τραμπ και μου άρεσε πολύ στο 30 Rock, δεν θα έλεγα ότι είναι από τους πρωτοκλασάτους ή ότι θα γίνει ο αυριανός Nicolson. Άλλωστε αν εξαιρέσεις το «The Hunt for Red October» στο ρόλο του Jack Ryan δίπλα στον Sean Connery, η παρουσία του και η αναγνωρισιμότητά του είναι κυρίως τηλεοπτική. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι να το ξέρουν από το γάμο του και ειδικά το διαζύγιό του με την Kim Basinger.

Ηθοποιός λοιπόν ο Baldwin και φαίνεται στο βιβλίο του ότι δεν είναι συγγραφέας. Μάλιστα – και αυτό εγώ τουλάχιστον το βάζω στα θετικά στοιχεία του βιβλίου – έχει γραφτεί από τον ίδιο κι όχι κάποιον φτωχό ghostwriter που πληρώθηκε ψίχουλα για να κάνει αρπαχτή ο Baldwin. Το γράψιμό του είναι πιθανώς όπως μιλάει ή δίνει συνεντεύξεις γιατί υπάρχουν ακόμα και έντονα συντακτικά ή γραμματικά λάθη που φαντάζομαι ο εκδότης επίτηδες τα άφησε να περάσουν.

Ο Baldwin δεν ωραιοποιεί καθόλου την παιδική του ηλικία και τη φτώχεια της οικογένειάς του, ούτε τους κόπους του και την πάλη για να γίνει ηθοποιός και το κάνει χωρίς να υπερθεματίζει και να υπερβάλλει. Δεν το δραματοποιεί. Ήταν φτωχός και έζησε τη μιζέρια. Αυτά. Όπως είναι φυσικό σε κάποια σημεία φαίνεται η ζήλεια ή ο εγωισμός του ηθοποιού, ειδικά στις αναφορές του στον Harrison Ford που δεν σου αφήνει κανένα λόγο να αμφισβητήσεις την αντιπάθειά του προς τον ηθοποιό που του «έκλεψε» στη συνέχεια το ρόλο του Jack Ryan. Αυτό σε απόλυτη αντίθεση για τους ύμνους που γράφει για τους Ben Affleck και Tina Fey που ο θαυμασμός του είναι σε συνδυασμό με το ταλέντο και των δυο στο γράψιμο.

Για την Kim Basinger από ό,τι φαίνεται ό,τι ήταν να πει το είπε κατά τη διάρκεια του πολύ περιπετειώδους και προβεβλημένου από σκανδαλοθηρικά περιοδικά διαζυγίου τους. Εδώ ασχολείται περισσότερο με την κόρη του ίσως και σε μια προσπάθεια, έστω και μέσω του βιβλίου να της δείξει την αγάπη του και πιθανώς σαν συγνώμη για τα λάθη του μαζί της. Σαφώς περνάει από όλες τις στιγμές της καριέρας του, καλές ή άσχημες, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά όπως έγραψα και πριν, ήρεμα, σαν να τα λέει σε μια παρέα ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Για να πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν αξίζει να αγοράσει κάνεις αυτό το βιβλίο εκτός κι αν είναι συλλέκτης αυτής της μορφής των βιογραφιών και φαν του Baldwin. Δεν είμαι αρνητικός αλλά θα το διαβάσεις μια φορά – ευχάριστα – και μετά θα μπει στη μάζα που πιθανώς σε κάποια μετακόμιση να ξεφορτωθείς. Αλλά αν πέσει στα χέρια σας κάπως, γι’ αυτή τη μια φορά, ξεφυλλίστε το, έχει κάποιες αστείες και κάποιες πολύ αληθινές στιγμές.

Το βιβλίο του Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir είναι εκδόσεις Harper, κυκλοφόρησε στις 4 Απριλίου 2017 και προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο σε σκληρό εξώφυλλο και προσωπικά αμφιβάλλω αν θα κυκλοφορήσει σε άλλη μορφή.

Κανονικά αυτό είναι ένα από τα βιβλία που για τον τίτλο του μόνο, θα έπρεπε να προταθεί για την ημέρα του Βαλεντίνου και των ερωτευμένων. Αυτά αν μείνεις μόνο στον τίτλο του βιβλίου, «Οι άντρες της ζωής μου». Αυτό τώρα επιφανειακά γιατί αν το σκεφτείς καλυτέρα και μάλιστα το επεκτείνεις και στα δυο φύλα θα ανακαλύψεις ότι οι άντρες της ζωής μας μπορούν να είναι πατεράδες, αδέρφια, φίλοι, γνωριμίες, όλοι αυτοί που συμβάλανε στην εξέλιξή μας και πολλές φορές λίγη σχέση έχουν με τον έρωτα.

biblio_17_0013.gifΗ Patricia Bosworth παντρεύτηκε στα 18 της χρόνια ένα τέρας, η περιγραφή ανήκει στην ίδια. Ένα τέρας που την βασάνιζε καθημερινά και μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι η επόμενη φάση θα ήταν να την σκοτώσει, τόλμησε να φύγει και να ζητήσει διαζύγιο. Στα 20 της ο αδελφός της και ο μόνος της τότε φίλος, αυτοκτόνησε και στα 24 αυτοκτόνησε ο αλκοολικός και ναρκομανής πατέρας της.

Τώρα αυτά κάνουν μια πολύ σκοτεινή εισαγωγή, αλλά η ζωή της Bosworth δεν ήταν ένα συνεχόμενο δράμα, γιατί στην εισαγωγή λείπουν μερικά στοιχεία. Όπως το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν ένας πολύ γνωστός δικηγόρος στην Νέα Υόρκη του ’50, ότι η μητέρα της ήταν γνωστή συγγραφέας που την κυνηγούσαν αστέρες του κινηματογράφου για να αγοράσουν τα δικαιώματα της επόμενης νουβέλας της και ότι γενικά ζούσε και μεγάλωνε σε ένα σπίτι με πολύ άνεση και χρήμα.

Η δε Bosworth μετά το διαζύγιο και έχοντας κάνει λίγο μόντελινγκ αποφάσισε ότι αυτό που της ταίριαζε ήταν η ηθοποιία και έδωσε εξετάσεις στο Actors Studio της Νέας Υόρκης που αμέσως έγινε δεκτή. Σύντομα βρέθηκε να παίζει με ηθοποιούς όπως η Audrey Hepburn και να την σκηνοθετούν σκηνοθέτες του μεγέθους του Elia Kazan και του Arthur Penn. Και κάπου εκεί έκανε την μεγάλη της στροφή και από το πάλκο πέρασε στην πένα. Η Bosworth έγινε δημοσιογράφος.

Στην αρχή μέσα από τις στήλες της στους New York Times και του Vanity Fair έγραφε για τη ζωή διασημοτήτων αλλά μετά πέρασε στη συγγραφή βιογραφιών αστέρων κυρίως του Χόλυγουντ, όπως της Jane Fonda ή του Montgomery Clift.

biblio_17_0012.gifΤο «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό και κατά κάποιο τρόπο κατάθεση ψυχής. Μιλάει για μια εποχή που το Μανχάταν ήταν μαγνήτης τέχνης και εκκεντρικότητας. Μια εποχή που η Αμερική κάνει τη σεξουαλική της επανάσταση και που η καθ’όλα μεγαλωμένη Καθολική Bosworth βρίσκεται στο κέντρο του, σε ένα σπίτι που ο ένας εκκεντρικός αστέρας του Χόλυγουντ διαδέχεται τον άλλον.

Ο πρώτος της γάμος, αυτός με το τέρας, παίζει μεγάλο ρόλο και στην άμεση συνέχεια της ζωής της και όταν αναφέρεται σε αυτόν αναφέρει ότι ο λόγος που έμενε παρόλο τους συνεχείς ξυλοδαρμούς ήταν το παθιασμένο σεξ που είχε με τον άντρα της. Μεγαλωμένη καθολική είχε όλα τα ταμπού του καθολικισμού και έτσι το σεξ υπήρχε μόνο μέσα στο γάμο, κι αυτό έγινε η δικαιολογία για να παντρευτεί. Αλλά στη συνέχεια ήταν το σεξ που την κρατούσε με το τέρας και πάλι ο καθολικισμός που δεν θα της επέτρεπε το σεξ εκτός γάμου. Μετά όμως το διαζύγιο, η Bosworth απελευθερώνεται και από το τέρας και από τον καθολικισμό και περνάει στην απέναντι πλευρά με δεκάδες εραστές σε σημείο που όπως ομολογεί και η ίδια να μην έχει ιδέα ουτε από αριθμό ούτε από ονόματα.

Όλα αυτά όμως σε ένα Μανχάταν που κρύβει τέχνη, που η Patricia Bosworth συναντάει και συνομιλεί με τις μεγαλύτερες μορφές της τέχνης της τότε Αμερικής και που αντλεί συνέχεια για την μετέπειτα συγγραφική της καριέρα.

Το «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό αλλά γραμμένο από μια γυναίκα που έχει πετυχημένα γράψει δεκάδες βιογραφίες. Έτσι ξέρει και να δίνει το σωστό ρυθμό ανάμεσα στο δράμα, την ένταση, το συναίσθημα και το χαμόγελο αλλά ταυτόχρονα λέει και την αλήθεια για τον εαυτό της χωρίς υποκρισίες. Είναι σαν να ήθελε η ίδια να γράψει την αποκαλυπτική βιογραφία της και να μην αφήσει σε κάποιον άλλον να το κάνει. Και όπως λένε γνωστοί της, υπάρχουν γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο που ούτε οι πιο στενοί της φίλοι από εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν.

Αν και σχεδόν 360 σελίδες δεν ήταν καθόλου κουραστικό βιβλίο και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις το ενδιαφέρον μου κορυφωνόταν σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να διάβαζα θρίλερ ή τέλος πάντων κάποιο βιβλίο αγωνίας.

Το βιβλίο είναι εκδόσεις Harper και φαντάζομαι ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε ψηφιακή μορφή για όσους μπορούν να διαβάσουν απ ευθείας στα αγγλικά.

Αυτό το βιβλίο το έψαχνα πολύ πολύ καιρό, γιατί κάποιος μου το είχε αναφέρει ως ena_paidi_poy_elegan_afto«βιβλίο για κλάααααμα». Είναι η ιστορία ενός παιδιού που έζησε την κακοποίηση από τη μητέρα του, μέχρι που στα 12 κάποιος επιτέλους καταφέρνει να το πάρει μακριά. Μεγάλη απογοήτευση και λυπάμαι που το λέω.

Το βιβλίο ξεκινάει με έναν πρόλογο στον οποίο ο συγγραφέας τονίζει πως το «παιδιάστικο ύφος γραφής» ήταν σκόπιμο, γιατί ήθελε να αποδώσει την ιστορία μέσα από τα μάτια και το μυαλό του τότε μικρού παιδιού που βίωνε την κατάσταση. Οκ λέω, No problem. Μα δε μου φάνηκε καθόλου πως η ιστορία γράφτηκε μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού- πράγμα το οποίο δεν είναι και τόσο κακό, αλλά αφού το λες, πρέπει να το κάνεις.

Πρέπει να πω πως ο συγγραφέας έγραψε τη δική του ιστορία των παιδικών του χρόνων, το οποίο δεν ήξερα και το έμαθα στο τέλος, γι αυτό και λυπήθηκα περισσότερο που δε με έπεισε. Τα περιστατικά που διηγείται είναι απίστευτα σκληρά. Μα άφησε ένα πολύ μεγάλο ερωτηματικό που με βασάνιζε σε όλο το βιβλίο κι αυτό δε με άφησε να συγκεντρωθώ στα γεγονότα και να «μπω» στην ιστορία του, ούτε καν να συμπάσχω.

Γιατί. Αυτό ήταν το ερωτηματικό. Ο Pelzer μιλάει στην αρχή για μια απόλυτα ευτυχισμένη οικογένεια, για δυο υπέροχους γονείς, μια μάνα γεμάτη αγάπη, δημιουργική και δραστήρια, όλο ευχάριστες εκπλήξεις, παιχνίδια, βόλτες, δραστηριότητες, ένας πατέρας δυναμικός (και λόγω δουλειάς), αφοσιωμένος, και, και, και. Δε γίνεται ρε παιδιά σήμερα να είναι όλα τέλεια και αύριο ξαφνικά η μάνα αυτή να μεταμορφώνεται σε ένα σαδιστικό τέρας, κι ο πατέρας θεατής- μαλάκας. Όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Κάτι πρέπει να έχει συμβεί. Αυτό το κάτι δεν μας το αναφέρει πουθενά. Μιλάει για το πριν και το μετά, αλλά δε μεσολάβησε απολύτως τίποτα κι αυτό αυτομάτως αφήνει μια αμφιβολία που δε σε αφήνει να δεθείς με το βιβλίο.

Επίσης η μητέρα του δεν έμπαινε καν στον κόπο να καμουφλάρει ή να κρύψει με οποιονδήποτε τρόπο τα σημάδια του παιδιού. Κι αυτό το παιδί δεν έχασε ούτε μια μέρα σχολείο. Του έσπαγε τα δόντια, τον μαχαίρωνε, του έσπασε το χέρι, όση πλύση εγκεφάλου και να του έκανε για να έχει έτοιμες δικαιολογίες στο σχολείο, δεν είναι δυνατόν κανείς άλλος να μην καταλάβαινε τίποτα. Σε ένα σχολείο μάλιστα που είχε και γιατρό και ψυχολόγο.

Ούτε είναι δυνατόν ένα παιδί κάτω των δέκα ετών να ζει με τους ρυθμούς που περιγράφει ο συγγραφέας, όντας δέκα ολόκληρες μέρες νηστικό- μετά από μακρόχρονη στέρηση σωστής διατροφής. Δε θέλω να αμφισβητήσω την αλήθεια της ιστορίας του Pelzer, μα ο τρόπος που την έγραψε δεν ήταν πειστικός καθόλου.

Έμαθα ότι είναι τριλογία και το δεύτερο βιβλίο λέγεται “A man called Dave” και θα το διαβάσω από περιέργεια, πάντως το πρώτο του με απογοήτευσε και είναι άσχημο να απογοητεύεσαι από μια αληθινή ιστορία, πόσο μάλλον όταν αυτή αφορά ένα μικρό παιδί. Ίσως περίμενα πολλά και διαφορετικά.

Μου είναι δύσκολο να γράψω κάτι γι αυτό το βιβλίο που να είναι αντάξιό του. Ήξερα ότι θέλω να πω κάτι για να το γνωρίσουν κι άλλοι (εγώ δεν το γνώριζα, ούτε την ιστορία αυτή, ούτε τον άνθρωπο), κράτησα και κάποιες σημειώσεις καθώς το διάβαζα, όμως όσο προχωρούσα ήξερα πως ό,τι κι αν έχω σημειώσει ήταν μάλλον άχρηστο.dsc_0124_1

Δεν συνηθίζω να κάνω βασανιστικά ερωτήματα στον εαυτό μου (όπως το ποιο βιβλίο θα έσωζα από μια μεγάλη καταστροφή της βιβλιοθήκης μου, αν μπορούσα να σώσω μόνο ένα 😀 ) Όμως αν έπρεπε να κάνω μια τέτοια ερώτηση και αν έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα, παρόλο που πολλά βιβλία αγαπώ πολύ και μου είναι σημαντικά και απαραίτητα, θα ήταν αυτό. Γιατί είναι Ιστορία.

Ένα βιβλίο που πραγματικά δεν ξέρω πώς να περιγράψω – αν και η περιγραφή του υπάρχει ήδη: Μια μαρτυρία.

Μαρτυρίες υπάρχουν πολλές. Συγκλονιστικές. Γιατί αυτό; Τι παραπάνω έχει αυτό από τα άλλα;

Δεν είναι το παραπάνω, είναι ίσως το διαφορετικό, το άλλο. Το κάτι το απίστευτο, που μόνο ένας πολύ τρελός σκηνοθέτης ίσως να σκεφτόταν για μια ταινία, ένας πολύ τρελός συγγραφέας ίσως θα έγραφε, αλλά το να είναι η απόλυτα αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου σε κάθε μία από  τις 450 σελίδες και να τον βλέπεις, να βλέπεις και τους άλλους στις φωτογραφίες του βιβλίου, ήταν ασύλληπτο.

Αυτό το βιβλίο, γεννήθηκε στις φλόγες. Αυτό, είναι ένα βιβλίο τραγωδίας κι ένα βιβλίο που ζωντανεύει το πάθος της επιβίωσης μαζί. Το πάθος της εκδίκησης, το πάθος του να συνεχίζεις παρά το θάνατο, για να εκδικηθείς με το μοναδικό τρόπο που μπορείς: Να ζήσεις αρκετά, μακριά από αυτό και για πολύ αργότερα, να ζήσεις για να διηγηθείς τα όσα έγιναν.

Όταν ο Μάρτιν Γκραίη έγραψε αυτό το βιβλίο, ήταν 61 χρονών. Τρεις φορές ο θάνατος τον χτύπησε, αφήνοντάς τον μόνο. Έχασε τη μάνα και τα αδέρφια του στους θάλαμους της Τρεμπλίνκα, είδε τον πατέρα του να σκοτώνεται μπροστά του ως επικεφαλής των εξεγερμένων του γκέτο της Βαρσοβίας. Πολλά χρόνια μετά, το 1970, χάνει τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του στη μεγάλη πυρκαγιά του Ταννερόν.

Θέλησε να γράψει αυτό το βιβλίο ως φόρο τιμής αυτών που έχασε. Στο όνομα όλων των δικών του. Η αφήγησή του είναι ίσως η συγκλονιστικότερη που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει ποτέ. Είτε το θες είτε όχι, κολλάς στο πετσί αυτού του ανθρώπου που άλλαξε χίλια πρόσωπα, πέρασε το τείχος του γκέτο δέκα, είκοσι φορές τη μέρα, έγινε λαθρέμπορος, έγινε κλέφτης, έγινε φονιάς, έγινε χαμίνι και δραπέτης, κι ύστερα μετανάστης.

Ο Μάρτιν Γκραίη θέλησε να ζήσει περισσότερο από κάθε άλλον για να μπορέσει να γράψει αυτό το βιβλίο, ξέροντας πως μέχρι τελευταία στιγμή η ζωή του θα είναι ένα μαρτύριο. Γιατί εκείνος, έμεινε ζωντανός. Ενώ όλοι οι δικοί του χάθηκαν.

Αν, αν βρείτε πουθενά αυτό το βιβλίο, χωρίς καμία σκέψη βουτήξτε το.

Σε μια κοινωνία υπερκαταναλωτική, όπως είναι φυσικό δεν θα μπορούσε να ξεφύγει το βιβλίο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που χάρις σε εκβιασμούς και εκφοβισμούς ασχέτων και αισχροκερδών εκδοτών, τα βιβλία pulp-fiction – εκδόσεις σκουπίδια – έχουν εισβάλλει και μάλιστα βίαια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και έχουν γίνει αντικείμενο «επένδυσης» και μάρκετινγκ. Έτσι έχουμε αποκτήσει μια νέα κατηγορία βιβλίων, αυτών των φαστφουντάδικων, ήτοι βιβλία που προκαλούν με το λίπος τους και ζημιά.

Η Νορβηγία είναι μια χώρα με παράδοση στο καλό βιβλίο, έχοντας να παρουσιάσει συγγραφείς όπως o κλασσικός Henrik Ibsen (Ερρίκος Ίψεν), ο Bjørnstjerne Bjørnson, ο Ole Rølvaag ή ο Gunnar Larsen και από τους πιο σύγχρονους ο ήρωας της Νορβηγικής αντίστασης  Lise Børsums, και οι Astrid Tollefsen, Espen Haavardsholm (με την καταπληκτική νουβέλα Drift) ή στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο Jørn Lier Horst. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε αναφορά στο Νορβηγικό βιβλίο αυτή τη στιγμή έχει στην κορυφή της μια μετριότητα, από αυτές που κατασκευάζουν φαστφουντάδικες ιστορίες/παραλήρημα μυστηρίου γεμάτες από λίπος και καθόλου θρεπτική ουσία, τον Jo Nesbø.

biblio_17_0004Αλλά η Νορβηγική λογοτεχνία είναι πολλά περισσότερα από μια μετριότητα και το έδειξε σε όλους μας το 2013 ο Karl Ove Knausgaard, με το βιβλίο του: «A Death in the Family: My Struggle 1» (Ένας Θάνατος στην Οικογένεια – ο Αγών μου 1ο) όταν μεταφράστηκε και στα αγγλικά.

Ο 48χρονος Karl Ove Knausgaard είναι δείγμα της γενιάς του στη Σκανδιναβία. Όπως λέει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, από μικρός ήθελε να γίνει κάπως διάσημος, κάτι  σαν το απόλυτο σκανδιναβικό παράδειγμα τους Abba, αλλά στο δικό του στιλ που τον ήθελε σκοτεινό και Goth, ντυμένο σαν τον Edge των U2, να γράφει ποιήματα και να παίζει σε ένα ροκ συγκρότημα χωρίς συγκεκριμένα σχέδια, αλλά με πολλά όνειρα. Σε όλη αυτή την πορεία πάντα έγραφε ακόμα και στους στίχους του, για τον πατέρα του, για τη ζωή του μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια με ρίζες στην αγροτική Νορβηγία, για μια κοινωνία ζαλισμένη από το αλκοόλ και μια γενιά με χαμένα όνειρα. Αυτά παρ’ όλο τον εξωτερικό πλούτο που έφερε το πετρέλαιο στη χώρα. Αυτό όμως – το γεγονός οτι εγραφε συχνα για τη ζωή του και ειδικά για τον πατέρα του – ο ίδιος δεν το είχε συνειδητοποιήσει, μέχρι που στα σαράντα του έγινε κι εκείνος πατέρας.

Πατέρας ο ίδιος πια, άρχισε να καταλαβαίνει καλύτερα τον δικό του πατέρα – χωρίς όμως και να τον δικαιολογεί για τις πράξεις του – και αυτό σταδιακά οδήγησε σε πολλές εκτυπωμένες κόλλες χαρτί και βράδια πάλης με τις αναμνήσεις του. Το «A Death in the Family: My Struggle Book 1», πάντα σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, ήταν το πρώτο από μια σειρά έξη βιβλίων που ενώ έχει το στιλ και το ρυθμό μυθιστορήματος, στη πραγματικότητα περιγράφει και εξιστορεί γεγονότα από την ίδια του την οικογένεια, την ίδια του τη ζωή, με κέντρο της τουλάχιστον στην αρχή τον ίδιο τον πατέρα του.

biblio_17_0003.gifΗ ειρωνεία είναι ότι η δόξα και αναγνωσιμότητα που αποζητούσε από παιδί και δεν ήρθε ποτέ ουτε από το ροκ ουτε από την ποίηση, ήρθε από τον πατέρα του. Το γεγονός ότι 500,000 αντίτυπα του πρώτου βιβλίου πουλήθηκαν σε ένα χρόνο σε μια χώρα μόλις των μετά βίας πέντε εκατομμυρίων, δείχνει ότι …όλοι οι νορβηγοί έχουν διαβάσει το βιβλίο του και το όνομα Karl Ove Knausgaard έχει γίνει γνωστό σε κάθε γωνιά της χώρας.

Τώρα πια, ολοκληρωμένο με τις έξι συνέχεις του, το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 22 γλώσσες (δεν ξέρω αν συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά) και σε όλες τις μεταφράσεις, κάτι που ήθελε να μεταφέρει ο συγγραφέας ήταν ο δικός του αφηγηματικός προφορικός λόγος -ή καλυτέρα ο δικός του γλωσσικός τρόπος έκφρασης. Γι’ αυτό για παράδειγμα στην αγγλική μετάφραση, παρ’ όλη την πολύ καλή δουλειά του Don Bartlett υπάρχουν σημεία που δεν …ηχούν και τόσο αγγλικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βγάζεις νόημα. Απλά ο συγγραφέας ήθελε να μεταφέρει τον τρόπο που θα το έγραφε ο ίδιος αν το είχε γράψει απ’ ευθείας στα αγγλικά, τον τρόπο που μιλάει ο ίδιος αγγλικά και αυτό ίσως να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει πιο κοντά του.

Μεγάλα κομμάτια και των έξι βιβλίων είναι αφιερωμένα σε πολύ προσωπικές σκέψεις και αναλύσεις του συγγραφέα, παρέα με πολλά τσιγάρα και ποτά, αλλά κι αυτό ακόμα προσθέτει στη μαγεία του βιβλίου αλλά και στη γνωριμία του μη Νορβηγού αναγνώστη με την Νορβηγική κοινωνία.

biblio_17_0005.gifΔεν είναι εύκολο βιβλίο και μάλιστα 3,600 σελίδες (τόσο είναι περίπου και τα έξη βιβλία) το κάνουν και μεγάλο βιβλίο για να διαβάσεις τις τυχαίες σκέψεις κάποιου, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο παράθυρο προς το νορβηγικό τρόπο σκέψης και ένα από τα βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς. Που σε κάνουν να αναζητήσεις τις δικές σου σκέψεις ακόμα και στα υπαρξιακά ή οικογενειακά προβλήματα του Knausgaard.

Δεν θα το συμπεριελάμβανα στα κλασσικά («πρέπει» να διαβαστούν) βιβλία, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί οι σύγχρονοι Νορβηγοί ένιωσαν ότι κάποιος μέσα από τη προσωπική του ιστορία στην ουσία εξιστορούσε την ιστορία του μέσου Νορβηγού από το 1940 και μετά. Μάλιστα – και με πολύ ειρωνική διάθεση από το συγγραφέα –  ο τίτλος συμπεριλαμβάνει την επεξήγηση «Ο Αγών μου» ειρωνευόμενος το ομότιτλο βιβλίο του Χίτλερ, αλλά και κάνοντας μια ιστορικά χρονική αναφορά στη Νορβηγία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και την Ναζιστική κατοχή.

Επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρω αν το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, η αγγλική μου άρεσε και γνωρίζοντας καλά τους Σκανδιναβούς υπήρξαν στιγμές που με έκανε ακόμα και να γελάσω. Ο Knausgaard συνεχίζει να είναι ο αγαπημένος συγγραφέας των Νορβηγών σε αντίθεση με τον Jo Nesbø που σταδιακά παίρνει τη θέση που του αξίζει στην νορβηγική βιβλιοθήκη, στο κάτω ράφι στα υπ’ όψιν για πέταμα.