Archive for the ‘Περιοδικό’ Category

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες για το πώς κάποιος μπορεί να αυτοχρηστεί κριτικός, γιατί για αυτοχρησμό πρόκειται. Αυτό το να αυτοχρήζεται κάποιος κριτικός βιβλίου ήταν πιο περιορισμένο την εποχή του έντυπου τύπου και πριν την εισβολή του ιντερνέτ στη ζωή μας. Σήμερα τα πράγματα είναι απλά: ό,τι δηλώσεις είσαι. Τότε, πέρα από τις γενικότερες γνώσεις που χρειαζόταν να έχεις για το βιβλίο και την παραγωγή του ή τον συγγραφέα (που πολλές φορές απαιτούσε και την προσωπική γνωριμία), έπρεπε να ξέρεις και να γράφεις. Σήμερα, αρκεί να ανοίξεις ένα μπλογκ, να βάλεις τη φωτογραφία ενός βιβλίου, σε περιορισμένα ελληνικά να γράψεις για τα σύννεφα που σου δόνησαν τα μέσα σου και αυτομάτως αυτό-ονομάστηκες κριτικός βιβλίου.

ovi_greece_0117_019aΑυτό που ειρωνικά πολλές φορές λέγεται για τους κριτικούς, γενικότερα έχει μια δόση αλήθειας. Ο κριτικός βιβλίων, για παράδειγμα, είναι αποτυχημένος συγγραφέας. Αλλά για να είσαι αποτυχημένος συγγραφέας πρέπει πρώτα να ήσουν συγγραφέας. Να έχεις γράψει και εκδόσει βιβλίο που μετά μπορεί να απέτυχε για διάφορους λόγους , που μπορεί και να συμπεριλαμβάνουν τη λάθος επιλογή χρόνου έκδοσης ή τη λάθος προβολή του κι όχι αποκλειστικά το περιεχόμενό του. Κριτικό βιβλίου δεν σε κάνει το ότι έχεις διαβάσει όλα τα Χάρρυ Πόττερ.

Αυτό το αλαλούμ με τους αυτό-αποκαλουμένους κριτικούς βιβλίων (και γενικότερα τέχνης), το εκμεταλλεύτηκαν αυτοί που όπως εμμένουν τα μυθιστορήματα μυστήριου, έχουν το κίνητρο για έγκλημα:  οι εκδότες. Και τι άλλο κίνητρο θα μπορούσαν να έχουν εκτός από το Cherchez la femme, από το χρήμα; Εδώ είναι βέβαια και η μεγάλη ειρωνεία. Αυτοί οι ίδιοι που με μεθόδους Κολομβιανού καρτέλ ναρκωτικών εκμεταλλεύονται μέχρι δακρύων τους πραγματικούς εργάτες του βιβλίου (συγγραφείς, σχεδιαστές, μεταφραστές, διορθωτές κ.α.), πουλάνε το βιβλίο με λογική και τιμές ναρκωτικών, και στο τέλος μιλάνε πάλι με ύφος Κολομβιανού έμπορα ναρκωτικών, δικαιολογώντας τις τιμές και το πολλές φορές κακό προϊόν τους σαν συμβολή- όχι στη διασκέδαση, αλλά τον …πολιτισμό.

Η χρήση της λέξης «προϊόν» αντί της λέξης βιβλίο, ήταν συνειδητή γιατί για τους περισσότερους εκδότες το βιβλίο είναι τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, δέκα στην τσέπη. Κι από τη στιγμή που το βλέπουν αυτοί σαν προϊόν που θα αποφέρει κέρδος, αντίστοιχα κι εγώ θα πρέπει να το βλέπω σαν προϊόν που μου ανταποδίδει σε είδος αυτό που πληρώνω σε χρήμα.

Όλα αυτά υπάρχουν παντού, αλλά υπάρχουν και δικλείδες που προφυλάσσουν τόσο τους συγγραφείς και τους εργάτες του βιβλίου, όσο και τους αναγνώστες. Στην Ελλάδα δυστυχώς, και ειδικά στην Ελλάδα του ντεμέκ και της αρπαχτής (που δεν τα έφεραν τα μνημόνια, μάλλον αυτά έφεραν τα μνημόνια), όλα είναι σε υπερθετικό βαθμό και φυσικά και οι …κριτικοί βιβλίου.

Στην Ελλάδα το «ό,τι δηλώνω είμαι» δεν είναι κατάσταση, είναι δόγμα και στην περίπτωση του βιβλίου είναι και καρκίνωμα γιατί φυσικά και σε αυτό το έγκλημα υπάρχουν τα κίνητρα και υπάρχουν και οι εκδότες. Οι εκδότες που εκμεταλλεύονται αυτή την ασυδοσία – και δει την διαδικτυακή – για να στήσουν φάμπρικες δουλικών με την επωνυμία …κριτική βιβλίων (μου) και ΣΙΑ ΑΕ με αντάλλαγμα …βιβλία και 10 λεπτά κουτσομπολίστικης διαδικτυακής διασημότητας.
Όταν ο Μάριος Πλωρίτης – για να αναφέρω ένα όνομα που ελπίζω να το θυμούνται κάποιοι – έκανε κριτική βιβλίου, είχε στην πλάτη του 11 βιβλία θεωρητικά για την τέχνη, τη γραφή και το θέατρο, και πάνω από 100 μεταφράσεις θεατρικών έργων. Οι δε κριτικές του, τα κείμενά του, ήταν από μόνα τους μάθημα της Ελληνικής γλώσσας. Σε αυτόν τον άνθρωπο προσπαθεί να στηθεί δίπλα του ένα παιδάκι που έχει ανοίξει ένα μπλογκ που το ονομάζει κριτική βιβλίου και σε συνέντευξη που πηρέ από ελλην. «συγγραφέα» – άλλο θέμα αυτό – ήθελα να πάρω κόκκινο στυλό να διορθώνω τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Το κείμενο δεν το διάβασα, με τύφλωσαν τα ελληνικά και οι υπερβολές, ή καλυτέρα το γλείψιμο που μάλλον ήταν εντολή του εκδοτικού, που πίσω από την κουρτίνα δυο, χορηγεί το μπλογκ. Το πολύ χειρότερο; Το συγκεκριμένο παιδάκι με τον αέρα του «ό,τι δηλώνω είμαι» είναι και τσαμπουκάς προς όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ελπίζω εκτός από κριτικός να μην είναι και Κρητικός και έχει μπερδευτεί.

Πάμε όμως στο θέμα κριτική βιβλίου, γιατί το θέμα ποιος είναι ‘ποιος’ και ‘τι’ σε σχέση με το βιβλίο στην Ελλάδα, είναι τεράστιο και θα έχουμε ελπίζω, όλο το χρόνο μπροστά μας να το αναλύσουμε.

Όπως είπα στην αρχή, στην κριτική βιβλίου δεν υπάρχουν κανόνες. Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που υπάρχει είναι προσωπικοί ηθικοί κανόνες και ουσιαστική αντίληψη για τη δουλειά του κριτικού βιβλίου. Για να υπάρξει όμως ουσιαστική αντίληψη, πρέπει να υπάρχουν κι ορισμένα στοιχεία. Γνώση του τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας και μάλιστα συγγραφέας που έχει εκδόσει βιβλίο. Δεν είναι το πιο σημαντικό, αλλά έχοντας τη γνώση έκδοσης ενός βιβλίου έχεις και τη γνώση αυτών που κάνουν ένα βιβλίο καλό, έχεις μπει στη διαδικασία να παρακολουθήσεις από τη διόρθωση μέχρι την εκτύπωση και ξέρεις τι θα κάνει ένα βιβλίο ελκυστικό για κάποιον που η πρώτη του επαφή μαζί του είναι καθαρά οπτική και στο βιβλιοπωλείο.

Ένας άνθρωπος που το μοναδικό που έχει γράψει στη ζωή του, είναι πόσο παχουλά είναι τα λευκά συννεφάκια και το έδειξε στη μαμά του ή στον γκόμενο για να τους πει μπράβο, δεν μπορεί να κρίνει τον κόπο και πολλές φορές τη συγγραφική αγωνία του άλλου. Παράλληλα δεν θα καταλάβει ότι κάποιος άλλος τον κορόιδεψε γράφοντας ένα βιβλίο με κλισέ που θα αρέσουν στο συγκεκριμένο αναγνώστη χωρίς να έχει τίποτα περισσότερο να του προσφέρει. Παχουλά λευκά συννεφάκια θα πάρει.
Αυτός που θέλει να κάνει κριτική βιβλίου λοιπόν, πρέπει να έχει γνώση όλης της γραμμής παραγωγής ενός βιβλίου και να θυμάται ότι, ναι ο συγγραφέας σηκώνει μεγάλο βάρος αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο σχεδιαστής, ο διορθωτής ή αυτός που επιβλέπει το layout ενός βιβλίου είναι απλοί κομπάρσοι. Αδιάφορα του ποσοστού συμβολής του καθενός, ένα βιβλίο είναι αποτέλεσμα της δουλειάς όλων και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όταν ένα βιβλίο κρίνεται, κρίνεται σαν σύνολο κι όχι αποσπασματικά.

Θα ανέρθω σε προσωπικό παράδειγμα. Υπάρχει ελληνικός και μάλιστα πετυχημένος ελληνικός εκδοτικός οίκος, που από το 1982 δεν έχω αγοράσει ποτέ ξανά βιβλίο του, παρόλο που κατά περιόδους έχει κάνει εκδόσεις που με ενδιαφέρουν. Ο λόγος απλός, ο εκδότης στην προσπάθεια μεγαλύτερου κέρδους αδιαφόρησε συνειδητά για την ποιότητα του βιβλίου. Έτσι εγώ βρέθηκα με βιβλία που είχαν σελίδες κομμένες στη μέση, κακοτυπωμένες και με μουτζούρες που έκαναν αδύνατο το διάβασμα, ανάποδα κολλημένες ή ακόμα και να λείπουν. Αυτό δυστυχώς όχι σε ένα. Αλλά και σε ένα να ήταν, αυτό που πρέπει να καταλάβετε είναι ότι ΔΕΝ επιτρέπεται. Υποτίθεται ότι υπάρχει έλεγχος στο τυπογραφείο που αυτά τα βιβλία πετιούνται. Δεν πάνε στο καλάθι για μισή τιμή, δεν πάνε σε βιβλιοθήκες και σχολεία, πετιούνται. Το ότι έφτασε στα χέρια μου ένα τέτοιο βιβλίο δείχνει τι σκέφτεται ο εκδότης για μένα και με προσβάλλει.

Αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψη του ο κριτικός. Τα βιβλία δεν τυπώνονται σε χαρτί εφημερίδας. Τελεία και παύλα. Ένα βιβλίο που είναι τυπωμένο σε χαρτί εφημερίδας είναι κακό και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να το αναφέρει. Την ηθική ξέρετε γιατί; Γιατί το βιβλίο στοιχίζει και μάλιστα στοιχίζει ακριβά. Στοιχίζει πολλά μπουκάλια γάλα για το παιδί αυτού που το αγοράζει και στην σημερινή Ελλάδα στοιχίζει ακόμα πιο ακριβά, κι ο κριτικός βιβλίου έχει την ηθική υποχρέωση να προφυλάξει αυτόν που στο τέλος θα πληρώσει.

Εδώ ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε και σε κάτι άλλο. Η συνήθως σκέψη είναι ότι η κριτική βιβλίου έχει να κάνει με την προσωπική αισθητική και στο τέλος είναι θέμα προσωπικής άποψης. Λάθος. Έχει να κάνει ΚΑΙ με την προσωπική αισθητική αλλά όχι μόνο. Ένα κακογραμμένο βιβλίο με πολλά ορθογραφικά λάθη, που είναι ευθύνη και του συγγραφέα και του διορθωτή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλό επειδή η ιστορία κάπου έκανε κλικ στην προσωπική αισθητική μας. Μου άρεσε η ιστορία, δεν είναι αρκετό για να δώσεις 20 ευρώ. Αυτή η ενημέρωση είναι ευθύνη του κριτικού, που βέβαια το παιδάκι με το μπλογκ ούτε καταλαβαίνει για τι μιλάω, αφού πέρασε από τον κάπτεν Αμέρικα και τον Τιραμόλα στην Χρυσηίδα και μετά δήλωσε ειδικός στα βιβλία.

Αυτά όλα έχουν να κάνουν με το 25% της κριτικής ενός βιβλίου, αλλά με αυτό το 25% να έχει βάρος στην τσέπη του αναγνώστη και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να τη σέβεται, κόντρα μάλιστα στον εκδότη. Το υπόλοιπο 75% βαραίνει τον συγγραφέα και το δημιούργημά του. Εκεί κι αν το κείμενο είναι σωστό και καλογραμμένο μπαίνει η προσωπική αισθητική του συγγραφέα, αλλά ακόμα κι αυτή η αισθητική θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένη. Το αν σ’ αρέσει η όχι να έχεις στο σπίτι σου έναν πίνακα του Πικάσο είναι αναμφίβολα δικό σου δικαίωμα και θέμα προσωπικής αισθητικής, αυτό όμως δεν σου αποκλείει να εκτιμήσεις το έργο του Πικάσο, τη συμβολή του στην τέχνη και τους συμβολισμούς του, ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο του που εσύ δεν θα έβαζες ποτέ στο σπίτι σου.

Πολλοί έχουν ακούσει το όνομα Χέμινγουεϊ στην Ελλάδα, με λύπη μου έχω διαπιστώσει ότι λίγοι έχουν διαβάσει έστω και τα πιο «παιδικά» έργα του όπως το «Ο Γέρος και η Θάλασσα». Το συγκεκριμένο του έργο το έχω διαβάσει στο πρωτότυπο (στα αμερικανικά, προσοχή δεν είναι το ίδιο με τα αγγλικά) στα Ελληνικά και στα Γερμανικά αργότερα, από περιέργεια και για την παρατήρηση που θα ακολουθήσει. Η ομορφιά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πέραν της ιστορίας, που είναι πολύ συγκινητική και πολύ ανθρώπινη. Η ομορφιά του βιβλίου είναι στην ίδια τη γλώσσα, κάτι που δυστυχώς δεν υπάρχει καθόλου στην ελληνική μετάφραση που διάβασα εγώ, και με πολύ προσπάθεια λίγο στη Γερμανική. Ο Χέμινγουεϊ στη γραφή του δεν χρησιμοποιεί αντικείμενο. Σκεφτείτε το. Έγραψε βιβλία που του έδωσαν ακόμα και Νόμπελ λογοτεχνίας με κείμενα που γραμματικά παραβαίνουν κανόνες. Ο Χέμινγουεϊ δεν αρκέστηκε στην ιστορία, ζωγράφισε με τις λέξεις.

Όταν διαβάζεις Παπαδιαμάντη πρέπει να ξέρεις ότι η γραφή του είναι «μαλλιαρή» (πόσοι ξέρουν τι σημαίνει αυτή η λέξη;), είναι τα πραγματικά νέα ελληνικά. Αυτά που μιλάμε σήμερα …δεν θέλετε να ξέρετε τη γνώμη μου, αλλά νέα ελληνικά ΔΕΝ είναι. Όταν διαβάζεις λοιπόν την «Φόνισσα» παίρνεις ταυτόχρονα κι’ ένα μάθημα γραφής μια γλώσσας εξελιγμένης από τα αρχαιά ελληνικά, όχι αυτό το πατσαβούριασμα που οι νεοέλληνες ονομάζουν νέα ελληνικά προσθέτοντας στο τέλος κι ένα …νορμάλ. Βλέπετε όλα αυτά πρέπει να τα ξέρει, να τα αναγνωρίζει ένας κριτικός βιβλίου. Φανταστείτε έναν κριτικό τέχνης που να μην ξέρει τι είναι ο πουαντιγισμός. Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι δεν έχετε ιδέα τι είναι και κάποιοι θα το ψάξετε, ένας κριτικός τέχνης όμως υποχρεούται να το ξέρει.

Τώρα όμως θα μου επιτρέψετε την ερώτηση: είπαμε ότι η αισθητική παίζει ρόλο στην κριτική του βιβλίου αλλά είναι η αισθητική ο ρυθμιστικός παράγοντας για να κρίνεις ένα βιβλίο; Όχι, όχι, ΟΧΙ. Δυστυχώς  – και πάλι σε αυτό το θέμα, η Ελλάδα και οι αυτοαποκαλούμενοι «κριτικοί» έχει θέση αρχοντική. Όταν μιλάμε για κριτική βιβλίου η έμφαση έπρεπε να μπαίνει στη λέξη βιβλίο κι όχι στην κριτική. Βιβλίο δεν είναι μόνο αυτά που έχει εκδόσει η κάθε χαζοαεροσερβιτόρα και δυστυχώς η κριτική βιβλίου στην Ελλάδα περιορίζεται σε αυτό που οι αγγλόφωνοι χαρακτηρίζουν pulp fiction, και στην Ελλάδα παλαιότερα λεγόταν βιπεράκια και άρλεκιν και σήμερα λέγεται Δημουλίδου και Μαντά. Αυτά σαν απλά παραδείγματα σε μια πληθώρα ομοίας αξίας ονομάτων .

Κριτική βιβλίου θα κάνεις σε αυτά τα σκουπίδια (κινδυνεύοντας και να σε βρωμίσουν) αλλά θα πρέπει να είσαι ικανός και να κάνεις και στο «Χίτλερ: Βιογραφία» του Ι. Kershaw που κυκλοφόρησε το 2008, ή την «Ιστορία του Βυζαντίου» του Timothy E. Gregory ή για το «Quantum markets».  Αμφιβάλω αν και μόνο σαν σκέψη έχει περάσει στο κάθε παιδάκι που αυτοαποκαλείται κριτικός βιβλίου ότι αυτό είναι μέσα στις υποχρεώσεις του για να καλείται κριτικός βιβλίου.

Πάμε ένα βήμα παρακάτω, γιατί η απάντηση θα μπορούσε να ήταν, εγώ είμαι κριτικός που ειδικεύομαι στο ρομαντικό μυθιστόρημα. Πως λεμέ, δεν είμαι φυσικός αλλά αστροφυσικός, κάπως έτσι. Αλλά ας το δεχτώ. Το 2016 , διάβασα τρία ελληνικά βιβλία που οι μεν εκδοτικοί τα κατατάσσουν στα «κλασσικά», οι δε «κριτικοί» στα αριστουργήματα. Προσοχή, δεν θα σταθώ καθόλου στην κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας που πράττουν κατά συρροή συγγραφέας και διορθωτής (αν υπήρξε) αλλά θα περάσω απ’ ευθείας στην ιστορία και στο νόημα.

Στην πρώτη ιστορία, ερωτική και πολύ ταραγμένη. Η ηρωίδα ζει στο τέλος της δικτατορίας και οι πιο έντονες στιγμές είναι με φόντο την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το 1974! Φθινόπωρο. Εγώ έχω αναμνήσεις για αυτή την ιστορική στιγμή που δεν είναι καθόλου μα καθόλου φανταστική, έχει καταγραφεί στην ελληνική ιστορία σαν γεγονός και έγινε το 1973 και μάλιστα στις 15-17 Νοέμβριου, όχι έτσι αόριστα το φθινόπωρο, ουτε η προσοχή κανενός στην Αθήνα δεν ήταν στραμμένη στα καφέ φθινοπωρινά φύλλα. Στο τρίτο κεφάλαιο το πέταξα στα σκουπίδια και το εννοώ. Η συγγραφέας δεν είχε ζήσει το Πολυτεχνείο (παρόλο ότι η ηλικία της δεν το δικαιολογεί) αλλά δεν είχε κάνει ούτε την τυπική έρευνα πριν το γράψει. Χαρακτηρισμός γι’ αυτήν και το βιβλίο της; Ηλίθια και ηλίθιο! Για τους αυτοαποκαλούμενους Έλληνες «κριτικούς»; Αριστούργημα!

Δεύτερη περίπτωση. Εδώ έφτασα μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο. Ο λόγος γιατί ο αυτοκράτορας Μάξιμος δεν ήταν ο αυτοκράτορας που εκπαίδευσε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Υπήρξε πράγματι βυζαντινός αυτοκράτορας με το όνομα Μάξιμος, μόνο που έζησε και κυβέρνησε το Βυζάντιο 1200 χρόνια πριν τον Παλαιολόγο. Η συγγραφέας μάλλον εμπνεύστηκε από την ταινία Μονομάχος. Οι Βυζαντινοί δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους και την αυτοκρατορία τους Βυζαντινή, αυτός είναι ένας νεοτερισμός από τους δυτικούς ιστορικούς του 19ου αιώνα και έγινε για να χωρίσουν την περίοδο από την Παπική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που στηνόταν τότε. Το Βυζάντιο τότε ήταν και ελέγετο Ρωμαϊκή αυτοκρατορία γιατί ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με διαφορετική πρωτεύουσα. Η βυζαντινή συνωμοσία είναι στην ουσία βρισιά, κάτι αρνητικό και δείχνει την αντιπάθεια που είχε η δύση προς το Βυζάντιο κι όχι ερωτικό παιχνίδι. Είπαμε, στην εισαγωγή του δευτέρου κεφαλαίου έφτασα. Το πέταξα. Για τους «κριτικούς» ήταν μεγαλούργημα ιστορικής λογοτεχνίας!

Τρίτο μεγαλούργημα δεν έφτασα ουτε στην τρίτη σελίδα όταν η συγγραφέας με ενημέρωσε ότι ο Κεμάλ ήταν στη Σμύρνη κατά την σφαγή και μάλιστα έδινε και εντολές πίνοντας καφέ, και μέσα σε αυτά αξιωματικός του ερωτευόταν ελληνοπούλα. Α, κι ο Βενιζέλος κάπνιζε την πίπα του στο μπαλκόνι περιμένοντας αναμετάδοση από το CNN.

Όλα αυτά οδηγούνε σε ένα πράγμα που ο κριτικός βιβλίου έχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει πριν προτείνει ένα βιβλίο. Στο τι θα δώσει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη. Αν αυτό που θα δώσει είναι διασκέδαση, λυπάμαι αλλά καλύτερα να του προτείνει να διαβάσει ένα Τιραμόλα, να γελάσει και λίγο, ή καμία ταινία με τον Ράμπο. Ακόμα κι αυτά θα τον διασκεδάσουν περισσότερο από ένα βιβλίο σαν αυτό που οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης όταν συναντιόντουσαν έλεγαν: «γεια σου ρε Βυζαντινέ, τι κάνεις; Είσαι για μια βυζαντινή συνομωσία;»

Η ιστορία ενός βιβλίου πρέπει να προσφέρει πολύ περισσότερα από την πρόσκαιρη διασκέδαση. Πρέπει να προσφέρει γνώση, να του διεγείρει το συναίσθημα με διάρκεια κι όχι μόνο όσο κρατάει η ανάγνωση, να γίνει ανάμνηση και κομμάτι των εμπειριών του αναγνώστη. Τα καλά βιβλία είναι αυτά που όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε που τα διαβάσατε, έχουν παραμείνει σαν μια ζεστή ανάμνηση που μάλιστα μπορείτε μέσα στο μυαλό σας να ψηλαφίσετε.

Όλα αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψιν του ο κριτικός βιβλίου και να έχει τις γνώσεις μετά από πολύ διάβασμα να τα εντοπίσει. Γιατί αυτός όχι απλά θα προτείνει στον αναγνώστη τι να διαβάσει, αλλά θα τον εκπαιδεύσει και για το πώς θα το διαβάσει. Βλέπετε, ο κριτικός βιβλίου δεν είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ εκδότη και αναγνώστη, ο κριτικός βιβλίου είναι αυτός που θα εκπαιδεύσει τον αναγνώστη να επιλέγει βιβλίο και θα του αναλύσει τους λόγους που θα μπορούσε να το κάνει. Η τελευταία επιλογή πάντα ανήκει στον ίδιο τον αναγνώστη. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα που συχνά ξεχνάνε οι νεοφώτιστοι του διαδικτύου, θεωρώντας εαυτούς …ειδικούς.

Κλείνοντας, αν και πολύ φοβάμαι ότι θα μπορούσα να γεμίσω αρκετές ακόμα σελίδες, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η κριτική βιβλίου και ειδικά ο κριτικός βιβλίου δεν είναι το ίδιο με αυτόν που παρουσιάζει ένα βιβλίο αναφέροντας και την προσωπική του γνώμη συχνά επιβεβλημένη από κουρτίνες εκδοτικών για ψιλικατζίδικα κέρδη. Η σχέση ενός κριτικού βιβλίου με έναν από αυτούς που παρουσιάζουν βιβλία και αυτοονομάζονται κριτικοί, είναι η σχέση που έχει ένα λουλούδι με ένα παράσιτο.

Θάνος Καλαμίδας

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Advertisements

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, δε διάβαζα ποτέ κριτικές βιβλίων.

ovi_greece_0117_019aΓι αυτό και όταν έγραψα την πρώτη δική μου για ένα αγαπημένο βιβλίο, αναρωτιόμουν αν θα την διάβαζε κανείς.

Η αίσθηση που είχα γι αυτές ήταν ότι επρόκειτο περισσότερο για μια διαφημιστική προώθηση προιόντος και λιγότερο για μια «αντικειμενική» ή τουλάχιστον μια αδέσμευτη άποψη. Κάτι σαν το κολλαγόνο στο «Ε» ένα πράγμα δηλαδή !

Έχω και μια έμφυτη να μην την πω αντιπάθεια, ας την πω επιφυλακτικότητα για τους επαγγελματίες κριτικούς παντός είδους….

Η υποδοχή που μου επιφυλάχθηκε μπορώ να πω ότι ήταν θερμότερη ακόμα και από τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες μου…

Σιγά σιγά λοιπόν μπήκα σε αυτό το τριπάκι και άρχισα να διαβάζω κριτικές, κατά κύριο λόγο στο διαδίκτυο και κατά κανόνα γραμμένες από ανθρώπους που η σχέση τους με το βιβλίο δεν ήταν αυστηρά επαγγελματική αλλά περισσότερο ερωτική. Ανθρώπους που δεν έχουν την ανάγκη ούτε την υποχρέωση να κολακέψουν κανέναν, ούτε εκδοτικό οίκο ούτε συγγραφέα.

Ανθρώπους που μου απέδειξαν ότι τόσο καιρό σκεφτόμουν λάθος.

Μια κακή κριτική σε εμένα προσωπικά δε λειτουργεί αποτρεπτικά όπως και μια θετική δε με ωθεί να αγοράσω σώνει και καλά ένα βιβλίο αφού αυτό, έχει τόσες πτυχές όσες και οι αναγνώστες που θα το διαβάσουν, όμως διευρύνει την οπτική μέσα από την οποία βλέπω ένα βιβλίο.

Αυτοί οι ερασιτέχνες κριτικοί λοιπόν, μου μιλούν για τις συγκινήσεις που τους πρόσφερε ένα βιβλίο χωρίς να έχουν στο μυαλό τους ένα σύστημα κανόνων του πώς γράφεται ένα άρτιο βιβλίο.

Μου μιλούν για το πόσο τους άρεσε ή δεν τους άρεσε και για ποιό λόγο, χωρίς να έχουν κατά νου παγκόσμιες σταθερές αλλά μόνο το προσωπικό τους αισθητήριο.

Δεν προσπαθούν να αφορίσουν αλλά να μοιραστούν με αλλους εραστές της ανάγνωσης τη δική τους γνώμη, να θέσουν τα δικά τους ερωτήματα και προβληματισμούς, χωρίς να χρησιμοποιούν κατ ανάγκη βαρύγδουπες αναλύσεις και επιτηδευμένες εκφράσεις, και στην τελική να κριθούν και αυτοί με τη σειρά τους από τους αναγνώστες.

Η κριτική εξάλλου είναι προσωπική υπόθεση όπως έλεγε και ο Σόμερσετ Μομ.

Andy

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Πρόλογος.

ovi_greece_0117_019aΟ άνθρωπος κατά τη μακραίωνη ιστορία του πάνω στη γη,
(αυτό είναι κλισέ και το γράφω από τη 2α γυμνασίου σε ΟΛΕΣ τις εκθέσεις μου!)
πέρασε από διάφορα στάδια εξέλιξης της επικοινωνίας με τον συνάνθρωπό του.
Στην αρχή υπήρχε η συνεννόηση με νοήματα και ίσως φθόγγους.
Μετά, πολύ αργότερα, δημιούργησε μικρές λέξεις, δείχνοντας ένα αντικείμενο και βάζοντας ένα ή δυο φθόγγους-συλλαβές μαζί.
(Τα υποθέτω όλα αυτά, δεν είμαι …ανθρωπολόγος, αλλά και ανθρωπολόγος να ήμουν, θα μπορούσα να είμαι σίγουρος πώς ακριβώς ξεκίνησε η συνεννόηση των ανθρώπων μέσω πολύπλοκων συνδυασμών των φθόγγων -συλλαβών;)
Π.χ. Έδειχνε μια σπηλιά και έλεγε: σπή-λιά, (η …γνωστή σπηλιά που έμεναν οι πρωτόγονοι) για να μην αρχίσω από τις λέξεις της μιας συλλαβής και μας πάρει η μέρα!
-Ναι μεγάλε, από εκεί που ξεκίνησες να γράψεις για τη βιβλιοκριτική, όχι η μέρα, αλλά κάνα δυο χρόνια θα μας πάρει. ΣΥΝΤΟΜΕΥΕ, έχουμε και δουλειές!
-Το συντομεύω, ΟΚ!

Φτάνουμε λοιπόν στην εποχή που ο άνθρωπος κατάφερε να κωδικοποιήσει αυτούς τους συνδυασμούς των φθόγγων και να δημιουργήσει τις γλώσσες.
Να είναι κοινές οι λέξεις για να τις λέει, ακόμα κι αν δεν δείχνει αυτό που …ξεστομίζει, κι ο συνομιλητής του να καταλαβαίνει για τι πράγμα μιλάει.
Λε-φτά!
Ουπς!
Αυτή ίσως ή πιο κατανοητή λέξη παγκοσμίως!

-Κάναμε άλμα! Ούτε η Κατερίνα Στεφανίδη, η ελληνίδα πρωταθλήτρια του επί κοντώ, δεν πηδά τόσο πολύ σε τόσο λίγα δευτερόλεπτα!
-Αφού ο άλλος μου λέει να το συντομεύω το πράγμα.
-Ναι, αλλά ακόμα είσαι στον πρόλογο μην πηδάς τόσο, θα πάθουμε κάνα λουμπάγκο!
-ΟΚ.

Αφού έγινε αυτή η κωδικοποίηση και κατάφεραν να συνεννοηθούν οι πρώτοι άνθρωποι στη γη χωρίς νοήματα μεταξύ τους και χωρίς να δείχνουν …εικονίδια, άρχισε η πιο πολύπλοκη χρήση της γλώσσας.
Να γράφονται ας πούμε συμφωνίες μεταξύ τους, όπως τα συμβόλαια στα ιερογλυφικά.
Για μένα βέβαια, τα συμβόλαια ακόμα και τώρα, παρόλο που είναι γραμμένα στα νέα ελληνικά, μου μοιάζουν με την επιγραφή του Δισπηλιού του 5260π.χ. που δεν έχει αποκωδικοποιηθεί ακόμα, αλλά μην το κάνουμε θέμα.
Μετά, αφού χρησιμοποίησαν τη γραφή για πρακτικούς λόγους, κάποιος, ποιος να ξέρει τώρα ποιος, δεν υπήρχε και FB τότε, αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει για ψυχαγωγικούς λόγους. Να γράψει δηλαδή, εκτός από συμφωνίες και ανακοινώσεις (ρεπορτάζ!), κάτι για να ψυχαγωγήσει το «κοινό».
Προέκυψαν έτσι πάρα πολλά κείμενα αρχαίων συγγραφέων παγκοσμίως με προεξάρχοντα τα κείμενα των Ελλήνων που ΤΟΤΕ είχαν έναν εξαιρετικό πολιτισμό.
Υπήρχαν ψυχαγωγικά κείμενα, διασκεδαστικά κείμενα (δεν είναι το ίδιο, είναι σα να συγκρίνουμε το Χατζιδάκι με το Θεοφάνους, ένα πράγμα), «λογοτεχνικά» δηλαδή, αν τα βάλεις όλα σ’ ένα τσουβάλι, και φιλοσοφικά κείμενα.
Χοντρά – χοντρά όλο αυτό.

-Αν δεν το ξέρεις το θέμα, τι στο διάολο θες και ασχολείσαι ρε μεγάλε;
-Άσε να πουλήσουμε και λίγη μούρη ρε αδερφέ, μπορεί να τσιμπήσουν κάποιοι, να με πάρουν σοβαρά, να δηλώσω κριτικός λογοτεχνίας και να μου δώσουν στήλη!
-Η μοναδική στήλη που μπορείς να πάρεις είναι καμιά στήλη άλατος!
-Έλααα, κρύβε λόγια σε παρακαλώ.
-Έχετε ξεφύγει απ’ το θέμα κύριε Καλατζή. Δεν θα βαθμολογηθεί το γραπτό αν συνεχίσετε έτσι.
-Τώρα ποιος μιλάει; δεν έχω και καλό σήμα εδώ, τα κινητά μου γαμώτο.
-Συνεχίστε παρακαλώ, είμαι περίεργος πού θα το καταλήξετε.
-Άλλος αυτός, τρίτος! Ε, ρε συνακροάσεις! Μ’ αρέσει που μας παραμυθιάζανε πως η ψηφιακή τηλεφωνία δεν έχει συνακροάσεις. Θα πάρω το μηδέν!

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.
Αυτή η φράση έμεινε γιατί ακριβώς υπήρχε, όταν ειπώθηκε απ’ το Σόλωνα, η γραφή!

Κυρίως θέμα:

Το 1455 ο Γουτεμβέργιος τύπωσε 180 αντίτυπα της Βίβλου στο τυπογραφείο που είχε κατασκευάσει. Εφηύρε την τυπογραφία το παλικάρι.
Και έβγαλε έτσι στην ανεργία εκατοντάδες χιλιάδες γραφιάδες που έκαναν τις αντιγραφές των κειμένων με καλλιγραφικά γράμματα στο χέρι.
Άνεργος τόσος κόσμος!
Τς, τς, τς, τς!
Δεν θέλω να σκέφτομαι τι μπούλινγκ έφαγε από της συνδικαλιστές της εποχής.

Αφού να φανταστείτε πως στην Ελλάδα του 2012 (κάπου εκεί) υπήρχαν ψήγματα τέτοιου συνδικαλισμού, για να μην χάσουν τη δουλειά τους οι …χειρογραφιάδες και μάλιστα ΜΕΣΑ στην ελληνική αστυνομία!
Όταν πήγα να πάρω αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων για ένα τρακάρισμα που είχα κάνει, από το οικείο αστυνομικό τμήμα, έκανα την αίτηση και μου είπαν να πάω να το πάρω σε 5 μέρες!
Γεμάτος περιέργεια ρώτησα:
-«Πέντε μέρες για μια φωτοτυπία;»
-«Τι φωτοτυπία κύριε», μου είπε η αστυνομικός που ήταν καθισμένη σε ένα γραφείο μ’ ένα τεράστιο βιβλίο μπροστά της, το οποίο είχε γραμμένα, χειρόγραφα, ΟΛΑ τα καθημερινά συμβάντα. Τους έφερναν τα συμβάντα γραμμένα οι περιπολούντες μπάτσοι και τα αντέγραφαν σ’ αυτό το βιβλίο.
-«Αντιγράφουμε το συμβάν από αυτό το βιβλίο εφ’ απλού χάρτου με στυλό διαρκείας!»
Αυτό που θα έπαιρνα στα χέρια μου εγώ για την ασφαλιστική εταιρεία, ήταν το …τρίτο αντίγραρφο!
Λύγισαν τα πόδια μου. και κρατήθηκα απ’ το γραφείο, γιατί μου ήρθε ένας ντουβρουτζάς. Στην ελληνική αστυνομία δεν είχε περάσει ακόμα, από την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) η εφεύρεση της τυπογραφίας, του φωτοτυπικού τουλάχιστον!
Φαίνεται ότι ο συνδικαλισμός τελικά λειτουργεί πολύ καλά, ακόμα και σε χώρους που θεωρητικά θα έπρεπε να μην υπάρχει καν.

-Είσαι κομουνιστής;
-Ορίστε;
-Λέω, είσαι κομουνιστής;
-Όχι, ρε-φορμιστής είμαι.
-Ε; Μη μου λες εμένα ρε!
-Άσε, ξέχνα το.

Από κει και πέρα, όταν ο Γουτεμβέργιος τα έκανε όλα πουτ@να με τη γ@μωανακάλυψή του, σιγά-σιγά, έφτασε ο καιρός οι μισοί άνθρωποι να γράφουν, και να περιμένουν από τους άλλους μισούς, που στο πίσω …μισό μέρος του μυαλού τους θα ήθελαν να γράψουν, να διαβάσουν τα γραφόμενά τους!
Ουπς!
Ξεχάσαμε αυτούς, τους …ουδέτερους, που προτείνουν-επιλέγουν τα γραφόμενα (συνήθως βιβλία) από τους πρώτους μισούς στους δεύτερους, (wannabe συγγραφείς επίσης) για να τα διαβάσουν.
Αυτοί είναι βγαλμένοι απ’ τα …κόκκαλα (σαν τον εθνικό ύμνο) των δεύτερων.
Wannabe συγγραφείς!
ΟΙ κριτικοί.

-«ΟΧΙ Κρητικοί κυρία μου!»

Ε, ρε γλέντια!

Τις προάλλες, κάπου διάβαζα μια κριτική για το «1984» του George Orwell.
Στο βιβλίο, έλεγε ο …κριτικός, ότι ο Μεγάλος Αδελφός είναι το …κομμουνιστικού τύπου σύστημα, το οποίο παρακολουθεί τους πάντες και τα πάντα!

-Ε, μα είστε κομμουνιστής τελικά!
-Εγώ; Ο Orwell είναι κομμουνιστής!
-Πώς είναι κομμουνιστής αφού κατακρίνει στο βιβλίο του τον κομμουνισμό!
-Να ρωτήσουμε τον κριτικό.
-…………..

Ουφ, τον αποστόμωσα!
Τώρα για να πούμε και του στραβού το δίκιο, οι κριτικοί στην Ελλάδα πρέπει να υπάρχουν.
Πώς αλλιώς θα ξέρεις τι βιβλίο να ΜΗΝ αγοράσεις και να προσπαθήσεις να ενημερωθείς από τρίτες πηγές, να το συζητήσεις με φίλους ας πούμε, ποιο να αγοράσεις τελικά;

Επίλογος

Νομίζω πάντως, πως τελικά έχει έρθει η ώρα.
Με την έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας, που απλοποίησε την επικοινωνία και τείνει να καταργήσει το χάρτινο βιβλίο και να τα κάνει όλα ψηφιακά.
Με τον απίστευτα μεγάλο αριθμό πληροφοριών που υπάρχουν στο διαδίκτυο.
-Κάπου διάβαζα πως οι πληροφορίες που δέχεται ένας σημερινός άνθρωπος σε ένα χρόνο είναι όσες δεχόταν ένας αντίστοιχος άνθρωπος των αρχών του 18ου αιώνα σε όλη του τη ζωή ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων-
Συνεπακόλουθα, με τον τόσο μεγάλο όγκο βιβλίων και με την καθοδήγηση των έμμισθων κριτικών, στο τι να διαβάζουμε, το όμορφο σύστημά μας επιτυγχάνει σχεδόν το ίδιο αποτέλεσμα που πετύχαινε και το προ Γουτεμβέργιου σύστημα.
Ο σκοταδισμός του μεσαίωνα.

Να κρατήσει την πραγματική γνώση κρυφή.

Ο Μακιαβέλι δεν πέθανε ποτέ.
Κρύβεται πάντα πίσω απ’ τις «αγαθές» και …άμωμες προθέσεις.
Νομίζω πως τελικά έχει έρθει η ώρα.
Με το παραθυρικό σύστημα των windows ή του mac, να ξαναπεράσουμε στον αρχικό τύπο γραφής των προγόνων μας. Με τη βοήθεια του κέρσορα στον υπολογιστή να φέρουμε πίσω τη γραφή στο …εικονιδιακό σύστημα!
Και να ονομάσουμε τη νέα, παγκόσμια γραφή, προτείνω, σφηνοειδή-εικονιδίου!
Μπορεί έτσι να γλυτώσουμε και απ’ τους «κριτικούς»!
Η ζωή ούτως ή άλλως ένας κύκλος είναι…
Είμαι σίγουρος πως κάποια στιγμή κάποτε θα επιστρέψουμε και πάλι στο να δείχνουμε εικονίδια, όπως οι πρόγονοί μας.

Εδώ επέστρεψε στη μόδα, το παντελόνι καμπάνα!

Γιώργος Καλατζής

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

ovi_greece_0117_019aΗ χειρομορφή για τη λέξη κριτική στη νοηματική γλώσσα απεικονίζει τον δείκτη παρατεταμένο να σχίζει τον αέρα τρεις φορές. Είναι μια κίνηση δασκαλίστικη, σαν κάποιος να σου υποδεικνύει αυτά που πρέπει να κάνεις. Η λέξη κριτική στην νεοελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαίο που σήμερα μοιάζει να έχει το ίδιο ακριβώς νόημα. Υπάρχουν πολλές λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν αυτό που πρέπει να είναι μια κριτική. Μια προσωπική άποψη, μια εμπεριστατωμένη θεώρηση, σκέψεις και παρατηρήσεις πάνω στο τάδε έργο. Άποψη σύμφωνα με το εξαιρετικά δημοφιλές ρητό έχουν όλοι σήμερα, και αν παρατηρήσετε η εμπεριστατωμένη θεώρηση είναι μια φράση εξαιρετικά πομπώδης που δηλώνει ότι ο κριτής πήρε πολύ σοβαρά το έργο του. Όμως οι σκέψεις και οι παρατηρήσεις είναι σχεδόν πάντα ευπρόσδεκτες. Κάποιος διάβασε το έργο σου και σκέφτηκε και παρατήρησε και σε τιμά ιδιαίτερα που μπήκε σ’ αυτή τη διαδικασία, έστω κι αν απογοητεύτηκε από εσένα. Οι σκέψεις του και οι παρατηρήσεις του ίσως σε βοηθήσουν να γίνεις καλύτερος την επόμενη φορά.

Οι κριτικές, όπως πιθανόν να έχετε παρατηρήσει, χωρίζονται σε καλές ή κακές, καλοπροαίρετες ή κακοπροαίρετες, αυστηρές ή όχι και τόσο αυστηρές. Γενικά δίπλα από μία κριτική μπορούν να μπουν πολλά προσδιοριστικά επίθετα. Ωστόσο κανένα δεν μπορεί να ανακουφίσει την αγωνία του κρινόμενου. Αν νομίζετε πως μια κακή κριτική είναι πρόβλημα γιατί μπορεί να κλονίσει την αυτοπεποίθηση κάποιου ίσως και να έχετε δίκιο αλλά μπορεί και να κάνετε λάθος. Για παράδειγμα εγώ. Για το πρώτο μου βιβλίο που εκδόθηκε, έλαβα από παντού εξαιρετικές κριτικές. Δεν υπήρξε ούτε μία αρνητική. Οπότε μου συνέβη το εξής. Δυσκολεύτηκα τρομερά να ξαναγράψω οτιδήποτε. Πάντοτε στο μυαλό μου συνέβαινε ένας συσχετισμός. Μια μοιραία σύγκριση. Κι αν αυτά που είχα τώρα να πω δεν ήταν τόσο σπουδαία ή αν δεν ήταν καλά ειπωμένα; Κι αν δεν είχα το ταλέντο που τόσο εξυμνήθηκε; Κι αν η επόμενη φορά ήταν μια σκέτη απογοήτευση; Κι αν; Κι αν;

Τόσα πολλά αν, τόσο μεγάλη αίσθηση ευθύνης να διατηρήσω τις αρχικές εντυπώσεις για το άτομο μου, που τελικά ξέχασα για ποιον λόγο έγραφα εξ αρχής. Εγώ έγραφα για να επικοινωνήσω. Κατέθετα τις λέξεις μου στο χαρτί όπως δεν μπορούσα να το κάνω κατα πρόσωπο. Δεν ξέρω αν θα μου περάσει ποτέ αυτός ο φόβος, πως αφού γράφω γι΄αυτό που είμαι δεν κρίνονται απλά οι λέξεις μου αλλά κρίνομαι εγώ η ίδια. Κρίνεται η Τατιάνα Κοτσώνη, η προσωπικότητα και τα συναισθήματα της. Πολλοί που γράφουν κριτικές, υπογραμμίζουν πως δεν κρίνουν τον συγγραφέα αλλά το έργο του. Ειλικρινά όμως δεν ξέρω σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να διαχωριστούν αυτά τα δύο. Μα θα μου πείτε επίσης, θα ήταν καλύτερα αν έγραφαν για το βιβλίο σου κακές κριτικές; Δεν ξέρω. Νομίζω πάντως πως αυτοί που κρίνονται αρνητικά τις περισσότερες φορές πεισμώνουν και προσπαθούν να γίνουν καλύτεροι. Γενικά δεν ξέρω αν τελικά είναι χρήσιμες ή όχι οι κριτικές.

Το μόνο για το οποίο είμαι σίγουρη είναι πως από την ώρα που αποφάσισες να εκτεθείς, οπωσδήποτε θα κριθείς. Οπότε παίρνεις βαθιά ανάσα και βουτάς στο νερό και κολυμπάς απέναντι στα κύματα, πότε μαζί με το ρεύμα πότε αντίθετα από αυτό.

Τατιάνα Κοτσώνη

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Από τότε που μπήκα στο τριπάκι να διαβάζω βιβλία και να λέω τη γνώμη μου γι αυτά, έχω ακούσει και διαβάσει διάφορα. Συνήθως αυτά τα διάφορα έρχονται μετά από κάποιο θάψιμο βιβλίου, με τα πολύ χαριτωμένα «δε σέβεσαι τον κόπο του συγγραφέα», «το βιβλίο αρέσει σε πολύ κόσμο, από πού κι ως πού το θάβεις» και άλλα τέτοια παρόμοια. Δεν είμαι βιβλιοκριτικός, αλλά δε χρειάζεται κανείς να είναι βιβλιοκριτικός για να έχει κριτική άποψη.

Αυτό γενικεύοντας, γιατί ειδικεύοντας, η κριτική βιβλίου όταν έχει να κάνει με αυτό που -επίσης χαριτωμένα κι εκνευριστικά- κάποιοι αποκαλούν «βαριά κουλτούρα» όταν αναφέρονται στη λογοτεχνία (όπως ήταν κάποτε/όπως θα έπρεπε ίσως να είναι ακόμα) και σε έργα που όντως χρήζουν ovi_greece_0117_019aανάλυσης κάποιου επιπέδου, προϋποθέτει γνώσεις κι εξειδίκευση που εγώ τουλάχιστον δεν έχω. Πώς θα μπορούσα για παράδειγμα να κρίνω τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς ή το Βέρθερο του Γκαίτε και πολλούς, πολλούς άλλους, πέρα από το να πω την …αναγνωστική μου άποψη κι εμπειρία; (που δε φτάνει).

Κάποιες φορές δεν αρκεί απλά να διαβάσεις ένα βιβλίο για να μπορείς να κρίνεις. Αντίθετα, πρέπει να μελετήσεις. Σοβαρά. Υπάρχουν έργα που έχουν διαμορφώσει εκατομμύρια συνειδήσεις εκεί έξω. Οι 50 αποχρώσεις του γκρι δεν πρόκειται ποτέ να διαμορφώσουν κανέναν, κι ας τις αγάπησαν εκατομμύρια. Το μόνο που μπορεί να σου μάθουν, είναι το τι βιβλίο να μη γράψεις ποτέ – αν σου αρέσει να γράφεις και ονειρεύεσαι να γίνεις συγγραφέας.
Κάποιους συγγραφείς πρέπει να τους μελετήσεις πριν μπορείς να σχηματίσεις μια σωστή κριτική άποψη (και ίσως, πριν δικαιούσαι να έχεις κριτική άποψη). Πρέπει να λάβεις υπόψη όχι μόνο το έργο αλλά και τον άνθρωπο πίσω από αυτό – ποιος ήταν, πού έζησε και πώς και πότε, κάτω από ποιες συνθήκες μεγάλωσε, μορφώθηκε, ποια ήταν η πολιτική, θρησκευτική ακόμα, κοινωνική κατάσταση της εποχής του και του τόπου του. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Υπάρχουν και …χειρότερα. Δυσκολότερα. Ας αφήσουμε όμως το πολύ εξειδικευμένο κομμάτι της κριτικής κι ας πάμε πιο χαλαρά, πιο γενικά.
Όσο …διαβάζεις, μαθαίνεις. Μαθαίνεις να ξεχωρίζεις το καλό βιβλίο από το σωρό, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις το κακό βιβλίο, μαθαίνεις να έχεις άποψη και κρίση για τα βιβλία, και το καλύτερο είναι πως κάποια στιγμή, μπορείς να έχεις μια γενική και κριτική πάντα άποψη για πολλά βιβλία χωρίς καν να χρειαστεί να τα διαβάσεις (ναι, άμα δεν το έβλεπα, δε θα το πίστευα).

Πώς γίνεται να έχεις άποψη για ένα βιβλίο χωρίς να το διαβάσεις;

Εμπειρικά και μόνο, από το εξώφυλλο σε πρώτη φάση. Όταν περνούν πολλά βιβλία από τα χέρια σου (ή την οθόνη σου, ζήτω στους πειρατές), αρχίζεις και παρατηρείς περισσότερο τα πράγματα. Καταλαβαίνεις πότε ένα βιβλίο έχει εξώφυλλο μια εικόνα που φτιάχτηκε ειδικά για το βιβλίο και δουλεύτηκε από επαγγελματία, και δεν είναι μια τυχαία/πιασάρικη φωτογραφία του διαδικτύου που φωνάζει «ΚΛΙΣΕ!» από μόνη της, συνήθως μια πανέμορφη κυρά, μια γέφυρα, ένας πύργος ή ένα δάσος στο βάθος, ένα κόσμημα, ένα τακούνι και τα λοιπά.

Σε δεύτερη φάση, από το οπισθόφυλλο: Όσο πιο κιτς, τόσο πιο κακό. Ναι, ακόμα και οι λέξεις μπορούν να είναι κιτς. «Ένα μαγικό ταξίδι…», «Ένα σκοτεινό μυστικό…», «τρεις ήρωες άγνωστοι μεταξύ τους που συναντιούνται από κάποιο παράξενο παιχνίδι της μοίρας…» μπλα-μπλα, και μπλα-μπλα, και μπλα-μπλα. Όσο πιο στολισμένες οι λέξεις, τόσο πιο μεγάλη η φούσκα.

Σε επόμενη φάση, ανοίγοντας το βιβλίο και διαβάζοντας την πρώτη σελίδα. Για τους πιο έμπειρους, ακόμα και η πρώτη παράγραφος αρκεί. Δεν είναι τυχαίο που λένε πως ο συγγραφέας έχει μόλις 30 δευτερόλεπτα να «τσακώσει» τον αναγνώστη του, είτε αυτός ο συγγραφέας γράφει μυθιστόρημα, είτε διήγημα, είτε …άρθρο. Το ξεκίνημα είναι το παν. Βέβαια αυτό δε δικαιολογεί ένα δυνατό ξεκίνημα και μετά κοιλιά, γιατί μόλις ο αναγνώστης φτάσει στην κοιλιά θα τον χάσεις. Και παρόλο που έχω διαφωνήσει πολλές φορές με αρκετούς φίλους και γνωστούς για το αν πρέπει/μπορείς/αξίζει να παρατήσεις ένα βιβλίο στη μέση ή προς το τέλος, εγώ επιμένω: Μπορώ να παρατήσω και βιβλίο μόλις πριν το τέλος και δε με ενδιαφέρει να το μάθω αυτό το τέλος κιόλας. Δε δικαιολογώ τα κενά, τις κοιλιές, τα προγούλια, όπως θέτε πέστε τα.

Ο συγγραφέας παλεύει με αυτά τα 30 δευτερόλεπτα κάθε φορά. Πρέπει να γράφει έτσι ώστε να μην κάνει τον αναγνώστη να βαρεθεί. Απλό να το λες, εξαιρετικά δύσκολο να το κάνεις. Κι εδώ μια παρένθεση/απάντηση σε κάποιους κακεντρεχείς που κατά καιρούς μου λένε: Αφού ξέρεις τόσα πολλά τάχα, γιατί δε γράφεις ένα σούπερ γουάου βιβλίο να χεστείς στο χρήμα;

Εμ, να σας πω. Επειδή ξέρω τι είναι το οφσάιντ, πού είναι η σέντρα, ποιος είναι ο λίμπερο και στα πόσα μέτρα εκτελείται το πέναλτι, δε σημαίνει ότι μπορώ αύριο το πρωί να φορέσω τη φανέλα και να πάω για ζέσταμα στο Μπερναμπέου. Οκ;

Συνεπώς, διαβάζω την πρώτη σελίδα του βιβλίου, το άνοιγμα που λέμε και καταλαβαίνω: Το ύφος, τη γραφή, το ρυθμό. Αν είναι κάπως στην πρώτη σελίδα, έτσι θα είναι και στις επόμενες. Ξέροντας την υπόθεση και βλέποντας το εξώφυλλο/οπισθόφυλλο κι έχοντας διαβάσει και την πρώτη σελίδα, ναι, μπορώ να σας πω περί τίνος πρόκειται. Αυτό πάλι γενικεύοντας.

Υπάρχει κι ακόμα ένας τρόπος να κρίνεις βιβλίο χωρίς να το διαβάσεις κι αυτό έχει σχέση με το διαδίκτυο και τα Social Media. Όταν βλέπω ανθρώπους να αυτοβαφτίζονται συγγραφείς στα προφίλ τους, να είναι ανορθόγραφοι ή να γράφουν με κεφαλαία, να βρίσκονται νύχτα μέρα Online και να ποστάρουν μαλακιούλες για να ψαρεύουν Like, όταν κάνουν αιτήματα φιλίας για να σου πασάρουν το …πόνημά τους, ξέρω. Είναι μάπα. Παίδες, είναι μάπα. Γκαραντί.

Την κριτική πολλοί εμίσησαν. Υπάρχουν λόγοι να τη μισεί κανείς. Δεν πιστεύω στον κόπο του συγγραφέα όταν αυτός ο κόπος υποτίθεται ότι πέρασε από εκδότες, διορθωτές κι επιμελητές κι έφτασε σε μένα με τη μορφή ενός αναγνώσματος που με περνάει για ηλίθια και με τιμή πενταπλάσια της αξίας του. Επίσης δεν πιστεύω στην καλοπροαίρετη και κακοπροαίρετη κριτική. Αν ένα έργο είναι καλό, θα μιλήσει από μόνο του. Όσο κακοπροαίρετα κι αν το κρίνει κάποιος, το καλό είναι καλό και όποιος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, μπορεί να το ξεχωρίσει. Αντίθετα, όσο καλοπροαίρετα και μαλακά κρίνει κάποιος ένα κακό βιβλίο, πάντα θα παραμένει κακό. Στον αιώνα τον άπαντα.

Κατά τα άλλα, μιλάμε πάντα για μια προσωπική υπόθεση. Και το να έχει κανείς αυλικούς που σε κάθε του βήμα θα του λένε πόσο ωραία γράφει και τι ωραία που τα λέει, δεν του προσφέρει τίποτα πέρα από πόντους στο εγώ του και την καλή του διάθεση. Αν υπάρχουν λάθη, κάποιος πρέπει να τα επισημάνει. Αυτό δε σημαίνει ότι ο κάθε συγγραφέας μπορεί ή πρέπει να παίρνει στα σοβαρά την κάθε πίπα που του γράφουν, γιατί στο τέλος δε θα γράψει τίποτα. Όλοι προφανώς έχουν ένα στενό κύκλο Ideal Readers, που εμπιστεύονται κι εκτιμούν. Πέρα από αυτό, ο συγγραφέας έχει τον τελικό λόγο. Κι εμείς, είμαστε αναγνώστες.

Κατερίνα Χαρίση

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!