Posts Tagged ‘Απόψεις’

Ένα χρόνο σχεδόν μου πήρε να το τελειώσω. Για την ακρίβεια πέρυσι είχα διαβάσειvivlio_2_0 περίπου 100 σελίδες και το άφησα μιας και δεν μπορούσα να το παρακολουθήσω. Αυτός ο πολύ ιδιαίτερος, κοφτός και φρενήρης ρυθμός της αφήγησης μου ήταν πολύ ξένος. Τέλος Ιουλίου άρχισα πάλι δυναμικά. Κι ήταν σα να μην το άφησα καθόλου.

Η Άγκνες, νεαρή ιστορικός, γράφει τη διπλωματική της με αντικείμενο την άνοδο των ακροδεξιών ρευμάτων στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Για τις ανάγκες της έρευνάς της, συναντά τον Άρνορ, έναν νεοναζί διανοούμενο, και τον ερωτεύεται, παρά τη λιθουανοεβραϊκή της καταγωγή. Ο σύντροφός της, ο Όμαρ, βάζει φωτιά στο σπίτι τους, όταν διαπιστώνει την απιστία της Άγκνες.

Θα μπορούσε να είναι ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο, κάπως προκλητικό ίσως (Εβραία συνάπτει ερωτική σχέση με ναζί).

Το Illska (Το Κακό) είναι, όμως, κάτι πολύ περισσότερο. Κάνει μια βουτιά στην ιστορική μνήμη, στην κατάκτηση της Λιθουανίας από τους Γερμανούς και τη μαζική εξόντωση των Εβραίων της χώρας, που διεξάγεται με την ενεργό συνεργασία μερίδας του ντόπιου πληθυσμού (ανάμεσά τους και οι χριστιανοί πρόγονοι της Άγκνες, από την πλευρά του πατέρα της, που σκότωσαν τους Εβραίους, από την πλευρά της μητέρας της, προγόνους της), για να περάσει στο επικίνδυνο σήμερα.

Κύριο θέμα αυτής της αριστοτεχνικής, ιλιγγιώδους, πολυφωνικής και πολυπρισματικής αφήγησης είναι το Ολοκαύτωμα και το επίμονο ερώτημα που θέτει: Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό το απόλυτο κακό; Πώς δεν θα επαναληφθεί; Πώς ο σύγχρονος φασισμός, ο οποίος σταδιακά μετατρέπεται σε «κανονικό» φαινόμενο, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί;

Το λοιπόν με το Illska, δεν έχω να πω και πολλά. Οπωσδήποτε δεν είναι “ακόμα ένα βιβλίο για το Ολοκαύτωμα” – άλλωστε το τελευταίο που θα ήθελε ο συγγραφέας του είναι κάτι τέτοιο.

Γενικά είναι ένα βιβλίο εντυπωσιακό. Εντυπωσιάζει με την ιδιαιτερότητα της αφήγησης, την ωμότητά του, τη βαναυσότητά του, την ψυχρότητα και το σκληρό του χιούμορ.

Εντυπωσιακό είναι επίσης το ότι η ιστορία μεταξύ Άγκνες/Όμαρ/Άρνορ παρουσιάζεται ως η πρωταγωνιστική, ενώ ουσιαστικά αποτελεί το backstory που στηρίζει όλα αυτά που ο συγγραφέας θέλει να πει για το Ολοκαύτωμα – και με αφορμή το Ολοκαύτωμα για πολλά άλλα ακόμα.

Άπειρες πληροφορίες. Τεράστιος όγκος πληροφοριών, οι περισσότερες άγνωστες και ακατανόητες για μας στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Αν έχεις όρεξη να ψάχνεις, μπορεί να βγάλεις άλλα τρία βιβλία σαν κι αυτό. ΑΛΛΑ ΟΙ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΔΕΝ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Η αλήθεια είναι, πως οι υποσημειώσεις είναι τόσες πολλές, που αν ήταν στο κάτω μέρος της σελίδας τότε θα υπήρχαν πολλά σημεία στο βιβλίο όπου τα μικρά γράμματα των υποσημειώσεων θα έπιαναν περισσότερο χώρο από την ιστορία.

Υπάρχει όμως μια μεγάλη κοιλιά μετά το δεύτερο μέρος. Μεγάλη. Τόσο μεγάλη, περίπου 100; 150 σελίδες; Με απίστευτη παπαρολογία, ακατάσχετη φλυαρία και ουσιαστικά άχρηστες λεπτομέρειες, που μέχρι να ξαναπιάσει τον παλιό, καλό ρυθμό του έχασα κάθε ενδιαφέρον να διαβάσω παρακάτω.

Το αποτέλεσμα ήταν για άλλες τόσες περίπου σελίδες να διαβάζω διαγώνια, προσπερνώντας τις εντελώς ανούσιες παραγράφους του σκεπτόμενου βρέφους, μέχρι την κορύφωση της ιστορίας προς το τέλος της κι όπου όοοοοοολα τα κομμάτια (κι είναι πάρα πολλά και πάρα πολύ μικρά) του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Θα έβαζα ένα 5άρι στα 5 που έγινε 3άρι, για να πέσει κατακόρυφα στον άσσο και μετά να εκτοξευθεί στο 5άρι ξανά.

Οπότε του δίνω τρία και μισό με στρογγυλοποίηση προς τα κάτω. Τρία.

Σίγουρα είναι ένα βιβλίο πρόκληση και εμπειρία. Σίγουρα αξίζει τον κόπο και την ταλαιπωρία να το διαβάσεις.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

«Mια σαρωτική ιστορία του πολιτισμού από την καταγωγή των ειδών μέχρι τους υπερανθρώπους, γεμάτη απροσδόκητα δεδομένα, αιρετικές σκέψεις, παράξενες θεωρίες και συγκλονιστικές αφηγήσεις.

Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι «ανθρώπινα» είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα. Ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν;

Αν και α) δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία των όσων γράφει ο συγγραφέας 9789602216651και,
β) δεν το λες και ιδιαίτερα προχώ – με την έννοια του ότι δε χρειάζεται να έχεις διαβάσει και άλλα πέντε-δέκα του είδους για να κατανοήσεις το συγκεκριμένο και,
γ) δεν μπορώ να πω ότι έχω πάραυτα ιδιαίτερες γνώσεις πάνω στα όσα αναφέρονται, μόνο σκόρπια πραγματάκια εδώ κι εκεί (ναι, πρέπει να δουλέψω, το ξέρω)

αν θα μπορούσα με ένα απλό (ή απλοϊκό) παράδειγμα να εξηγήσω το πώς νιώθω απέναντι σε τούτο το βιβλίο, θα έλεγα σαν ένα τετράχρονο μπροστά σε έναν ευχάριστο και χαμογελαστό τύπο με ένα τεράστιο παγωτό χωνάκι. Που δεν τον ξέρω. Και μου λέει, εδώ έτσι όπως στέκεται μπροστά μου, στην έξω πλευρά της παιδικής χαράς, στην άλλη άκρη, εκεί που δε με βλέπει η μαμά μου, ότι αυτό το τεράστιο παγωτό χωνάκι είναι όλο δικό μου και το στέλνει ο μπαμπάς από τη δουλειά. Αρκεί να πάω μέχρι το αυτοκίνητο μαζί του για να μου το δώσει μαζί με μερικές χαρτοπετσέτες.

«Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες, αναπάντεχες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί μπόρεσαν οι άνθρωποι να συγκεντρωθούν σε εκπληκτικά μεγάλους πληθυσμούς, ενώ οι άλλες ομάδες πρωτευόντων δεν ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα άτομα;

Επειδή, λέει, το ταλέντο μας στο κουτσομπολιό μάς επιτρέπει να συγκροτούμε δίκτυα σε κοινωνίες που θα ήταν υπερβολικά μεγάλες για προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα μέλη τους, ενώ οι «φαντασιακές πραγματικότητες» που διαμορφώνουμε και αποδεχόμαστε -όπως το χρήμα, η εκκλησία, οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης- μας κρατάνε σε τάξη. Ποιος καλλιέργησε ποιον, ο άνθρωπος ή το σιτάρι; Το σιτάρι…

Μολονότι οι έννοιες είναι ασυνήθιστες και περίπλοκες, η επιδέξια πρόζα και το πικρό, ανατρεπτικό χιούμορ του Χαράρι τα βγάζουν πέρα με ένα υλικό που μπορεί να προσφερόταν για ακαδημαϊκή πλήξη. Άλλωστε το βιβλίο επανέρχεται συχνά σ’ ένα άλλο ερώτημα: Όλη αυτή η πρόοδος κάνει άραγε τη ζωή μας πιο εύκολη κι εμάς πιο ευτυχισμένους; Η απάντηση μπορεί να σας απογοητεύσει.»

Μεγάλος ο πειρασμός (το χωνάκι), αλλά παρά τον μόλις τετράχρονο εγκέφαλό μου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (που δεν κατανοώ μεν, αλλά αν επιστρέψω κάποτε ζωντανή από την απαγωγή του εαυτού μου που κοντεύω να επιτρέψω- τις σφαλιάρες που θα φάω από τη μάνα μου τις κατανοώ μια χαρά) με κάνει να κρατάω αρκετή απόσταση από το χωνάκι και τον τύπο που το κρατάει, ώσπου τελικά του γυρίζω την πλάτη και ρισκάρω το «όχι, δε θα φας άλλο παγωτό σήμερα» από τη μαμά μου. Που τη μισώ ενίοτε, ειδικά όταν δε μου δίνει δεύτερο παγωτό,

…αλλά την ξέρω. Και είναι δική μου. Και τέλος πάντων ξέρω ότι την επόμενη θα μου πάρει παγωτό χωνάκι, σίγουρα πράγματα.

(Σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι εννοώ με τα παραπάνω: θα ήθελα να τα πιστέψω τα όσα λέει και δεν έχω αποδείξεις χειροπιαστές ότι λέει ψέματα, όμως κάτι μου λέει ότι λέει ψέματα ή έστω δε λέει ακριβώς την αλήθεια.)

Κατερίνα Χαρίση

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

“Θηρίο αυτός που άντεξε να ζεί με την κραυγή στα χείλη,29433155_10156267939608011_295699297386719839_n
Το αίμα στα νύχια.
Την μάχη στο βήμα.
Στον κύκλο σου ο θάνατος, σ’αυτόν και η ζωή σου…”

Μ’αρέσει να βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου, και μετά απο δέκα λεπτά ακριβώς, να δέχομαι με αξιοπρέπεια την παταγώδη ήττα μου. Κάθε χρόνο το ίδιο στοίχημα, κάθε χρόνο η ίδια αποτυχία. Το στοίχημά μου? Να μην με βρεί το χάραμα με το βιβλίο στο χέρι.

Να κάνω ένα διάλειμμα βρε αδερφέ,μπας και σταματήσω να αντικρίζω την “απαστράπτουσα” ομορφιά μου στον καθρέφτη εντελώς άυπνη, με κόκκινα μάτια, σακούλες μεγαλύτερες κι απο αυτές του Jumbo και βλέμμα γυάλινο που δηλώνει ότι η κάτοχός του δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Μια φορά να κάνω ένα διάλειμμα έτσι για την τιμή των όπλων.
Τις περισσότερες φορές παρουσιάζω την γνώμη μου χρησιμοποιώντας χιούμορ. Είναι ο μοναδικός τρόπος για μένα να αποφορτιστώ απο τις εικόνες, τα λόγια ,τις πράξεις ,τις συνέπειες, που η Ευσταθίου με μαεστρία κατάφερε να σφηνώσει στο σεντούκι του μυαλού μου.
Αυτή την φορά τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.
Δεν με παίρνει να κάνω χιούμορ. Δεν με παίρνει να αποφορτιστώ και μεταξύ μας δεν θέλω.
Θέλω να θυμάμαι, θέλω τις εικόνες ατόφιες,τα λόγια ηχηρά στα αυτιά μου,τους ήρωες μπροστά μου να μάχονται. Τα βασανιστήρια ενός παιδιού,τον ακρωτηριασμό ενός μυαλού,το ξερίζωμα μιας καρδιάς,την απώλεια μια συνείδησης. Την κάθε κρίση πανικού, την κάθε παραίσθηση με τις συνέπειές της, την κάθε ανάμνηση απο τις τόσες και τόσες χαμένες. Και ήταν πολλές πανάθεμά τες. Πολλές και σκληρές.
Οπως και ο ίδιος.
Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω τον Στεφάν Ντομπρίν, θα του έλεγα να διαβάσει προσεκτικά τους στίχους πιο πάνω. Ένα κορμί διαλυμένο, ένας νούς κατεστραμένος, ένα άψυχο κουφάρι με έναν και μόνο προορισμό. Να καταστρέψει και να καταστραφεί. Ολόκληρος ο Στεφάν Ντομπρίν σε τέσσερις στίχους… και δεν είναι καθόλου ρόδινοι αυτοί οι στίχοι.
Προσπάθησα να μην δεθώ μαζί του, προσπάθησα να είμαι ένας απλός παρατηρητής της ζωής του, προσπάθησα να τον κρίνω, να τον δικάσω και να τον καταδικάσω, για τις πράξεις του, για την συμπεριφορά του, για τους τρόπους του, για τον ακραίο μηχανισμό άμυνάς του. Πραγματικά γελάω με μένα και την απατηλή ψευδαίσθηση που μόνιμα έχω ότι εγω κρατάω τα ηνία σε ό,τι αφορά την σχέση που θα έχω με τον έκαστοτε ήρωά της.

Με μερικούς τα έχω καταφέρει, με άλλους όχι και τόσο. Ο συγκεκριμένος με γονάτισε απο τον πρόλογο ακόμα. Και διαβάζοντας την ιστορία του τον δικαιολόγησα απόλυτα. Μερικές φορές τον ενθάρυννα κιόλας. Δεν του θύμωσα, δεν τον έκρινα, δεν τον μίσησα, η συμπεριφορά του δεν με απώθησε, οι πράξεις του δεν με τρόμαξαν, ήταν επιβεβλημένες. Τίποτα δεν έκανα.
Μόνο ένα.
Τον αγάπησα. Πολύ!
Περισσότερο απο τον οποιονδήποτε χαρακτήρα, έχει γεννήσει το μυαλό της έως σήμερα.
Ζήτησα, έναν ήρωα σκληρό.
Ζήτησα, μια ψυχρή καλοκουρδισμένη μηχανή,με τα γρανάζια της “ψυχασθένειας” όλα στη θέση τους.
Ζήτησα έναν δολοφόνο….και μου τον έδωσες.
Σ’ευχαριστώ!!!

Υγ:Σου συγχωρώ το γεγονός ότι στα τρία τέταρτα του βιβλίου οι δακρυγόνοι αδένες μου ξέχασαν πώς να σταματήσουν να λειτουργούν. Και στην ερώτηση που με μεγάλη αγωνία μου είχες κάνει “ Θα ερωτευόσουν ποτέ έναν δολοφόνο?” σου απαντώ το εξής

“ Σαφέστατα όχι…θα ερωτευόμουν όμως, τον δικό σου δολοφόνο”. Τα κατάφερες.

Έλενα Φωτίου

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση