Archive for the ‘Εκδόσεις & Εκδότες’ Category

Η Ελλάδα και η βλακεία πάνε μαζί, τελειωμένα πράγματα. Μετά από τη μεγάλη κοιλιά του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη, περιμένουμε με ανυπομονησία τις νέες εκδόσεις για το χειμώνα που έρχεται, κι εκτός από τα μεταφρασμένα βιβλία ξένων συγγραφέων, από Έλληνες κι Ελληνίδες συγγραφείς βλέπουμε μια επανάληψη των εκδόσεων της τελευταίας δεκαετίας, με διαφορετικό τίτλο κι εξώφυλλο.

Το κοινό-στόχος στη χώρα μας είναι πρωτίστως η ελληνίδα νοικοκυρά, αυτή η γυναίκα που στερεοτυπικά πάντα κάθεται σπίτι και φροντίζει την οικογένεια. Και μιας και στην Ελλάδα μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας ότι πάντα υπάρχει ένα κορόιδο που κάνει τα πάντα- και λέγεται μάνα και σύζυγος- γιατί κανείς άλλος δεν κάνει απολύτως τίποτα (δεν του μαθαίνει κανείς να κάνει τίποτα- το κορόιδο μάνα-σύζυγος κρατάει πιστά το ρόλο του), αυτός ο παντοτινός αιχμάλωτος της ζωής που ποτέ δεν καταφέρνει να μορφωθεί σωστά, να εξελιχθεί ως άνθρωπος, να αναπτύξει τον κύκλο του και να αφήσει τα δικά του σημάδια στον κόσμο φεύγοντας, είναι καταδικασμένος να περιφέρεται μέσα σε μια μονίμως λερωμένη κουζίνα και ακατάστατα δωμάτια, παρακολουθώντας από μακριά εκπομπές και σήριαλ που απευθύνονται σ’ αυτόν, αναζητώντας τη δικαίωση στο μεγάλο έρωτα που δε θα γνωρίσει ποτέ, σε πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενα βιβλία με ηρωίδες κατατρεγμένες γυναικούλες που θυμίζουν τους εαυτούς τους με φόντο στάνταρ μια μικρασιατική καταστροφή, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τραβούν το δρόμο τους.

biblio_0003

Τι έχουμε λοιπόν; Βιβλία που απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε αυτό το κοινό που λέγεται νοικοκυρά και τελικά το θεωρούμε και λογικό, αφού μόνο αυτές οι νοικοκυρές απ’ ότι φαίνεται διαβάζουν. Οι υπόλοιποι δεν προλαβαίνουν. Δεν προλαβαίνουν ούτε να διαβάσουν, ούτε να παρακολουθήσουν πρωινές εκπομπές, για να δουν ανάμεσα στις συνταγές μαγειρικής και τα κουτσομπολιά τις και τους συγγραφείς (οκ, κυρίως είναι τις) να μιλούν για το επόμενό τους φανταστικό …πόνημα. Ή ίσως απλά επειδή βγήκαν και λίγο παραέξω, κατάλαβαν ότι όλα αυτά είναι πίπες. Κρίση- ξεκρίση, είτε κάνεις καριέρα είτε δουλεύεις ντελίβερι σε σουβλακερί, από τη στιγμή που (ξε)φεύγεις από τα δίχτυα του σπιτιού και της ελληνικής τηλεόρασης, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για πίπες κι όχι για τίποτα σοβαρό που να αξίζει να ασχοληθείς.

Κι όμως, οι πωλήσεις αυτών των ροζ κι ελαφρολαϊκών αναγνωσμάτων που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη λογοτεχνία χτυπούν κόκκινο, οι εκδότες τρίβουν τα χεράκια τους, οι συγγραφείς νομίζουν ότι είναι λογοτέχνες και ξεφτιλίζονται στα Social Media κυνηγώντας φαν, δηλώνοντας ότι έχουν διαβάσει τα πάντα και ναι, έχουν επηρεαστεί βαθθθθθιά από τον Ντοστογέφσκι, οι αναγνώστες με γλώσσες να κρέμονται σαν τα χαρούμενα σκυλιά περιμένουν το επόμενο αριστούργημα του κώλου και κάπως έτσι στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα και στην Ελλάδα με τέτοιο παρελθόν σε λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία, στην Ελλάδα του Αριστοφάνη και του αρχαίου δράματος, κανείς μας – ΚΑΝΕΙΣ- δεν ξέρει ούτε να τα ξεχωρίσει, ούτε να τα ονομάσει, ούτε έχει διαβάσει, ούτε πρόκειται, και αυτό που βλέπουμε είναι ηλίθια πλάσματα που αυτοαποκαλούνται διαβασμένοι και με την ευκαιρία που τους προσφέρει το διαδίκτυο αυτοβαπτίζονται και κριτικοί, και δηλώνουν περήφανα πως ό,τι καλύτερο έχουν διαβάσει ποτέ τους είναι τα βιβλία της Μαντά και της Δημουλίδου και τώρα τελευταία ξεφυτρώνουν κι άλλοι, παρόμοιοι. Και φυσικά το επόμενο βήμα, είναι αυτά τα τόσο μεγάλα αριστουργήματα που κρατούν τα νήματα της αγοράς να γίνουν ΚΑΙ σήριαλ, ώστε όσοι δεν κατάφεραν να τα διαβάσουν, να έχουν την ευκαιρία να τα παρακολουθήσουν να συμβαίνουν. Και είναι ΝΤΡΟΠΗ. Και κάπως έτσι η ηλιθιότητα στηρίζει και την ελληνική τηλεόραση. Σιχτίρια, συγχίστηκα πάλι.

Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά τώρα. Τι γίνεται με όλους αυτούς τους πραγματικά αξιόλογους συγγραφείς; Γιατί υπάρχουν και αυτοί. Αλλά ποιος τους ξέρει; Ποιος τους διαβάζει; Έχουμε δημιουργήσει δικές μας πια, ελληνικές έννοιες της λογοτεχνίας και του συγγραφέα κι από τη μια ό,τι ξεφεύγει από αυτά τα στάνταρ το αποκλείουμε ως «βαριά κουλτούρα» και την κουλτούρα τη χλευάζουμε (γουάτ δε φακ?) από την άλλη, η άλλη πλευρά των αναγνωστών, αυτή η μερίδα αναγνωστών που θέλει να διαβάσει ένα πραγματικά καλό βιβλίο, απορρίπτει βιβλία που μπορεί όντως να είναι καλά, γιατί έχουν ηλίθιο εξώφυλλο και φέρουν το λογότυπο εκδοτικού οίκου που μας έχει φλομώσει στο μικρασιατικό, κατατρεγμένο έρωτα και δεν τολμά να το ρισκάρει. Για να μη μιλήσω και για την τιμή, κάτι που από μόνο του δεν αφήνει τα ρίσκα, και τελικά επιστρέφουμε στα γνωστά ονόματα που ήδη, δεκαετίες πριν και σε άλλες εποχές, κατάφεραν να αναγνωριστούν και τα έχουμε δοκιμάσει. Έτσι κανείς δεν ασχολείται με τα νέα, άγνωστα ονόματα και το διαφορετικό ανάγνωσμα που μας προσφέρουν κι αυτοί είναι συγγραφείς που αν αξίζουν να αντέξουν στο χρόνο, δε θα το μάθουμε ποτέ. Ούτε και οι ίδιοι θα το μάθουν.

Ξέρετε τι γράφουν οι μεγαλοεκδότες στις σελίδες τους, εκεί στην καρτελίτσα που απευθύνονται στους νέους συγγραφείς; Δε δεχόμαστε ποίηση. Δε δεχόμαστε διηγήματα! Στη γενέτειρα χώρα της ποίησης, οι εκδοτικοί ΔΕΝ δέχονται ποίηση, κι ακόμα χειρότερα, υπάρχουν κι αυτοί οι εκδοτικοί που βγαίνουν στα Social Media και λένε, «ελάτε να φτιάξουμε την επόμενη ποιητική συλλογή. Στείλτε τα ποιήματά σας και αγοράστε οπωσδήποτε τρία αντίτυπα για να έχετε δικαίωμα συμμετοχής». Τι λε ρε φίλε; Σίριουσλι; Και θεωρείσαι εκδότης; Γιατί εμένα για τυπογραφείο μου κάνεις, για να μην πω τίποτα χειρότερο.

Δεν υπάρχει πια διαχωρισμός ανάμεσα σε ριμαδόρους του τίποτα και σε ποιητές. Δεν υπάρχει πια λογοτέχνης και γραφιάς. Όλοι, βράζουν στο ίδιο καζάνι της ανυπαρξίας και της ηλιθιότητας.

Και… στην τρίτη άκρη όλης αυτής της καρναβαλίστικης γιρλάντας που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα, υπάρχουν και οι ομάδες βιβλίων των Social Media. Και όχι, δεν πρόκειται ούτε για σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά, ούτε για κριτικούς λογοτεχνίας, ούτε καν για δάσκαλους που θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν το αναγνωστικό κοινό και να το εκπαιδεύσουν και να το στρέψουν προς τις σωστές κατευθύνσεις, ανοίγοντάς τους τα μάτια. Όχι. Η πλειοψηφία αυτών των ομάδων, είναι πελατοθηρικές, στημένες από αδαής ανθρώπους που απλά δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και μαζεύουν μέσα όοοολον αυτό το συρφετό πανομοιότυπων δήθεν λογοτεχνών, με κύριο στόχο το τζάμπα βιβλίο από τους εκδότες και τους συγγραφείς, και τη φωτογραφία που αποδεικνύει ότι «ναι, εγώ τον γνώρισα προσωπικά τον κύριο Τάδε και γίναμε φιλαράκια και δείτε με ποιος είμαι, είμαι κάποιος».

Αυτές λοιπόν είναι οι βιβλιοφιλικές ομάδες και οι διαχειριστές που θεωρούν ότι κάτι κάνουν σημαντικό, περιφέρονται από παρουσίαση σε παρουσίαση και βγάζουν φωτογραφίες αναμεταδίδοντας τον …λογοτεχνικό παλμό της εποχής, ανεβάζουν ολόκληρους διθυράμβους για τις βλακείες που κυκλοφορούν η μια μετά την άλλη από τους ανορθόγραφους γραφιάδες του τίποτα και της ανύπαρκτης παιδείας, κληρώνουν τα σκουπιδοπονήματα και βραβεύουν την ηλιθιότητα και ναι, οι Έλληνες αγαπούν το τζάμπα και την ηλιθιότητα και συγχαρητήρια για την κατάντια μας και δεν υπάρχει δικαιολογία.

Οι γραφιάδες-δημιουργοί που πρώτοι-πρώτοι γίνονται μέλη αυτών των ομάδων για να παρακολουθούν τη σοβαρή πορεία τους, πιστεύουν ακόμα περισσότερο στο πόσο σημαντικοί είναι και στήνονται μερόνυχτα μπροστά στις οθόνες τους γλείφοντας το κοινό τους, γράφουν από μόνοι τους ό,τι τους έρχεται στο μυαλό για το βιβλίο τους, το βαθμολογούν κιόλας, του κοτσάρουν και καμιά μαντινάδα σ’ ένα βιντεάκι, το φωτογραφίζουν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι τριανταφυλλιάς στο σπίτι τους με φόντο τη θάλασσα και στην άκρη κάποιο πίνακα αντίγραφο που ψώνισαν από το Μοναστηράκι, κοροϊδεύουν τους αναγνώστες πουλώντας τους το παραμύθι της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης βάζοντάς τους να διορθώνουν και να φτιάχνουν εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα ΤΖΑΜΠΑ, αυτοβαφτίζονται συγγραφείς, ποιητές, λογοτέχνες, διατυμπανίζουν τις μαλακίες που τους γράφει ο κάθε ανορθόγραφος με γκρικλις στο ίνμποξ για το αριστούργημά τους, ενώ ταυτόχρονα εκλιπαρούν κάθε σοβαρό άνθρωπο εκεί έξω να διαβάσει το βιβλίο τους και να γράψει κάτι, οτιδήποτε. Και κανείς σοβαρός δεν έχει να γράψει κάτι, οτιδήποτε για κάτι που είναι τίποτε. Μόνο οι αυτοαποκαλούμενοι κριτικοί γράφουν, κι αυτό που γράφουν είναι μια περιεκτικότατη περίληψη του βιβλίου αποκαλύπτοντας την ιστορία. Άντε ρε χεστείτε.

Πού πήγε η λογοτεχνία; Πού πήγαν τα καλά βιβλία; Μην περιμένετε να έρθουν μόνα τους σε σας, δεν πρόκειται. Ανοίξτε τα μάτια σας και ψάξτε.

Κατερίνα Χαρίση

Κάνω συχνά βόλτες στα σάιτ των εκδόσεων, λίγο για να δω τι κυκλοφορεί, λίγο για να κάνω συγκρίσεις, λίγο για τη λόξα μου. Σχεδόν κάθε μεγάλος εκδοτικός έχει μια καρτελίτσα προς wannabe writers, στην οποία αναφέρουν τα μπλα μπλα τους σχετικά με το πώς μπορεί κανείς να τους (ας πούμε) πλησιάσει και να στείλει το γραφτό του. Δεν μου αρέσει ο τρόπος προσέγγισης, παρόλο που καταλαβαίνω πολύ καλά πως wannabe writers πιθανότατα υπάρχουν περισσότεροι από όσο θα ‘πρεπε, αλλά τέλος πάντων το νόημα είναι πως στέλνεις το κομμάτι σου και κάθεσαι και περιμένεις. Αυτό. Αν τους αρέσει, θα σε ειδοποιήσουν. Αν όχι, δε θα το μάθεις ποτέ. Τελεία. Το κακό είναι ότι εσύ κάπως πρέπει να ζήσεις στο ενδιάμεσο με την αγωνία συν του ότι κάθεσαι και με τα χέρια σταυρωμένα μιας και δεν μπορείς να στείλεις το κομμάτι σου παντού την ίδια στιγμή, παρά να περιμένεις να τους πάρεις όλους με τη σειρά.

Αυτό θα σου φάει κάτι χρονάκια αναμονής για ένα μόνο γραφτό κι αν ανήκεις στην κατηγορία αυτών που έχουν γεννηθεί για να γράφουν, μέχρι να εξαντλήσεις τις πιθανότητες έκδοσης του πρώτου σου, μάλλον θα έχεις γράψει άλλα σαράντα. Πιθανόν θα σου κάνουν τα σαράντα πριν πάρεις απαντήσεις, αλλά αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο θα αναφερθώ άλλη φορά. Αλλού θέλω να εστιάσω.

Οι μεγάλοι εκδοτικοί νταβατζήδες που πουλούν τα γραφτά τους και στα σούπερ μάρκετ (αλλά κι αυτό είναι θέμα που θα συζητήσουμε άλλη φορά), αναφέρουν με ψιλοχοντρά γραματάκια πως δέχονται ΜΟΝΟ μυθιστορήματα και ΟΧΙ συλλογές διηγημάτων, ΟΧΙ ποίηση.

Είναι αδιανόητα απαράδεκτο στην Ελλάδα να ισχύει κάτι τέτοιο και όχι, δε θα αρχίσω το τροπάριο «εμείς που δώσαμε τα φώτα στον πολιτισμό» και μπλα μπλα και «οι άλλοι σαλαγούσαν βίσωνες», μπλα μπλα μπλα και «κρεμιόνταν από τα δέντρα» και μπλα μπλα και πίπες. Αλλά είναι αδιανόητα απαράδεκτο, από όποια πλευρά κι αν το δεις. Μιλάμε για την Ελλάδα το κερατό μου το τράγιο. Κι αν η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν αξίζει ούτε τρίχα απ’ τα αχαμνά του βίσωνα που σαλαγούσαν κάποτε οι βάρβαροι, απαγορεύεται να απαγορεύεις το διήγημα και την ποίηση κύριε μεγάλε εκδότα, πορνοβοσκέ.

Ουφ, ψυχραιμία τώρα. Πάμε παρακάτω.

Τι έχει λοιπόν το μυθιστόρημα και το κυνηγούν τόσο πολύ, τόσοι πολλοί? Και όχι ένα απλό μυθιστόρημα, αλλά ένα μυθιστόρημα τουβλέτα, τουλάχιστον 500 σελίδων. Ε, για να δούμε. Αν πουλούσα αμάξια, προφανώς και θα με έκοφτε περισσότερο το Χαμεράκι, παρά το φιατάκι που αγκομαχά στην ανηφόρα. Το ένα κοστίζει όσο κι ένα σπίτι, το άλλο κοστίζει λιγότερο από τα δίδακτρα μιας χρονιάς στο φροντιστήριο του έφηβου γιου.

Το κακό λοιπόν είναι πως εμμέσως πλην σαφώς ενθαρρύνουμε τους συγγραφείς να μας κάνουν τα κάκαλα-τα καλιαρντά-τα πελέ γιαουρτοκεσέδες με παντελώς άχρηστες κι ανούσιες σελίδες, με πλοκές τόσο τραβηγμένες από τα μαλλιά που τύφλα να χει η Ραπουνζέλ (ρίξε τα μαλλιά σ’ ν’ ανέβω) κι εμείς οι λοβοτομημένοι πλέον αναγνώστες με το βιπεράκι το τρίκιλο αποχαυνωνόμαστε στην παραλία, ή στο ενδιάμεσο σιδερώνοντας σώβρακα κι ετοιμάζοντας φαγιά, παρακολουθώντας και κλαίγοντας με τα παθήματα των ηρώων-θυμάτων, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τις προδοσίες, μπλα, μπλα, μπλα, κουράστηκα και μόνο που τα σκέφτηκα και τα έγραψα όλα αυτά.

Αφήνω την ποίηση απ’ έξω αυτή τη φορά και ας δούμε τι γίνεται με το διήγημα.

Το διήγημα λοιπόν είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια short story- μικρής έκτασης. Το διήγημα είναι ένα πολύ δύσκολο λογοτεχνικό είδος, και οι λίγες σελίδες δε σημαίνουν με τίποτα πως ο καθένας μπορεί να καταφέρει να γράψει. Μάλλον, ο καθένας που γνωρίζει στοιχειώδη γραφή μπορεί να γράψει μια μικρή ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως αυτό είναι Διήγημα (και το κεφαλαίο εδώ παίζει το ρόλο του).

Ο διηγηματογράφος πρέπει από την αρχή ως το τέλος να «παίζει» κυριολεκτικά με τις λέξεις παίζοντας τις λέξεις και τη γλώσσα του στα δάχτυλα, συγκεντρωμένος, πειθαρχημένος, και στο διήγημα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία η τεχνική και η επιδεξιότητα, παρά η ίδια η ιστορία.

«Το διήγημα», μας λέει ο Ξενόπουλος, «μοιάζει με τη γυναίκα. Δύναται να είναι πλήρες ύψους, σοφίας και μεγαλείου. Δύναται ν’ αποπνέει ευσπλαχνίαν, τρυφερότητα και αγάπη. Αλλά άνευ τέχνης, όπως και η γυνή άνευ καλλονής, ένα διήγημα δεν εκπληροί τον προορισμό του».

Και συνεχίζει (εδώ να πω πως ο Ξενόπουλος έχει γράψει 17 ολόκληρες σελίδες σχετικά με το διήγημα) : «…Οι διηγηματογράφοι είναι καλλιτέχνες όπως οι ζωγράφοι και οι γλύπτες. Τα όρια τους είναι στενά προδιαγεγραμμένα. Διερμηνεύουν την καλαισθησία ολοκλήρου εποχής. Κατά την ανάγνωση των διηγημάτων, τα ψυχικά όμματα πρέπει να οπλίζονται διά μικροσκοπίου».

Η περιττολογία και η παπαρολογία καταστρέφουν την καλαισθησία του διηγήματος. Όχι, αυτό δεν το είπε ο Ξενόπουλος. Ή το είπε, αλλά πιο κομψά.

Ας μην παπαρολογούμε λοιπόν. Μου τη δίνουν οι μεγάλοι εκδοτικοί, τα αρπακτικά, που προωθούν τα τούβλα με τις άχρηστες σελίδες, τις χιλιογραμμένες ίδιες κι απαράλλαχτες ιστορίες ξανά και ξανά, που πουλάν πανάκριβα βιβλία τα οποία δεν αξίζουν απολύτως τίποτα. Ακόμα και μια βόλτα στα social media μπορεί να σας το αποδείξει- τα 9 στα 10 νεοκυκλοφόρητα μυθιστορήματα, σκοτώνονται στη μισή τιμή ή ανταλλάζονται χωρίς να έχουν κλείσει ούτε τρίμηνο κυκλοφορίας.

Τι πιο μίζερο, τι χειρότερο, από το να είσαι συγγραφέας και να ξέρεις πως το δημιούργημά σου δεν αξίζει θέση στο ράφι της βιβλιοθήκης των αναγνωστών. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να είναι αρκετός λόγος να αλλάξετε ρότα. Και στην τελική αν δεν γράψουν οι συγγραφείς, δε θα έχουν οι εκδότες τι να πουλήσουν.

Έτσι, λέω εγώ τώρα. Άκου «δεχόμαστε ΜΟΝΟ μυθιστορήματα»! Βρε ουστ! Σουπερμαρκετάδες!

Στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και στις αρχές του ‘80 στην Ελλάδα που θυμάμαι εγώ, ένα αξιοπρεπές βιβλιοπωλείο – ακόμα και χαρτοπωλείο – δεν δικαιολογείτο να μην έχει στη βιτρίνα του Καζαντζάκη και Λουντέμη. Βιβλία με τίτλους όπως: «το αλλήθωρο μάτι του βορειά» ή «πόσο κοστίζει το χαλάζι» υπήρχαν στα περίπτερα ή στα πρακτορεία τύπου για την επαρχία και πίσω από τα μίκυ μάους. Μάλιστα, κατά τη σημειολογία της εποχής, όπως όλες οι οδοντόπαστες λεγόντουσαν κολινός, έτσι κι αυτά τα βιβλία – για ρομαντικές έφηβες –  λεγόντουσαν άρλεκιν και τα αστυνομικά, βιπεράκια. Ήταν στην τιμή φτηνά, τις περισσότερες φορές κακομεταφρασμένα – αν ήταν ξένα – ή κακοδιορθωμένα, με μια άθλια φωτογραφία για εξώφυλλο και τυπωμένα σε χαρτί εφημερίδας. Λόγω ακριβώς της τιμής και της ποιότητας είναι που πήραν και το όνομα «βιβλία παραλίας». Γιατί δεν σε πολυενδιέφερε αν θα τσακίσουν, αν θα στραβώσουν, τα ξεχάσεις, λερωθούν η ακόμα κι αν δεν τα τελειώσεις. Υπήρχαν για να σου κρατήσουν παρέα στιγμές που ήθελες να διαβάσεις κάτι χωρίς να σε προβληματίζει. Όπως όταν είσαι στη παραλία. Ήταν η επιλογή μεταξύ διαβάζω το φαντάζιο, κοσμοπόλιταν ή ένα άρλεκιν. Κάπως έτσι.

Ovi_001Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε κοινό για να τα διαβάσει ή και κάποιοι πολύ φανατικοί αναγνώστες τους. Μάλιστα υπήρχαν και κάποιοι που τα μάζευαν. Τέλος υπήρχαν και συγγραφείς που τα έγραφαν. Βλέπετε ήταν η αρπαχτή του βιβλίου. Ευκολάκι. Κορίτσι ερωτεύεται αγόρι και υπάρχει και η άλλη με τα λεφτά. Κάτι σαν τις βιντεοταινίες του ’80. Κάθε δεύτερη βδομάδα και βιβλίο, τέτοια παραγωγή. Για να φανταστείτε πολλοί συγγραφείς πληρωνόντουσαν με τον αριθμό των σελίδων που είχαν γράψει. Αλλά κάτι ακόμα με αυτούς τους συγγραφείς, – που κάποιοι μπορεί να ήταν και γνωστοί ή να έγιναν αργότερα γνωστοί, και το κάνανε από ανάγκη – πολύ σπάνια (μάλλον ποτέ) υπογράφανε με το πραγματικό τους όνομα. Κάποιοι μάλιστα στην Ελλάδα, είχαν υιοθετήσει αγγλόφωνα ονόματα και ήταν το μεγάλο τους μυστικό, ότι γράφανε αρλεκιν και βιπεράκια. Όσο για τους εκδότες, ήξεραν ότι δεν ήταν και για να το καμαρώνουν, αλλά ήταν τα λεφτά καλά, οπότε έφτιαχναν μια θυγατρική με ονόματα όπως εκδόσεις «καίγομαι» και έκαναν τους αδιάφορους όταν τους ρωτούσαν αν είναι δικά τους. Έτσι κι αλλιώς αυτά πηγαίναν στα περίπτερα, δεν μπερδευόντουσαν με αυτά για τα οποία ήταν περήφανοι.

Όλοι μας έχουμε διαβάσει κάποια στιγμή ένα βιπεράκι ή ένα άρλεκιν και θα ήταν υποκρισία να μην το παραδεχτούμε. Απλά δεν το διαλαλούμε κιόλας. Είπαμε, η θέση τους ήταν πίσω από τα μίκυ μάους (πάλι κατά το κολινός) σε περίπτερα και πρακτορεία τύπου και ήταν ενδεικτικό της εκτίμησης που προκαλούσαν. Μετά ήταν και κάτι άλλο που κι αυτό έχει τη σημειολογία του. Μέχρι το ‘80, που θυμάμαι εγώ τουλάχιστον, ήταν σημαντικό σε κάθε σπίτι με παιδί να υπάρχει εγκυκλοπαίδεια. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπεις σε σπίτι του ‘60 ή του ‘70 και να μην έχουν τον «Ήλιο», η ελληνική εγκυκλοπαίδεια σταθμός. Και μαζί με τον «Ήλιο» ερχόταν και ο «Θαυμαστός κόσμος των ζώων», άντε κανένας Κουστώ και φυσικά ο Λουντέμης, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης. Και μπορεί οι γονείς να μην είχαν διαβάσει ποτέ Παπαδιαμάντη αλλά το είχαν μαράζι «να σε δω μια φορά να πιάσεις και τον Παπαδιαμάντη που σου έχω πάρει, τούβλο.» Βλέπετε ο Παπαδιαμάντης ήταν μέσα στο σπίτι για να βοηθήσει το παιδί να μην γίνει τούβλο, να μορφωθεί. Ακόμα και οι πιο αμόρφωτοι καταλάβαιναν το ρόλο του βιβλίου, του καλού βιβλίου. Λίγο από ένστικτο, λίγο γιατί είχαν ακούσει κάπου για το ποιο είναι καλό βιβλίο, από το σπίτι δεν έλειπε. Και σας βεβαιώ ποτέ κανένας – όσο φτωχή κι αν ήταν η μόρφωση του – δεν θα πρότεινε στο παιδί του να διαβάσει άρλεκιν ή βιπεράκι. Ήταν μια κατηγορία κάτω από τα μίκυ μάους.

Όταν η νονά ερχόταν το Πάσχα, μαζί με τη λαμπάδα και τα παπούτσια έφερνε πάντα κι ένα βιβλίο. Τα Χριστούγεννα ήταν παιχνίδι αλλά το Πάσχα ήταν πάντα βιβλίο, και μη μου πείτε ότι αυτά συμβαίναν μόνο σε μένα. Και φυσικά η νονά δεν θα έπαιρνε ποτέ για δώρο στο βαφτιστήρι ένα άρλεκιν ή ένα βιπεράκι. Θα έπαιρνε ένα καλό βιβλίο για να μορφωθεί το πνευματικό της παιδί. Για να μην ξεχνάμε τα γενέθλια που από μια ηλικία και ύστερα αν δεν ήταν λεφτά ή ρούχα ήταν σίγουρα βιβλίο. Ένα καλό βιβλίο. Βλέπετε που όλα μαζί, όταν τα βάζεις το ένα δίπλα στο άλλο είναι σαν να φτιάχνεις ένα παζλ που δείχνει πολλά πράγματα.

Το πρώτο που δείχνει είναι ότι η εκπαίδευση στο καλό βιβλίο ξεκινούσε μέσα στο σπίτι. Το καλό βιβλίο ψυχαγωγούσε, ταξίδευε και μόρφωνε. Δεν σε έκανε «τούβλο» όπως τα μίκυ μάους και τα βιπεράκια με τα άρλεκιν. Και ναι, Καζαντζάκη, Λουντέμη και Παπαδιαμάντη ξέρανε, κι αυτόν αγοράζανε, αλλά μετά έμπαινε και ο Βερν στο σπίτι, έμπαινε και ο Δουμάς με τους τρεις σωματοφύλακες, και κάποια στιγμή πήγαινε το παιδί στο βιβλιοπωλείο κι έβλεπε στη βιτρίνα ένα βιβλίο δίπλα στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη που ήδη είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη του και θα το ήθελε. Κι όταν μεγάλωνε αυτό θα επεκτεινόταν ακόμα πιο πολύ. Και τι όμορφη η γλώσσα του Παπαδιαμάντη, ε; Ή του Καζαντζάκη; Να τους διαβάζεις και να θες να γράψεις δικές σου ιστορίες. Έναν δικό σου καπετάν Μιχάλη.

Αλλά με τον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη στη βιτρίνα φτάσαμε στο δεύτερο σημείο της εκπαίδευσης του αναγνώστη. Στους βιβλιοπώλες. Στο βιβλιοπώλη που θα σου έλεγε, να διαβάσεις Καμύ, θα σου αρέσει. Πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσεις Σολζενίτσιν, «Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς». Αυτή είναι προσωπική ανάμνηση. Ούτε τον Ιβάν ήξερα, ούτε τον κύριο Σολζενίτσιν. Ο κυρ-Αλέκος μου τους γνώρισε στο μικρό βιβλιοπωλείο του ένα χρόνο μετά τη πτώση της δικτατορίας. Δεν ξέρω πόσα οφείλω στον κυρ-Αλέκο και οικονομικά, γιατί πάντα μου έκανε μια καλή έκπτωση, αλλά αυτός με έμαθε όσα δεν μπορούσαν οι άλλοι. Με εκπαίδευε κι αυτός. Όπως όλοι οι βιβλιοπώληδες εκπαίδευαν. Γιατί δεν πουλούσαν μόνο βιβλία, αγαπούσαν το καλό βιβλίο και ήθελαν να μοιραστούν αυτήν την αγάπη τους.

Αλλά κι αυτοί είχαν κάποιον να τους φυλάει από τις κακοτοπιές. Τους εκδότες. Έπιανες βιβλίο από τις εκδόσεις «Εστία» και πριν το ανοίξεις το χάιδευες. Κοίταζες το εξώφυλλο και προσπαθούσες να μαντέψεις την ιστορία χιλιάδων λέξεων που σου έλεγε η εικόνα. Ένιωθες τη μυρωδιά από το μελάνι και το χαρτί, τα δε γράμματα από μόνα τους σε παρακαλούσαν να διαβάσεις. Στο οπισθόφυλλο μια πρόταση, παρμένη από το βιβλίο. Μια πρόταση μαγική που σε προκαλούσε, σε ιντριγκάριζε. Τα στοιχεία της έκδοσης, μερικές φορές λίγα λόγια για το συγγραφέα ή τον μεταφραστή. Αυτή ήταν και η προώθηση του βιβλίου. Η μια πρόταση. Η πρόταση που σε έκανε να σκεφτείς και να θέλεις να διαβάσεις κι όλες τις υπόλοιπες.

pexels-photo-185764-large

Σήμερα; Θα ξεκινήσω ανάποδα. Από τη προώθηση ενός σύγχρονου βιβλίου που χτυπάει βιτρίνες των Ελληνικών βιβλιοπωλείων. «Το δεύτερο βιβλίο της συγγραφέως πιάνει τον παλμό της σημερινής καθημερινότητας, που κάθε άλλο παρά ανθρώπινη είναι ορισμένες φορές. Ένα βιβλίο για την διαφορετικότητα και τα πολλά Αν της ζωής, μέσα από τον έρωτα μιας Τουρκάλας υπηρέτριας και ενός Έλληνα μεγιστάνα. Η ιστορία του Ιάκωβου με τις δυσκολίες της, αλλά και τις όμορφες καταστάσεις της, μας κάνει ν αναρωτηθούμε όπως άλλωστε και εκείνος στην σελίδα ΧΧΧ: ‘Ναι, ξέρουμε πολύ λίγο τους ανθρώπους, τόσο λίγο που πολλές φορές δεν αναγνωρίζουμε ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό.’» Ακόμα τρέμω που το διαβάζω. Λυπάμαι αλλά για όσους καταλάβατε λάθος, όχι δεν είναι έκθεση ιδεών οκτάχρονης.

Αυτή η παράγραφος μόνη της, δίνει όλη την εικόνα του βιβλίου αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Κάποιος που νοίκιαζε βιντεοταινίες με τον Ψάλτη τη δεκαετία του 80, την έχει δει σήμερα εκδότης, βρήκε και τη μωρή Τσουλίδου, δολοφόνο της ελληνικής γλώσσας και πάσης εννοιολογίας (πιάνει τον παλμό της σημερινής καθημερινότητας … μέσα από τον έρωτα μιας Τουρκάλας υπηρέτριας και ενός Έλληνα μεγιστάνα), παγιδεύουν τον βιβλιοπώλη μέσα στη γενικότερη οικονομική κρίση και εκπαιδεύουν τον Έλληνα στη μωρία. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει στηθεί ένα ολόκληρο καρτέλ από σουπερμαρκετάδες «εκδότες», τέως διανομείς βιντεοκασετών του Ψάλτη και τώρα «βιβλίων» με life style αερο-σερβιτόρες που δυσκολεύονται να γράψουν και το όνομα τους για να εκπαιδεύσουν ένα λαό στο διάβασμα με ένα και μόνο στόχο, το άμεσο προσωπικό τους (οικονομικό) κέρδος, μιας και ελέγχουν με μεθόδους καρτέλ τις τιμές και την διακίνηση των βιβλίων.

Μάλιστα, για να πετύχουν το σκοπό τους και με μεθόδους χρυσαυγήτικους, έχουν μπει για τα καλά στα ιντερνετικά κοινωνικά δίκτυα με λακέδες και δουλικά κάθε μορφής. Στη μέση; Φυσικά οι σωστοί βιβλιοπώλες, γιατί υπάρχουν κι αυτοί αλλά και κάπως πρέπει να ζήσουν και οι εποχές μας δεν αντέχουν και την πολύ πίεση. Και δυστυχώς τα πραγματικά συγγραφικά ταλέντα που είναι πολλά,  χάνονται στη ποδιά της κάθε Τσουλίδου που «πουλάει» με τους χάρτινους δονητές της για ανέραστες πενηντάρες. Γι’ αυτό κάποτε αυτά τα βιβλία ήταν πίσω από τα μίκυ μάους. Όπως κάποιες ταινίες στα βιντεοκλάμπ ήταν σε ράφια κρυμμένα γιατί ντρεπόταν για την ύπαρξη τους ακόμα και ο βιντεάς. Σήμερα έχουν πετάξει τον Παπαδιαμάντη και είναι βιτρίνα και μάλιστα σε τιμές …υψηλότερες του Παπαδιαμάντη.

Αλλά δεν φταίνε μόνο αυτοί. Όταν στο σπίτι η εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος» έχει αντικατασταθεί από την Ελένη Μενεγάκη το πρωί και με τον Κωστόπουλο το βράδυ, τι απαιτήσεις να έχεις. Κι όταν το δώρο έχει γίνει γκατζετάκι για να βλέπει το παιδί πιο καλά βίντεο με τον Ρουβά στο ίντερνετ ή το καινούργιο σούπερ ντούπερ τηλέφωνο, τότε σηκώνεις τα χέρια.

Ποια είναι η λύση; Εμείς είμαστε η λύση. Οι αναγνώστες και μην υποτιμάτε τη δύναμη που έχουμε. Εμείς έχουμε τη δύναμη και να ρίξουμε τη κάθε Τσουλίδου και να εκπαιδεύσουμε. Αυτό που πονάει την κάθε Τσουλίδου και τον κάθε νταβατζή της σουπερμαρκετά εκδότη, είναι το πορτοφόλι τους. Όσοι αγαπάτε το καλό βιβλίο δεν έχετε παρά να δείξετε και στους άλλους πού θα το βρουν, να τους εκπαιδεύσετε. Σιγά-σιγά. Σταματήστε να φοβάστε το μπούλινγκ όλων αυτών των Τσουλίδων και των νταβατζήδων τους. Αυτοί σας έχουν ανάγκη κι όχι εσείς αυτούς. Και ξέρετε, σε αυτό θα βρείτε γρήγορα συμμάχους, τους βιβλιοπώλες που οι περισσότεροι αγαπούν το βιβλίο. Απαιτήστε το καλό βιβλίο, επιβάλετε το καλό βιβλίο και μάθετε και τους άλλους να αναζητούν το καλό βιβλίο. Να κρίνουν! Και το καλό βιβλίο πρέπει να ψυχαγωγεί, να ταξιδεύει και πάνω από όλα να μορφώνει!