Archive for the ‘Σκέψεις/Απόψεις’ Category

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Μετά από το αρκετά πετυχημένο τους βιβλίο Ύπνος και Θάνατος, οι δυο συγγραφείςdownloa με το ψευδώνυμο A.J.Kazinski (Anders Ronnow Klarlund και Jacob Weinreich), επανέρχονται με το αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, με τίτλο Ο τελευταίος καλός άνθρωπος. Ιδιαίτερη ιστορία, με ενδιαφέρουσα πλοκή και εμπεριστατωμένη έρευνα σε πολλαπλά επίπεδα (θρησκεία, επιστήμη, κοινωνία κτλ).

Όπως και στο Ύπνος και Θάνατος, έτσι κι εδώ έχουμε ομαλή εξέλιξη της ιστορίας, με την αρχή της να πηγαίνει λίγο αργά, όμως σιγά-σιγά κλιμακώνεται και αποκτά αρκετά γρήγορους ρυθμούς. Από ένα σημείο και μετά, οι εξελίξεις διαδέχονται καταιγιστικά η μια την άλλη, εκπλήσσοντας τον αναγνώστη. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη και καλά δομημένη, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι κάνει λίγη κοιλιά στα σημεία όπου αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Επειδή όμως στη συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, έρχεται κάτι το οποίο θα «κουμπώσει» απόλυτα με το προηγούμενο μπλα-μπλα, τελικά θεωρώ ότι δεν είναι κουραστικό καθόλου. Μάλιστα θα το ονόμαζα πρελούδιο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά ασυνήθιστο, μιας και αφορά τον θρύλο των 36 Ενάρετων Ανθρώπων (εδώ καλούνται «Καλοί»), τους οποίους λέγεται ότι έστειλε ο Θεός στην Γη για να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, προσφέροντας υπηρεσίες σε κόσμο που τις έχει μεγάλη ανάγκη (φιλάνθρωποι ακτιβιστές, εθελοντές κτλ). Ψάχνοντας στο ίντερνετ, δεν βρήκα να αναφέρεται πουθενά κάτι σχετικό, οπότε δεν ξέρω αν όντως υφίσταται αυτός ο θρύλος ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας των συγγραφέων. Πάντως, αν πράγματι ο θρύλος των 36 είναι απλή μυθοπλασία, δίνεται αληθοφανώς μέσα στις σελίδες του βιβλίου, που σε κάνει να πιστεύεις ότι, όντως πρόκειται για υπαρκτά άτομα.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως στην Κοπεγχάγη με συχνά και σύντομα «ταξιδάκια» στην μαγευτική Βενετία, στην άγρια Αφρική αλλά και αλλού, χαρίζοντάς μας έτσι, μια multicultural ατμόσφαιρα.

Ο Δανός αστυνομικός εδώ είναι έξυπνος, δραστήριος και ευρηματικός και έχει κι αυτός (όπως κάθε επιθεωρητής που σέβεται τον εαυτό του), τα ζαβά του. Ο δικός μας φοβάται τα ταξίδια οποιουδήποτε είδους. Όχι μόνο τα αεροπορικά, αλλά και τα τρένα και τα καράβια. Έτσι βρίσκεται «εγκλωβισμένος» στον «μικρόκοσμο» της πόλης που μένει και των περιχώρων της. Όπου μπορεί να πάει με το αμάξι δηλαδή κι όχι για πολλές ώρες. Η φοβία του αυτή τον φέρνει υπόλογο στον γάμο του, προσθέτοντας του ακόμη έναν πονοκέφαλο.

Ο Ιταλός επιθεωρητής από την άλλη, επαγγελματικά πάει κόντρα στο ρεύμα και δεν διστάζει να παρακούσει τους ανωτέρους τους, πράγμα που τον φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με αναγκαστική άδεια. Σαν απλώς πολίτης όμως, βλέπουμε ότι είναι ευαίσθητος και νοιάζεται για τους ανθρώπους. Φέρει βαρέως τον θάνατο της μητέρας του και κάπου στο βάθος διακρίνουμε και μερικά ψήγματα τύψεων.

Οι δυο τους, με την αρωγή μιας Δανής αστροφυσικού, βγάζουν άκρη στο χιλιομπερδεμένο κουβάρι των δολοφονιών των 34 από τους 36 Καλούς Ανθρώπους και τρέχουν να προλάβουν να σώσουν τους 2 τελευταίους! Θα το καταφέρουν άραγε; Διαβάστε το βιβλίο και θα δείτε. Προσωπικά το απόλαυσα και αναμένω το επόμενο του συγγραφικού ντουέτου.

Από μένα, 8/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

 

Ο Έκτορας στα 40α του γενέθλια πρέπει να υποστεί το πάρτυ γενεθλίων που του ετοίμασε η γυναίκα του, σχεδιάζοντάς το για μήνες. Ξέρει ότι θα πρέπει να ανεχτεί τη μάνα του, το σόι του, τους αγαπημένους αλλά ενίοτε φοβερά ενοχλητικούς του φίλους. Τα παιδιά τους. Τον ατσούμπαλο γιο του. Δε θέλει, αλλά πρέπει να γίνει καλύτερος. Πρέπει να κόψει με τη γκόμενα, πρέπει να κόψει το τσιγάρο, πρέπει να μην ξεχνά τις πρωινές του ασκήσεις.
Πόσο θα ήθελε να είχε ένα γιο σαν τον Ρόκο, τον ανιψιό του. Όμορφο παιδί, δραστήριο. Αδύνατο. Θα γίνει καλύτερος πατέρας, το υποσχέθηκε.
Η μάζωξη άρχισε αμήχανα, συνεχίστηκε με φωνές και τέλειωσε γρήγορα με κλάματα, βρισιές, απειλές. Ένα χαστούκι από τον λάθος άνθρωπο στο λάθος παιδί.
«Όλοι θέλαμε να χαστουκίσουμε τον Χιούγκο. Δε φταίει εκείνος, αλλά ο μαλάκας πατέρας του κι εσύ. Δεν του βάλατε ποτέ όρια. Τον κακομαθαίνετε. Εσείς τον καταστρέφετε. Και τώρα θέλεις να καταστρέψεις μια ολόκληρη οικογένεια για το κωλόπαιδό σου.»
Οι φίλες.
Το χαστούκι έφτασε στην αστυνομία, έγινε μήνυση, πήγε στα δικαστήρια. Ο Χάρι, ο βασιλιάς του σπιτιού του, ο πατέρας του υπέροχου, φυσιολογικού, Ρόκο, του παιδιού που ο Έκτορας εύχεται να ήταν δικός του γιος, είναι ο κατηγορούμενος.
Δύσκολο να περιγράψεις το Χαστούκι. Δε θα ήθελα να καταλήξω σε ένα μακρυνάρι για να γράψω για όλους τους ήρωες – είναι και αρκετοί. Θα γινόμουν βαρετή κι ό,τι να ‘γραφα θα ήταν πάλι λίγο. Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του Τσιόλκα. Ή κάτω από τη λεπίδα του. Η οικογένεια, η μέση ηλικία, ο γάμος, οι σχέσεις. Οι φιλίες, το γκεϊλίκι, οι απιστίες, η δηθενιά. Το πώς ο άνθρωπος καταλήγει να ξεχνά από πού ξεκίνησε, χάρη σε ένα σπίτι στα προάστια κι ένα ακριβό αμάξι. Και το κυριότερο: Πού βρίσκονται τα όρια, ποιος δικαιούται να τα σπάσει και γιατί και πώς και πότε. Ποιος είσαι εσύ, μέσα σε όλα αυτά.
Από τη μια εύχομαι να υπάρξουν κι άλλοι συγγραφείς σαν τον Τσιόλκα. Να μάθουν και κάτι από αυτόν, που μπουχτίσαμε στην κακοποίηση της γλώσσας και τις προχειροφτιαγμένες ιστορίες. Από την άλλη σκέφτομαι πως όχι, αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Αν υπήρχαν κι άλλοι, τότε εκείνος θα έλεγε ψέματα. Οπότε μάλλον χαίρομαι που είναι μοναδικός.
Ο Τσιόλκας δε χαϊδεύει αυτιά. Κανενός. Ούτε του αναγνώστη, ούτε των εκδοτών, ούτε της κοινωνίας. Κάπου μοιάζει μάλιστα να προκαλεί όλο τον κόσμο. Η ειλικρίνειά του είναι αποστομωτική. Η απόστασή του από την ιστορία που αφηγείται δεν γίνεται να μην σε εντυπωσιάσει. Η ωριμότητά του φαίνεται σε ολόκληρο το στήσιμο του βιβλίου. 25 χρόνια άλλωστε λέει κι ο ίδιος πως χρειάστηκαν για αναγνωριστεί – τόσο ώστε να ζει πια από αυτό.
Το γράψιμό του απογυμνώνει λίγο λίγο τον κόσμο και στο τέλος τον βλέπεις όπως πραγματικά είναι, θες δε θες: Σκατένιος, σάπιος, ψεύτικος, μα τόσο αληθινός. Κι εκεί κάπου εσύ, ο απλός αναγνώστης, ψάχνεις να βρεις τη θέση σου. Πού ανήκεις μέσα σ’ αυτό το ψέμα που είναι η αλήθεια. Ποιος είσαι. Ως ένα βαθμό θα νιώσεις ακόμα κι ενοχές. Και στο τέλος θέλεις απλά να φωνάξεις «άντε γαμηθείτε όλοι σας».
Μην ξεχάσετε να δείτε και τη σειρά. Την ορίτζιναλ, όχι την αμερικάνικη.
 
Κατερίνα Χαρίση

Ξεκίνησα το εν λόγω βιβλίο μην έχοντας και πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ένα ακόμη βιβλίο της Σουηδής σούπερ σταρ συγγραφέα. Γενικότερα, διαβάζοντας τα προηγούμενα βιβλία της, αυτό που μου άφηναν ήταν η αίσθηση του ατελούς, του μη ολοκληρωμένου. Εστίαζε πολύ στα αισθηματικά/οικογενειακά των ηρώων της και ξέχναγε να ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα που μας απασχολεί όλους όσοι διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία. Το έγκλημα!

Στην Μάγισσα λοιπόν, η φίλτατη Καμίλλα μου έκανε την απόλυτη έκπληξη. Είναι μακράν το καλύτερό της μυθιστόρημα και για πρώτη φορά μπορώ να πω ότι αξίζει να κατηγοριοποιηθεί ως αμιγώς αστυνομικό. Δεν του λείπουν βέβαια οι αναφορές στα προσωπικά του καθενός από τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές της ιστορίας. Ωστόσο, σε ένα βιβλίο των 800 και βάλε σελίδων, οι 20-25 σελίδες που αφιέρωσε να περιγράφει το γάμο της πεθεράς της, τις ανασφάλειες της αδελφής της κτλ, περνάνε σχεδόν απαρατήρητες και τις χαλαλίζεις ευχαρίστως. Επιπλέον, οι περιγραφές της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, ανεβάζουν την ποιότητα του έργου και το οδηγούν σε ένα άλλο επίπεδο.

Στην ιστορία αυτή, για πρώτη φορά επίσης, βλέπουμε το alter ego της συγγραφέως, την Έρρικα Φαλκ, να ανακατεύεται λιγότερο από άλλες φορές στην έρευνα κι αυτό μετά από την παραίνεση του συζύγου τους και αστυνομικού, Πάτρικ Χέντρστρεμ. Κοινώς, δεν φυτρώνει εκεί που δεν την σπέρνουν! Επίσης, ο “ευνουχισμένος” σχεδόν Πάτρικ, των προηγούμενων βιβλίων της, ξαφνικά απόκτησε υπόσταση και στιβαρή παρουσία. Προφανώς η Λακμπεργκ “ακούει” τα σχόλια των αναγνωστών της, τα οποία πολλές φορές έθιξαν αυτό το θέμα.

Γενικότερα, το βιβλίο ήταν πολύ πιο ισορροπημένο από τα προηγούμενα. Η ιστορία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και οι αναδρομές στο παρελθόν, σύντομες, περιεκτικές και συγκινητικές. Κάπου διάβασα στο ίντερνετ, ότι η ιστορία της “μάγισσας” Έλιν που εξιστορεί, είναι αληθινός θρύλος της Σουηδίας. Μάλιστα και ι ίδια η συγγραφέας κάνει μια σχετική αναφορά στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Επί της ουσίας, πρόκειται για τρεις ιστορίες οι οποίες εκτυλίσσονται παράλληλα αλλά και σε τρεις διαφορετικές περιόδους.

Πλέον αυτού, η Καμίλλα αναφέρεται εκτενώς στο θέμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Ακόμη μια φορά, όπως το έχει κάνει πολλάκοις, μιλάει για την ομοφοβία, για τον ρατσισμό, για το bulling ανάμεσα στα παιδιά και τους εφήβους. Και μας παρουσιάζει ωμά και ρεαλιστικά τα αποτελέσματά τους.

Δεν θέλω να πλατειάσω άλλο, απλά θα πω ότι το απόλαυσα ειλικρινά το βιβλίο. Όπως προείπα, το θεωρώ το πιο ολοκληρωμένο βιβλίο της συγγραφέα. Νοιώθω ότι γράφοντάς το, η Λάκμπεργκ ωρίμασε λογοτεχνικά και αυτό φάνηκε στις αφηγήσεις της. Διαβάζοντάς το, ειλικρινά για πρώτη φορά ένοιωσα γοητευμένη.

Από μένα 8,5/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο νιώθω λίγο περίεργα. Για να πω την αλήθεια, νιώθω λίγο σαν να είμαι σε μια έκθεση μοντέρνας τέχνης, να έχω μπροστά μου ένα από αυτά τα έργα που είναι μια γαλότσα, δυο συνδετήρες κι ένα σουβλάκι, όλοι γύρω μου να το κοιτάνε εκστασιασμένοι κι εγώ να κοιτάω τη γαλότσα, να κοιτάω αυτούς, να κοιτάω το σουβλάκι και να απορώ τι μου συμβαίνει.

biblio_17_0036Απλά δεν το πιάνω.

«Πώς ζούμε και πώς αγαπάμε, όταν ξέρουμε ότι όλα αυτά που μας νοιάζουν κάποια στιγμή θα πάψουν να υπάρχουν;
Φεβρουάριος 1862. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος μαίνεται, ενώ ο αγαπημένος εντεκάχρονος γιος του προέδρου Λίνκολν βρίσκεται βαριά άρρωστος και, παρά τις προβλέψεις για ανάρρωση, τελικά πεθαίνει.
Στις 22 Φεβρουαρίου του 1862, δύο μέρες μετά τον θάνατό του, ο Γουίλι Λίνκολν κηδεύτηκε σε μαρμάρινη κρύπτη στο κοιμητήριο της Τζόρτζταουν.

Εκείνο το βράδυ, ο Αβραάμ Λίνκολν φθάνει μόνος στο νεκροταφείο, θέλοντας να περάσει χρόνο με το άψυχο σώμα του γιου του. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα φαντάσματα αυτών που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή και αυτών που έχουν πεθάνει, από καιρό, συνυπάρχουν· μια μνημειώδης μάχη πραγματοποιείται για την ψυχή του μικρού Γουίλι.
Με έναυσμα αυτό το ιστορικό γεγονός, o George Saunders, αφηγείται μια αξέχαστη καλειδοσκοπική ιστορία για την οικογενειακή αγάπη, την απώλεια, αλλά και τις δυνάμεις του καλού και του κακού.» (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το βιβλίο βραβεύτηκε πριν λίγες μέρες με το Man Booker, οι περισσότερες κριτικές είναι διθυραμβικές, όλοι το αγάπησαν ,το θέμα μου φάνηκε ενδιαφέρον, οπότε αποφάσισα να το διαβάσω άμεσα.
Ο Λίνκολν χάνει τον 11χρονο γιο του από τυφοειδή πυρετό και περνάει ένα βράδυ στο νεκροταφείο κοντά στο παιδί του. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός πάνω στο οποίο πάτησε ο Σόντερς για να γράψει αυτήν την ιστορία. Στο νεκροταφείο αυτό υπάρχουν παγιδευμένες ψυχές ανθρώπων που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να πάνε παρακάτω, που θεωρούν ότι έχουν ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή και που δεν αποδέχονται τον θάνατό τους, αλλά πιστεύουν ότι είναι άρρωστοι και κάποια στιγμή θα γίνουν καλά και θα επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους. Όταν ο νεαρός Γουίλι Λίνκολν εμφανίζεται στο νεκροταφείο και δεν θέλει να φύγει και να πάει παρακάτω, κάποιες ψυχές αποφασίζουν να τον βοηθήσουν να κάνει το επόμενο βήμα και να μην μείνει παγιδευμένος στη Λήθη που είναι ένα είδος καθαρτηρίου.

Η αίσθηση που είχα όταν το διάβαζα ήταν σαν να είμαι σε αυτό το νεκροταφείο, μέσα σε μια ομίχλη και να ακούω τις φωνές των ψυχών να μου αφηγούνται την ιστορία του Γουίλι αλλά και τις δικές τους ιστορίες από όταν ήταν ζωντανοί – αλλά και αφού πέθαναν ή «αρρώστησαν».

Αυτό στην αρχή είχε ένα ενδιαφέρον αλλά κάποια στιγμή και ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, άρχισε να με κουράζει. Πάρα πολλές φωνές, πολλές αποσπασματικές και μπερδεμένες ιστορίες, η διήγηση των ψυχών διακόπτεται για να παρατεθούν αποσπάσματα από πηγές της εποχής και γενικά όλο το βιβλίο μοιάζει λίγο παραληρηματικό.

Έχει κάποιες καλές στιγμές, οι ιστορίες των ψυχών με τα απωθημένα τους για τη ζωή που δεν έζησαν μπορώ να πω ότι είναι αρκετά συγκινητικές σε κάποια σημεία, όπως συγκινητική είναι και η στιγμή που ο πατέρας Λίνκολν αγκαλιάζει το νεκρό παιδί του, αλλά δεν μπορώ να πω ότι το βιβλίο με άγγιξε ιδιαίτερα.

Αυτός ο ιδιαίτερος, αποσπασματικός τρόπος γραφής δεν με άφησε να συνδεθώ με την ιστορία.

Ειρήνη Προϊκάκη

Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Το καφέ Ευρώπη μου άφησε γλυκόπικρα συναισθήματα και αρκετή ανακούφιση. Είναι slavenkaένα βιβλίο που σίγουρα αφορά όλους τους …Ευρωπαίους, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θα αγγίξει ή ενδιαφέρει κάποιον μη Ανατολικοευρωπαίο. Κάποιοι θα δείξουν ενδιαφέρον φαντάζομαι. Όμως δε νομίζω ότι θα νιώσουν και πολλά. Η ανακούφιση κολλάει στο ότι δε νιώθω πια ….ελέφαντας. Δύσκολο να το εξηγήσω αν δεν το διαβάσετε, όμως κατά κάποιον τρόπο είναι λυτρωτικό να ξέρεις ότι όχι, δε φταίει το χαλασμένο ντιενέι σου, ούτε η φτιαξιά σου, ούτε το αίμα σου που δεν είσαι σαν τον Γερμανό ή τον Σουηδό ή τον Φιλανδό. Απλά δεν είσαι. Γιατί είσαι Βαλκάνιος. Και δεν είσαι μόνος.

Τίτλος συμβολικός, «Καφέ Ευρώπη». Η επιθυμία μας και η ψευδαίσθηση. Το «μας» αφορά εμάς, τους Βαλκάνιους. Η επιθυμία μας είναι να γίνουμε Ευρώπη. Δυτική Ευρώπη. Να μας αγκαλιάσει η Ευρώπη, η Δυτική, η άλλη Ευρώπη, η οργανωμένη, η πλούσια, η λειτουργική, η διάφανη. Μια επιθυμία μας τόσο έντονη, που σε κάθε βαλκανική πόλη υπάρχει πια και ένα «Cafe Europa», ή μαγαζιά με …ευρωπαϊκούς τίτλους, Vienna, Little Paris. Πως κάποτε αυτό θα συμβεί. Πως συμβαίνει τώρα.

Όμως εμείς, όλοι εμείς, δε θα γίνουμε ποτέ δυτικοευρωπαίοι. Γιατί;

Θα έλεγα πως η απάντηση συνοψίζεται ολόκληρη σε μια συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της: Μια αυλή. Μια αυλή στη Στοκχόλμη, πενήντα τετραγωνικά στείρου τσιμέντου, μια απρόσωπη και άψυχη αυλή. Στην άλλη πλευρά, μια αυλή της Κροατίας. Με αγριόχορτα, ζωύφια, ένα παλιό ποδήλατο, σκόρπια εργαλεία, ίσως κι ένα καζάνι πάνω στη φωτιά. Παιδιά να τρέχουν και γέροι να κάθονται σε πλαστικές καρέκλες. Ποτέ οι δυο αυτές αυλές δε θα αλλάξουν θέση. Οι λόγοι χιλιάδες και μπορείτε να τους βρείτε μέσα στο βιβλίο και δεν έχει να κάνει με ηλίθια στερεότυπα περί ψυχρότητας ή οτιδήποτε άλλο.

Το «Καφέ Ευρώπη» δεν είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τα βαλκάνια» ή τον πόλεμο. Είναι καθαρά προσωπική τοποθέτηση, είναι η συνείδηση του απλού ανθρώπου, που δεν καταλαβαίνει ακόμα γιατί είναι τόσο κακό το να είναι κάποιος «έτσι» ή «αλλιώς», δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη λάθους εθνικότητας ή λάθους χρώματος ματιών και δεν μπορεί να πάρει κανενός το μέρος. Είναι η φωνή που ψάχνει ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο, που ψάχνει την Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ, τη μεγάλη αγκαλιά της, την ψευδαίσθησή της.

Την ψευδαίσθηση πως η Ευρώπη είναι μια μεγάλη και στοργική μάνα κι όχι διάφορα κράτη που νοιάζονται πρωτίστως για τα δικά τους συμφέροντα.

Εξάλλου, όταν έχεις επιτρέψει τον πόλεμο της Βοσνίας κι έχεις μείνει θεατής, όταν 50 χρόνια μετά το ΒΠΠ και το «Ποτέ Ξανά» έχεις επιτρέψει την εθνοκάθαρση, έχεις επιτρέψει να επανακαθοριστούν τα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τις γενοκτονίες, για ποια Ευρώπη μιλάμε και ποια δημοκρατία;

Τι είναι η Ευρώπη μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, αν όχι …μια ψευδαίσθηση;

*Μεγάλη έκπληξη να βρω βιβλίο της στα ελληνικά από τις εκδόσεις …ΟΞΥ. Μετάφραση εξαιρετική από τον Γρηγόρη Κονδύλη. Ακόμα ένα υπάρχει δικό της στα ελληνικά, εκδόσεις γράμματα νομίζω, άθλια μετάφραση από την Κουμπαρέλη, τόσο άθλια που το άφησα αδιάβαστο και το γύρισα πίσω στη βιβλιοθήκη, το συνέχισα στα αγγλικά.