Archive for the ‘Σκέψεις/Απόψεις’ Category

Το μύθο με τον ψεύτη βοσκό είμαι σίγουρη πως τον ξέρετε. Το κωλόπαιδο φώναζε συνέχεια λύκος-λύκος για να κάνει τους άλλους να τρέχουν κι όταν εμφανίστηκε ο κακός ο λύκος στ’ αλήθεια, τον έγραψαν όλοι στα τέτοια τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βιβλίο στην Ελλάδα: Γεμίσαμε από ψεύτες βοσκούς.

Δυστυχώς το διαδίκτυο δεν κάνει διακρίσεις …αξιοπιστίας στο τι ανεβαίνει και τι εμφανίζεται στις οθόνες μας κάθε φορά που ψάχνουμε το κάθε τι.

Δυστυχώς και ο Άντυ Γουόρχολ έχει συντριπτικά επαληθευτεί: Όλοι θέλουν τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητάς τους. Και θα κάνουν τα πάντα για να τα έχουν. Ακόμα και να ρισκάρουν/θυσιάσουν/ξεπουλήσουν την αξιοπιστία τους.

Υπάρχει μια έξαρση μπλόγκερς/βιβλιοκριτικών, αντιστρόφως ανάλογη με το αναγνωστικό δυναμικό της χώρας.

Συν τον έναν καταστροφικό συνδυασμό λέξεων: Βιβλίο – Συγγραφέας – Παρουσίαση/Κριτική – Τηλεόραση/Ραδιόφωνο.

Κάθε ένας που γράφει μια μαλακία αυτοβαφτίζεται και συγγραφέας.

Κάθε θεωρών εαυτόν συγγραφέας αυτοθεωρείται και σημαντικό πρόσωπο.

Αυτό έχει την εξής συνέπεια: Κάθε ένας που θα διαβάσει τη μαλακία του πρώτου και με πρόσβαση στο διαδίκτυο θα αυτοβαφτιστεί βιβλιοκριτικός και θα ανοίξει ένα μπλογκ.

Κι ύστερα κάθε τυπογράφος-εκδότης θα εξαγοράσει τον βιβλιομπλόγκερ με δωρεάν βιβλία για να συνεχίσει να διαβάζει τις μαλακίες των πρώτων και να γράφει.

Αποτέλεσμα, ένα οβερντόουζ διθυράμβων επί των μαλακιών.

Το θέμα τώρα ποιο είναι και που όλοι αυτοί επιλέγουν να αγνοούν συστηματικά; Και προσέξτε, λέω επιλέγουν να αγνοούν, ΔΕΝ αγνοούν πραγματικά. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς σε «βρίσκουν και τα κάνουν.»

Ο αναγνώστης.

Δεν.

Είναι.

Μαλάκας.

Δείτε λίγο τι γίνεται με όλα αυτά τα μπλογκς που ξεφυτρώνουν ωσάν τα μανιτάρια μετά τη βροχή (ή εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή) και όλους αυτούς τους …βιβλιοκριτικούς που δυστυχώς αποτελούν την πλειοψηφία (ή σχεδόν μονοπωλούν) το κριτήριο της επιλογής των επόμενων αγορών μας (=όπου «μας», οι αναγνώστες) και δυστυχώς οι αναγνώστες πέφτουν ολοένα και περισσότερο πάνω τους κάθε φορά που ψάχνουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν/αγοράσουν.

Αρχικά γράφουν οι ίδιοι και γράφουν ύμνους. Οι συγγραφείς θα αρπάξουν την ευκαιρία να διαφημιστούν/προωθηθούν και θα στείλουν το βιβλίο τους μαζί με σαλιάρικες ευχαριστίες και γλοιώδη κομπλιμέντα για τις …κριτικές ικανότητες των μπλόγκερς κι ύστερα θα ακολουθήσουν και οι εκδότες/τυπογράφοι με τα ίδια κριτήρια διαφήμισης και για τους ίδιους λόγους προώθησης. Οι μπλόγκερς δεν προλαβαίνουν, πελαγώνουν από το …φόρτο εργασίας, έτσι ζητούν κι από άλλους να συμμετέχουν (συνήθως το κάνουν με μορφή αγγελίας ζήτησης εργατικού δυναμικού: «Ζητούνται άτομα να στελεχώσουν μπλα, μπλα, μπλα»).

Αυτομάτως έχουμε μια ολόκληρη αρμάδα γραφιάδων πίσω από έναν μπλόγκερ, ο μπλόγκερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και: α) πουλάει κι από κανένα βιβλίο, β) βάζει διαφημίσεις στο μπλογκ του ώστε να έχει έσοδα, γ) διατηρεί κι ενισχύει το …trademark του ως σοβαρός επαγγελματίας βιβλιοκριτικός πιάνοντας τον παλμό και πηγαίνοντας σε παρουσιάσεις, βγάζοντας τις απαραίτητες φωτό του φβ, κάνοντας παρέα με συγγραφείς κι εκδότες = κερδίζει τα 15 δεύτερα διασημότητάς του.

Και όλα καλά, έτσι;

ΟΧΙ.

Πρέπει να καταλάβετε ορισμένα ουσιώδη πράγματα, όλοι εσείς που γράφετε γι αυτούς:

Α) Δεν τους χρωστάτε τίποτα.

Β) Δεν δουλεύετε γι αυτούς.

Γ) Δεν σας προσλαμβάνουν, δεν σας δίνουν μισθό, δεν σας κολλάνε ένσημα.

Δ) ΑΥΤΟΙ, ζούνε από ανθρώπους σαν κι εσάς.

Ε) ΑΥΤΟΙ, βγάζουν λεφτά και ζούνε από ανθρώπους που ξοδεύουνε χρόνο και κόπο ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΤ) ΔΕΝ έχετε ΚΑΜΙΑ υποχρέωση να γράφετε αυτό που θέλουν ( κι ας μην σας το ζητάνε πάντα ευθέως), δε θα κερδίσετε ποτέ τίποτα, σας έχουν χεσμένους.

Και κάτι ακόμα: Όλο αυτό προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Ο αναγνώστης θα ξεγελαστεί μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Μπορεί και τρίτη και τέταρτη. Όμως αργά η γρήγορα θα βρει την άκρη του νήματος και θα το μαζέψει το κουβάρι.

Ο αναγνώστης ΞΕΡΕΙ ποιοι είναι αυτοί που γράφουν επειδή παίρνουν δωρεάν βιβλία και ΞΕΡΕΙ πια ότι για να συνεχίσουν να παίρνουν δωρεάν βιβλία και να διατηρούν τα 15 δεύτερα διασημότητάς τους ΠΡΕΠΕΙ να γράφουν ύμνους, αλλιώς οι εκμεταλλευτές συγγραφείς κι εκδότες θα βρουν κάποιον άλλο να γράφει τους ύμνους. Και ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι η ειλικρινής άποψη ενός αναγνώστη αλλά ένα ξεδιάντροπο κωλογλύψιμο με μοναδικό σκοπό το δωρεάν βιβλίο/παρεάκι με το συγγραφέα/15 δεύτερα διασημότητας, έτσι ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι αλήθεια.

Αλλά και να είναι κάποιες φορές, λίγη σημασία έχει. Ο ψεύτης βοσκός, θυμάστε;

Έτσι αργά ή γρήγορα, όλοι ξέρουμε ποιους να ΜΗΝ διαβάζουμε επειδή μας λένε ψέματα. Κι αν κάποιος συγγραφέας έχει γράψει πραγματικά κάτι καλό, δεν έχει σημασία. Αυτός που θα γράψει γι αυτόν, είναι ήδη ψεύτης βοσκός. Δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Ωραία είναι να παίρνεις τζάμπα τις νέες κυκλοφορίες (άσε που μπορείς και να τις πουλήσεις μετά, να βγάλεις και κάτι). Ωραία είναι και να φοράς τα καλά σου και να σε πετυχαίνει ο φακός σε ολοφάνερα τυχαία στημένες στάσεις δίπλα στον επόμενο συγγραφέα της χρονιάς. Όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθείτε: Αξίζουν αυτά περισσότερο από την αξιοπιστία σας;

Τι προτιμάτε; Να γίνετε γνωστοί (δυστυχώς ή ευτυχώς, αχανής και απίστευτα μικρός ο κόσμος του διαδικτύου και μη, τα ονόματά σας τα γνωρίζουμε όλοι) ως τσιράκια και να μην πιστεύει κανείς λέξη από όσα γράφετε (ακόμα κι αν κάποτε παραδόξως γράψετε την αλήθεια), ή όσοι σας διαβάζουν να ξέρουν ότι από εσάς θα μάθουν μόνο την αλήθεια – έστω κι αν η αλήθεια σχετικά με την ανάγνωση είναι κυρίως κάτι το υποκειμενικό;

Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, δεν κατάφερα να βρω απολύτως τίποτα γι αυτή τη γυναίκα, εκτός 9_resrrize-500x500από 4 άθλιες σειρές στη Wikipedia, στα αγγλικά. Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Πίστευα ότι στο διαδίκτυο βρίσκει κανείς τα πάντα. Και διαβάζοντάς τη, ήμουν σίγουρη ότι θα είχα πολύ υλικό για διάβασμα. Τζίφος. Ο παρανοϊκός εαυτός μου λέει ότι για κάποιο λόγο αυτή η γυναίκα πέρασε και χάθηκε από αυτόν τον κόσμο σα διάττοντας αστέρας.

Ταξική αγάπη λοιπόν, και χρειάστηκε να διαβάσω 24 σελίδες για να καταφέρω να ακολουθήσω αυτόν τον χείμαρρο που μου θύμισε την Κατερίνα Γώγου. Και σε ένα βιβλίο 176 σελίδων, οι 24 σελίδες είναι πάρα πολλές. Είναι από αυτά τα βιβλία που σου παίρνει μέρες να τελειώσεις και δεν μπορείς να διαβάσεις παραπάνω από 5-10 σελίδες τη φορά.

Πυκνογραμμένο, με μικρή γραμματοσειρά, χωρίς παραγράφους, χωρίς σχεδόν τελείες, είναι από την αρχή ως το τέλος όπως το φαντάζεστε. Δύσκολο, βαρύ, ασήκωτο και δεν καταπίνεται αμάσητο.

«Η «Ταξική Αγάπη», το πρώτο της βιβλίο, είναι από τα βιβλία εκείνα που αναπόφευκτα μεσουρανούν στο πνευματικό στερέωμα μιας χώρας και κάνουν τον μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστο και ανύποπτο συγγραφέα τους αυτό που ονομάζουμε «μεγάλη αποκάλυψη».

Σε ένα είδος ημερολογίου η Κάριν Στρουκ διηγείται την ιστορία της καταγωγής της, τα νεανικά της χρόνια, τη δουλειά στο εργοστάσιο, τις καταπιεστικές κοινωνικές συνθήκες, τις δυσκολίες με τη διδακτορική διατριβή, το γάμο της κλπ. Με περικοπές από βιβλία, γράμματα και συζητήσεις δημιουργείται μια συλλογική διήγηση, συμπυκνωμένη στην αφάνταστα λεπτή και συγκινητική υποκειμενική εξομολόγηση μιας κοπέλας του καιρού μας, που συνθλίβεται στα γρανάζια της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας κι απελπίζεται μέχρι αυτοκτονίας, αλλά και ελπίζει σε μια φυσικότερη φύση και σε μια ανθρωπινότερη κοινωνία.»

Μιλάει για όλα εκεί μέσα. Πώς γίνεται να χωρέσουν τόσοι προβληματισμοί, τόσοι στοχασμοί, τόσα ερωτήματα, τόση αγανάκτηση, τόσος χλευασμός, τόση επανάσταση σε τόσο λίγες σελίδες? Είναι μοναδικό.

Οικογένεια, σχέσεις, γάμος, μητρότητα, εκπαίδευση, γηρατειά. Όλη η ανθρώπινη ύπαρξη με το τεράστιο λάθος που τη συνοδεύει. Το να θεωρείσαι κτήμα των γονιών σου από εκείνους, το να επιλέγεις τη ζωή που σε κάνει δυστυχισμένο για να είσαι κοινωνικά αποδεκτός, το να σαπίζεις σε μια άθλια δουλειά που δε χρειάζεται την παραμικρή δεξιοτεχνία, την παραμικρή πνευματική καλλιέργεια για να την κάνεις και το πόσο σα δηλητήριο σιγά σιγά σε καταστρέφει.

Το πώς η απόλυτα αγνή και αληθινή αγάπη της μητέρας προς το μωρό της αλλάζει μορφή όταν αυτό μεγαλώνει. Το να ανήκεις στη μέση μάζα του κόσμου, που δουλεύει πολύ, τρέχει πολύ, αγχώνεται πολύ, δυστυχεί πολύ και παρόλα αυτά οι απολαβές είναι τόσο ελάχιστες που δεν έχεις τη δυνατότητα ούτε να καλλιεργήσεις το νου, αλλά ούτε και να φροντίσεις το σώμα. Το πόσο φρικτό είναι να έχεις έναν υγιή νου σε ένα άρρωστο σώμα που σιγά σιγά σε εγκαταλείπει. Το πόσο τρελό είναι να είσαι ο μόνος λογικός ανάμεσα σε τρελούς, οι οποίοι φυλακίζουν τους λογικούς στις κλινικές.

Δεν είναι μόνο το ότι σε κάθε φράση έχεις ένα ολόκληρο θέμα για να προβληματιστείς, είναι και τόσες πολλές οι αναφορές σε γνωστά έργα, που υπάρχει πολύ μεγάλο υλικό αν αποφασίσει κανείς να τις κοιτάξει όλες.

Τώρα το πού μπορεί να το βρείτε, δεν το ξέρω. Δεν κυκλοφορεί. Προφανώς σε καμιά τρύπα με μεταχειρισμένα… Πάντως να θυμάστε τον τίτλο!

Αυτό το βιβλίο το έψαχνα πολύ πολύ καιρό, γιατί κάποιος μου το είχε αναφέρει ως ena_paidi_poy_elegan_afto«βιβλίο για κλάααααμα». Είναι η ιστορία ενός παιδιού που έζησε την κακοποίηση από τη μητέρα του, μέχρι που στα 12 κάποιος επιτέλους καταφέρνει να το πάρει μακριά. Μεγάλη απογοήτευση και λυπάμαι που το λέω.

Το βιβλίο ξεκινάει με έναν πρόλογο στον οποίο ο συγγραφέας τονίζει πως το «παιδιάστικο ύφος γραφής» ήταν σκόπιμο, γιατί ήθελε να αποδώσει την ιστορία μέσα από τα μάτια και το μυαλό του τότε μικρού παιδιού που βίωνε την κατάσταση. Οκ λέω, No problem. Μα δε μου φάνηκε καθόλου πως η ιστορία γράφτηκε μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού- πράγμα το οποίο δεν είναι και τόσο κακό, αλλά αφού το λες, πρέπει να το κάνεις.

Πρέπει να πω πως ο συγγραφέας έγραψε τη δική του ιστορία των παιδικών του χρόνων, το οποίο δεν ήξερα και το έμαθα στο τέλος, γι αυτό και λυπήθηκα περισσότερο που δε με έπεισε. Τα περιστατικά που διηγείται είναι απίστευτα σκληρά. Μα άφησε ένα πολύ μεγάλο ερωτηματικό που με βασάνιζε σε όλο το βιβλίο κι αυτό δε με άφησε να συγκεντρωθώ στα γεγονότα και να «μπω» στην ιστορία του, ούτε καν να συμπάσχω.

Γιατί. Αυτό ήταν το ερωτηματικό. Ο Pelzer μιλάει στην αρχή για μια απόλυτα ευτυχισμένη οικογένεια, για δυο υπέροχους γονείς, μια μάνα γεμάτη αγάπη, δημιουργική και δραστήρια, όλο ευχάριστες εκπλήξεις, παιχνίδια, βόλτες, δραστηριότητες, ένας πατέρας δυναμικός (και λόγω δουλειάς), αφοσιωμένος, και, και, και. Δε γίνεται ρε παιδιά σήμερα να είναι όλα τέλεια και αύριο ξαφνικά η μάνα αυτή να μεταμορφώνεται σε ένα σαδιστικό τέρας, κι ο πατέρας θεατής- μαλάκας. Όχι από τη μια μέρα στην άλλη. Κάτι πρέπει να έχει συμβεί. Αυτό το κάτι δεν μας το αναφέρει πουθενά. Μιλάει για το πριν και το μετά, αλλά δε μεσολάβησε απολύτως τίποτα κι αυτό αυτομάτως αφήνει μια αμφιβολία που δε σε αφήνει να δεθείς με το βιβλίο.

Επίσης η μητέρα του δεν έμπαινε καν στον κόπο να καμουφλάρει ή να κρύψει με οποιονδήποτε τρόπο τα σημάδια του παιδιού. Κι αυτό το παιδί δεν έχασε ούτε μια μέρα σχολείο. Του έσπαγε τα δόντια, τον μαχαίρωνε, του έσπασε το χέρι, όση πλύση εγκεφάλου και να του έκανε για να έχει έτοιμες δικαιολογίες στο σχολείο, δεν είναι δυνατόν κανείς άλλος να μην καταλάβαινε τίποτα. Σε ένα σχολείο μάλιστα που είχε και γιατρό και ψυχολόγο.

Ούτε είναι δυνατόν ένα παιδί κάτω των δέκα ετών να ζει με τους ρυθμούς που περιγράφει ο συγγραφέας, όντας δέκα ολόκληρες μέρες νηστικό- μετά από μακρόχρονη στέρηση σωστής διατροφής. Δε θέλω να αμφισβητήσω την αλήθεια της ιστορίας του Pelzer, μα ο τρόπος που την έγραψε δεν ήταν πειστικός καθόλου.

Έμαθα ότι είναι τριλογία και το δεύτερο βιβλίο λέγεται “A man called Dave” και θα το διαβάσω από περιέργεια, πάντως το πρώτο του με απογοήτευσε και είναι άσχημο να απογοητεύεσαι από μια αληθινή ιστορία, πόσο μάλλον όταν αυτή αφορά ένα μικρό παιδί. Ίσως περίμενα πολλά και διαφορετικά.

Μαζί με το YA (Young Adults) Fiction έχει ξεφυτρώσει κι ένα υπο-είδος, κάτι που εγώ ονομάζω κοριτσίστικη λογοτεχνία, αν και υποψιάζομαι πως πολλοί198608 έχουν κάνει την ίδια σκέψη μαζί ή και πριν από μένα. Fair enough, εφόσον τα κορίτσια έκαναν την επανάσταση στήνοντας τα Tomb Raider και τη Lara Croft απέναντι από τον Indiana Jones (και τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά βεβαίως), γιατί να μην κάνουν το ίδιο και στο βιβλίο;

Η κοριτσίστικη λογοτεχνία απαρτίζεται συνήθως από δυστοπίες, με κεντρικό χαρακτήρα ένα έφηβο κορίτσι που καλείται να σώσει τον κόσμο και να πάρει και το καλό παιδί. Συνήθως είναι το αντίστοιχο του Ξανθόπουλου, το θηλυκό του Καΐλα, το φτωχό και καταφρονεμένο, που συνήθως (πολλά συνήθως) έχει και κάποιο special ability. Οκ. Το δέχομαι και επαυξάνω.

Υπάρχουν κάποιες επιτυχίες στο νέο αυτό sub-genre (ε, κάπως έπρεπε να γίνει μια καλή αρχή για να καθιερωθεί) με γνωστότερη ίσως σειρά το Twilight και κανά δυο άλλες που καταλήγουν αργά ή γρήγορα στις οθόνες μας. Τη σειρά της Roth (Divergent κλπ) την απόλαυσα, αλλά παραδέχομαι ότι απόλαυσα τις ταινίες, τα βιβλία δεν τα διάβασα ακόμα οπότε ό,τι λέω το λέω με επιφύλαξη. Απόλαυσα και την πρώτη ταινία Hunger Games, τη δεύτερη λιγότερο, και όλα τα υπόλοιπα ακόμα λιγότερο, κι ύστερα ήρθε η σειρά του πρώτου βιβλίου.

Και το διάβασα.

Μισό.

Και ήταν κακό.

Αρχικά ήταν κακή η μετάφραση, αλλά με ένα πολύ κακογραμμένο βιβλίο, πόσο καλή μπορεί να είναι η μετάφραση; Δηλαδή δε θα ξεχάσω ποτέ τις μισές 50 αποχρώσεις του γκρι που διάβασα στα ελληνικά και μετά στα αγγλικά, για να καταλήξω στο ότι ίσως και η ελληνική χάλια μετάφραση να ήταν πολύ καλύτερη από την ορίτζιναλ βερσιόν. Κάπως έτσι και με το Hunger Games. Ελ Τζέιμς κακό. Περαστικά στους μεταφραστές.

Κακό= Κακογραμμένο και με το κακογραμμένο δεν εννοώ ότι περίμενα έναν θηλυκό Τόλκιν, αλλά κακογραμμένο δηλαδή με λάθη του τύπου «τώρα εγώ πρέπει να γεμίσω σελίδες αλλά δεν ξέρω και πώς να περιγράψω τον φανταστικό κόσμο που δημιούργησα, οπότε θα αρχίσω να:

1) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες το τι τρώνε οι ήρωές μου, κάθε πότε το τρώνε και πόσο τρώνε,

2) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες τι φοράνε- και θα φροντίσω να υπάρχουν και κανά δυο περιστάσεις όπου η τουαλέτα είναι απαραίτητη ώστε να γεμίσω επιπλέον σελίδες περιγράφοντας όλο αυτό το ύφασμα,

3) θα μου κάνω ερωτήσεις και θα τις απαντώ μόνη μου, γιατί δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο να περιγράψω τα όσα νιώθει/σκέφτεται η πρωταγωνίστριά μου.

Οπότε, έχεις μια έφηβη ηρωίδα που σημαδεύει μύγα στο χιλιόμετρο με το τόξο, αλλά ό,τι και να το κάνεις είναι έφηβη, περιφέρεται με τις σκέψεις της και της αρέσουν δύο μόνο πράγματα (τελικά και δυστυχώς): Τα αγόρια και τα ρούχα.

the-hunger-games-mockingjay-part-1_aubd

Είναι κρίμα, γιατί όλες οι σειρές αυτού του είδους/υπο-είδους τέλος πάντων μας δείχνουν πως τα κορίτσια γουστάρουν και τα βαμπίρ και τους μάγους και τα ζόμπι και τις δυστοπίες και τη δράση, αλλά -ναι, το δέχομαι μεν, αλλά- όλο και περισσότερες συγγραφείς βασίζονται στον έρωτα και τη μόδα για να στήσουν ένα φανταστικό στόρι όπου η ουσία (τα βαμπίρ, ή το γεγονός ότι 23; 24;- δε θυμάμαι έφηβοι θα αλληλοσκοτωθούν στο δάσος κλπ) είναι δευτερεύουσα και αυτό το κατά τα άλλα ωραίο είδος θα χαλάσει στο τέλος, αν δεν έχει ήδη χαλάσει.

Τα βιβλία αυτά απευθύνονται κυρίως σε νεαρά κορίτσια (το να τα διαβάζουν 40ρηδες, 50ρηδες με τόσο Ελ Τζέιμς κακή γραφή είναι ανησυχητικό) και δε θα ήθελα να δω τις 50 αποχρώσεις μεταμφιεσμένες σε ένα δυστοπικό girly στόρι φαντασίας. Το κακό είναι πως παραμπασταρδεύονται με τα κατ’ εξοχήν κοριτσίστικα πράγματα (αγόρια, μαλλιά, ρούχα) λες και αν εμβαθύνουν στον φανταστικό κόσμο και σε ό,τι συνεπάγεται αυτό, τα κοριτσάκια δε θα διαβάσουν.

Θα έπρεπε να υπάρχει ένα κοριτσόμετρο ξερωγώ, μέχρι πόσο επιτρέπονται οι χαριτωμενιές και πόσο πρέπει το βιβλίο να κινείται μέσα στα πλαίσια του φανταστικού, για να μπορέσει να επιβιώσει και ίσως και να εξελιχθεί το είδος, οδηγώντας και τα κοριτσάκια μετά την χ-ψ-Κόλινς και τον Μπελοέντουαρντ στον Τόλκιν.

 

2/5 γιατί είναι κακογραμμένο και τα 2 τα παίρνουν τα ταινιάκια κιόλας.

 

Πρόκειται για ένα από τα πιο επιδραστικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο σταθμός που δεν ξεπεράστηκε από το χρόνο, καθώς σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Εξάλλου το θέμα που πραγματεύεται είναι τόσο παλιό, όσο και ο άνθρωπος.

Ένα αεροπλάνο πέφτει σε κάποιο απομονωμένο και ακατοίκητο νησί. Οι μόνοι επιζώντες είναι μια παρέα παιδιών 6-12 ετών, που θα προσπαθήσουν να οργανωθούν έτσι ώστε να επιβιώσουν, ως τη στιγμή που θα έρθει βοήθεια.

Έτσι ξεκινάει ο άρχοντας των μυγών.

Το ειδυλλιακό τοπίο και η παιδική αθωότητα των πρώτων σελίδων, δεν προϊδεάζουν  τον αναγνώστη για αυτά που θα ακολουθήσουν.

3108kt07kako-thumb-large

Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή των αγοριών στο νησί που έχουν ναυαγήσει, τη στάση τους απέναντι σε αυτόν τον εγκλωβισμό, τις εσωτερικές τους διαμάχες και τις διαμάχες για την εξουσία, και την προσαρμογή τους μέσα σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, σε ένα μέρος όμως όπου δεν ισχύουν οι κανόνες του πολιτισμού και της κοινωνίας από όπου προήλθαν.

Ο Γκόλντινγκ θρυμματίζει το προσωπείο της παιδικής αθωότητας, αποκαλύπτοντας μας το εγγενές κακό που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση.

Τα αγόρια, μακριά από το γονικό και τον κοινωνικό έλεγχο, δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από την αγριότητα και τις διενέξεις που χαρακτηρίζουν τους ενηλίκους, σπάζοντας τα στερεότυπα που είχαμε για την αγνή και αμόλυντη παιδική ψυχή διαβάζοντας τον Όλιβερ Τουίστ ή τον Τομ Σώγιερ.

lordcover

Τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες, δείχνουν να μην κατανοούν πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους και οδηγούμενα από τα πιο ταπεινά πάθη τους, δημιουργούν μια πρωτόγονη κοινωνία αγριότητας και αναρχίας. Δείχνουν να μη μπορούν να αντιληφθούν τις έννοιες της λογικής και της δικαιοσύνης αλλά και να μη μπορούν να δείξουν την παραμικρή συμπόνοια. Ακόμα και οι τύψεις φαίνεται να μην τους αγγίζουν στο ελάχιστο.

Η ανατριχιαστική δήλωση του Ραλφ, του αρχικά εκλεγμένου αρχηγού της παρέας, «Φοβάμαι. Εμάς», δείχνει ότι ο πραγματικός εχθρός τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός, ενώ ο αρχικός εχθρός, το άγριο θηρίο που στοίχειωνε τις πρώτες τους μέρες στο νησί, έχει δολοφονηθεί με τον πιο βάναυσο τρόπο.

Η γραφή του Γκόλντινγκ είναι έντονη και τραχιά, δεν εξωραίζει και δε στρογγυλεύει. Χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο, δίνοντας μια αμεσότητα στο αφήγημα, αποκαλύπτοντας σε όλη του την έκταση το δράμα των παιδιών-ναυαγών. Η αφήγηση είναι συγκλονιστικά ρεαλιστική, δημιουργώντας πρωτόγνωρα συναισθήματα στον αναγνώστη.

Σχεδόν κανένα βιβλίο, ακόμα και λογοτεχνίας τρόμου, δε με έχει κάνει να ανατριχιάσω σε τέτοιο βαθμό, ίσως γιατί εδώ οι ήρωες είναι παιδιά.

Κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο Ράλφ ο πρώτος αρχηγός και ένας φυσικός ηγέτης, ο Τζάκ που είναι το αντίπαλο δέος για την εξουσία, και ο Πίγκυ, ένα έξυπνο αλλά υπέρβαρο παιδί, μια φωνή λογικής σε μια παρέα που την έχει χάσει τελείως, και ένας πιστός φίλος μέχρι το τέλος.

Συγκινητικό όσο και τρομακτικό, ένα πολυεπίπεδο ανάγνωσμα που σου δημιουργεί ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα βιβλίο που θα συνεχίσει να στοιχειώνει τις σκέψεις σου πολύ καιρό αφότου έχεις ολοκληρώσει την τελευταία σελίδα.

Andy

Αυτό που μου συνέβη με την Πόλη Στις Φλόγες, δε μου έχει ξανασυμβεί. Το ήξερα το βιβλίο, το είχα δει στις βιτρίνες, το έβλεπα στα σάιτς, είχα διαβάσει μερικά τυχαία κομμάτια του κι ήξερα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο όπου η φήμη του είχε βγει μπροστά από το ίδιο. Η Νέα Υόρκη της παρακμής, του punk, το φανζίν της Σαμ, ένα μεγάλο κομμάτι άρθρου και μια επιστολή, αναφορές σε λογοτεχνικά τέρατα και συγκροτήματα, περιθωριακοί χαρακτήρες κι ετερόκλητοι ήρωες, με φόντο πάντα μια πόλη που ακροβατεί μεταξύ του μαύρου των σκιών και του φωτός, μια πόλη τεράστια και υπερβολική, μια πόλη με τη δική της μουσική που κανείς δεν μπορεί ποτέ να προσδιορίσει και που μοιάζει πάντα έτοιμη να παραδοθεί στην αναρχία, μέσα στην απόλυτη τάξη του χάους της. Θυμάμαι πως με τρόμαξε το κύμα αυτής της φήμης που προηγήθηκε του βιβλίου, γιατί καταλάβαινα πως ένα τέτοιο έργο επικών διαστάσεων και μετά από μια μεγάλη σιωπή στη νέα λογοτεχνία, θα ήταν άδικο να κριθεί πρώτα από τη διαφημιστική του καμπάνια και να διαβαστεί από περιέργεια, περιμένοντας ένα page turner. Γιατί δεν είναι κάτι τέτοιο και είναι πολύ περισσότερα από αυτό.

poli-stis-floges

Οκ, είχα πει, θέλω να το διαβάσω. Βέβαια όταν ήρθε στα χέρια μου, η στιγμή έμεινε στην αιωνιότητα της μνήμης μου, εκεί που αποθηκεύονται όλες αυτές οι μικρογραφίες εικόνων, ήχων κι αναμνήσεων, πράγματα που ξεχνάμε μέχρι μια οικεία σπίθα να τα λούσει πάλι στο φως και να ζωντανέψουν: Το έπιασα, το κοίταξα, το άφησα κάτω, και πήγα να πλύνω τα χέρια μου για να το ξαναπιάσω.

Η πρώτη μεγάλη έκπληξη ήταν στο ίδιο το βιβλίο, στο υλικό του. Μια εξαιρετική έκδοση, κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα της κρίσης και του εφημεριδόχαρτου. Ένα ανάγλυφο εξώφυλλο γεμάτο υποσχέσεις, και γυρνώντας το βιβλίο στο πλάι, ανάμεσα στις κατάλευκες σελίδες του σκόρπια παραλληλόγραμμα του γκρίζου, εκεί που βρίσκονταν όλα αυτά που ήξερα ήδη ότι υπήρχαν. Στο ξεφύλλισμα η μυρωδιά. Αυτή η γνωστή μα ξεχασμένη μυρωδιά του υπέροχου χαρτιού.

Αυτό που μου συνέβη με την Πόλη Στις Φλόγες, δε μου έχει ξανασυμβεί. Γιατί ήρθε στα χέρια μου στα τέλη του Οκτώβρη, σε μια Αθήνα που ζούσε ακόμα το καλοκαίρι της και το βιβλίο μύριζε χειμώνα. Άρχισα να το διαβάζω κι από τις πρώτες ακόμα σελίδες του ένιωθα να με ρουφάει σαν μια μαύρη τρύπα του κόσμου, μια χρονομηχανή που ήθελε να με πετάξει πίσω στο χρόνο και στην άλλη άκρη της γης, και να μην μπορώ, να μη θέλω να ζήσω αυτή την εμπειρία μισή.

Το έκρυψα να μην το βλέπω.

Το έχωσα κάτω από μια στοίβα ρούχα στην ντουλάπα, να μην ακούω το κάλεσμά του, και κάθε φορά που άνοιγα την ντουλάπα, το μάτι μου έπεφτε εκεί στο σωρό από ύφασμα, και πίστευα κάθε φορά πως από κάτω του ξεπεταγόταν μια λάμψη.

Νομίζω πως δε με έχει ξαναβασανίσει βιβλίο τόσο πολύ. Μέχρι που έφτασε ο Νοέμβρης σχεδόν στο τέλος του, και μαζί ήρθε και η στιγμή της Πόλης: Δυο μέρες με απίστευτο, παγωμένο αέρα, δυνατή βροχή, και το κρύο, το απόλυτο κρύο, αυτό το χοντρό κρύο χωρίς υγρασία που σου κόβει την ανάσα μόλις ανοίξεις την πόρτα και αφήσεις πίσω σου τη ζέστη του σπιτιού, τα σημάδια του χειμώνα που επιτέλους ήρθε. Χειμώνας. Και μόνο τότε αφέθηκα να με παρασύρει.

Δεν είναι βιβλίο που διαβάζεται ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα της μέρας, ούτε από αυτά που διαβάζει κανείς για να χαλαρώσει. Είναι βιβλίο που απαιτεί αφοσίωση για να σε αποζημιώσει, απαιτεί να είσαι εκεί, απαλλαγμένος από τα σκαλώματα της καθημερινότητας, άδειος από ό,τι είναι δικό σου. Κι αυτή του την απαίτηση στη δείχνει μέσα από τη μουσική του: Δεν μπορείς να διαβάσεις εσύ όπως θέλεις, είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις το ρυθμό του. Αν προσπαθήσεις να διαβάσεις πιο χαλαρά και πιο γρήγορα, θα σε γυρίσει πίσω, ξανά στην αρχή, ξανά στην ίδια πρόταση, μέχρι να του δώσεις όλη την προσοχή σου.

Κι αυτό που σου δίνει εκείνο πίσω είναι ένα μαγικό ταξίδι σ’ έναν κόσμο που δεν έχεις γνωρίσει, αλλά ακριβώς αυτή είναι η μαγεία του: Είσαι κι εσύ εκεί και το ζεις. Ένας αόρατος θεατής κρυμμένος στις σκιές, πάνω από τα κατεδαφιζόμενα κτίρια, μέσα  στα σύννεφα καπνού, κάτω από τους θορύβους των δρόμων, πίσω από τους περιθωριακούς κι ονειροπόλους ήρωες, ένας σιωπηλός μάρτυρας της διαφθοράς και της παρακμής και του έρωτα και της αγάπης, η ζωντανή απόδειξη μιας εκπληκτικής αναπαράστασης που αναδείχθηκε εξαιρετικά στη χώρα και τη γλώσσα μας, από μια θαυμάσια έκδοση και μια υπέροχη μετάφραση με ψυχή.

garth-risk-hallberg

Πώς γίνεται ένας τόσο νέος και άπειρος συγγραφέας να γράψει ένα τόσο μεγάλο έργο που μοιάζει τόσο με σύνθεση μουσικής, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή το ρυθμό και το μέτρο του; Αυτή η ερώτηση τριγυρνούσε στο μυαλό μου συνεχώς, σε κάθε κύκλο ανάγνωσης που έκλεινα κι άνοιγα τον επόμενο μέχρι να φτάσω στο τέλος. Η Πόλη στις Φλόγες δε γράφτηκε σε μια μέρα, ούτε σε μερικούς μήνες, ούτε σε ένα ή δυο χρόνια. Η συγγραφή του από μόνη της ήταν ένα ταξίδι ενηλικίωσης, το ταξίδι του ίδιου του συγγραφέα, ανάμεσα στις σελίδες και τις ιστορίες των ηρώων και της πόλης του.

Όμως αυτή είναι η ευχή και η κατάρα του συγγραφέα: Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δε μπορεί να σταματήσει να γράφει. Γιατί ένας συγγραφέας μπορεί να στέκεται σ’ έναν αδιάφορο τηλεφωνικό θάλαμο στο δρόμο, και από κάπου να ακούσει μια περαστική φωνή. Ίσως να ακούσει τι λέει, ίσως να πιάσει στον αέρα απλά λίγες λέξεις, ίσως και να μην ακούσει τίποτα. Όμως μέσα σ’ αυτή την περαστική στιγμή γεννιέται μια ιστορία, κι αυτές είναι οι στιγμές της δημιουργίας, μηδαμινές, περαστικές, κι όμως συγκλονιστικές, οι στιγμές που ξέρεις ότι ήρθαν στη ζωή μόνο για λιγότερο από μια στιγμή κι άφησαν το σπόρο τους, περιμένοντας να ανθίσουν, να μεγαλώσουν, να γιγαντωθούν, να γίνουν ιστορίες, να γίνουν κόσμος, να γίνουν εμπειρίες. Αρκεί να τις αρπάξεις.

Κι έτσι ξεκινάνε όλα τα μεγάλα ταξίδια.

Υπήρχαν αλλαγές που τις ένιωθα, κομμάτια που γράφτηκαν όταν ο συγγραφέας ήταν κάποιος, και κομμάτια που γράφτηκαν όταν ο συγγραφέας ήταν κάποιος άλλος. Κάπου εκεί πριν το μεγάλο μπλακάουτ ήρθε η πατρότητα κι έφερε την αλλαγή: Την ωριμότητα, την εμβάθυνση, την ευθύνη, και μαζί την κούραση, την αδεξιότητα, το φόβο, και 800 σελίδες αυτογνωσίας μαζί με άλλες περίπου 150 απίστευτες σελίδες της στιγμής του μπλακάουτ, που περιγράφονται μοναδικά, αριστουργηματικά, και αποτελούν αδιαμφισβήτητα τη μεγάλη κορύφωση του βιβλίου- πόσο μάλλον αν σκέφτεσαι ταυτόχρονα πως αυτός ο άνθρωπος δεν είχε καν γεννηθεί τότε.

Πώς καταφέρνεις να κρατήσεις ρυθμό κι αρμονία μέσα στις χιλιάδες σελίδες και τα εκατομμύρια λέξεις που ξεχύνονται από μέσα σου σε διάστημα χρόνων, χρόνων που όλα αλλάζουν γύρω σου κι εσύ ο ίδιος; Γράφεις ξανά και ξανά. Γράφεις σα να μην υπάρχει αύριο, διαβάζεις τις λέξεις σου δυνατά. Ξανά. Γράφεις την ίδια σελίδα πέντε, δέκα, είκοσι φορές. Σβήνεις, αλλάζεις τη σειρά των λέξεων, μετακινείς τα σημεία στίξης, ξαναδιαβάζεις δυνατά. Ώρες για μια και μοναδική σελίδα, διατεθειμένος να σκίσεις κομμάτια σου και να τα παραδώσεις για πάντα στη λήθη: 400 σελίδες που έγιναν σκόνη και σκόρπισαν στην ανυπαρξία, πριν αυτό το μεγάλο έργο ανοίξει την πόρτα της απομόνωσης και βγει στον κόσμο και το φως. Εκεί που ισορροπεί μεταξύ της αρμονίας και του απόλυτου χάους, χωρίς ποτέ να παραπατά και να πέφτει. Όπως ακριβώς και σε μια πόλη χειμαρρώδη όπως η Νέα Υόρκη.

Και το καλύτερο ξέρετε ποιο είναι; Πως όλα σε όλα αυτά τα ερωτήματα μου έδωσε απαντήσεις ο ίδιος. Παράξενες κι αδέξιες ίσως οι ερωτήσεις μου, που παραδέχτηκε πως τον ρωτούσαν για πρώτη φορά. Κι ήταν υπέροχος κι ειλικρινής κι εξομολογητικός, εκείνος στην άλλη άκρη του κόσμου χωμένος στις λέξεις του, κι εγώ με τη γεύση της σαμπάνιας στο στόμα και το ρεφραίν κάποιου τραγουδιού του κόσμου του που έπαιζε ακόμα στο μυαλό μου μετά από αυτή την εμπειρία. Κι αν κάπου οι πιο παλιοί και αυστηροί αναγνώστες και μεγάλοι γνώστες διακρίνουν τα αμυδρά σημάδια της απειρίας, είμαι σίγουρη ότι θα τα παραβλέψουν. Γιατί χωρίς αμφιβολία, η Πόλη στις Φλόγες είναι ένα αριστούργημα της εποχής του.

Όχι,  δε θα μπορούσε να είχε γράψει τίποτα λιγότερο τελικά.

Για να διαβάσετε τα όσα μου έγραψε ο Garth Risk Hallberg σχετικά με το βιβλίο του και τη συγγραφή, πατήστε ΕΔΩ!

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο koukidaki

Κατερίνα Χαρίση

Η Ελλάδα και η βλακεία πάνε μαζί, τελειωμένα πράγματα. Μετά από τη μεγάλη κοιλιά του Αυγούστου και του Σεπτέμβρη, περιμένουμε με ανυπομονησία τις νέες εκδόσεις για το χειμώνα που έρχεται, κι εκτός από τα μεταφρασμένα βιβλία ξένων συγγραφέων, από Έλληνες κι Ελληνίδες συγγραφείς βλέπουμε μια επανάληψη των εκδόσεων της τελευταίας δεκαετίας, με διαφορετικό τίτλο κι εξώφυλλο.

Το κοινό-στόχος στη χώρα μας είναι πρωτίστως η ελληνίδα νοικοκυρά, αυτή η γυναίκα που στερεοτυπικά πάντα κάθεται σπίτι και φροντίζει την οικογένεια. Και μιας και στην Ελλάδα μαθαίνουμε από τα γεννοφάσκια μας ότι πάντα υπάρχει ένα κορόιδο που κάνει τα πάντα- και λέγεται μάνα και σύζυγος- γιατί κανείς άλλος δεν κάνει απολύτως τίποτα (δεν του μαθαίνει κανείς να κάνει τίποτα- το κορόιδο μάνα-σύζυγος κρατάει πιστά το ρόλο του), αυτός ο παντοτινός αιχμάλωτος της ζωής που ποτέ δεν καταφέρνει να μορφωθεί σωστά, να εξελιχθεί ως άνθρωπος, να αναπτύξει τον κύκλο του και να αφήσει τα δικά του σημάδια στον κόσμο φεύγοντας, είναι καταδικασμένος να περιφέρεται μέσα σε μια μονίμως λερωμένη κουζίνα και ακατάστατα δωμάτια, παρακολουθώντας από μακριά εκπομπές και σήριαλ που απευθύνονται σ’ αυτόν, αναζητώντας τη δικαίωση στο μεγάλο έρωτα που δε θα γνωρίσει ποτέ, σε πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενα βιβλία με ηρωίδες κατατρεγμένες γυναικούλες που θυμίζουν τους εαυτούς τους με φόντο στάνταρ μια μικρασιατική καταστροφή, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τραβούν το δρόμο τους.

biblio_0003

Τι έχουμε λοιπόν; Βιβλία που απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε αυτό το κοινό που λέγεται νοικοκυρά και τελικά το θεωρούμε και λογικό, αφού μόνο αυτές οι νοικοκυρές απ’ ότι φαίνεται διαβάζουν. Οι υπόλοιποι δεν προλαβαίνουν. Δεν προλαβαίνουν ούτε να διαβάσουν, ούτε να παρακολουθήσουν πρωινές εκπομπές, για να δουν ανάμεσα στις συνταγές μαγειρικής και τα κουτσομπολιά τις και τους συγγραφείς (οκ, κυρίως είναι τις) να μιλούν για το επόμενό τους φανταστικό …πόνημα. Ή ίσως απλά επειδή βγήκαν και λίγο παραέξω, κατάλαβαν ότι όλα αυτά είναι πίπες. Κρίση- ξεκρίση, είτε κάνεις καριέρα είτε δουλεύεις ντελίβερι σε σουβλακερί, από τη στιγμή που (ξε)φεύγεις από τα δίχτυα του σπιτιού και της ελληνικής τηλεόρασης, καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για πίπες κι όχι για τίποτα σοβαρό που να αξίζει να ασχοληθείς.

Κι όμως, οι πωλήσεις αυτών των ροζ κι ελαφρολαϊκών αναγνωσμάτων που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη λογοτεχνία χτυπούν κόκκινο, οι εκδότες τρίβουν τα χεράκια τους, οι συγγραφείς νομίζουν ότι είναι λογοτέχνες και ξεφτιλίζονται στα Social Media κυνηγώντας φαν, δηλώνοντας ότι έχουν διαβάσει τα πάντα και ναι, έχουν επηρεαστεί βαθθθθθιά από τον Ντοστογέφσκι, οι αναγνώστες με γλώσσες να κρέμονται σαν τα χαρούμενα σκυλιά περιμένουν το επόμενο αριστούργημα του κώλου και κάπως έτσι στηρίζεται ολόκληρο το σύστημα που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα και στην Ελλάδα με τέτοιο παρελθόν σε λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία, στην Ελλάδα του Αριστοφάνη και του αρχαίου δράματος, κανείς μας – ΚΑΝΕΙΣ- δεν ξέρει ούτε να τα ξεχωρίσει, ούτε να τα ονομάσει, ούτε έχει διαβάσει, ούτε πρόκειται, και αυτό που βλέπουμε είναι ηλίθια πλάσματα που αυτοαποκαλούνται διαβασμένοι και με την ευκαιρία που τους προσφέρει το διαδίκτυο αυτοβαπτίζονται και κριτικοί, και δηλώνουν περήφανα πως ό,τι καλύτερο έχουν διαβάσει ποτέ τους είναι τα βιβλία της Μαντά και της Δημουλίδου και τώρα τελευταία ξεφυτρώνουν κι άλλοι, παρόμοιοι. Και φυσικά το επόμενο βήμα, είναι αυτά τα τόσο μεγάλα αριστουργήματα που κρατούν τα νήματα της αγοράς να γίνουν ΚΑΙ σήριαλ, ώστε όσοι δεν κατάφεραν να τα διαβάσουν, να έχουν την ευκαιρία να τα παρακολουθήσουν να συμβαίνουν. Και είναι ΝΤΡΟΠΗ. Και κάπως έτσι η ηλιθιότητα στηρίζει και την ελληνική τηλεόραση. Σιχτίρια, συγχίστηκα πάλι.

Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη πλευρά τώρα. Τι γίνεται με όλους αυτούς τους πραγματικά αξιόλογους συγγραφείς; Γιατί υπάρχουν και αυτοί. Αλλά ποιος τους ξέρει; Ποιος τους διαβάζει; Έχουμε δημιουργήσει δικές μας πια, ελληνικές έννοιες της λογοτεχνίας και του συγγραφέα κι από τη μια ό,τι ξεφεύγει από αυτά τα στάνταρ το αποκλείουμε ως «βαριά κουλτούρα» και την κουλτούρα τη χλευάζουμε (γουάτ δε φακ?) από την άλλη, η άλλη πλευρά των αναγνωστών, αυτή η μερίδα αναγνωστών που θέλει να διαβάσει ένα πραγματικά καλό βιβλίο, απορρίπτει βιβλία που μπορεί όντως να είναι καλά, γιατί έχουν ηλίθιο εξώφυλλο και φέρουν το λογότυπο εκδοτικού οίκου που μας έχει φλομώσει στο μικρασιατικό, κατατρεγμένο έρωτα και δεν τολμά να το ρισκάρει. Για να μη μιλήσω και για την τιμή, κάτι που από μόνο του δεν αφήνει τα ρίσκα, και τελικά επιστρέφουμε στα γνωστά ονόματα που ήδη, δεκαετίες πριν και σε άλλες εποχές, κατάφεραν να αναγνωριστούν και τα έχουμε δοκιμάσει. Έτσι κανείς δεν ασχολείται με τα νέα, άγνωστα ονόματα και το διαφορετικό ανάγνωσμα που μας προσφέρουν κι αυτοί είναι συγγραφείς που αν αξίζουν να αντέξουν στο χρόνο, δε θα το μάθουμε ποτέ. Ούτε και οι ίδιοι θα το μάθουν.

Ξέρετε τι γράφουν οι μεγαλοεκδότες στις σελίδες τους, εκεί στην καρτελίτσα που απευθύνονται στους νέους συγγραφείς; Δε δεχόμαστε ποίηση. Δε δεχόμαστε διηγήματα! Στη γενέτειρα χώρα της ποίησης, οι εκδοτικοί ΔΕΝ δέχονται ποίηση, κι ακόμα χειρότερα, υπάρχουν κι αυτοί οι εκδοτικοί που βγαίνουν στα Social Media και λένε, «ελάτε να φτιάξουμε την επόμενη ποιητική συλλογή. Στείλτε τα ποιήματά σας και αγοράστε οπωσδήποτε τρία αντίτυπα για να έχετε δικαίωμα συμμετοχής». Τι λε ρε φίλε; Σίριουσλι; Και θεωρείσαι εκδότης; Γιατί εμένα για τυπογραφείο μου κάνεις, για να μην πω τίποτα χειρότερο.

Δεν υπάρχει πια διαχωρισμός ανάμεσα σε ριμαδόρους του τίποτα και σε ποιητές. Δεν υπάρχει πια λογοτέχνης και γραφιάς. Όλοι, βράζουν στο ίδιο καζάνι της ανυπαρξίας και της ηλιθιότητας.

Και… στην τρίτη άκρη όλης αυτής της καρναβαλίστικης γιρλάντας που λέγεται βιβλίο στην Ελλάδα, υπάρχουν και οι ομάδες βιβλίων των Social Media. Και όχι, δεν πρόκειται ούτε για σοβαρά λογοτεχνικά περιοδικά, ούτε για κριτικούς λογοτεχνίας, ούτε καν για δάσκαλους που θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν το αναγνωστικό κοινό και να το εκπαιδεύσουν και να το στρέψουν προς τις σωστές κατευθύνσεις, ανοίγοντάς τους τα μάτια. Όχι. Η πλειοψηφία αυτών των ομάδων, είναι πελατοθηρικές, στημένες από αδαής ανθρώπους που απλά δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν και μαζεύουν μέσα όοοολον αυτό το συρφετό πανομοιότυπων δήθεν λογοτεχνών, με κύριο στόχο το τζάμπα βιβλίο από τους εκδότες και τους συγγραφείς, και τη φωτογραφία που αποδεικνύει ότι «ναι, εγώ τον γνώρισα προσωπικά τον κύριο Τάδε και γίναμε φιλαράκια και δείτε με ποιος είμαι, είμαι κάποιος».

Αυτές λοιπόν είναι οι βιβλιοφιλικές ομάδες και οι διαχειριστές που θεωρούν ότι κάτι κάνουν σημαντικό, περιφέρονται από παρουσίαση σε παρουσίαση και βγάζουν φωτογραφίες αναμεταδίδοντας τον …λογοτεχνικό παλμό της εποχής, ανεβάζουν ολόκληρους διθυράμβους για τις βλακείες που κυκλοφορούν η μια μετά την άλλη από τους ανορθόγραφους γραφιάδες του τίποτα και της ανύπαρκτης παιδείας, κληρώνουν τα σκουπιδοπονήματα και βραβεύουν την ηλιθιότητα και ναι, οι Έλληνες αγαπούν το τζάμπα και την ηλιθιότητα και συγχαρητήρια για την κατάντια μας και δεν υπάρχει δικαιολογία.

Οι γραφιάδες-δημιουργοί που πρώτοι-πρώτοι γίνονται μέλη αυτών των ομάδων για να παρακολουθούν τη σοβαρή πορεία τους, πιστεύουν ακόμα περισσότερο στο πόσο σημαντικοί είναι και στήνονται μερόνυχτα μπροστά στις οθόνες τους γλείφοντας το κοινό τους, γράφουν από μόνοι τους ό,τι τους έρχεται στο μυαλό για το βιβλίο τους, το βαθμολογούν κιόλας, του κοτσάρουν και καμιά μαντινάδα σ’ ένα βιντεάκι, το φωτογραφίζουν πάνω σ’ ένα τραπεζάκι τριανταφυλλιάς στο σπίτι τους με φόντο τη θάλασσα και στην άκρη κάποιο πίνακα αντίγραφο που ψώνισαν από το Μοναστηράκι, κοροϊδεύουν τους αναγνώστες πουλώντας τους το παραμύθι της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης βάζοντάς τους να διορθώνουν και να φτιάχνουν εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα ΤΖΑΜΠΑ, αυτοβαφτίζονται συγγραφείς, ποιητές, λογοτέχνες, διατυμπανίζουν τις μαλακίες που τους γράφει ο κάθε ανορθόγραφος με γκρικλις στο ίνμποξ για το αριστούργημά τους, ενώ ταυτόχρονα εκλιπαρούν κάθε σοβαρό άνθρωπο εκεί έξω να διαβάσει το βιβλίο τους και να γράψει κάτι, οτιδήποτε. Και κανείς σοβαρός δεν έχει να γράψει κάτι, οτιδήποτε για κάτι που είναι τίποτε. Μόνο οι αυτοαποκαλούμενοι κριτικοί γράφουν, κι αυτό που γράφουν είναι μια περιεκτικότατη περίληψη του βιβλίου αποκαλύπτοντας την ιστορία. Άντε ρε χεστείτε.

Πού πήγε η λογοτεχνία; Πού πήγαν τα καλά βιβλία; Μην περιμένετε να έρθουν μόνα τους σε σας, δεν πρόκειται. Ανοίξτε τα μάτια σας και ψάξτε.

Κατερίνα Χαρίση