Μια νουβέλα με καταπληκτικούς χαρακτήρες, – μέσα και έξω από στερεότυπα – ένα μικρό Γαλλικό χωριό την περίοδο της ναζιστικής κατοχής και μια φουρνάρισα που πρέπει κάθε πρωί ζυμώνοντας 12 μπαγκέτες να ψήσει 14.

Σε ένα πολύ απλοϊκό διαχωρισμό υπάρχουν δυο μορφών ιστορικές νουβέλες. Αυτές που είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και γνώσεων με λαμπρό παράδειγμα αυτές του Robert Graves που δεν είναι απλά ιστορικές νουβέλες αλλά μαθήματα ιστορίας και υπάρχουν και αυτές που ναι μεν λαμβάνουν χώρο σε ιστορικές περιόδους με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, αλλά είναι γέννημα περισσότερο της φαντασίας του συγγραφέα παρά της αλήθειας. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις ανάλογα με το πόσο η φαντασία του συγγραφέα προκαλεί την αλήθεια και το χειρότερο παράδειγμα είναι ο Μίκα Βαλτάρι που αυτοσχεδιάζει με την ιστορία.

biblio_17_0026O Stephen P. Kiernan είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας έχοντας στο βιογραφικό του άλλες δυο νουβέλες. Οι προηγούμενες δουλειές του (το The Hummingbird και το The Curiosity) ακροβατούσαν μεταξύ ιστορίας και επιστημονικής φαντασίας και γι’ αυτό πιθανώς δεν είχαν και την ανταπόκριση που περίμενε ο συγγραφέας και ο εκδοτικός οίκος. Αλλά στο τελευταίο του βιβλίο, The Baker’s Secret που μόλις εκδόθηκε, από ό,τι φαίνεται η φαντασία και ειδικά η επιστημονική φαντασία μπήκαν για λίγο στην άκρη και κυριάρχησαν ο ρεαλισμός και η ιστορική αλήθεια.

Η ιστορία ξεκινάει λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η 12χρονη Emma πιάνει δουλειά στο φούρνο του θείου-Ezra για να μάθει την τέχνη του ψωμιού. Μέσα σε ένα χρόνο ξεκινάει ο πόλεμος και βλέπουμε πια την ήρεμη ζωή του μικρού χωριού να βιώνει το χαμό πατεράδων, συζύγων και αδερφών στον πόλεμο, να βυθίζεται στην ναζιστική κατοχή και στο τέλος τον θείο-Ezra να ακολουθεί την μοίρα όλων των Εβραίων κατά τη περίοδο του ναζισμού με το φουρνάρικο να κλείνει και την Emma, που στο μεταξύ έχασε τον πατέρα της, να απομονώνεται στο σπίτι της.

Ο Stephen P. Kiernan κάνει πολύ καλή δουλειά στην περιγραφή καταστάσεων και χαρακτήρων. Και όλοι οι χαρακτήρες που φαντάζεστε είναι εκεί, από τον χαφιέ της Γκεστάπο μέχρι τον αντιστασιακό ή αυτόν που ακούει κρυφά BBC. Αλλά αυτούς του χαρακτήρες τους περιμένεις να είναι στο βιβλίο, εκεί που ο Kiernan κάνει την καταπληκτική δουλειά είναι με τους απλούς χαρακτήρες, τους απλούς χωρικούς που προσπαθούν απλά να επιβιώσουν για άλλη μια μέρα κάτω από τη Γερμανική μπότα, που έχουν – όπως και η Emma – χάσει κάθε ελπίδα απελευθέρωσης και παλεύουν για να μην πεθάνουν.

Εκεί κάπου ξεκινάει και η πραγματική ιστορία. Η Emma έχει πάψει βέβαια να πηγαίνει στο φούρνο αλλά συνεχίζει να φτιάχνει ψωμί στο σπίτι της για την οικογένειά της και τους φίλους. Μια μέρα που ο τοπικός διοικητής – με όλα τα ναζιστικά πρότυπα, κάθαρμα – μυρίζει το ψωμί, το δοκιμάζει και αποφασίζει ότι από εκείνη τη μέρα και για κάθε μέρα, η Emma θα φτιάχνει 12 μπαγκέτες για τη φρουρά του χωριού. Αυτό όμως σημαίνει ότι όχι μόνο δεν θα μπορεί να φτιάχνει μπαγκέτες για συγγενείς και φίλους αλλά και πόσο πιο καλά θα ήταν να μπορούσε να φτιάχνει αυτές τις μπαγκέτες με τα υλικά των ναζί. Έτσι αρχίζει να πειραματίζεται με τους ναζί και την …γεύση τους.

Η ιστορία του Kiernan καταλήγει μετά την απελευθέρωση, με την Emma να έχει ζήσει στο μεταξύ διάφορες περιπέτειες που θα την περάσουν από τον χαφιέ του χωριού, τον αντιστασιακό μέχρι τα κρατητήρια της Γκεστάπο. Η αλήθεια είναι ότι και η ιστορία δεν έχει εκπλήξεις, δεν θα μπορούσε άλλωστε, για το θέμα έχουν ήδη γραφτεί εκατοντάδες για να μη πω χιλιάδες βιβλία σε όλη την Ευρώπη και ουτε το τέλος του βιβλίου σου προκαλεί κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο έχει δυο πολύ θετικά σημεία. Παρόλο ότι έχουν γραφτεί εκατοντάδες ίσως χιλιάδες βιβλία με θέμα την κατοχή και όλα τους έχουν τους χαρακτήρες του χαφιέ και του αντιστασιακού, στο The Baker’s Secret, ο Kiernan δίνει έμφαση στον απλό χωριάτη που τις περισσότερες φορές υπάρχει μόνο σαν γέμισμα και κομπάρσος στα υπόλοιπα βιβλία.

Το δεύτερο είναι ότι ο ταλαντούχος Kiernan επιτέλους βρήκε την ταυτότητά του σαν συγγραφέας και μετά την μη επιτυχία του Curiosity – προσπαθώ να είμαι ευγενικός – έδειξε ότι καλό θα ήταν να περιμένουμε την επόμενη δημιουργία του και να μην το αγνοήσουμε στο μέλλον.

Το βιβλίο ήρθε και την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν τις καλοκαιρινές διακοπές και ελπίζοντας ότι ο συγγραφέας θα με συγχωρέσει, είναι από τα πιο καταπληκτικά βιβλία που μπορώ να φανταστώ σε παραλία και ξαπλώστρα.

Όσο ειρωνικό κι αν ακουστεί, αν και δεν πιστεύω ότι το βιβλίο θα κάνει τη θριαμβευτική πορεία ταυτόχρονα δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση αν το Χόλυγουντ το κάνει ταινία με τίποτα πρωτοκλασάτα αστέρια.

Το βιβλίο The Baker‘s Secret του Stephen P. Kiernan είναι εκδόσεις William Morrow, κυκλοφόρησε στις 2 Μαΐου 2017 και ήδη υπάρχει σε κάθε μορφή συμπεριλαμβανομένης και της ψηφιακής.

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί κάποιος που βρίσκεται, έστω στην πέμπτη δεκαετίας της ζωής του και ακόμα δημιουργικός και ενεργός στο χώρο του αισθάνεται την ανάγκη να γράψει τα …απομνημονεύματά του. Για να μη πω, ότι όταν το κάνουν κάτι διάττοντες αστέρες της μουσικής ή του κινηματογράφου, δεν μπαίνω καν στον κόπο να κοιτάξω το εξώφυλλο του βιβλίου τους. Μιλάμε για θρασύτατη αρπαχτή.

biblio_17_0024.gifΈτσι όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και μάλιστα με σκληρό εξώφυλλο του γνωστού ηθοποιού Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir / Παρ’ όλα αυτά: Απομνημονεύματα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να βάλω τα γέλια και ο λόγος … ο λόγος Saturday Night Live. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Saturday Night Live είναι γνωστή εβδομαδιαία κωμική σειρά στην αμερικανική τηλεόραση με σκετσάκια όπου ο Alec Baldwin μιμούμενος καταπληκτικά τον Ντόναλντ Τραμπ, τον έχει στη κυριολεξία ξεσκίσει.

Πριν από αυτό είχε προηγηθεί μια ακόμα σειρά, που δεν έχω ιδέα αν έχει προβληθεί στην Ελλάδα, με την Ελληνοαμερικανίδα Tina Fey, το 30 Rock, εξ’ ίσου καταπληκτική, με τον Baldwin στο ρόλο ενός υπερσυντηρητικού καπιταλιστή, οπαδού του Ρήγκαν, διευθυντή τηλεοπτικού καναλιού. Με τις δυο αυτές σκέψεις να δικαιολογούν το γέλιο, αποφάσισα να βάλω το βιβλίο στην άκρη για να το διαβάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με τα άλλα καμιά κατοστή βιβλία που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και που στο τέλος όχι απλά δεν τα διαβάζω άλλα τα μοιράζω σε φίλους για να κάνω χώρο για την επόμενη εκατοντάδα.

Στην πορεία λοιπόν προς τα «θα δούμε», έριξα μια ματιά στην εισαγωγή του βιβλίου που ένα από τα πρώτα πράγματα που γράφει ο αξιότιμος κύριος Baldwin είναι ότι αυτό το βιβλίο το έγραψε όχι γιατί πραγματικά ήθελε να το γράψει αλλά γιατί του πρόσφεραν καλά λεφτά για να το κάνει. Βαριά δόση ειλικρίνειας. Έτσι μεταφέρθηκε δίπλα στον καναπέ και τις επόμενες μέρες ανάμεσα σε άλλα διαβάσματα κατάφερα να τελειώσω τις 200+ σελίδες κειμένου.

biblio_17_0023.gifΟ Baldwin δεν είναι συγγραφέας, είναι ηθοποιός και κατ’ εμέ παρόλο πουτον λατρεύω σαν Τραμπ και μου άρεσε πολύ στο 30 Rock, δεν θα έλεγα ότι είναι από τους πρωτοκλασάτους ή ότι θα γίνει ο αυριανός Nicolson. Άλλωστε αν εξαιρέσεις το «The Hunt for Red October» στο ρόλο του Jack Ryan δίπλα στον Sean Connery, η παρουσία του και η αναγνωρισιμότητά του είναι κυρίως τηλεοπτική. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι να το ξέρουν από το γάμο του και ειδικά το διαζύγιό του με την Kim Basinger.

Ηθοποιός λοιπόν ο Baldwin και φαίνεται στο βιβλίο του ότι δεν είναι συγγραφέας. Μάλιστα – και αυτό εγώ τουλάχιστον το βάζω στα θετικά στοιχεία του βιβλίου – έχει γραφτεί από τον ίδιο κι όχι κάποιον φτωχό ghostwriter που πληρώθηκε ψίχουλα για να κάνει αρπαχτή ο Baldwin. Το γράψιμό του είναι πιθανώς όπως μιλάει ή δίνει συνεντεύξεις γιατί υπάρχουν ακόμα και έντονα συντακτικά ή γραμματικά λάθη που φαντάζομαι ο εκδότης επίτηδες τα άφησε να περάσουν.

Ο Baldwin δεν ωραιοποιεί καθόλου την παιδική του ηλικία και τη φτώχεια της οικογένειάς του, ούτε τους κόπους του και την πάλη για να γίνει ηθοποιός και το κάνει χωρίς να υπερθεματίζει και να υπερβάλλει. Δεν το δραματοποιεί. Ήταν φτωχός και έζησε τη μιζέρια. Αυτά. Όπως είναι φυσικό σε κάποια σημεία φαίνεται η ζήλεια ή ο εγωισμός του ηθοποιού, ειδικά στις αναφορές του στον Harrison Ford που δεν σου αφήνει κανένα λόγο να αμφισβητήσεις την αντιπάθειά του προς τον ηθοποιό που του «έκλεψε» στη συνέχεια το ρόλο του Jack Ryan. Αυτό σε απόλυτη αντίθεση για τους ύμνους που γράφει για τους Ben Affleck και Tina Fey που ο θαυμασμός του είναι σε συνδυασμό με το ταλέντο και των δυο στο γράψιμο.

Για την Kim Basinger από ό,τι φαίνεται ό,τι ήταν να πει το είπε κατά τη διάρκεια του πολύ περιπετειώδους και προβεβλημένου από σκανδαλοθηρικά περιοδικά διαζυγίου τους. Εδώ ασχολείται περισσότερο με την κόρη του ίσως και σε μια προσπάθεια, έστω και μέσω του βιβλίου να της δείξει την αγάπη του και πιθανώς σαν συγνώμη για τα λάθη του μαζί της. Σαφώς περνάει από όλες τις στιγμές της καριέρας του, καλές ή άσχημες, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά όπως έγραψα και πριν, ήρεμα, σαν να τα λέει σε μια παρέα ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Για να πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν αξίζει να αγοράσει κάνεις αυτό το βιβλίο εκτός κι αν είναι συλλέκτης αυτής της μορφής των βιογραφιών και φαν του Baldwin. Δεν είμαι αρνητικός αλλά θα το διαβάσεις μια φορά – ευχάριστα – και μετά θα μπει στη μάζα που πιθανώς σε κάποια μετακόμιση να ξεφορτωθείς. Αλλά αν πέσει στα χέρια σας κάπως, γι’ αυτή τη μια φορά, ξεφυλλίστε το, έχει κάποιες αστείες και κάποιες πολύ αληθινές στιγμές.

Το βιβλίο του Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir είναι εκδόσεις Harper, κυκλοφόρησε στις 4 Απριλίου 2017 και προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο σε σκληρό εξώφυλλο και προσωπικά αμφιβάλλω αν θα κυκλοφορήσει σε άλλη μορφή.

Δεν ξέρω πώς διαλέγουν οι άλλοι τα βιβλία που θα διαβάσουν, αλλά εγώ είμαι παρορμητικός τύπος. Πολλές φορές αρκεί ένα εξώφυλλο που θα μου τραβήξει την προσοχή, μια φράση από την περίληψη ή μόνο ο τίτλος. Δεν το ψάχνω πολύ, αν μου κάνει κλικ θα το διαβάσω κι ας μου βγει και σε κακό.

Το «Τελευταία έξοδος» του Federico Axat μου τράβηξε αμέσως την προσοχή με το έντονο μπλε και κόκκινο εξώφυλλό του και το ξεκίνησα έχοντας διαβάσει στα πεταχτά το οπισθόφυλλο χωρίς να το σκεφτώ και πολύ. Αλλά και να έδινα προσοχή στο οπισθόφυλλο δεν θα είχε και πολλή σημασία γιατί στην ουσία δεν λέει τίποτα σημαντικό και διαβάζοντάς το δεν μπορείς να φανταστείς τι θα ακολουθήσει.

biblio_17_0025.gifΤο βιβλίο είναι ένα παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Αλλιώς ξεκινάει, αλλιώς συνεχίζει, αλλάζει συνεχώς πορεία, κάνει κύκλους, πάει μπροστά, πάει ΄πίσω, σε ζαλίζει σαν το τρενάκι του λούνα παρκ. Κάθε φορά που νομίζεις ότι καταλαβαίνεις πού το πάει ,ο συγγραφέας σου κλείνει πονηρά και ελαφρώς ειρωνικά το μάτι και σε πάει αλλού.
Είναι page turner και το διασκέδασα πολύ, είναι από τα βιβλία για τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται τα κλισέ ¨διαβάζεται απνευστί», «δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου». Έτσι κι εγώ λοιπόν δεν το άφησα και το τελείωσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο γιατί ήθελα να δω τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία.

Τι είναι αλήθεια, τι είναι ψέμα, τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Τι συμβαίνει με τον Τεντ; Τι είναι αυτή η μυστηριώδεις οργάνωση αυτοχείρων; Ποιος ο ρόλος της γιατρού; Που θα καταλήξει όλο αυτό το μπέρδεμα;

Πολύ διασκεδαστικό βιβλίο, αγωνιώδες, γρήγορο και ανατρεπτικό. Στα μείον του οι χαρακτήρες που δεν είχαν ιδιαίτερο βάθος, ότι το τέλος αφήνει κάποια πράγματα να αιωρούνται και ότι υπάρχουν κάποιες τρύπες στην πλοκή(στις οποίες δεν έδωσα πολλή σημασία γιατί διάβαζα με καταιγιστικούς ρυθμούς). Ευτυχώς δεν είναι από αυτά τα θρίλερ που το παρακάνουν στις αιματηρές και ανατριχιαστικές περιγραφές ,αλλά στηρίζεται περισσότερο στο μυστήριο και στην περιέργεια που προκαλεί στον αναγνώστη να μάθει τι συμβαίνει.

Ειρήνη Προϊκάκη

********************************************

To άρθρο της Ειρήνης Προϊκάκη,
συμπεριλαμβάνεται στο πέμπτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

Ovi_greece_0517_004a.gif

Με το είδος βιβλία τρόμου, δεν μπορώ να πω ότι έχω και την καλύτερη σχέση. Λίγα είναι τα βιβλία τρόμου που έχουν κρατήσει το ενδιαφέρον μου και αν εξαιρέσω τον Κινγκ – αν θα μπορούσες να τον χαρακτηρίσεις συγγραφέα βιβλίων τρόμου – και λίγους ακόμα, οι περισσότεροι το μόνο που κάνουν είναι να αναμασούν ιστορίες του Λάβκραφτ ή να φτιάχνουν ιστορίες παρατραβηγμένες από παιδικούς εφιάλτες χωρίς κανένα πραγματικό νόημα και αξία.

biblio_17_0022.gifΕδώ κάπου, όσο περίεργο και να ακουστεί, ένας καθαρά κινηματογραφικός ήρωας δημιούργησε ένα καινούργιο παρακλάδι στην κατηγορία βιβλίων τρόμου που ταυτόχρονα μπορεί να είναι και σύγχρονο κι όχι βυθισμένο σε γκόθικ ονειρώξεις. Τα βιβλία τρόμου που συνδιάζουν περιπέτεια σε σύγχρονο περιβάλλον και σύγχρονα μέσα και ο ήρωας αυτός είναι φυσικά ο Ιντιάνα Τζόουνς. Είναι σαν το Τζουράσικ Παρκ αλλά αντί για δεινόσαυρους με δαίμονες.

Η ιστορία μας μεταφέρει στο όρος Αραράτ, όπως και ο τίτλος του βιβλίου, Ararat, και στην επιτέλους ανακάλυψη της κιβωτού. Παρενθετικά, το μυστήριο της κιβωτού και η πιθανή του θέση στην Τουρκία, στο όρος Αραράτ, έχει απασχολήσει σοβαρά από επιστήμονες μέχρι κυνηγούς θησαυρών τουλάχιστον τους τελευταίους τρεις αιώνες και μάλιστα πριν από τέσσερα χρόνια το National Geographic επένδυσε σε μια τέτοια αποστολή που δυστυχώς απέτυχε. Συν το μυστήριο μιας Ιαπωνικής αποστολής, χρηματοδοτούμενη από την Ιαπωνική κυβέρνηση, πριν από επίσης τέσσερα χρόνια που κινηματογράφησε μάλιστα και το σπήλαιο που βρήκαν -υποτίθεται- την κιβωτό και από τότε δεν έχει κάνει καμία άλλη ανακοίνωση.

Αλλά για να επιστρέψουμε στην ιστορία μας. Ο Adam και η  Meryam είναι κινηματογραφιστές ντοκιμαντέρ και συγγραφείς που ετοιμάζονται να παντρευτούν όταν ξαφνικά γίνεται σεισμός στην Τουρκία και ενημερώνονται ότι έχει ανοίξει μια σπηλιά στο βουνό που έχει δείγματα της κιβωτού. Έτσι η νύφη παρατάει το νυφικό και ο γαμπρός το κουστούμι, βάζουν αρβύλες και αμπέχονο και τρέχουν στην Τουρκία να δουν τι συμβαίνει. Και κάπως έτσι ξεκινάει η περιπέτεια.

Περιπέτεια, γιατί παρά τις αναφορές και τις αναλύσεις της βίβλου όλα είναι πιθανά, από εξωγήινους μέχρι άλλες διαστάσεις και από τέρατα ξεχασμένα στο χρόνο μέχρι δαίμονες. Και ενώ όσο αυτό το μη εξηγήσιμο στοιχείο βάφει με αίμα τους πρόποδες του Αραράτ, εσύ, ο αναγνώστης, ζεις μαζί με το ζευγάρι Adam και Meryam, όλες τις αμφιβολίες που ξεκινάνε από το επιστημονικό τους μυαλό και την ανάγκη τους για λογικές αιτιάσεις. Και να σας πω την αλήθεια αυτό ήταν που τουλάχιστον εμένα μου άρεσε περισσότερο. Δεν υπήρχε κανένας δαίμονας που να κινείται ανάμεσα σε πεντάλφα με γαμψά νύχια και κοφτερή ουρά. Εδώ ήταν δυο επιστήμονες που προσπαθούν να εξηγήσουν τα φαινόμενα γύρω τους με τη λογική του επιστήμονα που παρατηρεί και αναλύει σύμφωνα με τους νόμους της φύσης. Μάλιστα για μένα τουλάχιστον, η απουσία αυτού ακριβώς του κλισέ με τα πεντάλφα και τους κουκουλοφόρους ιερείς το έκανε ακόμα πιο τρομακτικό.

Εδώ έχεις να κάνεις με μια οντότητα που υπερβαίνει την επιστημονική σκέψη αλλά πρέπει να την αντιμετωπίσεις με την λογική και την τεχνογνωσία που σου δίνει η εποχή σου και οι γνώσεις σου χωρίς κανένα μαγικό ραβδάκι σαν αυτά του Χάρι Πότερ.

Το βιβλίο Ararat είναι γραμμένο από τον Christopher Golden σε κινηματογραφικούς ρυθμούς συνεχής δράσης και περιπέτειας ώστε να σε κρατάει μέχρι την τελευταία σελίδα. Αλώστε ο Christopher Golden είναι άνθρωπος της οθόνης, μικρής και μεγάλης. Η πένα του έχει συμμετάσχει σε πολλά σενάρια της σειράς με την γνωστή βρικολακοσκοτώστρα Buffy, ενώ έχει γράψει τα κείμενα για σειρά από graphic novels και κόμικς που συμπεριλαμβάνουν από τους X-Men μέχρι τον Hellboy.

Το βιβλίο Ararat του Christopher Golden είναι εκδόσεις St. Martin’s Press. Ημέρα έκδοσης η 18η Απριλίου και προς το παρόν υπάρχει μόνο με σκληρό εξώφυλλο στα αγγλικά. Από τα βιβλία που τουλάχιστον για τους εραστές του είδους αλλά και μη, ελπίζω να μεταφραστεί και στα ελληνικά.

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.

Έχετε ποτέ σκεφτεί τι θα κάνατε αν κάποια μέρα εμφανιζόταν κάποιος και σας έδινε ένα πιστόλι που δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει ίχνη, 100 σφαίρες που επίσης δεν υπάρχουν για κανέναν και πουθενά, ένα φάκελο με λεπτομέρειες και όλα τα στοιχεία αυτού που σας έχει κάνει το μεγαλύτερο κακό στη ζωή σας και την υπόσχεση πως ό,τι και να του κάνετε (κατά προτίμηση σκοτώσετε) θα μείνει ατιμώρητο και θα ξεχαστεί αμέσως σαν να μην έχει συμβεί ποτέ; Για μια στιγμή στο χρόνο θα γίνετε εισαγγελέας, δικαστής και εκτελεστής ταυτόχρονα αυτού που είναι υπεύθυνος για την πιο σκοτεινή στιγμή της ζωής σας. Τι θα κάνατε;

biblio_17_0019Το «100 Bullets» είναι κόμικς, δημιουργία του συγγραφέα Brian Azzarello και του σχεδιαστή Eduardo Risso, και παρόλο που υπάρχει στον κατάλογο των κόμικς της DC Comics των Superman, Batman, Wonder Woman, Green Lantern, Martian Manhunter, The Flash, Aquaman, Cyborg και πάρα πολλών άλλων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους παραπάνω. Το «100 Bullets» είναι ιστορίες νουάρ, στην πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης με εικόνες.

Και φυσικά η σειρά τελείωσε μετά από 100 ιστορίες. Μια σφαίρα η ιστορία. Αν και η κάθε ιστορία είναι αυτοτελής η κάθε μια έχει μικρά-μικρά κομματάκια από ένα τεράστιο παζλ που σιγά-σιγά αρχίζει να φαίνεται. Ειρωνεία; Το παζλ δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Είναι περισσότερο για να καλύψει το μυστήριο των γιατί κάποιος θα θελήσει να σου κάνει ένα τέτοιο «δώρο», αλλά η κάθε ιστορία είναι τόσο συναρπαστική που στο τέλος αυτό το μυστήριο δεν έχει καμία σημασία. Είναι εκεί απλά για να σου υπενθυμίσει ότι αυτό που διαβάζεις είναι κόμικς που ακροβατεί μεταξύ φαντασίας, μύθου και πολλές φορές επιστημονικής φαντασίας, για να σου υπενθυμίσει ότι στο ίδιο σύμπαν υπάρχει ο Superman και ο Batman. Τρίχες. Ούτε για μια στιγμή δεν το ένιωσα, παρά το δίχτυ συνωμοσίας που προσπαθούν να απλώσουν.

biblio_17_0021.gifΟι εικόνες του Eduardo Risso είναι καταπληκτικές. Υπάρχουν πολλές σκηνές απόλυτης βίας, όπως απαιτεί το είδος. Το νουάρ εννοώ. Ο Brian Azzarello συμπληρώνει όπου δεν μπορούν οι χίλιες λέξεις των εικόνων να ανταποκριθούν κι αυτό ακριβώς κάνει τη σειρά «100 Bullets» τόσο υπέροχη. Τα κείμενα δεν επεξηγούν, δεν γεμίζουν κενά, δεν πλαταγίζουν με ανόητους διαλόγους ή κάνουν μπαμ και μπουμ. Τα κείμενα είναι σαν γέφυρες λέξεων/εικόνων μεταξύ των εικόνων/λέξεων.

Ο Eduardo Risso είναι παιδί της Ισπανικής σχολής των σχεδιαστών κόμικς παρόλο Αργεντίνος. Είναι αυτή η σχολή που άγγιξε ο Νταλί, ο Γκόγια, ο Κάσας, ακόμα και ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος. Τα πρόσωπα είναι βαθιά εκφραστικά και οι κινήσεις πλαστικές. Την ώρα που σφίγγει την σκανδάλη το πρόσωπο δείχνει την πάλη ανάμεσα στο έγκλημα και την τιμωρία.

Φαντάζομαι δεν χρειάζονται περισσότερες λέξεις για να καταλάβετε πόσο πολύ μου άρεσε και συνεχίζει να μου αρέσει η σειρά «100 Bullets» και να την συνιστώ ανεπιφύλακτα όχι μόνο σε αυτούς που διαβάζουν κόμικς ή graphic novels αλλά σε όποιον αρέσει το καλό νουάρ βιβλίο. Αυτά βέβαια χωρίς να ξέρω αν έστω κι ένα από τη σειρά έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα και αν δεν έχει θα είναι πραγματικά κρίμα.

biblio_17_0020.gif