Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ Category

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Όταν εγώ μεγάλωνα, χρονολογίες όπως το 2001 ή το 2016 είχαν κάτι το μαγικό και συγγραφείς όπως ο Arthur Clark και σκηνοθέτες όπως ο Stanley Kubrick ονειρεύονταν διαστημικές οδύσσειες με πολιτείες ολόκληρες στη σελήνη και διαγαλαξιακά ταξίδια. Αυτό, όταν μεγάλωνα εγώ. Σήμερα όχι απλά έχουμε περάσει το 2001 και το 2016 αλλά …ούτε βάσεις στη σελήνη φτιάχτηκαν ούτε διαγαλαξιακά ταξίδια έγιναν. Όχι ότι για καλό ή για κακό η ανθρωπότητα δεν έχει προχωρήσει, σε μερικά θέματα μάλιστα έχει κάνει άλματα που ούτε η επιστημονική φαντασία μπορούσε να φανταστεί, απλά δεν προχώρησε εκεί που την ήθελε η φαντασία η δικιά μας. Αλλά συγγραφείς και σκηνοθέτες συνέχισαν να γράφουν και να σκηνοθετούν για ένα μέλλον διαφορετικό.

Τα τελευταία χρόνια όμως έχουμε και μόδα στο είδος, αυτή ενός μέλλοντος δυστοπικού, αυτοκαταστροφικό, στα όρια του τέλους. Εκεί που η ανθρώπινη ζωή χάνεται και …ζόμπι έρχονται. Είναι σαν η ανθρωπότητα να ζει την κρίση της μέσης ηλικίας και έχει αρχίσει να φαντάζεται το τέλος της. Η ιστορία της Jennie Melamed: Gather the Daughters (Μάζεψε τις κόρες) είναι όλο αυτό και κάτι άλλο ακόμα. Μια ευκαιρία για αναφορές στη σύγχρονη κοινωνία που σίγουρα απασχολούν μια νέα γυναίκα όπως η Melamed σε μια κοινωνία που ακόμα παλεύει για ισότητα.

biblio_17_0035.gifΣτην αρχή είναι όλα τα κλισέ που έχουν αυτές οι ιστορίες. Ιοί και φυσικές καταστροφές, συν υπόνοιες για πόλεμο, καταστρέφουν το περιβάλλον και οδηγούν στο κοινωνικό χάος. Μια μικρή ομάδα λοιπόν από ανθρώπους εγκαταλείπει τον κόσμο που είναι σε απόλυτη παρακμή και δραπετεύει σε ένα απρόσιτο νησί στη μέση του ωκεανού μακρυά από όσα φθείρουν αξίες και ηθικές, κατά την γνώμη τους πάντα. Έτσι μετά από λίγα χρόνια έχει δημιουργηθεί μια μικροκοινωνία με τους δικούς της κανόνες που δυστυχώς έχει όλα τα στοιχεία του μισογυνισμού και των διακρίσεων. Μέχρι εδώ το έργο το έχουμε ξαναδεί και μάλιστα τελευταία το βλέπουμε και στην τηλεόραση. Εδώ όμως ξεκινάει το άλλο που έχει να προσφέρει η Melamed.

Στο νησί κάθε καλοκαίρι και για μια μικρή περίοδο όλα τα παιδιά και ειδικά τα κορίτσια είναι ελεύθερα να κάνουν ότι θέλουν. Μιλάμε ειδικά για τα κορίτσια που συνήθως αντιμετωπίζονται σαν πέμπτης κατηγορίας πολίτες, σκλάβοι και μόνο για να καθαρίζουν, να μαγειρεύουν, και όταν έρθει η ώρα τους να κάνουν παιδιά. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά και η Αμάντα που έχει μείνει και έγκυος και πιστεύει ότι το παιδί που θα γεννήσει θα είναι κορίτσι, άρα δεν θέλει το παιδί της να ζήσει την δικιά της μοίρα. Κι κάπου εκεί ξεκινάει το στήσιμο της επανάστασης, η δράση και ο τρόμος.

Το Gather the Daughters είναι το παρθενικό βιβλίο της Jennie Melamed και έχει όλα τα στοιχεία που υπόσχονται ότι η Melamed έχει μέλλον στη γραφή, ακόμα και πέρα από το συγκεκριμένο στυλ που διαλέξει για την είσοδό της στο χώρο των βιβλίων. Αυτό που άρεσε τουλάχιστον σε μένα ήταν η έλλειψη λυρικών και “ρομαντικών” σκηνών που συνήθως υπάρχουν χωρίς ιδιαίτερο λόγο στα βιβλία του είδους, σαν «παρηγοριά» ότι εντάξει χανόμαστε αλλά …αλλά το ρομάντζο δεν έχει πεθάνει. Η γραφή της Melamed είναι πολύ προσεκτική και περιγράφει με πολύ ωμότητα κάτι που είναι ωμό και άσχημο.

Από τα βιβλία που άξιζαν το χρόνο που διέθεσα να το διαβάσω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατάφερε να με κάνει φίλο στο είδος.

Το βιβλίο εκδόθηκε στις 25 Ιουλίου 2017 από τον εκδοτικό οίκο: Little, Brown and Company και από ότι είδα κυκλοφορεί σε κάθε μορφή.

Ξέρετε τι συμβαίνει με τα παιδικά βιβλία; Τα θεωρώ ένα φοβερά δύσκολο κομμάτι της λογοτεχνίας, με χιλιάδες ιστορίες να κυκλοφορούν εκεί έξω κι ελάχιστες να είναι πραγματικά καλές. Τι σημαίνει το «καλές» όταν μιλάμε για παιδικό βιβλίο; Σίγουρα όχι τα ίδια κριτήρια με τα οποία διαλέγουμε εμείς, οι ενήλικες, ένα βιβλίο. Αλλά το βιβλίο των παιδιών μας εμείς πρέπει να το διαλέξουμε, εμείς πρέπει να το ξεχωρίσουμε από το σωρό. Και είναι ένας σωρός θεόρατος. Και πώς θα το κάνουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε …ξεχάσει πώς είναι να είσαι παιδί;22098550._UY854_SS854_

Προσωπικά διαβάζω στα παιδιά μου από μωρά. Αυτό που παρατήρησα μαζί τους, ήταν ότι δυστυχώς, το …σπορ δεν τους ενδιέφερε. Αγόραζα διάφορα βιβλία, πάντα με βάση την ηλικία τους, τις προτάσεις του βιβλιοπώλη και φυσικά την τιμή. Κοιτώντας τα ως μαμά από τη μια κι από την άλλη προσπαθώντας να μπω στη θέση τους, τα έβρισκα …χαζά. Χαζά. Αυτό. Αλλά έλεγα ότι αυτοί που τα γράφουν κι αυτοί που τα εκδίδουν κι αυτοί που τα πουλάνε και αυτοί που τα προτείνουν, κάτι θα ξέρουν! Και σίγουρα, το δικό μου 30+ μυαλό δε μπορεί να καταλάβει και πολλά από τα νήπια. Μεγάλη διαφορά. Μεγάλη απόσταση τα 30 χρόνια.

Μέχρι που ένα βράδυ αγανάκτησα. Να αγαπώ τόσο τα βιβλία και το διάβασμα έλεγα μέσα μου, και τα παιδιά μου να αδιαφορούν τελείως! Τα βιβλία τα κοιτούσαν αδιάφορα, τα πετούσαν, άκουγαν πέντε λέξεις ακριβώς και μετά μουρμούριζαν στα κρεβάτια τους τα δικά τους, κι εγώ διάβαζα στον τοίχο. Και ξέρετε τι έκανα; Πήγα στη δική μου βιβλιοθήκη και πήρα το γέρο και τη θάλασσα. Το γέρο και τη θάλασσα για να το διαβάσω σε δυο νήπια! Έτσι για να τους τη σπάσω. Αφού διαβάζω που διαβάζω για τον τοίχο έλεγα, τουλάχιστον να διαβάσω κάτι που μου αρέσει.

Και ήταν η πρώτη φορά που τα πιτσιρίκια κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους ίσως, γιατί μέχρι που αποκοιμήθηκαν, αρκετές σελίδες αργότερα, δεν ακούστηκε κιχ. Σκεφτόμουν ότι αφού δεν τους αρέσουν τα βιβλία, τουλάχιστον νανουρίζονται από τη φωνή μου. Δεν περίμενα καν να θυμούνται την επόμενη ότι κάτι τους είχα διαβάσει. Κι όμως όταν έφτασε το επόμενο βράδυ, μου ζήτησαν να διαβάσουμε …τον παππού τον ψαρά.

Από τότε άλλαξε τελείως η σκέψη μου πάνω στο παιδικό βιβλίο. Εμπιστεύτηκα περισσότερο το ένστικτό μου (που από πριν φώναζε: ΧΑΖΑ!) και πήρα όλα τα «παιδικά» βιβλία μας – αυτά που τα παιδιά μου δεν τους έριχναν ούτε ματιά και τα πήγα στον παιδικό σταθμό. Μόλις τέλειωσε ο γέρος και η θάλασσα, ήταν το νησί του θησαυρού. Μετά ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, η καλύβα του μπάρμπα θωμά, η Ματίλντα, μια συλλογή από ιστορίες του Τολστόι, Χάιντι, Όλιβερ Τουίστ, Τομ Σώγιερ. Αυτά που διάβαζα κάποτε κι εγώ. Και πολλά, πολλά άλλα.

Ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία να ασχοληθώ με το παιδικό βιβλίο. Όμως σίγουρα, αυτό που κατάλαβα βλέποντας τις διαφορετικές αντιδράσεις των παιδιών μου με τα βιβλία, ήταν πως τα μισά βιβλία που γράφονται για παιδιά, δεν κάνουν για παιδιά.

Τα παιδιά είναι μικρά, δεν είναι χαζά. Και πολλοί στην Ελλάδα γράφουν βιβλία για παιδιά νομίζοντας πως είναι χαζά. Νομίζουν πως οι φτωχοί διάλογοι με το ινδιάνικο λεξιλόγιο: Θέλεις παίξουμε; Ουγκ. Όχι. Κοίτα μια μπαλίτσα! Σύννεφο βρέχει. – κι ένα ηλίθιο στόρι από πίσω, σημαίνει γράφω παιδικό βιβλίο. Αλλά γκες ουάτ: Ακόμα και τα νήπια καταλαβαίνουν την ηλιθιότητα του πράγματος και αδιαφορούν.

Ψάχνοντας καλύτερα και πιο διεξοδικά το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε – πέραν των κλασικών – κατέληξα στο ότι το καλό παιδικό βιβλίο έχει ενδιαφέρον ακόμα και για μένα. Και φτάνουμε στον …PAX. Ένα βιβλίο που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα (φυσικά!) όμως αν διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάζετε μεταφράζοντας στα παιδιά σας κι έχει υπέροχη εικονογράφηση.

0214-BKS-Rundell-facebookJumbo-v2

Ο PAX, (Παξ) είναι μια αλεπού. Ο 12χρονος Πίτερ τον έσωσε από την παγωνιά και την πείνα μέσα από τη φωλιά του, πέντε χρόνια πριν, όταν είδε την κόκκινη μπαλίτσα να τρέμει ανάμεσα στα υπόλοιπα παγωμένα νεογέννητα αδέρφια του. Παξ σημαίνει ειρήνη, όμως ο Πίτερ διάλεξε αυτό το όνομα …πιο απλά: Το αλεπουδάκι καθόταν μια μέρα πάνω στη σχολική του σάκα, και διέκρινε το PAX από το κεντημένο PAXTON, που ήταν η φίρμα της.

Ο Πίτερ δεν έχει μαμά, όμως έχει έναν αυστηρό, απόμακρο κι οξύθυμο πατέρα. Κι όταν ένας απροσδιόριστος πόλεμος πλησιάζει, ο πατέρας πρέπει να φύγει, κι ο Πίτερ πρέπει να πάει να ζήσει με τον παππού του, 300 μίλια μακριά. Χωρίς τον Παξ.

Ο μικρός Πίτερ αποφασίζει να γυρίσει πίσω μόνος του, να βρει τον Παξ και να τον πάρει μαζί του. Όμως κι ο Παξ προσπαθεί να βρει τον Πίτερ. Μέσα από μια εναλλακτική αφήγηση μικρών κεφαλαίων από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, διαβάζουμε μια μοναδική περιπέτεια αγάπης κι αφοσίωσης, χωρίς – ευτυχώς – να υπάρχουν ούτε φτωχοί κι απλοϊκοί διάλογοι, ούτε περιττές χαριτωμενιές.

Υπέροχο και συγκινητικό βιβλίο που υποψιάζομαι πως θα δούμε σύντομα και σε ταινία, ένα δείγμα πραγματικά καλού παιδικού βιβλίου.

Και κάτι τελευταίο: Επειδή εδώ στο Ελλαδιστάν πάσχουμε όχι μόνο από κακές μεταφράσεις αλλά κι από …παραλείψεις, συστηματικά αφαιρούνται τα σημειώματα του συγγραφέα από πάρα πολλά βιβλία, παιδικά και μη, και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά (ο καθένας με τη λόξα του), η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου έχει αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως όταν αποφάσισε να γράψει αυτή την ιστορία, ήταν απλώς μια ιδέα στο μυαλό της. Από τον εκδοτικό της είχε όλη τη βοήθεια και καθοδήγηση που χρειάστηκε μέχρι να το ολοκληρώσει.

Παίδες, ξέρετε τι θα πει αυτό; Θα πει ότι γράφω ένα βιβλίο δε σημαίνει απλά κάθομαι κάτω και γράφω μπίριμπίρι μέχρι να πιάσω 500 σελίδες και μετά το στέλνω και βρίσκεται στα ράφια να πουλιέται 20 ευρώ, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες και ελλείψεις απαράδεκτες.

Το καλό βιβλίο είναι κάτι …περισσότερο από αυτό. Εδώ, τι ακριβώς γίνεται;

Το τρέιλερ του βιβλίου, ΕΔΩ!

Η Jennifer Kitses είναι η ευχάριστη έκπληξη αυτού του καλοκαιριού στον κόσμο του βιβλίου με την παρθενική της νουβέλα, Small Hours (σε παράφραση: Πριν το Ξημέρωμα). Ένα μυθιστόρημα που δεν χάνεται στα σύγχρονα κλισέ Αμερικάνων συγγραφέων που θέλουν τα πάντα να εξελίσσονται είτε σε σπίτια νεόπλουτων Καλιφορνέζων ή σε διαμερίσματα κουτιά μίζερων Νεοϋορκέζων.

Και όχι μόνο δεν ακολουθεί αυτά τα κλισέ, αλλά η Kitses πάει κι ένα βήμα πιο πέρα παρουσιάζοντας στην παρθενική της νουβέλα μια οικογένεια στη σημερινή αμερικανική κοινωνία με τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα και τα πολύ συγκεκριμένα οικονομικά προβλήματα. Οι «παλιές, καλές ημέρες» που τόσο συχνά αναφέρουν και αναπολούν οι Αμερικάνοι, ακόμα και στα μυθιστορήματά τους, δεν υπάρχουν πια. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι ανεργία, είναι ο φόβος να μείνεις χωρίς ιατρική κάλυψη ή συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, είναι το να μην σου φτάνουν τα λεφτά.

biblio_17_0032.gifΑυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει εδώ και μια δεκαετία περίπου όλη η δύση και ειδικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, στις αρχές του 21ου αιώνα. Σήμερα το φάντασμα της ανεργίας δεν βασανίζει μόνο τους ανειδίκευτους, τους νέους ή αυτούς που κάνουν εποχιακές δουλειές, σήμερα η ανεργία έχει χτυπήσει σχεδόν όλους τους εργαζομένους ακόμα και εκείνους που πριν από μια εικοσαετία θεωρούντο ότι έχουν «καλή» δουλειά. Το παράξενο με αυτό το θέμα είναι ότι σε μια περίεργη κατάσταση άρνησης, οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς το αποφεύγουν. Για να πω την αλήθεια το βιβλίο της Kitses είναι από τα λίγα που το κάνουν κεντρικό τους θέμα και βέβαια είναι ένα από αυτά τα βιβλία που οι χαρακτήρες ζουν παντού γύρω σας, πιθανώς στον στενό σας κύκλο ή ακόμα και στην οικογένειά σας.

Η Helen και ο Tom είναι από αυτούς με τις καλές δουλειές και καριέρα. Είναι στα σαράντα τους και μια περίοδο που έχουν αρχίσει να απολαμβάνουν τους καρπούς ετών σκληρής δουλειάς σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα. Ήσυχη ζωή με μόνο μελανό σημείο ότι δεν έχουν παιδιά και αυτό όχι γιατί δεν προσπάθησαν. Και ξαφνικά, στα σαράντα τους, τη στιγμή που οι καριέρες τους έχουν σταθεροποιηθεί και μόνο άνοδος συνοδευμένη με χρηματικές αυξήσεις μένει, η Helen μένει έγκυος και μάλιστα με δίδυμα. Στο ενθουσιασμό του ότι ξαφνικά νιώθουν η ζωή τους όχι να αλλάζει αλλά επιτέλους να αποκτάει ένα πολύ προσωπικό νόημα, αποφασίζουν να προχωρήσουν σε μια σειρά αλλαγές με κύριο σκοπό η Helen να πάψει να δουλεύει και να αφιερωθεί στα παιδιά.

Αυτές οι αλλαγές συμπεριλαμβάνουν ακόμα και την μετακόμιση από την πόλη στα προάστια ή το εικονικό τέλος της επαγγελματικής καριέρας για την Helen μιας και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον εργοδότη της να δουλεύει από το σπίτι. Και κάπου εκεί αρχίζουν να συγκρούονται τα στερεότυπα της Helen και του Tom για το πώς θα έπρεπε να ζει μια οικογένεια με παιδιά στα προάστια. Ξαφνικά τα λεφτά δεν φτάνουν για το μικρο σπίτι στο λιβάδι που ονειρευόντουσαν και όταν το υπολόγιζαν στα χαρτιά, πριν ξεκινήσουν, ήταν πραγματοποιήσιμο, οι ανάγκες των παιδιών είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που θα ήθελαν η Helen και ο Tom και φυσικά η μεν Helen έχει να αντιμετωπίσει μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση από την δουλειά της τώρα που δεν υπάρχει η προσωπική καθημερινή επικοινωνία στο γραφείο και ο Tom μια δουλειά πολύ ανταγωνιστική – δουλεύει για ΜΜΕ – όπου η δικαιολογία, άργησαν να ετοιμαστούν τα παιδιά για το σχολείο γι αυτό άργησα, δεν ισχύουν. Και βέβαια όλα αυτά με το φάντασμα της ανεργίας να έχει αρχίσει να υπάρχει στη ζωή τους με όλες τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να σημαίνει συν το γεγονός ότι τα προάστια δεν ήταν τόσο φιλόξενα όσο περιμένανε.

Όλα αυτά πιθανώς να ακούγονται κοινότυπα και δεν αμφιβάλω ότι για πολλούς είναι, αλλά όταν τα βλέπεις γραμμένα σε ένα βιβλίο, όταν παρακολουθεις την εξέλιξη αυτής της οικογένειας και πως αντιμετωπίζουν τα προβλήματα τους ή και τα λάθη τους, ανακαλύπτεις ή καλύτερα βλέπεις καλύτερα αυτά που συμβαίνουν γύρω σου. Όπως ομολόγησε και η ίδια η Jennifer Kitses σε συνέντευξή της, το βιβλίο έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά μιας και η ίδια έμεινε στο σπίτι μετά την γέννηση των δυο παιδιών της και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η Helen και ο Tom καθώς και οι λύσεις που δίνουν (σωστές ή λάθος, αδιάφορο) σε πολλές περιπτώσεις είναι αναφορά σε δικά της προβλήματα και λύσεις ή κάποιων από τον προσωπικό της κύκλο.

Το γεγονός ότι η ιστορία θα μπορούσε να είναι πραγματικότητα ακόμα και στο δικό σας σπίτι δεν σημαίνει ότι το Small Hours δεν είναι ένα βιβλίο που αξίζει να αποκτήσετε και να διαβάσετε. Απεναντίας, νομίζω ότι διαβάζοντας για την ζωή και τα προβλήματα της Helen και του Tom έχετε και την ευκαιρία να δείτε τα δικά σας προβλήματα, να τα αναγνωρίσετε ή ακόμα και να τα ανακαλύψετε μιας και η άρνηση για προβλήματα προσαρμογής σε ένα κόσμο οικονομικής ανασφάλειας χωρίς εξαιρέσεις, δεν περιορίζεται στους συγγραφείς άλλα υπάρχει καθημερινά σε όλους μας. Ένα καλό βιβλίο και η γραφή της Jennifer Kitses είναι ήρεμη σε μια γλώσσα πολύ καθημερινή και με γεγονότα χωρίς εξάρσεις.

Επίσης μου άρεσε ο τίτλος γιατί η αλήθεια είναι ότι όλες οι αγωνίες και όλα τα προβλήματα «εμφανίζονται» τις μικρές ώρες πριν τα ξημερώματα. Αυτό που με απογοήτευσε με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι οτι παρόλο ότι αποφεύγει στερότυπα στη γραφή του και στο θέμα του, έχει ένα εξώφυλλο γεμάτο κλισέ σε σημείο που θα το χαρακτήριζα κακό. Μου θύμισε παιχνίδι για κομπιούτερ.

Αν και αντίθετος με τις κατηγοριοποιήσεις στιλ “καλοκαιρινά βιβλία”, το συγκεκριμένο είναι ένα καλό βιβλίο …παραλίας που δεν θα το ξεχάσετε όταν το τελειώσετε σε κάποιο βουναλάκι άμμου.

Το Small Hours της Jennifer Kitses είναι εκδόσεις Grand Central Publishing και εκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 2017.

 

Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που b1_2θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Ουφ, το τελείωσα. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν έχω υπάρξει τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που κατάφερα να διαβάσω μέχρι τέλους ένα βιβλίο. Το Confiteor είναι για μένα ένας άθλος· όχι γιατί δεν μου άρεσε και πίεσα τον εαυτό μου να το τελειώσει αλλά γιατί χάρη του ξεπέρασα εν μέρη τον φόβο μου για τα μεγάλα βιβλία.

Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο μόνος λόγος που το αγόρασα ήταν οι πολύ καλές κριτικές που διάβασα και ο ενθουσιασμός όλων όσων ανέβαζαν την άποψη τους στις βιβλιοφιλικές ομάδες. Ήμουν σίγουρη πως εγώ θα ήμουν η στρίγκλα που δεν το αγάπησε, και ήμουν ακριβώς αυτό για το πρώτο 1/3 του βιβλίου. Ναι, το είχα παρατήσει μήνες ολόκληρους επειδή δεν είχα καταφέρει να δεθώ με τους ήρωες και την ιστορία. Αλλά έπεσα σε ένα φοβερό λογοτεχνικό τέλμα – δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα από ό,τι είχα – και ποιος με έσωσε? Ο Ζάουμε Καμπρέ! Με το που το ξανά έπιασα στα χέρια μου το διάβασα μονορούφι.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει και παρόλα αυτά περίμενα πώς και πώς να δω τι θα γίνει στο τέλος. Ο Καμπρέ κατάφερε να με παρασύρει μέσα σε μια ιστορία που το κέντημά της ξεπερνάει ό,τι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Σαν πραγματικά ταλαντούχος συγγραφέας με έναν από τους πιο ιδιαίτερους τρόπους γραφής (αλλαγή προσώπου μέσα στην ίδια πρόταση, αλλαγή σκηνικού/χρόνου/τόπου μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο) κατάφερε να εξιστορήσει ένα σωρό γεγονότα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και να τα ενώσει πάνω από το ξύλινο σώμα ενός βιολιού. Υπήρξαν σκηνές στο βιβλίο που ήταν τόσο έντονες που γέμιζα με συναίσθημα και ήθελα να φωνάξω δυνατά πως ναι, αυτή είναι λογοτεχνία! Κάτι τέτοια βιβλία ξεχωρίζουν από την μάζα, και θέτουν τα όρια.

Το Confiteor είναι ένα βιβλίο που εκπλήσσει τον αναγνώστη. Σε πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από μια συζήτηση σε τραβάει από τα μαλλιά και σε πετάει μέσα σε μια άλλη και εσύ τρέχεις να προλάβεις να καταλάβεις τι παίζει. Κυριολεκτικά μένεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ιδιοφυία του συγγραφέα.

Δεν θα σας κρύψω ότι με κούρασε σε πολλά σημεία. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω πολύ υπομονή και η συγκέντρωση μου χάνεται εύκολα αλλά η αγάπη μου προς το βιβλίο με κράτησε εκεί να το παλέψω μέχρι το τέλος. Η πραγματική φοβία δέσμευσης που έχω με τα μεγάλα βιβλία (σε αριθμό σελίδων) παραλίγο να μου στερήσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μου το είχα συγχωρήσει ποτέ!

Ο Αντριά μας χαρίσε μια ομολογία, δηλαδή όχι σε εμάς αλλά στην αγαπημένη του Σάρα, την ιστορία της ζωής του αλλά και άλλων ζωών λίγο πριν του σβήσει την μνήμη το Αλτσχάιμερ. Και θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Ο Χουάν και οι πεταλούδες

Posted: Ιουνίου 19, 2017 by ovithanos in Μυθιστόρημα

Ο Χουάν ζει σε ένα μικρό χωριουδάκι στο Μεξικό με την γιαγιά του η οποία είναι και λίγο «γιατρός», από αυτούς με τα βότανα και τις ευχές σε θεούς/αγγέλους που ζουν κάπου ψηλά. Γείτονας του Χουάν ο παιδικός του φίλος που επίσης ζει με την γιαγιά του. Γενικά μια ζωή ήσυχη ανάμεσα στο σχολείο και την καθημερινότητα όταν ξαφνικά όλα αλλάζουν. Το τοπικό καρτέλ ναρκωτικών επιτίθεται στο χωριό δολοφονώντας και τις δυο γιαγιάδες και αλλάζοντας ριζικά τις ζωές του Χουάν και του φίλου του.

Ο Χουάν και ο φίλος του ο Ρότσιο, για να ξεφύγουν από τη σφαγή έχουν κρυφτεί έξω από το χωριό αλλά από εκείνη τη στιγμή μπαίνουν σε ένα συνεχές κυνηγητό με τη συμμορία που δεν θέλει να αφήσει ζωντανούς μάρτυρες πίσω της. Αρχηγός της συμμορίας, οι πεταλούδες.

biblio_17_0031.gifΎστερα μπαίνουμε στον περίεργο κόσμο των Χουάν και Ρότσιο που δεν καταλαβαίνεις τις ηλικίες τους, θα μπορούσαν να είναι δέκα αλλά θα μπορούσαν να είναι και δεκαπέντε ή δεκαοκτώ, και τη μεγάλη πνευματική τους διαφορά. Ενώ ο Χουάν είναι δημιουργικός, ξύπνιος και με φαντασία, ο Ρότσιο είναι το απόλυτο κενό, επιφανειακός και πολλές φορές ανόητος. Παρόλα αυτά με τα προτερήματά τους και τα μειονεκτήματά τους και οι δυο χαρακτήρες είναι πολύ δυνατοί και με περίεργο τρόπο ταιριάζουν και συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο.

Η ιστορία -αν δεν ξέρεις τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Μεξικό, μπορεί να ακούγεται και μη ρεαλιστική ειδικά όταν η συγγραφέας συχνά σου υπενθυμίζει ότι τα πάντα συμβαίνουν στις μέρες μας. Μάλιστα εγώ τουλάχιστον φαντάζομαι ότι γι’ αυτό ακριβώς το λόγο στο υπενθυμίζει, γιατί όλα είναι τόσο τρελά για τον 21ο αιώνα.

Η συνέχεια είναι ακόμα πιο δραματική γιατί οι δυο ήρωες της ιστορίας στην προσπάθειά τους να βρουν καταφύγιο περνάνε παράνομα στις ΗΠΑ όπου και ζουν μια νέα πραγματικότητα και βυθίζονται στην παρανομία τους και το κυνηγητό.

Προσοχή, αυτό δεν είναι θρίλερ η αστυνομικό μυθιστόρημα, είναι περισσότερο το ψυχογράφημα δυο νέων ανθρώπων που ζουν τον σουρεαλισμό του συγχρόνου Μεξικό και παράλληλα την ζωή του παράνομου μετανάστη στις ΗΠΑ. και επισης σημαντικο, απευθύνεται σε εφηβους.

Η δε συγγραφέας, JJ Flowers, επικεντρώνεται περισσότερο στις σκέψεις των δυο τους παρά σε αυτές καθ’ αυτές τις περιπέτειες τους που μάλιστα σε κάποια σημεία τις προσπερνάει σαν κάτι μέσα στην καθημερινότητα στο Μεξικό, ένα στοιχείο που κάνει το βιβλίο ακόμα πιο μη ρεαλιστικό.

Με την παρουσία του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τις υποσχέσεις του περί τείχους με το Μεξικό, το μυθιστόρημα της JJ Flowers αποκτάει ένα περίεργο επίκαιρο στοιχείο που ίσως να το κάνει περισσότερο ενδιαφέρον από ότι κάθε άλλη χρονική περίοδο. Ένα ήρεμο μυθιστόρημα ειδικά για όσους ενδιαφέρονται για μυθιστορήματα που αναλύουν χαρακτήρες και τις αντιδράσεις μπροστά σε περίεργες καταστάσεις σε γραφή πολύ στρωτή, χωρίς εξάρσεις, παρόλη την κατά περιόδους ένταση των όσων ζουν οι ήρωες.

Το βιβλίο έχει το χαρακτηρισμό: για νέους αναγνώστες και νομίζω ότι είναι από τα βιβλία που θα δώσω στην κόρη μου να διαβάσει για να δει την άλλη πλευρά πέρα από το προστατευμένο σκανδιναβικό περιβάλλον αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα το καταλάβει και δεν θα το αντιμετωπίσει σαν …κόμικς με τις αντιθέσεις των δυο χαρακτήρων.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις 9 Μαΐου από τον εκδοτικό Simon Pulse και από ότι ξέρω κυκλοφορεί σε όλες τις μορφές έκδοσης.

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση