Μετά από το αρκετά πετυχημένο τους βιβλίο Ύπνος και Θάνατος, οι δυο συγγραφείςdownloa με το ψευδώνυμο A.J.Kazinski (Anders Ronnow Klarlund και Jacob Weinreich), επανέρχονται με το αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, με τίτλο Ο τελευταίος καλός άνθρωπος. Ιδιαίτερη ιστορία, με ενδιαφέρουσα πλοκή και εμπεριστατωμένη έρευνα σε πολλαπλά επίπεδα (θρησκεία, επιστήμη, κοινωνία κτλ).

Όπως και στο Ύπνος και Θάνατος, έτσι κι εδώ έχουμε ομαλή εξέλιξη της ιστορίας, με την αρχή της να πηγαίνει λίγο αργά, όμως σιγά-σιγά κλιμακώνεται και αποκτά αρκετά γρήγορους ρυθμούς. Από ένα σημείο και μετά, οι εξελίξεις διαδέχονται καταιγιστικά η μια την άλλη, εκπλήσσοντας τον αναγνώστη. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη και καλά δομημένη, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι κάνει λίγη κοιλιά στα σημεία όπου αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Επειδή όμως στη συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, έρχεται κάτι το οποίο θα «κουμπώσει» απόλυτα με το προηγούμενο μπλα-μπλα, τελικά θεωρώ ότι δεν είναι κουραστικό καθόλου. Μάλιστα θα το ονόμαζα πρελούδιο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά ασυνήθιστο, μιας και αφορά τον θρύλο των 36 Ενάρετων Ανθρώπων (εδώ καλούνται «Καλοί»), τους οποίους λέγεται ότι έστειλε ο Θεός στην Γη για να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, προσφέροντας υπηρεσίες σε κόσμο που τις έχει μεγάλη ανάγκη (φιλάνθρωποι ακτιβιστές, εθελοντές κτλ). Ψάχνοντας στο ίντερνετ, δεν βρήκα να αναφέρεται πουθενά κάτι σχετικό, οπότε δεν ξέρω αν όντως υφίσταται αυτός ο θρύλος ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας των συγγραφέων. Πάντως, αν πράγματι ο θρύλος των 36 είναι απλή μυθοπλασία, δίνεται αληθοφανώς μέσα στις σελίδες του βιβλίου, που σε κάνει να πιστεύεις ότι, όντως πρόκειται για υπαρκτά άτομα.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως στην Κοπεγχάγη με συχνά και σύντομα «ταξιδάκια» στην μαγευτική Βενετία, στην άγρια Αφρική αλλά και αλλού, χαρίζοντάς μας έτσι, μια multicultural ατμόσφαιρα.

Ο Δανός αστυνομικός εδώ είναι έξυπνος, δραστήριος και ευρηματικός και έχει κι αυτός (όπως κάθε επιθεωρητής που σέβεται τον εαυτό του), τα ζαβά του. Ο δικός μας φοβάται τα ταξίδια οποιουδήποτε είδους. Όχι μόνο τα αεροπορικά, αλλά και τα τρένα και τα καράβια. Έτσι βρίσκεται «εγκλωβισμένος» στον «μικρόκοσμο» της πόλης που μένει και των περιχώρων της. Όπου μπορεί να πάει με το αμάξι δηλαδή κι όχι για πολλές ώρες. Η φοβία του αυτή τον φέρνει υπόλογο στον γάμο του, προσθέτοντας του ακόμη έναν πονοκέφαλο.

Ο Ιταλός επιθεωρητής από την άλλη, επαγγελματικά πάει κόντρα στο ρεύμα και δεν διστάζει να παρακούσει τους ανωτέρους τους, πράγμα που τον φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με αναγκαστική άδεια. Σαν απλώς πολίτης όμως, βλέπουμε ότι είναι ευαίσθητος και νοιάζεται για τους ανθρώπους. Φέρει βαρέως τον θάνατο της μητέρας του και κάπου στο βάθος διακρίνουμε και μερικά ψήγματα τύψεων.

Οι δυο τους, με την αρωγή μιας Δανής αστροφυσικού, βγάζουν άκρη στο χιλιομπερδεμένο κουβάρι των δολοφονιών των 34 από τους 36 Καλούς Ανθρώπους και τρέχουν να προλάβουν να σώσουν τους 2 τελευταίους! Θα το καταφέρουν άραγε; Διαβάστε το βιβλίο και θα δείτε. Προσωπικά το απόλαυσα και αναμένω το επόμενο του συγγραφικού ντουέτου.

Από μένα, 8/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

 

Advertisements

Eίναι το πρώτο, αλλά σίγουρα όχι το τελευταίο βιβλίο του Όστερ που διαβάζω. Μπορεί978-618-03-1263-8_1 αρχικά να το φοβήθηκα λίγο γιατί ήταν πολύ μεγάλο και φαινόταν αρκετά μπερδεμένο λόγω των τεσσάρων διαφορετικών ιστοριών με τα ίδια πρόσωπα, αλλά με τη βοήθεια κάποιων σημειώσεων που ευτυχώς σκέφτηκα απο την αρχή να κρατήσω, τελικά η ανάγνωση ήταν εύκολη και απολαυστική.

Τέσσερις ιστορίες,τέσσερις Φέργκιουσον,τέσσερις διαφορετικές πορείες ζωής. Το βιβλίο εστιάζει στον Φέργκιουσον και μόνο σε αυτόν και ενώ είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο έχει την αίσθηση της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες υπάρχουν μόνο όταν αλληλεπιδρούν μαζί του και μόλις απομακρυνθούν από αυτόν χάνονται απο το κάδρο.

Αυτό θα μπορούσε να είναι τρομερά κουραστικό σε ένα τόσο μεγάλο βιβλίο και πολύ εύκολα θα μπορούσε ο αναγνώστης να βαρεθεί να ακούει για τον Φέργκιουσον και τα προβλήματά του ,αλλά με ένα μαγικό τρόπο ο Όστερ κρατάει το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος με τη δύναμη της γραφής του. Γράφει υπέροχα,οι μακροσκελείς προτάσεις του έχουν κάτι το μελωδικό και υπάρχουν στιγμές που με μερικές λέξεις κάνει το στομάχι σου να σφίγγεται και την καρδιά σου να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα.

Πέρα απο τον Φέργκιουσον οι δυο πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες για μένα είναι η Amy- το αντικείμενο του πόθου του,και η Rose -η μητέρα του. Δυο πολύ δυναμικές γυναίκες για τις οποίες θα ήθελα να ξέρω περισσότερα και πολύ εύκολα θα διάβαζα άλλες τόσες ιστορίες απο το το δικό τους POV αρκεί να ήταν γραμμένες απο τον Όστερ.
Ενα πολύ γοητευτικό στοιχείο του βιβλίου είναι οτι η αφήγηση είναι γεμάτη με αναφορές σε ταινίες, μουσική, ποίηση και βιβλία.Τόσοι τίτλοι που το βιβλίο μοιάζει με μια πολύ ενδιαφέρουσα reading list.

Επίσης είναι γεμάτο με αναφορές σε γεγονότα που έγιναν στη Νέα Υόρκη και στην ευρύτερη περιοχή κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, όπως εξεγέρσεις σε φυλακές, πανεπιστήμια, γειτονιές ή βομβιστικές επιθέσεις και πορείες. Γεγονότα για τα οποία γνώριζα ελάχιστα ή και τίποτα και ειδικά προς το τέλος με κούρασαν λίγο ,κυρίως γιατί οι πληροφορίες έπεφταν βροχή και λίγο χάθηκα.

Ειρήνη Προϊκάκη

Αυτό το βιβλίο άργησα αρκετά για να το τελειώσω. Ο λόγος ήταν ότι δεν πρόκειται downloadgggγια κάποιο αφηγηματικό αριστούργημα (όπως του ΜακΝτούγκαλ ο οποίος ΚΕΝΤΑΕΙ), αλλά περισσότερο ένα βιβλίο προσωπικής εμβάθυνσης που διαβάζεται αργά και απλά, με μεγάλα διαλείμματα αφομοίωσης – όχι, δεν είναι καθόλου βαρύ, δύσκολο ή βαρετό. Όμως ακόμα κι αν δεν είσαι δρομέας βρίσκεις σχεδόν παντού τον εαυτό σου μέσα στις σελίδες του, αναζητώντας τα δικά σου γιατί.

Ο Σκοτ Τζούρεκ από μικρό παιδί βασανίζεται με τα γιατί του. Γιατί η μητέρα του να είναι τόσο σοβαρά άρρωστη και να πρέπει να τη βλέπει να αργοπεθαίνει, γιατί ο πατέρας του να είναι τόσο αυστηρός, απόμακρος και κρύος, γιατί να μην τον έχει δει ποτέ του να τρέχει, γιατί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για υψηλή πίεση από τα 15 του, γιατί να είναι τόσο αργός παρά τις καθημερινές, σκληρές προπονήσεις του, γιατί μερικά πράγματα πρέπει απλά να τα κάνεις χωρίς γιατί;

Όμως στην πορεία του άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει κάποιες απαντήσεις. Όχι ολοκληρωμένες και όχι πάντα. Κάποιες απαντήσεις έρχονταν αποσπασματικά, σαν κομμάτια παζλ, σα μέρη από γρίφους. Κάποιες άλλες απαντήσεις πήραν πολλά χρόνια να φανερωθούν ολοκληρωτικά.

Το πάθος του για να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος μέσα από όλα αυτά που τον εκφράζουν, τον οδηγούν κάθε φορά λιγάκι πιο μακριά. Η αφοσίωσή του στους στόχους του, η βαθιά πίστη στη δύναμη του σώματος να προσαρμόζεται, να αυτοθεραπεύεται, η συστηματική μελέτη της αξίας της διατροφής, είναι επιγραμματικά τα κύρια θέματα του βιβλίου.

Συνοδοιπόρος πάντα σε αυτό το μεγάλο ταξίδι του Τζούρεκ είναι ο «λαγός» του (κάτι αντίστοιχο με τα μουλάρια που αναφέρει ο ΜακΝτούγκαλ στο δικό του βιβλίο) και κολλητός του φίλος Ντάστι (θεούλης), τον οποίο νομίζω πως θα ακούω καθημερινά από δω και πέρα να φωνάζει: «Θέλεις επιτέλους να γίνεις κάποιος, Τζουτζούρεκ;; Κουνήσου, γαμώτο. Δεν πρόκειται να τερματίσεις ξαπλωμένος κατάχαμα.»

Οι συνταγές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες – αν και όπως τονίζει και ο ίδιος, η πραγματικά καλή διατροφή κοστίζει και μάλιστα ΠΟΛΥ, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις πραγματοποιήσει. Όμως με λίγο διάβασμα σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να δοκιμάσει μερικές από αυτές με μικρές παραλλαγές. Ανάλογα το πόσο θέλει να πειραματιστεί και τι να πετύχει.

Επίσης υπάρχουν αρκετές προτάσεις για βιβλία – και κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα, που σίγουρα θα ψάξω.

Προσωπικά πάντως βρήκα απαντήσεις και σε δικά μου γιατί – κι ένα από αυτά ήταν το γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Τζούρεκ που μόλις έχει τερματίσει 160 βασανιστικά χιλιόμετρα, να θέλει να κατασκηνώσει στον τερματισμό και να χαιρετίσει όλους τους δρομείς αντί να εξαφανιστεί για να ξεκουραστεί:

«Για να βρίσκεσαι στην εκκίνηση ενός αγώνα 160 χιλιομέτρων έχεις υποστεί στερήσεις. Όλοι μας βρήκαμε τη δύναμη να πετύχουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό μπορεί να είναι το να τρέξεις 1600 μέτρα, 10 χιλιόμετρα, ή …160. Μπορεί να είναι αλλαγή καριέρας, να χάσεις 2μιση κιλά, ή να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς.

Κανείς στους αγώνες (ακόμα κι εγώ) δεν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Πολλοί άνθρωποι δεν προσπαθούν ποτέ στη ζωή τους, πολλοί δεν κάνουν κάτι σημαντικό. Όμως όσοι βρίσκονται στην εκκίνηση, έχουν κάνει και τα δυο.

Με το να μένω στον τερματισμό και να τους χαιρετίζω, είναι φόρος τιμής στον πόνο και την αμφιβολία, την κόπωση και την απόγνωση που όλοι τους έχουν υπερνικήσει. Με το να μένω εκεί, αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν επιστρατεύσει και τους συγχαίρω που εστίασαν σε έναν τόσο μεγάλο στόχο και τον πέτυχαν.
Ανταποδίδω στο άθλημα που μου προσέφερε λόγο ύπαρξης.»

Ακόμα και το να βρεις τη δύναμη να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς θέλει προσπάθεια …όταν το εννοείς πραγματικά. Τα λόγια βγαίνουν πολύ πιο εύκολα από μέσα μας όταν δεν τα εννοούμε στ’ αλήθεια.
Το να παλεύεις να χάσεις μόλις 2μιση κιλά, είναι κι αυτό μια σημαντική προσπάθεια! Καμιά φορά το λιγοστό περιττό βάρος είναι και το πιο πεισματάρικο.

Να τρέξεις. Ας είναι 1600 μέτρα. Ας είναι και λιγότερο. Βγήκες κι έκανες το βήμα.

Να αλλάξεις δουλειά, στην αβεβαιότητα της κρίσης. Κάτι που για πολλούς μοιάζει με ρουλέτα.

Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα και δεν προσπαθούν. Όμως το να προσπαθείς και να είσαι μεγάλος δε σημαίνει μόνο ολυμπιακές επιδόσεις και κόντρα πτυχία στους τοίχους. Δε σημαίνει απαραίτητα να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.

Αρκεί που αλλάζεις τον δικό σου μικρόκοσμο προσπαθώντας να τον κάνεις καλύτερο, αρκεί που κάποιος βλέπει εσένα και παίρνει κουράγιο να συνεχίσει να προσπαθεί τον δικό του αγώνα.

Καμιά φορά οι αγώνες μας φαίνονται μάταιοι. Κι εκεί χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ο Τζούρεκ με αυτά τα τόσο απλά και αφοπλιστικά ειλικρινή λόγια, μας λέει όσα λένε χιλιάδες ειδικών και μη ανά τον κόσμο, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ροκάδες και αθεράπευτα ρομαντικοί: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αγάπη και επιβεβαίωση.

Και αυτά τα δύο μαγικά συστατικά μπορούν να κάνουν θαύματα στους ανθρώπους.

Χαίρομαι πολύ που γνώρισα λίγο καλύτερα έναν όχι απλώς σπουδαίο υπεραθλητή, αλλά κι έναν σπουδαίο άνθρωπο που σίγουρα έχει διδάξει πολλά σε πολλούς ανθρώπους.

Κατερίνα Χαρίση

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση

Το Νιξ περιγράφεται στην περίληψη της αμερικάνικης έκδοσης ως «hilarious». Το τελείωσα και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι το ξεκαρδιστικό είχε. Γενικά προσπαθώ να καταλάβω γιατί τόσοι διθύραμβοι.Ήθελα κι εγώ να ενθουσιαστώ και το ξεκίνησα με μεγάλη όρεξη αλλά πολύ γρήγορα άρχισα να απογοητεύομαι.

Ξεκινάει ωραία, έξυπνα και με αρκετές αστείες στιγμές, αλλά μετά το ύφος αλλάζει και εκεί ήταν που σιγά σιγά άρχισα να βαριέμαι.

Η ιστορία είναι ωραία και ενδιαφέρουσα: H Faye επιτίθεται πετώντας χαλίκια σε έναν μελλοντικό υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ, συλλαμβάνεται, και ο δικηγόρος της καλεί τον γιο της να την βοηθήσει ως character witness. Το πρόβλημα είναι οτι η Faye εγκατέλειψε τον γιο της όταν αυτός ήταν 11 χρονών. Τι συνέβη; Γιατί έφυγε; Ποιο ήταν το παρελθόν της; Ο Σάμιουελ αρχίζει να ψάχνει και ανακαλύπτει πράγματα για την μητέρα του που τον ταράζουν, ενώ ταυτόχρονα παίρνει και κάποιες αποφάσεις για την δική του ζωή που την είχε στοιχειώσει η φυγή της.

Η πλοκή ξετυλίγεται σε τρεις χρονικές περιόδους: στο παρόν,στο παρελθόν της Faye και στην παιδική ηλικία του Σάμιουελ. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές άλλων ανθρώπων που σχετίζονται με την ιστορία ή που είναι απλά περαστικοί απο τη ζωή του Σάμιουελ, αλλά δεν αντιμετωπίζονται απο τον συγγραφέα ως δευτερεύοντες χαρακτήρες. Τους δίνει όλη την προσοχή του και χάνει τη δική μου.

Πάρα πολλές πληροφορίες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Προσπαθεί να καλύψει πάρα πολλά θέματα, να κριτικάρει τα πάντα, να γράψει μια καυστική- ειρωνική-σατιρική άποψη για όλα! Από τα πιο σημαντικά μέχρι τα πιο μικρά, από τον τρόπο που εκλέγεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ μέχρι τον τρόπο που γίνεται ντόρος για το τι τρώει μια σελέμπριτι. Από παιδική κακοποίηση μέχρι ψύχωση με video games. Από ghost writers μέχρι διαφημίσεις για τσιπς. Από τον καταναλωτισμό μέχρι την αστυνομική βία, τον πόλεμο στο Ιράκ, το σεξ, τη γυναικεία απελευθέρωση… Θα μπορούσα να γράφω όλη μέρα για τα θέματα που σχολιάζονται σε αυτό το βιβλίο.

Επίσης με κούρασαν και με έκαναν να δυσανασχετώ οι εκτενείς περιγραφές για τις οποίες δεν έβρισκα κανένα λόγο ύπαρξης. Εντάξει, να μου περιγράψεις κάτι που παίζει ρόλο στην πλοκή, αλλά γιατί να μου περιγράφεις ένα ρημάδι πιάτο με νάτσος και τον ακριβή τρόπο με τον οποίο τα μασουλάει κάποιος; Λυπήσου με!

Δεν συμπάθησα κανέναν χαρακτήρα, όλοι μου φάνηκαν από εκνευριστικοί εως αντιπαθητικοί και στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφερε τι θα απογίνουν.

Υπάρχουν και καλά κομμάτια στο βιβλίο, η αρχή και το τέλος μου άρεσαν αρκετά, υπήρχαν συγκινητικές στιγμές, αλλά όλα πνίγονται μέσα σε μια θάλασσα πληροφοριών και sub-plots που εμένα προσωπικά με έκαναν να νιωθω οτι δεν εμβαθύνει σε τίποτα, απλά θέλει να τα πει όλα μαζεμένα και αρκετές φορές κόντεψα να ξεχάσω τι στο καλό διάβαζα, για να μην πω οτι μου φάνηκε και οτι ο συγγραφέας ξέχναγε τι ξεκίνησε να γράφει και πήδαγε απο θέμα σε θέμα – άλλες φορές πετυχημένα ,άλλες φορές όχι και τόσο.

Ειρήνη Προϊκάκη

Εντάξει… τι να λέμε τώρα… ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ!!! Μετά από τους τρεις εξαιρετικούς πρώτους τόμους της τετραλογίας, έφτασε και το τελευταίο δίτομο και μας αποτελείωσε. Ο Θαφόν, δεν είναι συγγραφέας. Δεν είναι καν λογοτέχνης. Είναι καλλιτέχνης ζωγράφος και με την πένα του ζωγραφίζει τις πιο όμορφες εικόνες. Προσωπικά τον τοποθετώ στο ίδιο υψηλό ράφι μαζί με τον Θερβάντες και τον Μάρκες. Είναι από τους πλέον αγαπημένους μου.

Στον «θηριώδη» αυτό Λαβύρινθο του Θαφόν, κορυφώνεται η ιστορία που έχει ξεκινήσει τρεις τόμους πριν. Πρόκειται για ένα «Μεγάλο» βιβλίο, που παρόλο τον όγκο του (σχεδόν 1000 σελίδες στο σύνολο), διαβάζεται σαν το νεράκι, χωρίς να κουράσει ή να κάνει κοιλιά ούτε δευτερόλεπτο. Είναι πολύ ανθρώπινο και τρυφερό μα συνάμα σκληρό και σκοτεινό. Για μια ακόμη φορά μας μεταφέρει στην μαγευτική Βαρκελώνη της εποχής του Φράνκο, όπου με γλαφυρότητα, μεστό και ρέοντα λόγο, σκιαγραφεί την ζωή και τις περιπέτειες των γνωστών μας και νέων ηρώων κι εν τέλει την δικαίωση που τους περιμένει με το τέλος της τετραλογίας.

Εδώ ο Θαφόν, μας παρουσιάζει τον Ντάνιελ οικογενειάρχη πλέον, παντρεμένο με την Μπέα και πατέρα του μικρού Χουλιάν. Την ψυχούλα του ακόμα κατατρώει το μυστήριο του χαμού της μητέρας του και παλεύει φιλότιμα με τους δικούς του «ανεμόμυλους». Ο αγαπημένος μου Φερμίν, παραμένει το ίδιο «σπασμωδικός» ως χαρακτήρας (προσωπικά τον φαντάζομαι ψηλό και ξερακιανό, σαν χάρτινη μαριονέτα που την φυσά ο άνεμος και παραπέει δεξιά κι αριστερά), εργάζεται μόνιμα πλέον στο βιβλιοπωλείο της οικογένειας Σεμπέρε και στέκεται πάντα στο πλευρό του αγαπημένου του φίλου Ντάνιελ.

Με την πορεία της ιστορίας, γνωρίζουμε και δυο νέους χαρακτήρες, την μυστική αστυνομικό Αλίθια Γκρις και τον αστυνόμο Βάργκας, οι οποίοι καλούνται να εξιχνιάσουν το μυστήριο της εξαφάνισης ενός υπουργού (μου διαφεύγει το όνομά του αυτή τη στιγμή). Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή διασταυρώνονται οι δρόμοι των παλαιών μας γνώριμων, με αυτούς των νεοφερμένων κι όλοι μαζί χορεύουν σε ένα παθιασμένο γαϊτανάκι μυστηρίου, οδηγώντας τον αναγνώστη στην κορύφωση και την ικανοποίηση της αποκατάστασης του δικαίου!

Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο, ήδη έχω γράψει αρκετά τόσο εδώ όσο και για την Σκιά του Ανέμου. Είμαι σίγουρη ότι όσοι το έχετε ήδη διαβάσει, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ κι όσοι δεν είχατε ακόμα την χαρά… μπορείτε απλά να φανταστείτε!

Κι επειδή όπως έχω πει και παλιότερα, δικιά μου είναι η κριτική κι όπως θέλω βαθμολογώ… 100/10 από μένα!!!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Νομίζω πως την τελευταία φορά που διάβασα ελαφρολαϊκό – romance – ροζ – shareγυναικείο, ήταν στα 18-20. Ίσως κι ένα – δυο χρόνια μετά. Μετά… δεν ξέρω ακριβώς γιατί σταμάτησα, κι όχι δε θα σας πω ότι εξελίχτηκα αναγνωστικά – μπλα, μπλα, μπλα – ωρίμασαν οι λογοτεχνικοί μου κάλυκες και τέτοια. Κι αυτό έγινε – αλίμονο αν διαβάζεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο επί Χ χρόνια και δεν έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να απολαύσει και κάτι λίγο διαφορετικό, λίγο απαιτητικό, λίγο πιο πάνω από αυτά που διάβαζες ως τώρα – όμως ο λόγος που ξέφυγα από αυτά δεν ήταν αυτός.

Νομίζω ότι κάποια στιγμή απλά η πραγματικότητα με προσγείωσε – λιγάκι απότομα όπως γίνεται συνήθως με τις προσγειώσεις των εικοσάρηδων και κάπου ότι κατάλαβα ότι ο καραπαίδαρος ζάπλουτος κληρονόμος του μουλτιμπιλιονέρ Τάδε δεν μπορεί να είναι και πανέξυπνος και ρομαντικός και καλλιεργημένος και να με γουστάρει. Και βασικά δεν υπάρχει.  Λολ. Θα μου πείτε τώρα εκεί κολλάς; Κολλάω κι εκεί. Ίσως ένας λόγος που τα άρλεκιν πουλήσαν τόσο πολύ τις περασμένες δεκαετίες- και ακόμα τον αχνίζουν τον κουραμπιέ, να είναι το εξωτικό κι απόμακρο (για μας) στο οποίο πολύ πιο εύκολα πιστεύουμε γιατί μας είναι άγνωστο. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν οι γελαδάρηδες του Τέξας εκτός από το να είναι κορμάρες και να καβαλάνε ταύρους. Προφανώς δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι.

Και παρένθεση εδώ: Δε θα ξεχάσω ποτέ το απόλυτο γείωμα που έφαγα από πολύ καλό φίλο Φιλανδό, όταν σε μια συζήτηση για τους Βίκινγκς (θυμάστε ένα παραλήρημα που είχαν φάει τα θηλυκά του πλανήτη με τους Βίκινγκς κάποτε) μου είπε ότι οι παίδαροι Βίκινγκς είναι η μία, η φτιαχτή πλευρά. Οι άντρες αυτοί περνούσαν μήνες ολόκληρους χωρίς να πλυθούν, ήταν γεμάτοι ψείρες και σκουλήκια στα μαλλιά, και τα μισά τους δόντια έλειπαν. Ξενέρωσα αμέσως. Όμως είναι λογικό να ίσχυε αυτό, δεν είναι;deal-9786188012882

Αναγκαστικά λοιπόν πιστεύουμε σε αυτό που μας πασάρουν, όταν αγνοούμε την πραγματικότητα.

Για τα δικά μας δεδομένα τώρα, ζω στην Ελλάδα και μπορεί να μην έχω παρτίδες με τους κύκλους της καλής κοινωνίας αλλά η δηθενιά και η ηλιθιότητα δεν κρύβονται, ούτε κι από μακριά (κι ούτε είναι προσόν μόνο της καλής κοινωνίας, να τα λέμε κι αυτά). Μια αγγλίδα/γερμανίδα/ολλανδέζα πχ μπορεί να μαγευτεί από τον νεαρό με κορμί αρχαιοέλληνα κούκλο κληρονόμο του εφοπλιστή που διαβάζει Μπουκόφσκι και ακούει Νίνα Σιμόν. Η ελληνίδα μάλλον όχι. Του γκουντ του μπι τρου μπέιμπε.

Ο άλλος λόγος, ή δεύτερη προσγείωση στην πραγματικότητα, ήταν η ίδια η ζωή. Τέλος. Κι εκεί κάπου έλαβε τέλος η σχέση μου με το ρομάντζο. Κάπου ανέβασα τα μανίκια και είπα εντάξει, ξυπνήσαμε τώρα, σήκω να πάρεις δυο λεωφορεία να πας για δωδεκάωρη βάρδια και να πληρωθείς για παρτάιμ. Στα σουβλατζίδικα στη μια άκρη της πόλης ο καραπαίδαρος υιός εφοπλιστού δε θα εμφανιστεί ποτέ, τζάμπα λιώνει η μάσκαρα πάνω από το γκριλ.

Παρόλα αυτά, δεν αφορίζω το είδος, ίσα ίσα που το θεωρώ απαραίτητο στο ρεπερτόριο των βιβλίων. Στην εποχή μας δε θα υπάρξει άλλη Λολίτα ή Μεγάλη Χίμαιρα ή Μέγας Ανατολικός ή Τροπικός του Καρκίνου ή συμπληρώστε όποιο ερωτικό λογοτέχνημα σας έρχεται στο μυαλό. Μάλλον όχι. Αλλά ούτε αυτό πειράζει. Δεν πειράζει η γλώσσα που είναι πιο απλή, πιο …στεγνή, πιο σημερινή. Το θέμα είναι το πώς τη χρησιμοποιείς.FSG_31_5_Promo_BW_3F.indd

Αυτό που στερούνται το 95% των σημερινών βιβλίων romance είναι όχι η φαντασία ή το λεξιλόγιο, αλλά η …ευφυία.

Παρατηρώ ότι οι συγγραφείς δίνουν σημασία στα έργα τους μόνο στις ερωτικές σκηνές – οι οποίες φροντίζουν να περιέχουν όλες τις διαδικασίες με όλες τις λεπτομέρειες και τα σχετικά, όμως στο υπόλοιπο βιβλίο βλέπεις μια αγωνιώδη προσπάθεια να γεμίσουν οι 200-300 σελίδες με μαλακίες, έτσι για να στέκει ένα στόρι και να μην πει κανείς ότι διαβάζουμε μια τσόντα. Περί τσόντας πρόκειται, αλλά οι γυναίκες λειτουργούμε διαφορετικά και μας αρέσουν πολύ τα περιτυλίγματα, πολύ περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο (συνήθως).

Ενώ οι άντρες καλώς ή κακώς είναι πιο άμεσοι και κατά κάποιον τρόπο αφιλτράριστοι ερωτικά, οι γυναίκες (καλώς ή κακώς) λειτουργούν κάπως πιο περίπλοκα.

Έχετε δει στο διαδίκτυο ένα σκιτσάκι που δείχνει τη διαδρομή ενός ζευγαριού στο εμπορικό κέντρο για να αγοράσουν παπούτσια ή κάτι τέτοιο; Η διαδρομή του άντρα είναι μια ευθεία γραμμή. Θέλει αυτό και πάει να το πάρει, τέλος. Η γυναίκα πρέπει να περάσει από όοολες τις βιτρίνες πρώτα. Λοιπόν, είναι μια πολύ πετυχημένη απλοποίηση του πώς λειτουργεί (καλώς ή κακώς πάλι) ο γυναικείος εγκέφαλος. (πιστέψτε με, όλες οι γυναίκες τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους έχουν ευχηθεί το μυαλό τους να ήταν …αρσενικό).

Για τον άντρα μια γυμνή φωτογραφία ή ένα καρέ σεξουαλικής πράξης σε εξέλιξη μπορεί να είναι παραπάνω από αρκετό για να πυροδοτήσει (μα πώς τα λέω) την ερωτική επιθυμία. Για τις γυναίκες όμως, όλα αυτά είναι αποτελέσματα ή αλλιώς επακόλουθα μιας πολύ μεγάλης διαδικασίας που έχει προηγηθεί, κυρίως μέσα στο κεφάλι της. (κουφάλα φύση).

Αν συμφωνούμε ως εδώ, διαβάστε και παρακάτω. Αλλιώς κάντε κλικ στο Χ και ξαποστείλτε με να πάω στο διάολο.

more_ribbons_compiled

Βλέπουμε λοιπόν πως στην πλειοψηφία τους – και λέω πλειοψηφία παρόλο που ποτέ δεν έχω δει κάτι το οποίο να ανήκει στη μειοψηφία αλλά προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη – τα ερωτικά/γυναικεία/ροζ βιβλία καταφεύγουν στην προστυχιά και τη χυδαιότητα για να στηρίξουν το ερωτικό/σεξουαλικό στοιχείο, στερημένα από ευφυία, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των αναγνωστών τους.

Γιατί πρέπει αυτά τα βιβλία να τα απολαμβάνουν μόνο οι 20ρηδες αυτού του κόσμου, που επί το πλείστον είναι άπειροι αναγνωστικά; (και ερωτικά). Τι γίνεται με αυτή την τεράστια μερίδα αναγνωστών άνω των 30 ή 35 ή 40 που μπορεί να γουστάρουν να διαβάσουν τη ρομαντζάδα τους και να απολαύσουν ένα ερωτικό αναγνωστικό παιχνίδι, και που όμως έχουν διαβάσει και 200-300-500 βιβλία στη ζωή τους και είναι λιγάκι πιο απαιτητικοί;

Ο ερωτισμός μπορεί να κρύβεται σε ένα άρωμα, η ερωτική διάθεση μπορεί να ξυπνήσει μόνο με μια κίνηση του κεφαλιού, με ένα βλέμμα, η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί με ένα άγγιγμα μακριά από τα βυζιά ή τον κώλο κάποιου. Η χυδαιότητα δεν είναι ερωτισμός. Μια λεπτομερέστατη περιγραφή μιας ερωτικής πράξης δεν σημαίνει ότι κάλυψες τις απαιτήσεις του είδους που προσπαθείς να γράψεις.

(Ακούτε Ελ Τζέιμς και λοιπές αυτού του πλανήτη;)

Η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η λάθος χρήση της, η πολύ επιφανειακή χρήση της, καταλήγοντας στη συγγραφή βιβλίων εντελώς κενού περιεχομένου, στερημένα εγκεφαλικής δραστηριότητας, καταφεύγοντας είτε στη χυδαιότητα και τη φθηνή λύση των σεξουαλικών διαστροφών και ερωτικών βοηθημάτων, είτε στη συνεχή χρήση καρακλισεδιαρισμένων φράσεων (δάγκωσε το κάτω χείλος της , εσωτερικές φωνές, έλεος κάπου) και καταστάσεων (τώρα τελευταία, το ανυπάκουο, προβληματικό αρσενικό κουτάβι που πρέπει η κορασίδα να θεραπεύσει από τα τραύματά του πουλάει πολύ) και που το πιο απαιτητικό (ή έξυπνο;) αναγνωστικό κοινό δεν μπορούν να καλύψουν.

Κατερίνα Χαρίση