Posts Tagged ‘Απόψεις’

Το καφέ Ευρώπη μου άφησε γλυκόπικρα συναισθήματα και αρκετή ανακούφιση. Είναι 227541ένα βιβλίο που σίγουρα αφορά όλους τους …Ευρωπαίους, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θα αγγίξει ή ενδιαφέρει κάποιον μη Ανατολικοευρωπαίο. Κάποιοι θα δείξουν ενδιαφέρον φαντάζομαι. Όμως δε νομίζω ότι θα νιώσουν και πολλά.

Τίτλος συμβολικός, «Καφέ Ευρώπη». Η επιθυμία μας και η ψευδαίσθηση. Το «μας» αφορά εμάς, τους Βαλκάνιους. Η επιθυμία μας είναι να γίνουμε Ευρώπη. Δυτική Ευρώπη. Να μας αγκαλιάσει η Ευρώπη, η Δυτική, η άλλη Ευρώπη. Μια επιθυμία μας τόσο έντονη, που σε κάθε βαλκανική πόλη υπάρχει πια και ένα «Cafe Europa», ή μαγαζιά με …ευρωπαϊκούς τίτλους, Vienna, Little Paris. Πως κάποτε αυτό θα συμβεί. Πως συμβαίνει τώρα. Όμως εμείς, όλοι εμείς, δε θα γίνουμε ποτέ δυτικοευρωπαίοι. Γιατί;

Θα έλεγα πως η απάντηση συνοψίζεται ολόκληρη σε μια συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της: Μια αυλή. Μια αυλή στη Στοκχόλμη, πενήντα τετραγωνικά στείρου τσιμέντου, μια απρόσωπη και άψυχη αυλή. Στην άλλη πλευρά, μια αυλή της Κροατίας. Με αγριόχορτα, ζωύφια, ένα παλιό ποδήλατο, σκόρπια εργαλεία, ίσως κι ένα καζάνι πάνω στη φωτιά. Παιδιά να τρέχουν και γέροι να κάθονται σε πλαστικές καρέκλες. Στη θέση της Κροατίας βάλτε το Βύρωνα της Αθήνας. Βάλτε το Κορδελιό της Σαλονίκης. Βάλτε τη Νέα Ιωνία του Βόλου. Ποτέ οι δυο αυτές αυλές δε θα αλλάξουν θέση. Οι λόγοι χιλιάδες και μπορείτε να τους βρείτε μέσα στο βιβλίο.

Το «Καφέ Ευρώπη» δεν είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τα βαλκάνια» ή τον πόλεμο. Είναι καθαρά προσωπική τοποθέτηση, είναι η συνείδηση του απλού ανθρώπου, που δεν καταλαβαίνει ακόμα γιατί είναι τόσο κακό το να είναι κάποιος «έτσι» ή «αλλιώς», δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη λάθους εθνικότητας ή λάθους χρώματος ματιών και δεν μπορεί να πάρει κανενός το μέρος. Είναι η φωνή που ψάχνει ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο, που ψάχνει την Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ, τη μεγάλη αγκαλιά της, την ψευδαίσθησή της.

Την ψευδαίσθηση πως η Ευρώπη είναι μια μεγάλη και στοργική μάνα κι όχι διάφορα κράτη που νοιάζονται πρωτίστως για τα δικά τους συμφέροντα.

Εξάλλου, όταν έχεις επιτρέψει τον πόλεμο της Βοσνίας, όταν μετά το ΒΠΠ και το «Ποτέ Ξανά» έχεις επιτρέψει την εθνοκάθαρση, έχεις επιτρέψει να επανακαθοριστούν τα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τις γενοκτονίες, για ποια Ευρώπη μιλάμε και ποια δημοκρατία;

Τι είναι η Ευρώπη μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, αν όχι μια ψευδαίσθηση;

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Ένα δωδεκάχρονο αγόρι (o αφηγητής της ιστορίας), ο μεγαλύτερος αδελφός του και ο πατέρας 101651lτους οδηγούν μέσα στη νύχτα από το Κάνσας προς το Νέο Μεξικό, σε μια νέα πόλη κι ένα νέο σπίτι, ανυπόμονοι για μια νέα αρχή. Έχουν μόλις κερδίσει τον «πόλεµο», όπως αποκαλεί ο πατέρας την πικρή διαµάχη με τη μητέρα των παιδιών για το διαζύγιο και την κηδεµονία, και είναι γεμάτοι ενθουσιασµό από την προοπτική της κοινής τους ζωής.

Πηγαίνουν στο σχολείο, γράφονται σε ομάδες μπάσκετ, κάνουν φίλους. Ο πατέρας δουλεύει από το σπίτι, καπνίζοντας φτηνά πούρα για να κρύψει μια άλλη μυρωδιά. Όµως σύντοµα οι μικρές λεπτοµέρειες, τα ανέκφραστα βλέµµατα, οι θόρυβοι μες στη νύχτα, τα ολοένα και πιο ύποπτα πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι, γίνονται ανησυχητικά. Τα αγόρια βλέπουν τον πατέρα τους να αλλάζει, να γίνεται αλλοπρόσαλλος και μετά επικίνδυνος.

Σα να λέμε: Τι πουλάει; Οι δυσλειτουργικές οικογένειες. Ας βάλουμε ένα διαζύγιο, μια μάνα βλήτο (βολεύει), έναν πατέρα Τζακ Τόρανς (βολεύει) και δυο έφηβα αγόρια που δεν έχουν ποτέ ακούσει ότι υπάρχουν κι άλλοι ενήλικες σ’ αυτόν τον κόσμο και θα μπορούσαν να έχουν γλυτώσει τις 100 σελίδες από αυτές (βολεύει κι αυτό.)

Δεν πείθει μετά τα πρώτα δυο κεφάλαια και απλά περιμένεις να διαβάσεις – όχι το τι θα γίνει παρακάτω, αλλά τις εξηγήσεις που δεν έρχονται ποτέ.

Προσπαθεί δήθεν να πείσει για τις αντιδράσεις των παιδιών ως αποτέλεσμα της ανάγκης τους για επιβεβαίωση από τον πατέρα τους, έναν πατέρα που έτσι κι αλλιώς από την αρχή δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα για να «κερδίσει» τα παιδιά του κι αυτό μπορεί ίσως να λειτουργήσει σε παιδιά πρώτης δευτέρας δημοτικού, αλλά όχι σε έφηβα παιδιά (και το ένα μάλιστα αρκετά μεγάλο ώστε να δουλεύει νόμιμα). Αλλά δεν.

Το «Πηγαίνουν στο σχολείο, γράφονται σε ομάδες μπάσκετ, κάνουν φίλους.» είναι μάλλον παραπλανητικό. Δίνει την εντύπωση πως περιγράφει μια διπλή ζωή, αυτή της φανερής κανονικότητας και της κρυφής κόλασης. Όμως τα παιδιά δεν πάνε σχολείο, δεν παίζουν μπάσκετ, δεν κάνουν φίλους. Δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική πλοκή. Σελίδα μπαίνει, σελίδα βγαίνει και διαβάζουμε απλώς τις (ευρηματικές κατά τα άλλα) ιδέες του συγγραφέα περί του-τι-θα-γράψω-για-να-συγκινήσω-σοκάρω-πουλήσω.

Έτσι και στο βιβλίο «ένα παιδί που το έλεγαν αυτό», βιβλίο στο οποίο έγινε σάλος για τα ψέματά του και που ο συγγραφέας του πλάσαρε σαν αληθινή ιστορία (τη δική του κιόλας), βλέπουμε συμπεριφορές και πράξεις από το πουθενά και μένεις με την αίσθηση ότι απλά κάτι έπρεπε να γραφτεί για να υπάρξει βιβλίο και μάλιστα βιβλίο με αρκετή βία και δράμα ώστε να πουλήσει.

Στο One of the boys απορείς με τα ίδια πράγματα: Τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο υποτίθεται, κάνουν πολλές και αδικαιολόγητες απουσίες (δεν κάνει εντύπωση σε κανέναν;), κακοποιούνται και φαίνεται (δεν κάνει εντύπωση σε κανέναν; ο μεγάλος γιος δουλεύει σε grocery store, δεν είναι ανθρακωρύχος ξέρωγω) και διάφορα άλλα σημεία που δε θε θέλω να τα πω λόγω spoiler και γιατί δεν του αξίζει και τόση ανάλυση.

Υποτιμά τη νοημοσύνη του αναγνώστη (κι ας μην ισχυρίζεται κανείς ότι είναι αληθινή ιστορία, δεν είναι εκεί το θέμα) κι είναι τόσο αλαζονικά γραμμένο (και άσχετο) που προσβάλλει όλους αυτούς που έχουν υπάρξει πραγματικά θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Κατερίνα Χαρίση

Ένα χρόνο σχεδόν μου πήρε να το τελειώσω. Για την ακρίβεια πέρυσι είχα διαβάσειvivlio_2_0 περίπου 100 σελίδες και το άφησα μιας και δεν μπορούσα να το παρακολουθήσω. Αυτός ο πολύ ιδιαίτερος, κοφτός και φρενήρης ρυθμός της αφήγησης μου ήταν πολύ ξένος. Τέλος Ιουλίου άρχισα πάλι δυναμικά. Κι ήταν σα να μην το άφησα καθόλου.

Η Άγκνες, νεαρή ιστορικός, γράφει τη διπλωματική της με αντικείμενο την άνοδο των ακροδεξιών ρευμάτων στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Για τις ανάγκες της έρευνάς της, συναντά τον Άρνορ, έναν νεοναζί διανοούμενο, και τον ερωτεύεται, παρά τη λιθουανοεβραϊκή της καταγωγή. Ο σύντροφός της, ο Όμαρ, βάζει φωτιά στο σπίτι τους, όταν διαπιστώνει την απιστία της Άγκνες.

Θα μπορούσε να είναι ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο, κάπως προκλητικό ίσως (Εβραία συνάπτει ερωτική σχέση με ναζί).

Το Illska (Το Κακό) είναι, όμως, κάτι πολύ περισσότερο. Κάνει μια βουτιά στην ιστορική μνήμη, στην κατάκτηση της Λιθουανίας από τους Γερμανούς και τη μαζική εξόντωση των Εβραίων της χώρας, που διεξάγεται με την ενεργό συνεργασία μερίδας του ντόπιου πληθυσμού (ανάμεσά τους και οι χριστιανοί πρόγονοι της Άγκνες, από την πλευρά του πατέρα της, που σκότωσαν τους Εβραίους, από την πλευρά της μητέρας της, προγόνους της), για να περάσει στο επικίνδυνο σήμερα.

Κύριο θέμα αυτής της αριστοτεχνικής, ιλιγγιώδους, πολυφωνικής και πολυπρισματικής αφήγησης είναι το Ολοκαύτωμα και το επίμονο ερώτημα που θέτει: Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό το απόλυτο κακό; Πώς δεν θα επαναληφθεί; Πώς ο σύγχρονος φασισμός, ο οποίος σταδιακά μετατρέπεται σε «κανονικό» φαινόμενο, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί;

Το λοιπόν με το Illska, δεν έχω να πω και πολλά. Οπωσδήποτε δεν είναι “ακόμα ένα βιβλίο για το Ολοκαύτωμα” – άλλωστε το τελευταίο που θα ήθελε ο συγγραφέας του είναι κάτι τέτοιο.

Γενικά είναι ένα βιβλίο εντυπωσιακό. Εντυπωσιάζει με την ιδιαιτερότητα της αφήγησης, την ωμότητά του, τη βαναυσότητά του, την ψυχρότητα και το σκληρό του χιούμορ.

Εντυπωσιακό είναι επίσης το ότι η ιστορία μεταξύ Άγκνες/Όμαρ/Άρνορ παρουσιάζεται ως η πρωταγωνιστική, ενώ ουσιαστικά αποτελεί το backstory που στηρίζει όλα αυτά που ο συγγραφέας θέλει να πει για το Ολοκαύτωμα – και με αφορμή το Ολοκαύτωμα για πολλά άλλα ακόμα.

Άπειρες πληροφορίες. Τεράστιος όγκος πληροφοριών, οι περισσότερες άγνωστες και ακατανόητες για μας στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Αν έχεις όρεξη να ψάχνεις, μπορεί να βγάλεις άλλα τρία βιβλία σαν κι αυτό. ΑΛΛΑ ΟΙ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΔΕΝ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Η αλήθεια είναι, πως οι υποσημειώσεις είναι τόσες πολλές, που αν ήταν στο κάτω μέρος της σελίδας τότε θα υπήρχαν πολλά σημεία στο βιβλίο όπου τα μικρά γράμματα των υποσημειώσεων θα έπιαναν περισσότερο χώρο από την ιστορία.

Υπάρχει όμως μια μεγάλη κοιλιά μετά το δεύτερο μέρος. Μεγάλη. Τόσο μεγάλη, περίπου 100; 150 σελίδες; Με απίστευτη παπαρολογία, ακατάσχετη φλυαρία και ουσιαστικά άχρηστες λεπτομέρειες, που μέχρι να ξαναπιάσει τον παλιό, καλό ρυθμό του έχασα κάθε ενδιαφέρον να διαβάσω παρακάτω.

Το αποτέλεσμα ήταν για άλλες τόσες περίπου σελίδες να διαβάζω διαγώνια, προσπερνώντας τις εντελώς ανούσιες παραγράφους του σκεπτόμενου βρέφους, μέχρι την κορύφωση της ιστορίας προς το τέλος της κι όπου όοοοοοολα τα κομμάτια (κι είναι πάρα πολλά και πάρα πολύ μικρά) του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Θα έβαζα ένα 5άρι στα 5 που έγινε 3άρι, για να πέσει κατακόρυφα στον άσσο και μετά να εκτοξευθεί στο 5άρι ξανά.

Οπότε του δίνω τρία και μισό με στρογγυλοποίηση προς τα κάτω. Τρία.

Σίγουρα είναι ένα βιβλίο πρόκληση και εμπειρία. Σίγουρα αξίζει τον κόπο και την ταλαιπωρία να το διαβάσεις.

Κατερίνα Χαρίση

«Mια σαρωτική ιστορία του πολιτισμού από την καταγωγή των ειδών μέχρι τους υπερανθρώπους, γεμάτη απροσδόκητα δεδομένα, αιρετικές σκέψεις, παράξενες θεωρίες και συγκλονιστικές αφηγήσεις.

Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι «ανθρώπινα» είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα. Ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν;

Αν και α) δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία των όσων γράφει ο συγγραφέας 9789602216651και,
β) δεν το λες και ιδιαίτερα προχώ – με την έννοια του ότι δε χρειάζεται να έχεις διαβάσει και άλλα πέντε-δέκα του είδους για να κατανοήσεις το συγκεκριμένο και,
γ) δεν μπορώ να πω ότι έχω πάραυτα ιδιαίτερες γνώσεις πάνω στα όσα αναφέρονται, μόνο σκόρπια πραγματάκια εδώ κι εκεί (ναι, πρέπει να δουλέψω, το ξέρω)

αν θα μπορούσα με ένα απλό (ή απλοϊκό) παράδειγμα να εξηγήσω το πώς νιώθω απέναντι σε τούτο το βιβλίο, θα έλεγα σαν ένα τετράχρονο μπροστά σε έναν ευχάριστο και χαμογελαστό τύπο με ένα τεράστιο παγωτό χωνάκι. Που δεν τον ξέρω. Και μου λέει, εδώ έτσι όπως στέκεται μπροστά μου, στην έξω πλευρά της παιδικής χαράς, στην άλλη άκρη, εκεί που δε με βλέπει η μαμά μου, ότι αυτό το τεράστιο παγωτό χωνάκι είναι όλο δικό μου και το στέλνει ο μπαμπάς από τη δουλειά. Αρκεί να πάω μέχρι το αυτοκίνητο μαζί του για να μου το δώσει μαζί με μερικές χαρτοπετσέτες.

«Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες, αναπάντεχες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί μπόρεσαν οι άνθρωποι να συγκεντρωθούν σε εκπληκτικά μεγάλους πληθυσμούς, ενώ οι άλλες ομάδες πρωτευόντων δεν ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα άτομα;

Επειδή, λέει, το ταλέντο μας στο κουτσομπολιό μάς επιτρέπει να συγκροτούμε δίκτυα σε κοινωνίες που θα ήταν υπερβολικά μεγάλες για προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα μέλη τους, ενώ οι «φαντασιακές πραγματικότητες» που διαμορφώνουμε και αποδεχόμαστε -όπως το χρήμα, η εκκλησία, οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης- μας κρατάνε σε τάξη. Ποιος καλλιέργησε ποιον, ο άνθρωπος ή το σιτάρι; Το σιτάρι…

Μολονότι οι έννοιες είναι ασυνήθιστες και περίπλοκες, η επιδέξια πρόζα και το πικρό, ανατρεπτικό χιούμορ του Χαράρι τα βγάζουν πέρα με ένα υλικό που μπορεί να προσφερόταν για ακαδημαϊκή πλήξη. Άλλωστε το βιβλίο επανέρχεται συχνά σ’ ένα άλλο ερώτημα: Όλη αυτή η πρόοδος κάνει άραγε τη ζωή μας πιο εύκολη κι εμάς πιο ευτυχισμένους; Η απάντηση μπορεί να σας απογοητεύσει.»

Μεγάλος ο πειρασμός (το χωνάκι), αλλά παρά τον μόλις τετράχρονο εγκέφαλό μου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (που δεν κατανοώ μεν, αλλά αν επιστρέψω κάποτε ζωντανή από την απαγωγή του εαυτού μου που κοντεύω να επιτρέψω- τις σφαλιάρες που θα φάω από τη μάνα μου τις κατανοώ μια χαρά) με κάνει να κρατάω αρκετή απόσταση από το χωνάκι και τον τύπο που το κρατάει, ώσπου τελικά του γυρίζω την πλάτη και ρισκάρω το «όχι, δε θα φας άλλο παγωτό σήμερα» από τη μαμά μου. Που τη μισώ ενίοτε, ειδικά όταν δε μου δίνει δεύτερο παγωτό,

…αλλά την ξέρω. Και είναι δική μου. Και τέλος πάντων ξέρω ότι την επόμενη θα μου πάρει παγωτό χωνάκι, σίγουρα πράγματα.

(Σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι εννοώ με τα παραπάνω: θα ήθελα να τα πιστέψω τα όσα λέει και δεν έχω αποδείξεις χειροπιαστές ότι λέει ψέματα, όμως κάτι μου λέει ότι λέει ψέματα ή έστω δε λέει ακριβώς την αλήθεια.)

Κατερίνα Χαρίση

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου