Archive for the ‘Σκέψεις/Απόψεις’ Category

Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο νιώθω λίγο περίεργα. Για να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο σαν να είμαι σε μια έκθεση μοντέρνας τέχνης, να έχω μπροστά μου ένα από αυτά τα έργα που είναι μια γαλότσα, δυο συνδετήρες κι ένα σουβλάκι, όλοι γύρω μου να το κοιτάνε εκστασιασμένοι κι εγώ να κοιτάω τη γαλότσα, να κοιτάω αυτούς, να κοιτάω το σουβλάκι και να απορώ τι μου συμβαίνει.

biblio_17_0036Απλά δεν το πιάνω.

«Πώς ζούμε και πώς αγαπάμε, όταν ξέρουμε ότι όλα αυτά που μας νοιάζουν κάποια στιγμή θα πάψουν να υπάρχουν;
Φεβρουάριος 1862. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος μαίνεται, ενώ ο αγαπημένος εντεκάχρονος γιος του προέδρου Λίνκολν βρίσκεται βαριά άρρωστος και, παρά τις προβλέψεις για ανάρρωση, τελικά πεθαίνει.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1862, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, ο Γουίλι Λίνκολν κηδεύτηκε σε μαρμάρινη κρύπτη στο κοιμητήριο της Τζόρτζταουν.

Εκείνο το βράδυ, ο Αβραάμ Λίνκολν φθάνει μόνος στο νεκροταφείο, θέλοντας να περάσει χρόνο με το άψυχο σώμα του γιου του. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα φαντάσματα αυτών που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή και αυτών που έχουν πεθάνει, από καιρό, συνυπάρχουν· μια μνημειώδης μάχη πραγματοποιείται για την ψυχή του μικρού Γουίλι.
Με έναυσμα αυτό το ιστορικό γεγονός, o George Saunders, αφηγείται μια αξέχαστη καλειδοσκοπική ιστορία για την οικογενειακή αγάπη, την απώλεια, αλλά και τις δυνάμεις του καλού και του κακού.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το βιβλίο βραβεύτηκε πριν λίγες μέρες με το Man Booker, οι περισσότερες κριτικές είναι διθυραμβικές, όλοι το αγάπησαν ,το θέμα μου φάνηκε ενδιαφέρον, οπότε αποφάσισα να το διαβάσω άμεσα.
Ο Λίνκολν χάνει τον 11χρονο γιο του από τυφοειδή πυρετό και περνάει ένα βράδυ στο νεκροταφείο κοντά στο παιδί του. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός πάνω στο οποίο πάτησε ο Σόντερς για να γράψει αυτήν την ιστορία. Στο νεκροταφείο αυτό υπάρχουν παγιδευμένες ψυχές ανθρώπων που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να πάνε παρακάτω, που θεωρούν ότι έχουν ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή και που δεν αποδέχονται τον θάνατό τους, αλλά πιστεύουν ότι είναι άρρωστοι και κάποια στιγμή θα γίνουν καλά και θα επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους. Όταν ο νεαρός Γουίλι Λίνκολν εμφανίζεται στο νεκροταφείο και δεν θέλει να φύγει και να πάει παρακάτω, κάποιες ψυχές αποφασίζουν να τον βοηθήσουν να κάνει το επόμενο βήμα και να μην μείνει παγιδευμένος στη Λήθη που είναι ένα είδος καθαρτηρίου.

Η αίσθηση που είχα όταν το διάβαζα ήταν σαν να είμαι σε αυτό το νεκροταφείο, μέσα σε μια ομίχλη και να ακούω τις φωνές των ψυχών να μου αφηγούνται την ιστορία του Γουίλι αλλά και τις δικές τους ιστορίες από όταν ήταν ζωντανοί – αλλά και αφού πέθαναν ή «αρρώστησαν».

Αυτό στην αρχή είχε ένα ενδιαφέρον αλλά κάποια στιγμή και ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, άρχισε να με κουράζει. Πάρα πολλές φωνές, πολλές αποσπασματικές και μπερδεμένες ιστορίες, η διήγηση των ψυχών διακόπτεται για να παρατεθούν αποσπάσματα από πηγές της εποχής και γενικά όλο το βιβλίο μοιάζει λίγο παραληρηματικό.

Έχει κάποιες καλές στιγμές, οι ιστορίες των ψυχών με τα απωθημένα τους για τη ζωή που δεν έζησαν μπορώ να πω ότι είναι αρκετά συγκινητικές σε κάποια σημεία, όπως συγκινητική είναι και η στιγμή που ο πατέρας Λίνκολν αγκαλιάζει το νεκρό παιδί του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με άγγιξε ιδιαίτερα.

Αυτός ο ιδιαίτερος, αποσπασματικός τρόπος γραφής δεν με άφησε να συνδεθώ με την ιστορία.

Ειρήνη Προϊκάκη

Advertisements

Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Το καφέ Ευρώπη μου άφησε γλυκόπικρα συναισθήματα και αρκετή ανακούφιση. Είναι slavenkaένα βιβλίο που σίγουρα αφορά όλους τους …Ευρωπαίους, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θα αγγίξει ή ενδιαφέρει κάποιον μη Ανατολικοευρωπαίο. Κάποιοι θα δείξουν ενδιαφέρον φαντάζομαι. Όμως δε νομίζω ότι θα νιώσουν και πολλά. Η ανακούφιση κολλάει στο ότι δε νιώθω πια ….ελέφαντας. Δύσκολο να το εξηγήσω αν δεν το διαβάσετε, όμως κατά κάποιον τρόπο είναι λυτρωτικό να ξέρεις ότι όχι, δε φταίει το χαλασμένο ντιενέι σου, ούτε η φτιαξιά σου, ούτε το αίμα σου που δεν είσαι σαν τον Γερμανό ή τον Σουηδό ή τον Φιλανδό. Απλά δεν είσαι. Γιατί είσαι Βαλκάνιος. Και δεν είσαι μόνος.

Τίτλος συμβολικός, «Καφέ Ευρώπη». Η επιθυμία μας και η ψευδαίσθηση. Το «μας» αφορά εμάς, τους Βαλκάνιους. Η επιθυμία μας είναι να γίνουμε Ευρώπη. Δυτική Ευρώπη. Να μας αγκαλιάσει η Ευρώπη, η Δυτική, η άλλη Ευρώπη, η οργανωμένη, η πλούσια, η λειτουργική, η διάφανη. Μια επιθυμία μας τόσο έντονη, που σε κάθε βαλκανική πόλη υπάρχει πια και ένα «Cafe Europa», ή μαγαζιά με …ευρωπαϊκούς τίτλους, Vienna, Little Paris. Πως κάποτε αυτό θα συμβεί. Πως συμβαίνει τώρα.

Όμως εμείς, όλοι εμείς, δε θα γίνουμε ποτέ δυτικοευρωπαίοι. Γιατί;

Θα έλεγα πως η απάντηση συνοψίζεται ολόκληρη σε μια συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της: Μια αυλή. Μια αυλή στη Στοκχόλμη, πενήντα τετραγωνικά στείρου τσιμέντου, μια απρόσωπη και άψυχη αυλή. Στην άλλη πλευρά, μια αυλή της Κροατίας. Με αγριόχορτα, ζωύφια, ένα παλιό ποδήλατο, σκόρπια εργαλεία, ίσως κι ένα καζάνι πάνω στη φωτιά. Παιδιά να τρέχουν και γέροι να κάθονται σε πλαστικές καρέκλες. Ποτέ οι δυο αυτές αυλές δε θα αλλάξουν θέση. Οι λόγοι χιλιάδες και μπορείτε να τους βρείτε μέσα στο βιβλίο και δεν έχει να κάνει με ηλίθια στερεότυπα περί ψυχρότητας ή οτιδήποτε άλλο.

Το «Καφέ Ευρώπη» δεν είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τα βαλκάνια» ή τον πόλεμο. Είναι καθαρά προσωπική τοποθέτηση, είναι η συνείδηση του απλού ανθρώπου, που δεν καταλαβαίνει ακόμα γιατί είναι τόσο κακό το να είναι κάποιος «έτσι» ή «αλλιώς», δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη λάθους εθνικότητας ή λάθους χρώματος ματιών και δεν μπορεί να πάρει κανενός το μέρος. Είναι η φωνή που ψάχνει ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο, που ψάχνει την Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ, τη μεγάλη αγκαλιά της, την ψευδαίσθησή της.

Την ψευδαίσθηση πως η Ευρώπη είναι μια μεγάλη και στοργική μάνα κι όχι διάφορα κράτη που νοιάζονται πρωτίστως για τα δικά τους συμφέροντα.

Εξάλλου, όταν έχεις επιτρέψει τον πόλεμο της Βοσνίας κι έχεις μείνει θεατής, όταν 50 χρόνια μετά το ΒΠΠ και το «Ποτέ Ξανά» έχεις επιτρέψει την εθνοκάθαρση, έχεις επιτρέψει να επανακαθοριστούν τα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τις γενοκτονίες, για ποια Ευρώπη μιλάμε και ποια δημοκρατία;

Τι είναι η Ευρώπη μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, αν όχι …μια ψευδαίσθηση;

*Μεγάλη έκπληξη να βρω βιβλίο της στα ελληνικά από τις εκδόσεις …ΟΞΥ. Μετάφραση εξαιρετική από τον Γρηγόρη Κονδύλη. Ακόμα ένα υπάρχει δικό της στα ελληνικά, εκδόσεις γράμματα νομίζω, άθλια μετάφραση από την Κουμπαρέλη, τόσο άθλια που το άφησα αδιάβαστο και το γύρισα πίσω στη βιβλιοθήκη, το συνέχισα στα αγγλικά.

Το μύθο με τον ψεύτη βοσκό είμαι σίγουρη πως τον ξέρετε. Το κωλόπαιδο φώναζε συνέχεια λύκος-λύκος για να κάνει τους άλλους να τρέχουν κι όταν εμφανίστηκε ο κακός ο λύκος στ’ αλήθεια, τον έγραψαν όλοι στα τέτοια τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βιβλίο στην Ελλάδα: Γεμίσαμε από ψεύτες βοσκούς.

Δυστυχώς το διαδίκτυο δεν κάνει διακρίσεις …αξιοπιστίας στο τι ανεβαίνει και τι εμφανίζεται στις οθόνες μας κάθε φορά που ψάχνουμε το κάθε τι.

Δυστυχώς και ο Άντυ Γουόρχολ έχει συντριπτικά επαληθευτεί: Όλοι θέλουν τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητάς τους. Και θα κάνουν τα πάντα για να τα έχουν. Ακόμα και να ρισκάρουν/θυσιάσουν/ξεπουλήσουν την αξιοπιστία τους.

Υπάρχει μια έξαρση μπλόγκερς/βιβλιοκριτικών, αντιστρόφως ανάλογη με το αναγνωστικό δυναμικό της χώρας.

Συν τον έναν καταστροφικό συνδυασμό λέξεων: Βιβλίο – Συγγραφέας – Παρουσίαση/Κριτική – Τηλεόραση/Ραδιόφωνο.

Κάθε ένας που γράφει μια μαλακία αυτοβαφτίζεται και συγγραφέας.

Κάθε θεωρών εαυτόν συγγραφέας αυτοθεωρείται και σημαντικό πρόσωπο.

Αυτό έχει την εξής συνέπεια: Κάθε ένας που θα διαβάσει τη μαλακία του πρώτου και με πρόσβαση στο διαδίκτυο θα αυτοβαφτιστεί βιβλιοκριτικός και θα ανοίξει ένα μπλογκ.

Κι ύστερα κάθε τυπογράφος-εκδότης θα εξαγοράσει τον βιβλιομπλόγκερ με δωρεάν βιβλία για να συνεχίσει να διαβάζει τις μαλακίες των πρώτων και να γράφει.

Αποτέλεσμα, ένα οβερντόουζ διθυράμβων επί των μαλακιών.

Το θέμα τώρα ποιο είναι και που όλοι αυτοί επιλέγουν να αγνοούν συστηματικά; Και προσέξτε, λέω επιλέγουν να αγνοούν, ΔΕΝ αγνοούν πραγματικά. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς σε «βρίσκουν και τα κάνουν.»

Ο αναγνώστης.

Δεν.

Είναι.

Μαλάκας.

Δείτε λίγο τι γίνεται με όλα αυτά τα μπλογκς που ξεφυτρώνουν ωσάν τα μανιτάρια μετά τη βροχή (ή εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή) και όλους αυτούς τους …βιβλιοκριτικούς που δυστυχώς αποτελούν την πλειοψηφία (ή σχεδόν μονοπωλούν) το κριτήριο της επιλογής των επόμενων αγορών μας (=όπου «μας», οι αναγνώστες) και δυστυχώς οι αναγνώστες πέφτουν ολοένα και περισσότερο πάνω τους κάθε φορά που ψάχνουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν/αγοράσουν.

Αρχικά γράφουν οι ίδιοι και γράφουν ύμνους. Οι συγγραφείς θα αρπάξουν την ευκαιρία να διαφημιστούν/προωθηθούν και θα στείλουν το βιβλίο τους μαζί με σαλιάρικες ευχαριστίες και γλοιώδη κομπλιμέντα για τις …κριτικές ικανότητες των μπλόγκερς κι ύστερα θα ακολουθήσουν και οι εκδότες/τυπογράφοι με τα ίδια κριτήρια διαφήμισης και για τους ίδιους λόγους προώθησης. Οι μπλόγκερς δεν προλαβαίνουν, πελαγώνουν από το …φόρτο εργασίας, έτσι ζητούν κι από άλλους να συμμετέχουν (συνήθως το κάνουν με μορφή αγγελίας ζήτησης εργατικού δυναμικού: «Ζητούνται άτομα να στελεχώσουν μπλα, μπλα, μπλα»).

Αυτομάτως έχουμε μια ολόκληρη αρμάδα γραφιάδων πίσω από έναν μπλόγκερ, ο μπλόγκερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και: α) πουλάει κι από κανένα βιβλίο, β) βάζει διαφημίσεις στο μπλογκ του ώστε να έχει έσοδα, γ) διατηρεί κι ενισχύει το …trademark του ως σοβαρός επαγγελματίας βιβλιοκριτικός πιάνοντας τον παλμό και πηγαίνοντας σε παρουσιάσεις, βγάζοντας τις απαραίτητες φωτό του φβ, κάνοντας παρέα με συγγραφείς κι εκδότες = κερδίζει τα 15 δεύτερα διασημότητάς του.

Και όλα καλά, έτσι;

ΟΧΙ.

Πρέπει να καταλάβετε ορισμένα ουσιώδη πράγματα, όλοι εσείς που γράφετε γι αυτούς:

Α) Δεν τους χρωστάτε τίποτα.

Β) Δεν δουλεύετε γι αυτούς.

Γ) Δεν σας προσλαμβάνουν, δεν σας δίνουν μισθό, δεν σας κολλάνε ένσημα.

Δ) ΑΥΤΟΙ, ζούνε από ανθρώπους σαν κι εσάς.

Ε) ΑΥΤΟΙ, βγάζουν λεφτά και ζούνε από ανθρώπους που ξοδεύουνε χρόνο και κόπο ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΤ) ΔΕΝ έχετε ΚΑΜΙΑ υποχρέωση να γράφετε αυτό που θέλουν ( κι ας μην σας το ζητάνε πάντα ευθέως), δε θα κερδίσετε ποτέ τίποτα, σας έχουν χεσμένους.

Και κάτι ακόμα: Όλο αυτό προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Ο αναγνώστης θα ξεγελαστεί μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Μπορεί και τρίτη και τέταρτη. Όμως αργά η γρήγορα θα βρει την άκρη του νήματος και θα το μαζέψει το κουβάρι.

Ο αναγνώστης ΞΕΡΕΙ ποιοι είναι αυτοί που γράφουν επειδή παίρνουν δωρεάν βιβλία και ΞΕΡΕΙ πια ότι για να συνεχίσουν να παίρνουν δωρεάν βιβλία και να διατηρούν τα 15 δεύτερα διασημότητάς τους ΠΡΕΠΕΙ να γράφουν ύμνους, αλλιώς οι εκμεταλλευτές συγγραφείς κι εκδότες θα βρουν κάποιον άλλο να γράφει τους ύμνους. Και ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι η ειλικρινής άποψη ενός αναγνώστη αλλά ένα ξεδιάντροπο κωλογλύψιμο με μοναδικό σκοπό το δωρεάν βιβλίο/παρεάκι με το συγγραφέα/15 δεύτερα διασημότητας, έτσι ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι αλήθεια.

Αλλά και να είναι κάποιες φορές, λίγη σημασία έχει. Ο ψεύτης βοσκός, θυμάστε;

Έτσι αργά ή γρήγορα, όλοι ξέρουμε ποιους να ΜΗΝ διαβάζουμε επειδή μας λένε ψέματα. Κι αν κάποιος συγγραφέας έχει γράψει πραγματικά κάτι καλό, δεν έχει σημασία. Αυτός που θα γράψει γι αυτόν, είναι ήδη ψεύτης βοσκός. Δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Ωραία είναι να παίρνεις τζάμπα τις νέες κυκλοφορίες (άσε που μπορείς και να τις πουλήσεις μετά, να βγάλεις και κάτι). Ωραία είναι και να φοράς τα καλά σου και να σε πετυχαίνει ο φακός σε ολοφάνερα τυχαία στημένες στάσεις δίπλα στον επόμενο συγγραφέα της χρονιάς. Όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθείτε: Αξίζουν αυτά περισσότερο από την αξιοπιστία σας;

Τι προτιμάτε; Να γίνετε γνωστοί (δυστυχώς ή ευτυχώς, αχανής και απίστευτα μικρός ο κόσμος του διαδικτύου και μη, τα ονόματά σας τα γνωρίζουμε όλοι) ως τσιράκια και να μην πιστεύει κανείς λέξη από όσα γράφετε (ακόμα κι αν κάποτε παραδόξως γράψετε την αλήθεια), ή όσοι σας διαβάζουν να ξέρουν ότι από εσάς θα μάθουν μόνο την αλήθεια – έστω κι αν η αλήθεια σχετικά με την ανάγνωση είναι κυρίως κάτι το υποκειμενικό;

Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, δεν κατάφερα να βρω απολύτως τίποτα γι αυτή τη γυναίκα, εκτός 9_resrrize-500x500από 4 άθλιες σειρές στη Wikipedia, στα αγγλικά. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Πίστευα ότι στο διαδίκτυο βρίσκει κανείς τα πάντα. Και διαβάζοντάς τη, ήμουν σίγουρη ότι θα είχα πολύ υλικό για διάβασμα. Τζίφος. Ο παρανοϊκός εαυτός μου λέει ότι για κάποιο λόγο αυτή η γυναίκα πέρασε και χάθηκε από αυτόν τον κόσμο σα διάττοντας αστέρας.

Ταξική αγάπη λοιπόν, και χρειάστηκε να διαβάσω 24 σελίδες για να καταφέρω να ακολουθήσω αυτόν τον χείμαρρο που μου θύμισε την Κατερίνα Γώγου. Και σε ένα βιβλίο 176 σελίδων, οι 24 σελίδες είναι πάρα πολλές. Είναι από αυτά τα βιβλία που σου παίρνει μέρες να τελειώσεις και δεν μπορείς να διαβάσεις παραπάνω από 5-10 σελίδες τη φορά.

Πυκνογραμμένο, με μικρή γραμματοσειρά, χωρίς παραγράφους, χωρίς σχεδόν τελείες, είναι από την αρχή ως το τέλος όπως το φαντάζεστε. Δύσκολο, βαρύ, ασήκωτο και δεν καταπίνεται αμάσητο.

«Η «Ταξική Αγάπη», το πρώτο της βιβλίο, είναι από τα βιβλία εκείνα που αναπόφευκτα μεσουρανούν στο πνευματικό στερέωμα μιας χώρας και κάνουν τον μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστο και ανύποπτο συγγραφέα τους αυτό που ονομάζουμε «μεγάλη αποκάλυψη».

Σε ένα είδος ημερολογίου η Κάριν Στρουκ διηγείται την ιστορία της καταγωγής της, τα νεανικά της χρόνια, τη δουλειά στο εργοστάσιο, τις καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, τις δυσκολίες με τη διδακτορική διατριβή, το γάμο της κλπ. Με περικοπές από βιβλία, γράμματα και συζητήσεις δημιουργείται μια συλλογική διήγηση, συμπυκνωμένη στην αφάνταστα λεπτή και συγκινητική υποκειμενική εξομολόγηση μιας κοπέλας του καιρού μας, που συνθλίβεται στα γρανάζια της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας κι απελπίζεται μέχρι αυτοκτονίας, αλλά και ελπίζει σε μια φυσικότερη φύση και σε μια ανθρωπινότερη κοινωνία.»

Μιλάει για όλα εκεί μέσα. Πώς γίνεται να χωρέσουν τόσοι προβληματισμοί, τόσοι στοχασμοί, τόσα ερωτήματα, τόση αγανάκτηση, τόσος χλευασμός, τόση επανάσταση σε τόσο λίγες σελίδες? Είναι μοναδικό.

Οικογένεια, σχέσεις, γάμος, μητρότητα, εκπαίδευση, γηρατειά. Όλη η ανθρώπινη ύπαρξη με το τεράστιο λάθος που τη συνοδεύει. Το να θεωρείσαι κτήμα των γονιών σου από εκείνους, το να επιλέγεις τη ζωή που σε κάνει δυστυχισμένο για να είσαι κοινωνικά αποδεκτός, το να σαπίζεις σε μια άθλια δουλειά που δε χρειάζεται την παραμικρή δεξιοτεχνία, την παραμικρή πνευματική καλλιέργεια για να την κάνεις και το πόσο σα δηλητήριο σιγά σιγά σε καταστρέφει.

Το πώς η απόλυτα αγνή και αληθινή αγάπη της μητέρας προς το μωρό της αλλάζει μορφή όταν αυτό μεγαλώνει. Το να ανήκεις στη μέση μάζα του κόσμου, που δουλεύει πολύ, τρέχει πολύ, αγχώνεται πολύ, δυστυχεί πολύ και παρόλα αυτά οι απολαβές είναι τόσο ελάχιστες που δεν έχεις τη δυνατότητα ούτε να καλλιεργήσεις το νου, αλλά ούτε και να φροντίσεις το σώμα. Το πόσο φρικτό είναι να έχεις έναν υγιή νου σε ένα άρρωστο σώμα που σιγά σιγά σε εγκαταλείπει. Το πόσο τρελό είναι να είσαι ο μόνος λογικός ανάμεσα σε τρελούς, οι οποίοι φυλακίζουν τους λογικούς στις κλινικές.

Δεν είναι μόνο το ότι σε κάθε φράση έχεις ένα ολόκληρο θέμα για να προβληματιστείς, είναι και τόσες πολλές οι αναφορές σε γνωστά έργα, που υπάρχει πολύ μεγάλο υλικό αν αποφασίσει κανείς να τις κοιτάξει όλες.

Τώρα το πού μπορεί να το βρείτε, δεν το ξέρω. Δεν κυκλοφορεί. Προφανώς σε καμιά τρύπα με μεταχειρισμένα… Πάντως να θυμάστε τον τίτλο!

Αυτό το βιβλίο το έψαχνα πολύ πολύ καιρό, γιατί κάποιος μου το είχε αναφέρει ως ena_paidi_poy_elegan_afto«βιβλίο για κλάααααμα». Είναι η ιστορία ενός παιδιού που έζησε την κακοποίηση από τη μητέρα του, μέχρι που στα 12 κάποιος επιτέλους καταφέρνει να το πάρει μακριά. Μεγάλη απογοήτευση και λυπάμαι που το λέω.

Το βιβλίο ξεκινάει με έναν πρόλογο στον οποίο ο συγγραφέας τονίζει πως το «παιδιάστικο ύφος γραφής» ήταν σκόπιμο, γιατί ήθελε να αποδώσει την ιστορία μέσα από τα μάτια και το μυαλό του τότε μικρού παιδιού που βίωνε την κατάσταση. Οκ λέω, No problem. Μα δε μου φάνηκε καθόλου πως η ιστορία γράφτηκε μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού- πράγμα το οποίο δεν είναι και τόσο κακό, αλλά αφού το λες, πρέπει να το κάνεις.

Πρέπει να πω πως ο συγγραφέας έγραψε τη δική του ιστορία των παιδικών του χρόνων, το οποίο δεν ήξερα και το έμαθα στο τέλος, γι αυτό και λυπήθηκα περισσότερο που δε με έπεισε. Τα περιστατικά που διηγείται είναι απίστευτα σκληρά. Μα άφησε ένα πολύ μεγάλο ερωτηματικό που με βασάνιζε σε όλο το βιβλίο κι αυτό δε με άφησε να συγκεντρωθώ στα γεγονότα και να «μπω» στην ιστορία του, ούτε καν να συμπάσχω.

Γιατί. Αυτό ήταν το ερωτηματικό. Ο Pelzer μιλάει στην αρχή για μια απόλυτα ευτυχισμένη οικογένεια, για δυο υπέροχους γονείς, μια μάνα γεμάτη αγάπη, δημιουργική και δραστήρια, όλο ευχάριστες εκπλήξεις, παιχνίδια, βόλτες, δραστηριότητες, ένας πατέρας δυναμικός (και λόγω δουλειάς), αφοσιωμένος, και, και, και. Δε γίνεται ρε παιδιά σήμερα να είναι όλα τέλεια και αύριο ξαφνικά η μάνα αυτή να μεταμορφώνεται σε ένα σαδιστικό τέρας, κι ο πατέρας θεατής- μαλάκας. Όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Κάτι πρέπει να έχει συμβεί. Αυτό το κάτι δεν μας το αναφέρει πουθενά. Μιλάει για το πριν και το μετά, αλλά δε μεσολάβησε απολύτως τίποτα κι αυτό αυτομάτως αφήνει μια αμφιβολία που δε σε αφήνει να δεθείς με το βιβλίο.

Επίσης η μητέρα του δεν έμπαινε καν στον κόπο να καμουφλάρει ή να κρύψει με οποιονδήποτε τρόπο τα σημάδια του παιδιού. Κι αυτό το παιδί δεν έχασε ούτε μια μέρα σχολείο. Του έσπαγε τα δόντια, τον μαχαίρωνε, του έσπασε το χέρι, όση πλύση εγκεφάλου και να του έκανε για να έχει έτοιμες δικαιολογίες στο σχολείο, δεν είναι δυνατόν κανείς άλλος να μην καταλάβαινε τίποτα. Σε ένα σχολείο μάλιστα που είχε και γιατρό και ψυχολόγο.

Ούτε είναι δυνατόν ένα παιδί κάτω των δέκα ετών να ζει με τους ρυθμούς που περιγράφει ο συγγραφέας, όντας δέκα ολόκληρες μέρες νηστικό- μετά από μακρόχρονη στέρηση σωστής διατροφής. Δε θέλω να αμφισβητήσω την αλήθεια της ιστορίας του Pelzer, μα ο τρόπος που την έγραψε δεν ήταν πειστικός καθόλου.

Έμαθα ότι είναι τριλογία και το δεύτερο βιβλίο λέγεται “A man called Dave” και θα το διαβάσω από περιέργεια, πάντως το πρώτο του με απογοήτευσε και είναι άσχημο να απογοητεύεσαι από μια αληθινή ιστορία, πόσο μάλλον όταν αυτή αφορά ένα μικρό παιδί. Ίσως περίμενα πολλά και διαφορετικά.

Μαζί με το YA (Young Adults) Fiction έχει ξεφυτρώσει κι ένα υπο-είδος, κάτι που εγώ ονομάζω κοριτσίστικη λογοτεχνία, αν και υποψιάζομαι πως πολλοί198608 έχουν κάνει την ίδια σκέψη μαζί ή και πριν από μένα. Fair enough, εφόσον τα κορίτσια έκαναν την επανάσταση στήνοντας τα Tomb Raider και τη Lara Croft απέναντι από τον Indiana Jones (και τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά βεβαίως), γιατί να μην κάνουν το ίδιο και στο βιβλίο;

Η κοριτσίστικη λογοτεχνία απαρτίζεται συνήθως από δυστοπίες, με κεντρικό χαρακτήρα ένα έφηβο κορίτσι που καλείται να σώσει τον κόσμο και να πάρει και το καλό παιδί. Συνήθως είναι το αντίστοιχο του Ξανθόπουλου, το θηλυκό του Καΐλα, το φτωχό και καταφρονεμένο, που συνήθως (πολλά συνήθως) έχει και κάποιο special ability. Οκ. Το δέχομαι και επαυξάνω.

Υπάρχουν κάποιες επιτυχίες στο νέο αυτό sub-genre (ε, κάπως έπρεπε να γίνει μια καλή αρχή για να καθιερωθεί) με γνωστότερη ίσως σειρά το Twilight και κανά δυο άλλες που καταλήγουν αργά ή γρήγορα στις οθόνες μας. Τη σειρά της Roth (Divergent κλπ) την απόλαυσα, αλλά παραδέχομαι ότι απόλαυσα τις ταινίες, τα βιβλία δεν τα διάβασα ακόμα οπότε ό,τι λέω το λέω με επιφύλαξη. Απόλαυσα και την πρώτη ταινία Hunger Games, τη δεύτερη λιγότερο, και όλα τα υπόλοιπα ακόμα λιγότερο, κι ύστερα ήρθε η σειρά του πρώτου βιβλίου.

Και το διάβασα.

Μισό.

Και ήταν κακό.

Αρχικά ήταν κακή η μετάφραση, αλλά με ένα πολύ κακογραμμένο βιβλίο, πόσο καλή μπορεί να είναι η μετάφραση; Δηλαδή δε θα ξεχάσω ποτέ τις μισές 50 αποχρώσεις του γκρι που διάβασα στα ελληνικά και μετά στα αγγλικά, για να καταλήξω στο ότι ίσως και η ελληνική χάλια μετάφραση να ήταν πολύ καλύτερη από την ορίτζιναλ βερσιόν. Κάπως έτσι και με το Hunger Games. Ελ Τζέιμς κακό. Περαστικά στους μεταφραστές.

Κακό= Κακογραμμένο και με το κακογραμμένο δεν εννοώ ότι περίμενα έναν θηλυκό Τόλκιν, αλλά κακογραμμένο δηλαδή με λάθη του τύπου «τώρα εγώ πρέπει να γεμίσω σελίδες αλλά δεν ξέρω και πώς να περιγράψω τον φανταστικό κόσμο που δημιούργησα, οπότε θα αρχίσω να:

1) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες το τι τρώνε οι ήρωές μου, κάθε πότε το τρώνε και πόσο τρώνε,

2) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες τι φοράνε- και θα φροντίσω να υπάρχουν και κανά δυο περιστάσεις όπου η τουαλέτα είναι απαραίτητη ώστε να γεμίσω επιπλέον σελίδες περιγράφοντας όλο αυτό το ύφασμα,

3) θα μου κάνω ερωτήσεις και θα τις απαντώ μόνη μου, γιατί δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο να περιγράψω τα όσα νιώθει/σκέφτεται η πρωταγωνίστριά μου.

Οπότε, έχεις μια έφηβη ηρωίδα που σημαδεύει μύγα στο χιλιόμετρο με το τόξο, αλλά ό,τι και να το κάνεις είναι έφηβη, περιφέρεται με τις σκέψεις της και της αρέσουν δύο μόνο πράγματα (τελικά και δυστυχώς): Τα αγόρια και τα ρούχα.

the-hunger-games-mockingjay-part-1_aubd

Είναι κρίμα, γιατί όλες οι σειρές αυτού του είδους/υπο-είδους τέλος πάντων μας δείχνουν πως τα κορίτσια γουστάρουν και τα βαμπίρ και τους μάγους και τα ζόμπι και τις δυστοπίες και τη δράση, αλλά -ναι, το δέχομαι μεν, αλλά- όλο και περισσότερες συγγραφείς βασίζονται στον έρωτα και τη μόδα για να στήσουν ένα φανταστικό στόρι όπου η ουσία (τα βαμπίρ, ή το γεγονός ότι 23; 24;- δε θυμάμαι έφηβοι θα αλληλοσκοτωθούν στο δάσος κλπ) είναι δευτερεύουσα και αυτό το κατά τα άλλα ωραίο είδος θα χαλάσει στο τέλος, αν δεν έχει ήδη χαλάσει.

Τα βιβλία αυτά απευθύνονται κυρίως σε νεαρά κορίτσια (το να τα διαβάζουν 40ρηδες, 50ρηδες με τόσο Ελ Τζέιμς κακή γραφή είναι ανησυχητικό) και δε θα ήθελα να δω τις 50 αποχρώσεις μεταμφιεσμένες σε ένα δυστοπικό girly στόρι φαντασίας. Το κακό είναι πως παραμπασταρδεύονται με τα κατ’ εξοχήν κοριτσίστικα πράγματα (αγόρια, μαλλιά, ρούχα) λες και αν εμβαθύνουν στον φανταστικό κόσμο και σε ό,τι συνεπάγεται αυτό, τα κοριτσάκια δε θα διαβάσουν.

Θα έπρεπε να υπάρχει ένα κοριτσόμετρο ξερωγώ, μέχρι πόσο επιτρέπονται οι χαριτωμενιές και πόσο πρέπει το βιβλίο να κινείται μέσα στα πλαίσια του φανταστικού, για να μπορέσει να επιβιώσει και ίσως και να εξελιχθεί το είδος, οδηγώντας και τα κοριτσάκια μετά την χ-ψ-Κόλινς και τον Μπελοέντουαρντ στον Τόλκιν.

 

2/5 γιατί είναι κακογραμμένο και τα 2 τα παίρνουν τα ταινιάκια κιόλας.