Posts Tagged ‘Αυτοβιογραφία’

Πάντα δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις αυτοβιογραφίες. Πώς να κρίνεις τη ζωή κάποιου; Με ποιο δικαίωμα; Το μόνο ίσως δικαίωμα που έχουμε είναι από την ίδια την έκθεση της ζωής του γράφοντος, αλλά ως εκεί. Μιλάμε για τη ζωή κάποιου. Η συγγραφέας είναι πια ένα όνομα γνωστό στο χώρο, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας το τώρα της με την ιστορία του τότε της, η διαφορά είναι συγκλονιστική.

Αυτό το βιβλίο με νευρίασε ως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ήμουν έτοιμη να το παρατήσω The_Glass_Castle_Jeannette_Walls_hardcover_first_edition_2005γιατί δεν άντεχα άλλο να διαβάζω τις ηλιθιότητες των γονιών της. Όμως ήταν η ζωή της και θα ήταν άδικο να μην το τελειώσω. Δεν ξέρω να πω αν μου άρεσε ή όχι. Πώς να πω ότι μου άρεσε η ιστορία μιας δυστυχισμένης ζωής; Πώς όμως να μην μου αρέσει μια απίστευτη ιστορία;

Η Τζανέτ είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά των Γουόλς, ενός αλκοολικού μηχανικού (; μάλλον πολυτεχνίτη τον λες) και μιας …καλλιτέχνιδας – ζωγράφου/συγγραφέως/ανάλογα την όρεξη. Η μητέρα δεν εργάζεται ποτέ, ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, ανάλογα πάντα τη διάθεση, τα παιδιά ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, σχεδόν ποτέ χωρίς να καλύπτονται οι στοιχειώδεις βασικές ανάγκες τους κι όλα αυτά από ΕΠΙΛΟΓΗ των γονιών.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου συνεχώς αναρωτιόμουν: Πώς είναι δυνατόν δυο άνθρωποι τόσο έξυπνοι και μορφωμένοι να είναι τόσο ανεύθυνοι, τεμπέληδες, εγωιστές, τόσο απαίσιοι γονείς; Μήπως χρειάζονταν βοήθεια; Δεν ξέρω. Ίσως. Όμως προς το τέλος η ίδια συγγραφέας απαντά σε αυτή την ερώτηση και την ίδια απάντηση διαπιστώνει και ο αναγνώστης: Αυτή τη ζωή επέλεξαν και το έκαναν με απόλυτη συνείδηση. Αυτό και τίποτε περισσότερο. Και τα εξηγεί όλα.

Πολλοί αναγνώστες σχολίασαν αρνητικά την ψυχρότητα της γραφής και ήταν κάτι που το παρατήρησα κι εγώ. Η γραφή μοιάζει στείρα, χωρίς συναίσθημα, περισσότερο με ρεπορτάζ. Όμως και γι αυτό υπάρχει εξήγηση και είναι απλή: Για να αντιμετωπίσει κανείς και να ξεπεράσει (και να καταγράψει τελικά) κάτι τόσο μεγάλο και κακό όπως η παιδική ηλικία αυτής της γυναίκας, πρέπει να αποστασιοποιηθεί. Η συγγραφέας δεν κατακρίνει. Απλώς γράφει το τι έχει συμβεί. Παρά την έλλειψη λογοτεχνικότητας (και αλήθεια, μάλλον δε θα του ταίριαζε) το βρήκα απίστευτα γενναίο από μέρους της.

Και παραδόξως δεν κατάφερα να μισήσω ή να αντιπαθήσω τους γονείς της, παρά τα όσα έκαναν – και πολλές φορές ήθελα να ουρλιάξω. Η ειλικρίνεια στη γενικότερη στάση τους ήταν αφοπλιστική. Διαφωνώντας κάθετα με τις επιλογές τους, δεν μπόρεσα να μη σεβαστώ τη βαθύτατη πίστη τους σε αυτές. Και τελικά ακόμα κι αυτό χρειάζεται φοβερό κουράγιο.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θα μας απασχολεί για πολύ (φυσικά και δεν ήρθε ακόμα στην Ελλάδα, αγνοώ αν θα έρθει), και σύντομα θα το δούμε και σε ταινία. Από το τρέιλερ που είδα, αν και υπόσχεται μια υπέροχη ταινία, νομίζω ότι λιγάκι ρομαντικοποιήθηκε στη μεταφορά του. Δεν μπορώ όμως ακόμα να απαντήσω αν τελικά αυτό θα κάνει καλό στη συγγραφέα ή όχι. Πάντως αναμένω με αγωνία.

Για τα records, το βιβλίο παρέμεινε 261 (!!) εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλλερς του New York Times. Πούλησε σχεδόν 3 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες (εκτός από τα ελληνικά!).

Δείτε και το τρέιλερ, λέει πολλά!

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Τελικά όσο ειρωνικό σε κάθε αρνητική του διάσταση κι αν ακούγεται, χρειάστηκε ένας Ντόναλντ Τραμπ για να καταλάβουμε τι συνέβαινε στο παρελθόν. Ήταν σαν να είμασταν τυφλοί και ξαφνικά κάποιος να μας άνοιξε τα μάτια. Και όσον αφορά την δημοκρατία πραγματικά είμασταν τυφλοί.

Όταν εκλέχτηκε ο Μπους, πραγματικά όλοι νιώσαμε ότι το τέλος πλησιάζει και όπου να ‘ναι ένας ανίκανος θεωρητικά πρόεδρος θα πάταγε το κουμπί που θα έφερνε το τέλος. Τελικά δεν είχαμε καταλάβει τίποτα μέχρι που ένας πραγματικά ανίκανος και στην ουσία επικίνδυνα ηλίθιος τύπος έγινε πρόεδρος της Αμερικής. Ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ειρωνεία να είναι ότι συνειδητά ο Τζωρτζ Μπους άνοιξε τον δρόμο για τον πρώτο μαύρο Αμερικανό πρόεδρο. Και αυτό το έκανε από την αρχή της προεδρίας του ορίζοντας σαν υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ τον πρώτο μαύρο που υπουργοποιήθηκε στην ιστορία της χώρας, και σύμβουλό του σε θέματα άμυνας επίσης μια γυναίκα και μάλιστα μαύρη, η οποία και στη συνέχεια αντικατέστησε στο υπουργείο εξωτερικών τον Κόλιν Πάουελ.

biblio_17_0029.gifΌπως είναι φυσικό, για να φτάσει εκεί που έφτασε, στις εποχές που το κατάφερε, η Κοντολίζα Ράις, ούτε το συνηθισμένο κορίτσι μαύρης οικογένειας ήταν, ούτε η ίδια ακολούθησε την συνηθισμένη πορεία που ακολουθούν τα μαύρα κορίτσια στην υποβαθμισμένη θέση που έχουν στην αμερικανική κοινωνία. Απεναντίας επρόκειτο για το κορίτσι με τα γαλλικά του και το πιάνο του, χωρίς όμως – και αυτό προσέξτε το – να απομονωθεί από τον εξωτερικό κόσμο και να μην πάρει κι εκείνη μια γεύση από τον σύγχρονο αμερικανικό ρατσισμό, τις διακρίσεις και τις ανισότητες. Και παρόλο ότι μεγάλωσε σε ένα ρεπουμπλικανικό και αυστηρά χριστιανικό περιβάλλον που στην ουσία δημιούργησε μια «σιδηρά κυρία» ποτέ δεν ξέχασε και όταν πια βρέθηκε σε θέση εξουσίας παρ’όλη την συχνά πολιτικά ορθή στάση της έδωσε τις μάχες της για την ισότητα και το τέλος των διακρίσεων.

Πολύ πιο σοβαρό όμως είναι να σημειωθεί ότι όλα αυτά δεν τα είδε μεμονωμένα αλλά σαν ένα όλο που χαρακτηρίζει μια δημοκρατική κοινωνία. Δεν μπορείς να αποκαλείς μια χώρα δημοκρατική αν η κοινωνία της δεν είναι δημοκρατική κι αν υπάρχουν διακρίσεις ακόμα και σε ασήμαντα γεγονότα και θέματα. Αυτό ακριβώς ήταν όρος ζωής για την Κοντολίζα Ράις και αυτό ακριβώς είναι και το βασικό θέμα του βιβλίου της «Democracy: Stories from the Long Road to Freedom» (Δημοκρατία: ιστορίες από τον δύσκολο δρόμο προς την ελευθέρια) που μόλις κυκλοφόρησε.

Στο βιβλίο της η Ράις μιλάει σε πρώτο πρόσωπο όλα όσα έζησε στη πορεία της προς το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ, με ιδιαίτερη έμφαση στα όσα έζησε και είδε κατά την τελευταία περίοδο που ήταν υπουργός. Μέσα σε συχνές αναφορές σε ιστορικές προσωπικότητες, η Ράις αναφέρεται στη γνωριμία με Σεΐχηδες και βασιλιάδες αλλά και δικτάτορες και εγκληματίες που είχαν την περίοδο που ήταν υπουργός θέση εξουσίας. Το σημαντικό είναι ότι το σύγχρονο των εμπειριών της επιτρέπει στον αναγνώστη να αναγνωρίσει πολλές από αυτές τις προσωπικότητες με μερικές μάλιστα να συνεχίζουν να κυριαρχούν στις χώρες τους.

Η Ράις στο βιβλίο της δεν αποποιείται ουτε τις κοινωνικές της ρίζες αλλά ουτε και τις πραγματικές, συχνά ισορροπώντας ανάμεσά τους και βέβαια το βιβλίο είναι σαν χαστούκι στον σύγχρονο Καλιγούλα και στην ρατσιστική του αυλή που αυτή τη στιγμή εξουσιάζουν τις ΗΠΑ.

Το βιβλίο, για όσους τουλάχιστον ασχολούνται με την σύγχρονη πολιτική και τις εξελίξεις είναι πολύ ενδιαφέρον ακόμα κι αν διαφωνείς ιδεολογικά με την Ράις. Είναι μια υπενθύμιση ότι τελικά υπάρχουν και χειρότερα.

Το βιβλίο της Κοντολίζα Ράις Democracy: Stories from the Long Road to Freedom κυκλοφόρησε στις 9 Μάιου και είναι εκδόσεις Tele. Προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στην έντυπη έκδοση και με σκληρό εξώφυλλο. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μεταφραστεί στα ελληνικά και το θεωρώ απώλεια γι’ αυτό, αλλά για όσους ενδιαφέρονται από ότι με πληροφόρησε ο εκδοτικός σύντομα θα βγει και σε ψηφιακή μορφή για να το κατεβάσετε έστω στα αγγλικά.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί κάποιος που βρίσκεται, έστω στην πέμπτη δεκαετίας της ζωής του και ακόμα δημιουργικός και ενεργός στο χώρο του αισθάνεται την ανάγκη να γράψει τα …απομνημονεύματά του. Για να μη πω, ότι όταν το κάνουν κάτι διάττοντες αστέρες της μουσικής ή του κινηματογράφου, δεν μπαίνω καν στον κόπο να κοιτάξω το εξώφυλλο του βιβλίου τους. Μιλάμε για θρασύτατη αρπαχτή.

biblio_17_0024.gifΈτσι όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο και μάλιστα με σκληρό εξώφυλλο του γνωστού ηθοποιού Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir / Παρ’ όλα αυτά: Απομνημονεύματα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν να βάλω τα γέλια και ο λόγος … ο λόγος Saturday Night Live. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Saturday Night Live είναι γνωστή εβδομαδιαία κωμική σειρά στην αμερικανική τηλεόραση με σκετσάκια όπου ο Alec Baldwin μιμούμενος καταπληκτικά τον Ντόναλντ Τραμπ, τον έχει στη κυριολεξία ξεσκίσει.

Πριν από αυτό είχε προηγηθεί μια ακόμα σειρά, που δεν έχω ιδέα αν έχει προβληθεί στην Ελλάδα, με την Ελληνοαμερικανίδα Tina Fey, το 30 Rock, εξ’ ίσου καταπληκτική, με τον Baldwin στο ρόλο ενός υπερσυντηρητικού καπιταλιστή, οπαδού του Ρήγκαν, διευθυντή τηλεοπτικού καναλιού. Με τις δυο αυτές σκέψεις να δικαιολογούν το γέλιο, αποφάσισα να βάλω το βιβλίο στην άκρη για να το διαβάσω κάποια στιγμή στο μέλλον μαζί με τα άλλα καμιά κατοστή βιβλία που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και που στο τέλος όχι απλά δεν τα διαβάζω άλλα τα μοιράζω σε φίλους για να κάνω χώρο για την επόμενη εκατοντάδα.

Στην πορεία λοιπόν προς τα «θα δούμε», έριξα μια ματιά στην εισαγωγή του βιβλίου που ένα από τα πρώτα πράγματα που γράφει ο αξιότιμος κύριος Baldwin είναι ότι αυτό το βιβλίο το έγραψε όχι γιατί πραγματικά ήθελε να το γράψει αλλά γιατί του πρόσφεραν καλά λεφτά για να το κάνει. Βαριά δόση ειλικρίνειας. Έτσι μεταφέρθηκε δίπλα στον καναπέ και τις επόμενες μέρες ανάμεσα σε άλλα διαβάσματα κατάφερα να τελειώσω τις 200+ σελίδες κειμένου.

biblio_17_0023.gifΟ Baldwin δεν είναι συγγραφέας, είναι ηθοποιός και κατ’ εμέ παρόλο πουτον λατρεύω σαν Τραμπ και μου άρεσε πολύ στο 30 Rock, δεν θα έλεγα ότι είναι από τους πρωτοκλασάτους ή ότι θα γίνει ο αυριανός Nicolson. Άλλωστε αν εξαιρέσεις το «The Hunt for Red October» στο ρόλο του Jack Ryan δίπλα στον Sean Connery, η παρουσία του και η αναγνωρισιμότητά του είναι κυρίως τηλεοπτική. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι να το ξέρουν από το γάμο του και ειδικά το διαζύγιό του με την Kim Basinger.

Ηθοποιός λοιπόν ο Baldwin και φαίνεται στο βιβλίο του ότι δεν είναι συγγραφέας. Μάλιστα – και αυτό εγώ τουλάχιστον το βάζω στα θετικά στοιχεία του βιβλίου – έχει γραφτεί από τον ίδιο κι όχι κάποιον φτωχό ghostwriter που πληρώθηκε ψίχουλα για να κάνει αρπαχτή ο Baldwin. Το γράψιμό του είναι πιθανώς όπως μιλάει ή δίνει συνεντεύξεις γιατί υπάρχουν ακόμα και έντονα συντακτικά ή γραμματικά λάθη που φαντάζομαι ο εκδότης επίτηδες τα άφησε να περάσουν.

Ο Baldwin δεν ωραιοποιεί καθόλου την παιδική του ηλικία και τη φτώχεια της οικογένειάς του, ούτε τους κόπους του και την πάλη για να γίνει ηθοποιός και το κάνει χωρίς να υπερθεματίζει και να υπερβάλλει. Δεν το δραματοποιεί. Ήταν φτωχός και έζησε τη μιζέρια. Αυτά. Όπως είναι φυσικό σε κάποια σημεία φαίνεται η ζήλεια ή ο εγωισμός του ηθοποιού, ειδικά στις αναφορές του στον Harrison Ford που δεν σου αφήνει κανένα λόγο να αμφισβητήσεις την αντιπάθειά του προς τον ηθοποιό που του «έκλεψε» στη συνέχεια το ρόλο του Jack Ryan. Αυτό σε απόλυτη αντίθεση για τους ύμνους που γράφει για τους Ben Affleck και Tina Fey που ο θαυμασμός του είναι σε συνδυασμό με το ταλέντο και των δυο στο γράψιμο.

Για την Kim Basinger από ό,τι φαίνεται ό,τι ήταν να πει το είπε κατά τη διάρκεια του πολύ περιπετειώδους και προβεβλημένου από σκανδαλοθηρικά περιοδικά διαζυγίου τους. Εδώ ασχολείται περισσότερο με την κόρη του ίσως και σε μια προσπάθεια, έστω και μέσω του βιβλίου να της δείξει την αγάπη του και πιθανώς σαν συγνώμη για τα λάθη του μαζί της. Σαφώς περνάει από όλες τις στιγμές της καριέρας του, καλές ή άσχημες, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, αλλά όπως έγραψα και πριν, ήρεμα, σαν να τα λέει σε μια παρέα ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Για να πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρος αν αξίζει να αγοράσει κάνεις αυτό το βιβλίο εκτός κι αν είναι συλλέκτης αυτής της μορφής των βιογραφιών και φαν του Baldwin. Δεν είμαι αρνητικός αλλά θα το διαβάσεις μια φορά – ευχάριστα – και μετά θα μπει στη μάζα που πιθανώς σε κάποια μετακόμιση να ξεφορτωθείς. Αλλά αν πέσει στα χέρια σας κάπως, γι’ αυτή τη μια φορά, ξεφυλλίστε το, έχει κάποιες αστείες και κάποιες πολύ αληθινές στιγμές.

Το βιβλίο του Alec Baldwin, Nevertheless: A Memoir είναι εκδόσεις Harper, κυκλοφόρησε στις 4 Απριλίου 2017 και προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο σε σκληρό εξώφυλλο και προσωπικά αμφιβάλλω αν θα κυκλοφορήσει σε άλλη μορφή.

Κανονικά αυτό είναι ένα από τα βιβλία που για τον τίτλο του μόνο, θα έπρεπε να προταθεί για την ημέρα του Βαλεντίνου και των ερωτευμένων. Αυτά αν μείνεις μόνο στον τίτλο του βιβλίου, «Οι άντρες της ζωής μου». Αυτό τώρα επιφανειακά γιατί αν το σκεφτείς καλυτέρα και μάλιστα το επεκτείνεις και στα δυο φύλα θα ανακαλύψεις ότι οι άντρες της ζωής μας μπορούν να είναι πατεράδες, αδέρφια, φίλοι, γνωριμίες, όλοι αυτοί που συμβάλανε στην εξέλιξή μας και πολλές φορές λίγη σχέση έχουν με τον έρωτα.

biblio_17_0013.gifΗ Patricia Bosworth παντρεύτηκε στα 18 της χρόνια ένα τέρας, η περιγραφή ανήκει στην ίδια. Ένα τέρας που την βασάνιζε καθημερινά και μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι η επόμενη φάση θα ήταν να την σκοτώσει, τόλμησε να φύγει και να ζητήσει διαζύγιο. Στα 20 της ο αδελφός της και ο μόνος της τότε φίλος, αυτοκτόνησε και στα 24 αυτοκτόνησε ο αλκοολικός και ναρκομανής πατέρας της.

Τώρα αυτά κάνουν μια πολύ σκοτεινή εισαγωγή, αλλά η ζωή της Bosworth δεν ήταν ένα συνεχόμενο δράμα, γιατί στην εισαγωγή λείπουν μερικά στοιχεία. Όπως το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν ένας πολύ γνωστός δικηγόρος στην Νέα Υόρκη του ’50, ότι η μητέρα της ήταν γνωστή συγγραφέας που την κυνηγούσαν αστέρες του κινηματογράφου για να αγοράσουν τα δικαιώματα της επόμενης νουβέλας της και ότι γενικά ζούσε και μεγάλωνε σε ένα σπίτι με πολύ άνεση και χρήμα.

Η δε Bosworth μετά το διαζύγιο και έχοντας κάνει λίγο μόντελινγκ αποφάσισε ότι αυτό που της ταίριαζε ήταν η ηθοποιία και έδωσε εξετάσεις στο Actors Studio της Νέας Υόρκης που αμέσως έγινε δεκτή. Σύντομα βρέθηκε να παίζει με ηθοποιούς όπως η Audrey Hepburn και να την σκηνοθετούν σκηνοθέτες του μεγέθους του Elia Kazan και του Arthur Penn. Και κάπου εκεί έκανε την μεγάλη της στροφή και από το πάλκο πέρασε στην πένα. Η Bosworth έγινε δημοσιογράφος.

Στην αρχή μέσα από τις στήλες της στους New York Times και του Vanity Fair έγραφε για τη ζωή διασημοτήτων αλλά μετά πέρασε στη συγγραφή βιογραφιών αστέρων κυρίως του Χόλυγουντ, όπως της Jane Fonda ή του Montgomery Clift.

biblio_17_0012.gifΤο «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό και κατά κάποιο τρόπο κατάθεση ψυχής. Μιλάει για μια εποχή που το Μανχάταν ήταν μαγνήτης τέχνης και εκκεντρικότητας. Μια εποχή που η Αμερική κάνει τη σεξουαλική της επανάσταση και που η καθ’όλα μεγαλωμένη Καθολική Bosworth βρίσκεται στο κέντρο του, σε ένα σπίτι που ο ένας εκκεντρικός αστέρας του Χόλυγουντ διαδέχεται τον άλλον.

Ο πρώτος της γάμος, αυτός με το τέρας, παίζει μεγάλο ρόλο και στην άμεση συνέχεια της ζωής της και όταν αναφέρεται σε αυτόν αναφέρει ότι ο λόγος που έμενε παρόλο τους συνεχείς ξυλοδαρμούς ήταν το παθιασμένο σεξ που είχε με τον άντρα της. Μεγαλωμένη καθολική είχε όλα τα ταμπού του καθολικισμού και έτσι το σεξ υπήρχε μόνο μέσα στο γάμο, κι αυτό έγινε η δικαιολογία για να παντρευτεί. Αλλά στη συνέχεια ήταν το σεξ που την κρατούσε με το τέρας και πάλι ο καθολικισμός που δεν θα της επέτρεπε το σεξ εκτός γάμου. Μετά όμως το διαζύγιο, η Bosworth απελευθερώνεται και από το τέρας και από τον καθολικισμό και περνάει στην απέναντι πλευρά με δεκάδες εραστές σε σημείο που όπως ομολογεί και η ίδια να μην έχει ιδέα ουτε από αριθμό ούτε από ονόματα.

Όλα αυτά όμως σε ένα Μανχάταν που κρύβει τέχνη, που η Patricia Bosworth συναντάει και συνομιλεί με τις μεγαλύτερες μορφές της τέχνης της τότε Αμερικής και που αντλεί συνέχεια για την μετέπειτα συγγραφική της καριέρα.

Το «The Men in My Life: A Memoir of Love and Art in 1950s Manhattan» είναι αυτοβιογραφικό αλλά γραμμένο από μια γυναίκα που έχει πετυχημένα γράψει δεκάδες βιογραφίες. Έτσι ξέρει και να δίνει το σωστό ρυθμό ανάμεσα στο δράμα, την ένταση, το συναίσθημα και το χαμόγελο αλλά ταυτόχρονα λέει και την αλήθεια για τον εαυτό της χωρίς υποκρισίες. Είναι σαν να ήθελε η ίδια να γράψει την αποκαλυπτική βιογραφία της και να μην αφήσει σε κάποιον άλλον να το κάνει. Και όπως λένε γνωστοί της, υπάρχουν γεγονότα που αναφέρονται στο βιβλίο που ούτε οι πιο στενοί της φίλοι από εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν.

Αν και σχεδόν 360 σελίδες δεν ήταν καθόλου κουραστικό βιβλίο και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις το ενδιαφέρον μου κορυφωνόταν σε τέτοιο σημείο που ήταν σαν να διάβαζα θρίλερ ή τέλος πάντων κάποιο βιβλίο αγωνίας.

Το βιβλίο είναι εκδόσεις Harper και φαντάζομαι ότι σύντομα θα κυκλοφορήσει και σε ψηφιακή μορφή για όσους μπορούν να διαβάσουν απ ευθείας στα αγγλικά.

Σε μια κοινωνία υπερκαταναλωτική, όπως είναι φυσικό δεν θα μπορούσε να ξεφύγει το βιβλίο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που χάρις σε εκβιασμούς και εκφοβισμούς ασχέτων και αισχροκερδών εκδοτών, τα βιβλία pulp-fiction – εκδόσεις σκουπίδια – έχουν εισβάλλει και μάλιστα βίαια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και έχουν γίνει αντικείμενο «επένδυσης» και μάρκετινγκ. Έτσι έχουμε αποκτήσει μια νέα κατηγορία βιβλίων, αυτών των φαστφουντάδικων, ήτοι βιβλία που προκαλούν με το λίπος τους και ζημιά.

Η Νορβηγία είναι μια χώρα με παράδοση στο καλό βιβλίο, έχοντας να παρουσιάσει συγγραφείς όπως o κλασσικός Henrik Ibsen (Ερρίκος Ίψεν), ο Bjørnstjerne Bjørnson, ο Ole Rølvaag ή ο Gunnar Larsen και από τους πιο σύγχρονους ο ήρωας της Νορβηγικής αντίστασης  Lise Børsums, και οι Astrid Tollefsen, Espen Haavardsholm (με την καταπληκτική νουβέλα Drift) ή στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο Jørn Lier Horst. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε αναφορά στο Νορβηγικό βιβλίο αυτή τη στιγμή έχει στην κορυφή της μια μετριότητα, από αυτές που κατασκευάζουν φαστφουντάδικες ιστορίες/παραλήρημα μυστηρίου γεμάτες από λίπος και καθόλου θρεπτική ουσία, τον Jo Nesbø.

biblio_17_0004Αλλά η Νορβηγική λογοτεχνία είναι πολλά περισσότερα από μια μετριότητα και το έδειξε σε όλους μας το 2013 ο Karl Ove Knausgaard, με το βιβλίο του: «A Death in the Family: My Struggle 1» (Ένας Θάνατος στην Οικογένεια – ο Αγών μου 1ο) όταν μεταφράστηκε και στα αγγλικά.

Ο 48χρονος Karl Ove Knausgaard είναι δείγμα της γενιάς του στη Σκανδιναβία. Όπως λέει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, από μικρός ήθελε να γίνει κάπως διάσημος, κάτι  σαν το απόλυτο σκανδιναβικό παράδειγμα τους Abba, αλλά στο δικό του στιλ που τον ήθελε σκοτεινό και Goth, ντυμένο σαν τον Edge των U2, να γράφει ποιήματα και να παίζει σε ένα ροκ συγκρότημα χωρίς συγκεκριμένα σχέδια, αλλά με πολλά όνειρα. Σε όλη αυτή την πορεία πάντα έγραφε ακόμα και στους στίχους του, για τον πατέρα του, για τη ζωή του μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια με ρίζες στην αγροτική Νορβηγία, για μια κοινωνία ζαλισμένη από το αλκοόλ και μια γενιά με χαμένα όνειρα. Αυτά παρ’ όλο τον εξωτερικό πλούτο που έφερε το πετρέλαιο στη χώρα. Αυτό όμως – το γεγονός οτι εγραφε συχνα για τη ζωή του και ειδικά για τον πατέρα του – ο ίδιος δεν το είχε συνειδητοποιήσει, μέχρι που στα σαράντα του έγινε κι εκείνος πατέρας.

Πατέρας ο ίδιος πια, άρχισε να καταλαβαίνει καλύτερα τον δικό του πατέρα – χωρίς όμως και να τον δικαιολογεί για τις πράξεις του – και αυτό σταδιακά οδήγησε σε πολλές εκτυπωμένες κόλλες χαρτί και βράδια πάλης με τις αναμνήσεις του. Το «A Death in the Family: My Struggle Book 1», πάντα σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, ήταν το πρώτο από μια σειρά έξη βιβλίων που ενώ έχει το στιλ και το ρυθμό μυθιστορήματος, στη πραγματικότητα περιγράφει και εξιστορεί γεγονότα από την ίδια του την οικογένεια, την ίδια του τη ζωή, με κέντρο της τουλάχιστον στην αρχή τον ίδιο τον πατέρα του.

biblio_17_0003.gifΗ ειρωνεία είναι ότι η δόξα και αναγνωσιμότητα που αποζητούσε από παιδί και δεν ήρθε ποτέ ουτε από το ροκ ουτε από την ποίηση, ήρθε από τον πατέρα του. Το γεγονός ότι 500,000 αντίτυπα του πρώτου βιβλίου πουλήθηκαν σε ένα χρόνο σε μια χώρα μόλις των μετά βίας πέντε εκατομμυρίων, δείχνει ότι …όλοι οι νορβηγοί έχουν διαβάσει το βιβλίο του και το όνομα Karl Ove Knausgaard έχει γίνει γνωστό σε κάθε γωνιά της χώρας.

Τώρα πια, ολοκληρωμένο με τις έξι συνέχεις του, το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 22 γλώσσες (δεν ξέρω αν συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά) και σε όλες τις μεταφράσεις, κάτι που ήθελε να μεταφέρει ο συγγραφέας ήταν ο δικός του αφηγηματικός προφορικός λόγος -ή καλυτέρα ο δικός του γλωσσικός τρόπος έκφρασης. Γι’ αυτό για παράδειγμα στην αγγλική μετάφραση, παρ’ όλη την πολύ καλή δουλειά του Don Bartlett υπάρχουν σημεία που δεν …ηχούν και τόσο αγγλικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βγάζεις νόημα. Απλά ο συγγραφέας ήθελε να μεταφέρει τον τρόπο που θα το έγραφε ο ίδιος αν το είχε γράψει απ’ ευθείας στα αγγλικά, τον τρόπο που μιλάει ο ίδιος αγγλικά και αυτό ίσως να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει πιο κοντά του.

Μεγάλα κομμάτια και των έξι βιβλίων είναι αφιερωμένα σε πολύ προσωπικές σκέψεις και αναλύσεις του συγγραφέα, παρέα με πολλά τσιγάρα και ποτά, αλλά κι αυτό ακόμα προσθέτει στη μαγεία του βιβλίου αλλά και στη γνωριμία του μη Νορβηγού αναγνώστη με την Νορβηγική κοινωνία.

biblio_17_0005.gifΔεν είναι εύκολο βιβλίο και μάλιστα 3,600 σελίδες (τόσο είναι περίπου και τα έξη βιβλία) το κάνουν και μεγάλο βιβλίο για να διαβάσεις τις τυχαίες σκέψεις κάποιου, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο παράθυρο προς το νορβηγικό τρόπο σκέψης και ένα από τα βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς. Που σε κάνουν να αναζητήσεις τις δικές σου σκέψεις ακόμα και στα υπαρξιακά ή οικογενειακά προβλήματα του Knausgaard.

Δεν θα το συμπεριελάμβανα στα κλασσικά («πρέπει» να διαβαστούν) βιβλία, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί οι σύγχρονοι Νορβηγοί ένιωσαν ότι κάποιος μέσα από τη προσωπική του ιστορία στην ουσία εξιστορούσε την ιστορία του μέσου Νορβηγού από το 1940 και μετά. Μάλιστα – και με πολύ ειρωνική διάθεση από το συγγραφέα –  ο τίτλος συμπεριλαμβάνει την επεξήγηση «Ο Αγών μου» ειρωνευόμενος το ομότιτλο βιβλίο του Χίτλερ, αλλά και κάνοντας μια ιστορικά χρονική αναφορά στη Νορβηγία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και την Ναζιστική κατοχή.

Επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρω αν το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, η αγγλική μου άρεσε και γνωρίζοντας καλά τους Σκανδιναβούς υπήρξαν στιγμές που με έκανε ακόμα και να γελάσω. Ο Knausgaard συνεχίζει να είναι ο αγαπημένος συγγραφέας των Νορβηγών σε αντίθεση με τον Jo Nesbø που σταδιακά παίρνει τη θέση που του αξίζει στην νορβηγική βιβλιοθήκη, στο κάτω ράφι στα υπ’ όψιν για πέταμα.

biblio_0016.gifΕίμαι σίγουρος ότι το όνομα Trevor Noah δεν σημαίνει τίποτα απολύτως για τους περισσοτέρους στην Ελλάδα. Πριν από δυο χρόνια πολλοί λίγοι ήταν αυτοί που τον ξέρανε στην Αμερική, μέχρι που μια μέρα όχι απλά τον γνωρίσανε αλλά ο νεαρός Trevor έγινε ο κεντρικός παρουσιαστής ενός από τα πιο γνωστά κωμικά βράδυνα talkshow της αμερικανικής τηλεόρασης, αντικαθιστώντας τον συνταξιοδοτούμενο θρύλο, Jon Stewart. Πιο συγκεκριμένα, αυτό έγινε τον Σεπτέμβριο του 2015 αφήνοντας άφωνους πολλούς και ειδικά άλλους γνωστούς κωμικούς της αμερικάνικης τηλεόρασης και μνηστήρες της θέσης.

Ο Trevor Noah είναι άκρα πολιτικοποιημένος, τι πιο φυσικό για κάποιον που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στο νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ, αλλά όπως εξηγεί συχνά και ο ίδιος, πολιτικοποιημένος όχι αριστερά ή δεξιά αλλά δημοκρατία ή φασισμός. Και τον φασισμό τον έζησε στο πετσί του στην κυριολεξία ο Trevor.

Παιδί έρωτα μια μαύρης γυναίκας με ρίζες στη φυλή των Xhosa (την ίδια με τον Νέλσον Μαντέλα) με έναν Ελβετογερμανό, από τη στιγμή που γεννήθηκε, η ύπαρξή του ήταν λόγος τιμωρίας από την κυβέρνηση του απαρτχάιντ όχι μόνο για τους δυο γονείς του, που και μόνο η συνεύρεση τους ήταν παράνομη και τιμωρείτο αυστηρά από το νόμο με ποινές που ξεπερνούσαν τα 2-5 χρόνια φυλάκισης, αλλά και για τον ίδιο που …γεννήθηκε απο το παράνομο ζευγάρι. Αυτή ήταν η πραγματικότητα του απαρτχάιντ.

Υπάρχει μια σκηνή στο βιβλίο που είναι τόσο τρομακτικά δραματική, που γελάς όχι μόνο γιατί ο Trevor Noah διαθέτει έντονο χιούμορ στη γραφή του αλλά και από νευρικότητα, αγνοώντας πώς πρέπει να συμπεριφερθείς. Έτσι καταφεύγεις στο γέλιο σαν διέξοδο και άμυνα, που σου δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Επειδή ο Trevor Noah ήταν από τα χρώματά του εμφανώς μιγάς, όταν η μητέρα του τον έβγαζε για βόλτα φρόντιζε να το κάνει με μια φίλη της, επίσης μιγά, ώστε να φαίνεται ότι το παιδί ήταν δικό της κι εκείνη η ντανά, η …υπηρέτρια. Αυτό γιατί οι μιγάδες περνούσαν σε άλλη …κατηγορία με άλλες τιμωρίες. Μια μέρα λοιπόν σε αυτή τη βόλτα τυχαίνει να συναντήσουν τον πατέρα του Trevor, όπου όπως είναι φυσικό το παιδί βλέποντας τον πατέρα του τρέχει στην αγκαλιά του. Ο πατέρας του Trevor τώρα, ξέροντας ότι αν αποκαλυφθεί ότι είναι γιος του ο μιγάς θα πάει φυλακή, αρχίζει να τρέχει για να ξεφύγει από το παιδί και ο Trevor που νομίζει ότι όλα είναι παιχνίδι …ακολουθεί τρέχοντας τον πατέρα του για να τον πιάσει. Όλα αυτά με την μητέρα από πίσω που σέρνει μαζί της και τη μιγάδα φίλη της για να μην φανεί ότι αυτή είναι η μητέρα του παιδιού.

Η εικόνα τελείως σουρεαλιστική αλλά την ίδια στιγμή δίνει και μια έστω φευγαλέα ματιά για το πώς μεγάλωσε αυτό το παιδί, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποιο κράτος. Ο Trevor έζησε όλες τις αμαρτίες, τη βία και τη βλακεία ενός ρατσιστικού καθεστώτος, κι όταν αυτό τέλειωσε έζησε και μια άλλη πλευρά, αυτή των σκλάβων που επιτέλους ελευθερωθήκαν. Εκεί πια μια καινούργιας μορφής βίας και βλακείας απλώθηκε στη Νότιο Αφρική με πολλές πληγές και αμαρτίες. Γιατί για κάποιους το να είσαι Xhosa ήταν αμαρτία και ο πατέρας σου να είναι λευκός έγκλημα.

biblio_0017.gif

Έτσι και ο τίτλος του βιβλίου: Born a Crime. Γεννημένος έγκλημα, αν και μια πιο σωστή παράφραση του τίτλου θα ήταν Καταδικασμένος εγκληματίας από γέννησης.  Στα πρώτα του χρόνια μέχρι την εφηβεία ο Trevor Noah γνώρισε τη βία, τον φόβο, τον εκφοβισμό, την πείνα, τον ρατσισμό, τον φασισμό. Όλα στη χειρότερή τους μορφή. Μετά γνώρισε και την ενδοοικογενειακή βία που έφτασε μέχρι τη μητέρα πυροβολημένη στο πρόσωπο και ζωντανή από καθαρή τύχη γιατί μπλοκάρισε το όπλο του τότε συζύγου της. Στην Αμερική σχεδόν κατέφυγε το 2011 κυνηγημένος από τον τέως σύζυγο και παραλίγο δολοφόνο της μητέρας του.

Στη Νότια Αφρική είχε ήδη αρχίσει να χτίζει μια κάποια καριέρα και να γίνεται γνωστός σαν κωμικός, αλλά η Αμερική για τον Trevor Noah αποδείχτηκε πραγματικά η χωρά των ευκαιριών. Ειδικά μετά τη γνωριμία του με τον Jon Stewart το 2014.

biblio_0018

Ο Trevor Noah δεν είναι συγγραφέας από αυτούς που γράφουν ιστορίες που θα κάνουν τον αναγνώστη να συμβαδίσει μαζί του σε περιπέτειες μυστηρίων και φαντασίας. Αυτό που ένιωσα εγώ, ήταν ότι αυτός ο νέος άνθρωπος είχε ανάγκη την κάθαρση, την εσωτερική του κάθαρση. Και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο που ξέρει ο ίδιος, δημόσια και με πολύ χιούμορ. Έτυχε απλά να το κάνει με το γραπτό λόγο, θα μπορούσε άνετα να το κάνει με μια ταινία ή με παραστάσεις σε θέατρα σε όλο τον κόσμο. Ίσως και να ένιωσε ότι αυτά που ήθελε να πει ήταν τόσα πολλά, που μόνο χιλιάδες λέξεις στο χαρτί μπορούσαν να τα εκφράσουν και παράλληλα να πλησιάσει όσο γίνεται πιο πολύ κόσμο σε όλο το κόσμο.

Ο Trevor Noah γεννήθηκε το 1984, άρα ένας νεαρός άντρας μόλις 32 χρονών δεν θα μπορούσες να πεις ότι έγραψε την αυτοβιογραφία του. Έχει τουλάχιστον άλλα τόσα χρόνια μπροστά του να ζήσει αναρίθμητες ακόμα περιπέτειες καλές και κακές. Όπως είπα και πριν, αυτό ήταν μια γραφή κάθαρσης που έπαιξε και λίγο το ρόλο του ψυχολόγου/εξομολογητή για τον Trevor Noah, μια ευκαιρία να μιλήσει για όλα. Να ξεγυμνωθεί συναισθηματικά μπροστά στο μεγαλύτερο δυνατόν κοινό. Παράλληλα ήταν και ένας φόρος τιμής για τη μητέρα του που πολλές φορές διαβάζοντας το κείμενο νιώθεις ότι αυτή είναι η πραγματική ηρωίδα του βιβλίου.

Η μητέρα του Trevor Noah, όπως ο ίδιος την περιγράφει προσπαθώντας αρκετές φορές να φανεί «αντικειμενικός», είναι μια υπερβολικά γενναία γυναίκα που αντιμετώπισε αντικειμενικά τραγικές καταστάσεις πάντα με χαμόγελο, με χιούμορ και με μια μικρή δόση παιδιού που παίζει. Η εικόνα της από το βιβλίο και μόνο την κάνει ιδιαίτερα συμπαθή, σαν τη θεία που έχει κάθε οικογένεια, αυτή την επαναστάτρια που σε παρασέρνει σε σημείο να ξεχνάς ότι είναι η μεγαλύτερη σου θεία.

Το βιβλίο του Trevor Noah, Born a Crime, αξίζει να το διαβάσετε όχι μόνο για το χιούμορ που προβάλλει ο γνωστός κωμικός και τα δράματα που έζησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, αλλά και σαν ιστορικό ντοκουμέντο για μια πολύ σημαντική περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας, με εσωτερικές μαρτυρίες και μαθήματα που δεν πρέπει ποτέ πια να ξαναγίνουν παθήματα.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε την 1η Νοεμβρίου του 2016 σε μορφή τόσο έντυπη όσο και ψηφιακή και μπορείτε να το βρείτε – στα αγγλικά τουλάχιστον – σε όλα τα ψηφιακά βιβλιοπωλεία.

Γράφοντας τις σκέψεις μου για ένα βιβλίο ή παρουσιάζοντας κάτι καινούργιο, πάντα φροντίζω να αφιερώσω έστω και μια πρόταση για το εξώφυλλο του βιβλίου. Θα μου πείτε ότι εδώ υπάρχει και παροιμία που λέει ότι ένα βιβλίο δεν κρίνεται από το εξώφυλλο, αλλά θα ήθελα να πιστεύω ότι η παροιμία έχει περισσότερο αλληγορικές ερμηνείες παρά πραγματικές, γιατί το εξώφυλλο ενός βιβλίου είναι κομμάτι του. Είναι κομμάτι της ιστορίας του και της ιστορίας που διηγείται. Το εξώφυλλο του βιβλίου είναι η πρώτη ματιά με το περιεχόμενό του, το χολ υποδοχής πριν μπεις στο σπίτι, τα μάτια πριν δεις το πρόσωπο.

Συν, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, πόσες φορές ένα εξώφυλλο δεν μας «κορόιδεψε» ώστε να αγοράσουμε το βιβλίο; Πόσες φορές ένα εξώφυλλο δεν μας εντυπωσίασε τόσο πολύ ώστε να αγοράσουμε κάτι που μπορεί μετά να μην φτάσαμε πέρα από τη δέκατη σελίδα και να μην το πετάξαμε γιατί …μας άρεσε το εξώφυλλο. Και πόσες φορές το εξώφυλλο από μόνο του δεν συνδέθηκε με αναμνήσεις; Εγώ θυμάμαι ένα βιβλίο από τη παιδική μου ηλικία με θέμα από την ελληνική μυθολογία, όχι γιατί θυμάμαι τίποτα από την ιστορία που διηγείτο όσο για τον εντυπωσιακό Ηρακλή που κοσμούσε το εξώφυλλο του.

biblio_0013Αυτές τις σκέψεις τις κάνω πολύ καιρό και κατά περιόδους έχω γράψει γι’ αυτό το θέμα, πάντα συμπεριλαμβάνοντας τις σκέψεις μου σε κρίσεις για το βιβλίο ή παρουσιάσεις. Αλλά πριν από μερικές μέρες ήρθε η Jhumpa Lahiri.

Τώρα φανταστείτε μια συγγραφέα, που έχει εκδόσει και συμμετάσχει σε πάνω από 20 βιβλία, να μιλάει για εξώφυλλα βιβλίων με αναφορές στην προσωπική της εμπειρία και σαν συγγραφέας που βλέπει τα εξώφυλλα των βιβλίων της, αλλά και σαν άνθρωπος που η ζωή της την τοποθέτησε αλληγορικά στο εξώφυλλο του βιβλίου της.

Η Jhumpa Lahiri είναι Αμερικανίδα συγγραφέας με ρίζες στην Ινδία που μετανάστευσε στις ΗΠΑ σε πολύ μικρή ηλικία. Η ίδια γεννήθηκε στο Λονδίνο, πρώτο σταθμό των γονιών της πριν την Αμερική, και πολύ λίγες οι αναμνήσεις από τη γενέτειρα των γονιών της πέρα από αυτές που απόκτησε μέσα από διηγήσεις και σε σποραδικές διακοπές. H Jhumpa Lahiri μεγάλωσε στην αμερικανική κοινωνία των ’80 με τα τζην, τις ψηλές μπότες, τα χρωματιστά t-shirts, τα Walkman και την Madonna, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή και τελείως σχιζοφρενικά, ο οικογενειακός της κύκλος και η ζωή της μέσα στους τοίχους του σπιτιού της ήταν αυστηρά Ινδικός. Κι εκεί ακριβώς βρήκε και την έμπνευση. Στη σχιζοφρενική ζωή των Ινδών μεταναστών στην Αμερική.

Εκεί κάπου ξεκινάει και η ιστορία με τα εξώφυλλα. Χρειάστηκε να φτάσει το 1999 και εκατοντάδες στη κυριολεξία απορρίψεις από εκδότες για να δει η Jhumpa Lahiri δουλειά της τυπωμένη. Ο λόγος; Κρινόταν από το εξώφυλλο. Ήταν μια Ινδή μετανάστης με …αμερικάνικους τρόπους και ντύσιμο. Ουτε καν φολκλόρ. Και μάλιστα είχε το θράσος οι ιστορίες της να μην είναι ιστορίες από το Μπόλυγουντ αλλά καθημερινές ιστορίες, για γυναίκες που ζούσαν την απόρριψη και τη μοναξιά, για μοντέρνες γυναίκες με μοντέρνα προβλήματα που τύχαινε απλά να είναι Ινδές στην καταγωγή και μεγαλωμένες από οικογένειες περιχαρακωμένες από την ινδική κουλτούρα, παρόλο ότι ζούσαν στις ΗΠΑ. Αυτό ξέφευγε από τα στερεότυπα. Δεν ήταν το εξώφυλλο που κάποιοι θα θέλανε.

Το 1999 όμως, εκδόθηκε η πρώτη της ιστορία και το 2000 η Jhumpa Lahiri βραβεύτηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Στη συνέχεια έγινε ακόμα και μέλος της Προεδρικής Επιτροπής για τις Τέχνες ορισμένη από τον πρόεδρο Ομπάμα. Η Ινδή που έγινε εξώφυλλο πάλι ή η αμερικάνα που αποδεικνύει την πολυπολιτισμικότητα της υπερδύναμης και της προεδρίας του Ομπάμα;

biblio_0014

Το «The Clothing of Books» είναι το τελευταίο βιβλίο της Jhumpa Lahiri και μάλιστα …ολόφρεσκο. Κυκλοφόρησε στις 15 Νοεμβρίου (2016) στην Αμερική και είναι η αυτοβιογραφική διαδρομή της συγγραφέως σαν Ινδή μετανάστρια στην Αμερική και σαν το Αμερικανάκι στη γενέτειρα των γονιών της, όπου και για τους δυο, το κορίτσι με το τζην παντελόνι, τα σανδάλια ή τις ψηλές μπότες και τα πολύχρωμα t-shirts ήταν πάντα παραφωνία, το λάθος εξώφυλλο που κανένας δεν νοιαζόταν να δει τι έκρυβε από μέσα.

Παράλληλα της δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσει κι ένα-ένα τα εξώφυλλα των βιβλίων της και να τα εξηγήσει, να μιλήσει για την εικόνα και για το τι ήθελε να δείξει με το καθένα από αυτά. Πόσο τα εξώφυλλα των βιβλίων της μιλούσαν ή δεν μιλούσαν γι’ αυτό που υπήρχε μέσα τους, μια ευκαιρία να τακτοποιήσει το πρόσωπό της με τα εξώφυλλα των βιβλίων της και τη ζωή της με τις ιστορίες που αφηγείται μέσα στα βιβλία της.

biblio_0015Η ίδια σε κάποιο σημείο λέει: «Τα εξώφυλλα των βιβλίων μου γνωρίζουν το περιεχόμενο, εγώ απλά πρέπει να κάνω τις συστάσεις.» και αυτό από μόνο του, τουλάχιστον εμένα με άγγιξε γιατί είμαι απόλυτα σύμφωνος μαζί της και σε προσωπικό επίπεδο όσο αφορά τα δικά μου βιβλία ή αυτά άλλων που έχω επιμεληθεί.

Τώρα η ειρωνεία και φαντάζομαι είναι ένα παιχνίδι της συγγραφέως, το εξώφυλλο του συγκεκριμένου βιβλίου είναι …επικίνδυνα και αφαιρετικά γεμάτο, σε σημείο που να σε ξενίζει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι αυτοσαρκασμός εκ μέρους της Jhumpa Lahiri και βρίσκω τον αυτοσαρκασμό στο ότι τα γράμματα του εξωφύλλου είναι …ραμμένα!

Το βιβλίο της Jhumpa Lahiri δεν προσπαθεί να προβάλει η να υπερθεματίσει το ρόλο του εξωφύλλου, άλλωστε η ίδια αναφέρει ότι σε πολλές περιπτώσεις το εξώφυλλο το είδε και η ίδια όταν το βιβλίο ήταν πια τυπωμένο. Ταυτόχρονα όμως δείχνει ότι το εξώφυλλο μπορεί να είναι από μόνο του μια οντότητα που να χαρακτηρίσει το βιβλίο, σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα το εξώφυλλο μπορεί να πάρει από το χέρι τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει σε μονοπάτια πέρα από αυτά του συγγραφέα. Αυτό, για την Jhumpa Lahiri είναι θετικό στη περίπτωση ενός καλού εξωφύλλου φιλοτεχνημένο από ένα καλλιτέχνη που αντιλαμβάνεται τη σημασία του, αλλιώς …..

Τέλος η Jhumpa Lahiri σημειώνει ότι ένα καλό εξώφυλλο βοηθάει τον αναγνώστη και μάλιστα τον κάνει και καλύτερο άνθρωπο διευρύνοντας τους ορίζοντες αισθητικής του.

Το βιβλίο της Jhumpa Lahiri «The Clothing of Books» μόλις έχει κυκλοφορήσει σε μορφή σκληρού εξωφύλλου, και φαντάζομαι ότι θα περάσουν μερικοί μήνες μέχρι να κυκλοφορήσει σε μορφή απλή και ηλεκτρονική και σιγουρά πιο φτηνή. Δεν ξέρω αν θα μεταφραστεί στα ελληνικά (σιγά τώρα μη μεταφράσουμε το βιβλίο μιας Ινδής που μιλάει για εξώφυλλα βιβλίων) αλλά όσοι αγαπούν το καλό βιβλίο ας το βάλουν στον κατάλογο αυτών που θα ήθελαν να βρίσκονται έστω στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη τους.