Posts Tagged ‘Αθλητισμός’

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Αυτό το βιβλίο άργησα αρκετά για να το τελειώσω. Ο λόγος ήταν ότι δεν πρόκειται downloadgggγια κάποιο αφηγηματικό αριστούργημα (όπως του ΜακΝτούγκαλ ο οποίος ΚΕΝΤΑΕΙ), αλλά περισσότερο ένα βιβλίο προσωπικής εμβάθυνσης που διαβάζεται αργά και απλά, με μεγάλα διαλείμματα αφομοίωσης – όχι, δεν είναι καθόλου βαρύ, δύσκολο ή βαρετό. Όμως ακόμα κι αν δεν είσαι δρομέας βρίσκεις σχεδόν παντού τον εαυτό σου μέσα στις σελίδες του, αναζητώντας τα δικά σου γιατί.

Ο Σκοτ Τζούρεκ από μικρό παιδί βασανίζεται με τα γιατί του. Γιατί η μητέρα του να είναι τόσο σοβαρά άρρωστη και να πρέπει να τη βλέπει να αργοπεθαίνει, γιατί ο πατέρας του να είναι τόσο αυστηρός, απόμακρος και κρύος, γιατί να μην τον έχει δει ποτέ του να τρέχει, γιατί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για υψηλή πίεση από τα 15 του, γιατί να είναι τόσο αργός παρά τις καθημερινές, σκληρές προπονήσεις του, γιατί μερικά πράγματα πρέπει απλά να τα κάνεις χωρίς γιατί;

Όμως στην πορεία του άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει κάποιες απαντήσεις. Όχι ολοκληρωμένες και όχι πάντα. Κάποιες απαντήσεις έρχονταν αποσπασματικά, σαν κομμάτια παζλ, σα μέρη από γρίφους. Κάποιες άλλες απαντήσεις πήραν πολλά χρόνια να φανερωθούν ολοκληρωτικά.

Το πάθος του για να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος μέσα από όλα αυτά που τον εκφράζουν, τον οδηγούν κάθε φορά λιγάκι πιο μακριά. Η αφοσίωσή του στους στόχους του, η βαθιά πίστη στη δύναμη του σώματος να προσαρμόζεται, να αυτοθεραπεύεται, η συστηματική μελέτη της αξίας της διατροφής, είναι επιγραμματικά τα κύρια θέματα του βιβλίου.

Συνοδοιπόρος πάντα σε αυτό το μεγάλο ταξίδι του Τζούρεκ είναι ο «λαγός» του (κάτι αντίστοιχο με τα μουλάρια που αναφέρει ο ΜακΝτούγκαλ στο δικό του βιβλίο) και κολλητός του φίλος Ντάστι (θεούλης), τον οποίο νομίζω πως θα ακούω καθημερινά από δω και πέρα να φωνάζει: «Θέλεις επιτέλους να γίνεις κάποιος, Τζουτζούρεκ;; Κουνήσου, γαμώτο. Δεν πρόκειται να τερματίσεις ξαπλωμένος κατάχαμα.»

Οι συνταγές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες – αν και όπως τονίζει και ο ίδιος, η πραγματικά καλή διατροφή κοστίζει και μάλιστα ΠΟΛΥ, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις πραγματοποιήσει. Όμως με λίγο διάβασμα σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να δοκιμάσει μερικές από αυτές με μικρές παραλλαγές. Ανάλογα το πόσο θέλει να πειραματιστεί και τι να πετύχει.

Επίσης υπάρχουν αρκετές προτάσεις για βιβλία – και κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα, που σίγουρα θα ψάξω.

Προσωπικά πάντως βρήκα απαντήσεις και σε δικά μου γιατί – κι ένα από αυτά ήταν το γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Τζούρεκ που μόλις έχει τερματίσει 160 βασανιστικά χιλιόμετρα, να θέλει να κατασκηνώσει στον τερματισμό και να χαιρετίσει όλους τους δρομείς αντί να εξαφανιστεί για να ξεκουραστεί:

«Για να βρίσκεσαι στην εκκίνηση ενός αγώνα 160 χιλιομέτρων έχεις υποστεί στερήσεις. Όλοι μας βρήκαμε τη δύναμη να πετύχουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό μπορεί να είναι το να τρέξεις 1600 μέτρα, 10 χιλιόμετρα, ή …160. Μπορεί να είναι αλλαγή καριέρας, να χάσεις 2μιση κιλά, ή να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς.

Κανείς στους αγώνες (ακόμα κι εγώ) δεν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Πολλοί άνθρωποι δεν προσπαθούν ποτέ στη ζωή τους, πολλοί δεν κάνουν κάτι σημαντικό. Όμως όσοι βρίσκονται στην εκκίνηση, έχουν κάνει και τα δυο.

Με το να μένω στον τερματισμό και να τους χαιρετίζω, είναι φόρος τιμής στον πόνο και την αμφιβολία, την κόπωση και την απόγνωση που όλοι τους έχουν υπερνικήσει. Με το να μένω εκεί, αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν επιστρατεύσει και τους συγχαίρω που εστίασαν σε έναν τόσο μεγάλο στόχο και τον πέτυχαν.
Ανταποδίδω στο άθλημα που μου προσέφερε λόγο ύπαρξης.»

Ακόμα και το να βρεις τη δύναμη να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς θέλει προσπάθεια …όταν το εννοείς πραγματικά. Τα λόγια βγαίνουν πολύ πιο εύκολα από μέσα μας όταν δεν τα εννοούμε στ’ αλήθεια.
Το να παλεύεις να χάσεις μόλις 2μιση κιλά, είναι κι αυτό μια σημαντική προσπάθεια! Καμιά φορά το λιγοστό περιττό βάρος είναι και το πιο πεισματάρικο.

Να τρέξεις. Ας είναι 1600 μέτρα. Ας είναι και λιγότερο. Βγήκες κι έκανες το βήμα.

Να αλλάξεις δουλειά, στην αβεβαιότητα της κρίσης. Κάτι που για πολλούς μοιάζει με ρουλέτα.

Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα και δεν προσπαθούν. Όμως το να προσπαθείς και να είσαι μεγάλος δε σημαίνει μόνο ολυμπιακές επιδόσεις και κόντρα πτυχία στους τοίχους. Δε σημαίνει απαραίτητα να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.

Αρκεί που αλλάζεις τον δικό σου μικρόκοσμο προσπαθώντας να τον κάνεις καλύτερο, αρκεί που κάποιος βλέπει εσένα και παίρνει κουράγιο να συνεχίσει να προσπαθεί τον δικό του αγώνα.

Καμιά φορά οι αγώνες μας φαίνονται μάταιοι. Κι εκεί χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ο Τζούρεκ με αυτά τα τόσο απλά και αφοπλιστικά ειλικρινή λόγια, μας λέει όσα λένε χιλιάδες ειδικών και μη ανά τον κόσμο, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ροκάδες και αθεράπευτα ρομαντικοί: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αγάπη και επιβεβαίωση.

Και αυτά τα δύο μαγικά συστατικά μπορούν να κάνουν θαύματα στους ανθρώπους.

Χαίρομαι πολύ που γνώρισα λίγο καλύτερα έναν όχι απλώς σπουδαίο υπεραθλητή, αλλά κι έναν σπουδαίο άνθρωπο που σίγουρα έχει διδάξει πολλά σε πολλούς ανθρώπους.

Κατερίνα Χαρίση

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση