Archive for the ‘Συνέντευξη’ Category

Θα ήθελα να μάθω τη χειρότερη στιγμής της συγγραφής του βιβλίου Πόλη στις Φλόγες. Αν έφτασες κάπου και κόλλησες, ανήμπορος να συνεχίσεις. Αν σκέφτηκες ποτέ πως είναι αδύνατο να παραμείνεις πιστός στην ίδια ιστορία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ενδιαφέρουσα ερώτηση, και ομολογώ πως κανείς δε με έχει ξαναρωτήσει κάτι τέτοιο ως τώρα. Δεν είμαι σίγουρος πως το καλύτερο ή χειρότερο, καλό ή κακό, είναι οι κατάλληλες λέξεις για να περιγράψεις τις στιγμές της συγγραφής, γιατί όταν αποφασίζεις να μπεις βαθιά σ’ αυτόν τον κόσμο, τα όρια μοιάζουν να εξαλείφονται. Είναι και απερίγραπτη ευχαρίστηση, και απίστευτο μαρτύριο, πολλές φορές και τα δύο μαζί ταυτόχρονα. Όμως πράγματι, θυμάμαι μια πολύ δύσκολη στιγμή του.

Κόντευα να τελειώσω το πρώτο draft- το πρώτο πέρασμα- όταν η γυναίκα μου ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος στο πρώτο μας παιδί. Κι εγώ σκέφτηκα: Εντάξει, έχω άλλους εννιά μήνες μέχρι το μωρό να γεννηθεί, μπορώ απλά να επιταχύνω στις τελευταίες σελίδες και να το τελειώσω. Αλλά μετά το ξανασκέφτηκα: Όχι. Ίσως καλύτερα να προσπαθήσω απλά να φτάσω στο σημείο πριν το μπλακάουτ. Γιατί για να γράψω την υπόλοιπη ιστορία, μετά το μπλακάουτ, πρέπει να είμαι ένας διαφορετικός άνθρωπος, ένας άλλος από αυτόν που ξεκίνησε να γράφει αυτή την ιστορία, και ίσως το γεγονός ότι θα γίνω πατέρας να φέρει αυτή την αλλαγή μέσα μου – (υπάρχουν πολλά στοιχεία σχετικά με την οικογένεια, τους γονείς και τα παιδιά μέσα στο βιβλίο).

Έτσι τέλειωσα το draft του έκτου μέρους ακριβώς μια μέρα πριν γεννηθεί ο γιος μου, κι αυτό που μου απέμεινε ήταν απλά να γράψω για το μπλακάουτ. Τελικά ανακάλυψα ότι το πρώτο μου καλοκαίρι ως πατέρας με βρήκε όντως διαφορετικό άνθρωπο, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμενα, όχι σοφότερο και ωριμότερο, αλλά αντίθετα αργοκίνητο, μουδιασμένο, κουρασμένο. Άρχισα να ξυπνάω στις 4 τα ξημερώματα για να βάλω το μωρό πάλι να κοιμηθεί, κι ύστερα να αρχίσω να γράφω κάτω από το θολό φως μιας μικρής λάμπας. Μου φαινόταν αδύνατο, ένιωθα πως είχα μπροστά μου ένα χάος, κι εκείνο το καλοκαίρι ήταν από τα πιο δύσκολα και ζεστά που είχα ζήσει.

Το μπλακάουτ μου πήρε πολλούς μήνες για να το γράψω, κι έναν ολόκληρο χρόνο επιπλέον για να το ξαναγράψω και να το φέρω στην τελική μορφή του. Όμως σκεφτόμουν: Εντάξει, ίσως αυτό να είναι το σωστό, ίσως έτσι πρέπει να γίνει. Είμαι στο σκοτάδι, μες τη ζέστη του καλοκαιριού, όπως ακριβώς και οι ήρωές μου, κι ακροβατώ μαζί τους μεταξύ της λογικής και της τρέλας. Και σίγουρα μετά από 800 σελίδες, κι οι αναγνώστες θα είναι πιο αργοί και κουρασμένοι. Είμαστε μαζί σε όλο αυτό.

 

Σκέφτηκες ποτέ να τα παρατήσεις; Πως δε θα κατάφερνες να ανταπεξέλθεις και δεν θα μπορούσες να κρατήσεις το ρυθμό του μέχρι το τέλος;

Σίγουρα υπήρξαν στιγμές που φοβήθηκα πως θα έχανα το ρυθμό όπως είπες, αλλά ούτε μια στιγμή δε σκέφτηκα να τα παρατήσω. Ο στόχος μου πάντα είναι να γράφω λες και δεν υπάρχει αύριο, λες και αύριο θα είμαι νεκρός, έτσι, ακόμα κι αν ήμουν 60 χρονών κι έγραφα αυτό το τρελό βιβλίο, τουλάχιστον θα ήξερα πως έκανα αυτό που αγαπώ.

 

Αλήθεια τώρα, γιατί γράφεις; Λένε πως είναι κατάρα κι ευλογία μαζί. Το νιώθεις ποτέ σαν κατάρα; Νιώθεις εικόνες και λέξεις και ιστορίες να γεμίζουν το μυαλό σου την πιο λάθος στιγμή, που δεν υπάρχει τρόπος να τις γράψεις ή έστω να κρατήσεις σημειώσεις και χάνονται για πάντα, ενώ θα μπορούσαν να είναι η καλύτερή σου στιγμή; Υπάρχουν ιστορίες που δε βρίσκουν το δρόμο τους στο χαρτί;

Πιστεύω πως η συγγραφή είναι ένα είδος θλίψης. Το μεγαλύτερό μου όνειρο ως έφηβος ήταν να γίνω ποιητής, κι υπάρχει μια ολόκληρη γενεαλογία στην ποίηση που πηγαίνει πίσω στην προφητική παράδοση, υπάρχει το ποίημα ως όραμα που έρχεται μέσα σου χωρίς να το έχεις ζητήσει και χωρίς να το περιμένεις. Δεν μπορώ να πω κάτι ανάλογο για τη δική μου δουλειά, αλλά πάντα έχω την αίσθηση πως αυτό που κάνω δεν είναι κάτι συνηθισμένο, ούτε ακριβώς στα πλαίσια της λογικής. Ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας Ντέιβιντ Μάμετ, είπε κάποτε πως οι συγγραφείς γράφουν για να γεφυρώσουν το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ συνειδητού κι ασυνειδήτου. Κι η αλήθεια είναι πως ναι, υπάρχουν περισσότερες στιγμές που το μυαλό μου είναι γεμάτο από ιδέες και ιστορίες από τις στιγμές που νιώθω αρκετά σίγουρος ότι μπορώ να τις γράψω.

 

Πώς γεννιέται ένα βιβλίο; Σε εμπνέουν οι άνθρωποι γύρω σου και η ζωή; Η ιστορία του κόσμου ή άλλες ιστορίες που έχουν ειπωθεί;

Αυτό έχει σχέση λίγο και με την προηγούμενη ερώτηση… Απλώς δεν ξέρω. Μπορεί να στέκεσαι δίπλα σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο μπροστά σε κάποιο τυχαίο φαστφουντάδικο ας πούμε το 1997, και από κάπου παραπέρα ακούς μια φωνή και ξαφνικά μια ιδέα γεμίζει το μυαλό σου. Θέλεις να μάθεις σε ποιον ανήκει αυτή η φωνή, ποιος είναι, ποια είναι η ιστορία του. Δεν την είχες πριν, την έχεις τώρα. Από πού ήρθε; Είναι και λίγο σαν εμμονή, σαν μια κατάληψη: Υπάρχει μια ιστορία εδώ, κι αν δεν τη γράψω, κανείς δε θα τη δει. Μια αναλαμπή. Ο Χένρι Τζέιμς αναφέρει ότι κάποτε άκουσε κάποιον να λέει ένα ανέκδοτο σ’ ένα τραπέζι την ώρα του δείπνου και ήξερε αμέσως ότι εκείνη ήταν μια ιστορία που θα έγραφε. Το πιο δύσκολο κομμάτι στη δουλειά του συγγραφέα, θα έλεγα πως είναι το να παραμένει ανοιχτός σε τέτοιου είδους εμπνεύσεις. Να παρατηρεί.

 

Παίζεις με τις λέξεις στις προτάσεις όταν γράφεις; Πιστεύεις πως ακόμα και η λάθος σειρά των λέξεων σε μια πρόταση μπορεί να καταστρέψει τη ροή, το ρυθμό; Ξαναγράφεις; Πόσες φορές; Φοβάσαι να πετάξεις σελίδες;

Έχω πάθος με το ξανά-γράψιμο και ανησυχώ πολύ για τις προτάσεις, για τον ήχο τους, το ρυθμό τους. Πιστεύω πως ακόμα και μια λάθος λέξη, ακόμα και η λάθος ορθογραφία σε μια σωστή λέξη (για παράδειγμα το δέντρο gingko μπορεί να γραφτεί εξίσου σωστά και gingko και ginkgo- αλλά μόνο ο ένας τρόπος «ηχεί» σωστά σε μένα) μπορεί να πετάξει τον αναγνώστη από το ρυθμό και να τον αποσυντονίσει, συνήθως ασυνείδητα. Διαβάζω τα πάντα δυνατά και πολλές φορές. Μου παίρνει περίπου δέκα ώρες για να ολοκληρώσω μία και μοναδική σελίδα, και μπορεί να την έχω ξαναγράψει από πέντε έως και είκοσι (!) φορές.

Όσο για το αν πετάω σελίδες: Είναι πάντα τρομακτικό, αλλά και πάντα απαραίτητο. Κατά κάποιον τρόπο, είναι κι ένα είδος κάθαρσης. Και πάλι όμως, μπορεί να καταστρέψεις ένα ολόκληρο έργο αφαιρώντας το λάθος κομμάτι, ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή φαίνεται ότι είναι το σωστό/λογικό. Ακόμα κάτι που έχει πει ο μεγάλος Μάμετ: Οι καλοί συγγραφείς θα πετάξουν αυτό που οι κακοί συγγραφείς θα κρατούσαν, μα οι σπουδαίοι συγγραφείς θα κρατήσουν αυτό που οι καλοί θα πετούσαν.

Σε αυτό το βιβλίο, είτε το πιστεύεις είτε όχι, έκοψα 400 ολόκληρες σελίδες πριν δει οποιοσδήποτε το χειρόγραφο. Θεώρησα απαραίτητο να γράψω ελεύθερα και χειμαρρώδη, να γράψω πέρα από τους κανόνες και τα όρια, ως εκεί που αρχίζει το χάος, κι ύστερα να κόψω ως εκεί που το βιβλίο θα ισορροπεί μεταξύ λογικής και χάους, αλλά χωρίς ποτέ να παραπατά και να προσπερνά το όριο αυτό. Ήθελα να αποδώσω με ακρίβεια την επίδραση που ασκεί σε μένα η Νέα Υόρκη: Ξέρεις ότι υπάρχει η απόλυτη τάξη μέσα στο χάος της, έχει τη δική της μουσική, κι είναι μια πόλη τόσο μεγάλη και υπερβολική, που πάντα μοιάζει έτοιμη να παραδοθεί στην αναρχία. Ίσως να μην μπορεί κανείς να προσδιορίσει αυτή τη μουσική της, αλλά δε θα της ταίριαζε τίποτα λιγότερο από ένα ογκώδες και μεγάλο έργο.