Posts Tagged ‘Βιβλία’

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Πάντα δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις αυτοβιογραφίες. Πώς να κρίνεις τη ζωή κάποιου; Με ποιο δικαίωμα; Το μόνο ίσως δικαίωμα που έχουμε είναι από την ίδια την έκθεση της ζωής του γράφοντος, αλλά ως εκεί. Μιλάμε για τη ζωή κάποιου. Η συγγραφέας είναι πια ένα όνομα γνωστό στο χώρο, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας το τώρα της με την ιστορία του τότε της, η διαφορά είναι συγκλονιστική.

Αυτό το βιβλίο με νευρίασε ως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ήμουν έτοιμη να το παρατήσω The_Glass_Castle_Jeannette_Walls_hardcover_first_edition_2005γιατί δεν άντεχα άλλο να διαβάζω τις ηλιθιότητες των γονιών της. Όμως ήταν η ζωή της και θα ήταν άδικο να μην το τελειώσω. Δεν ξέρω να πω αν μου άρεσε ή όχι. Πώς να πω ότι μου άρεσε η ιστορία μιας δυστυχισμένης ζωής; Πώς όμως να μην μου αρέσει μια απίστευτη ιστορία;

Η Τζανέτ είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά των Γουόλς, ενός αλκοολικού μηχανικού (; μάλλον πολυτεχνίτη τον λες) και μιας …καλλιτέχνιδας – ζωγράφου/συγγραφέως/ανάλογα την όρεξη. Η μητέρα δεν εργάζεται ποτέ, ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, ανάλογα πάντα τη διάθεση, τα παιδιά ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, σχεδόν ποτέ χωρίς να καλύπτονται οι στοιχειώδεις βασικές ανάγκες τους κι όλα αυτά από ΕΠΙΛΟΓΗ των γονιών.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου συνεχώς αναρωτιόμουν: Πώς είναι δυνατόν δυο άνθρωποι τόσο έξυπνοι και μορφωμένοι να είναι τόσο ανεύθυνοι, τεμπέληδες, εγωιστές, τόσο απαίσιοι γονείς; Μήπως χρειάζονταν βοήθεια; Δεν ξέρω. Ίσως. Όμως προς το τέλος η ίδια συγγραφέας απαντά σε αυτή την ερώτηση και την ίδια απάντηση διαπιστώνει και ο αναγνώστης: Αυτή τη ζωή επέλεξαν και το έκαναν με απόλυτη συνείδηση. Αυτό και τίποτε περισσότερο. Και τα εξηγεί όλα.

Πολλοί αναγνώστες σχολίασαν αρνητικά την ψυχρότητα της γραφής και ήταν κάτι που το παρατήρησα κι εγώ. Η γραφή μοιάζει στείρα, χωρίς συναίσθημα, περισσότερο με ρεπορτάζ. Όμως και γι αυτό υπάρχει εξήγηση και είναι απλή: Για να αντιμετωπίσει κανείς και να ξεπεράσει (και να καταγράψει τελικά) κάτι τόσο μεγάλο και κακό όπως η παιδική ηλικία αυτής της γυναίκας, πρέπει να αποστασιοποιηθεί. Η συγγραφέας δεν κατακρίνει. Απλώς γράφει το τι έχει συμβεί. Παρά την έλλειψη λογοτεχνικότητας (και αλήθεια, μάλλον δε θα του ταίριαζε) το βρήκα απίστευτα γενναίο από μέρους της.

Και παραδόξως δεν κατάφερα να μισήσω ή να αντιπαθήσω τους γονείς της, παρά τα όσα έκαναν – και πολλές φορές ήθελα να ουρλιάξω. Η ειλικρίνεια στη γενικότερη στάση τους ήταν αφοπλιστική. Διαφωνώντας κάθετα με τις επιλογές τους, δεν μπόρεσα να μη σεβαστώ τη βαθύτατη πίστη τους σε αυτές. Και τελικά ακόμα κι αυτό χρειάζεται φοβερό κουράγιο.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θα μας απασχολεί για πολύ (φυσικά και δεν ήρθε ακόμα στην Ελλάδα, αγνοώ αν θα έρθει), και σύντομα θα το δούμε και σε ταινία. Από το τρέιλερ που είδα, αν και υπόσχεται μια υπέροχη ταινία, νομίζω ότι λιγάκι ρομαντικοποιήθηκε στη μεταφορά του. Δεν μπορώ όμως ακόμα να απαντήσω αν τελικά αυτό θα κάνει καλό στη συγγραφέα ή όχι. Πάντως αναμένω με αγωνία.

Για τα records, το βιβλίο παρέμεινε 261 (!!) εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλλερς του New York Times. Πούλησε σχεδόν 3 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες (εκτός από τα ελληνικά!).

Δείτε και το τρέιλερ, λέει πολλά!

Κατερίνα Χαρίση

Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που b1_2θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Ουφ, το τελείωσα. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν έχω υπάρξει τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που κατάφερα να διαβάσω μέχρι τέλους ένα βιβλίο. Το Confiteor είναι για μένα ένας άθλος· όχι γιατί δεν μου άρεσε και πίεσα τον εαυτό μου να το τελειώσει αλλά γιατί χάρη του ξεπέρασα εν μέρη τον φόβο μου για τα μεγάλα βιβλία.

Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο μόνος λόγος που το αγόρασα ήταν οι πολύ καλές κριτικές που διάβασα και ο ενθουσιασμός όλων όσων ανέβαζαν την άποψη τους στις βιβλιοφιλικές ομάδες. Ήμουν σίγουρη πως εγώ θα ήμουν η στρίγκλα που δεν το αγάπησε, και ήμουν ακριβώς αυτό για το πρώτο 1/3 του βιβλίου. Ναι, το είχα παρατήσει μήνες ολόκληρους επειδή δεν είχα καταφέρει να δεθώ με τους ήρωες και την ιστορία. Αλλά έπεσα σε ένα φοβερό λογοτεχνικό τέλμα – δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα από ό,τι είχα – και ποιος με έσωσε? Ο Ζάουμε Καμπρέ! Με το που το ξανά έπιασα στα χέρια μου το διάβασα μονορούφι.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει και παρόλα αυτά περίμενα πώς και πώς να δω τι θα γίνει στο τέλος. Ο Καμπρέ κατάφερε να με παρασύρει μέσα σε μια ιστορία που το κέντημά της ξεπερνάει ό,τι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Σαν πραγματικά ταλαντούχος συγγραφέας με έναν από τους πιο ιδιαίτερους τρόπους γραφής (αλλαγή προσώπου μέσα στην ίδια πρόταση, αλλαγή σκηνικού/χρόνου/τόπου μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο) κατάφερε να εξιστορήσει ένα σωρό γεγονότα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και να τα ενώσει πάνω από το ξύλινο σώμα ενός βιολιού. Υπήρξαν σκηνές στο βιβλίο που ήταν τόσο έντονες που γέμιζα με συναίσθημα και ήθελα να φωνάξω δυνατά πως ναι, αυτή είναι λογοτεχνία! Κάτι τέτοια βιβλία ξεχωρίζουν από την μάζα, και θέτουν τα όρια.

Το Confiteor είναι ένα βιβλίο που εκπλήσσει τον αναγνώστη. Σε πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από μια συζήτηση σε τραβάει από τα μαλλιά και σε πετάει μέσα σε μια άλλη και εσύ τρέχεις να προλάβεις να καταλάβεις τι παίζει. Κυριολεκτικά μένεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ιδιοφυία του συγγραφέα.

Δεν θα σας κρύψω ότι με κούρασε σε πολλά σημεία. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω πολύ υπομονή και η συγκέντρωση μου χάνεται εύκολα αλλά η αγάπη μου προς το βιβλίο με κράτησε εκεί να το παλέψω μέχρι το τέλος. Η πραγματική φοβία δέσμευσης που έχω με τα μεγάλα βιβλία (σε αριθμό σελίδων) παραλίγο να μου στερήσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μου το είχα συγχωρήσει ποτέ!

Ο Αντριά μας χαρίσε μια ομολογία, δηλαδή όχι σε εμάς αλλά στην αγαπημένη του Σάρα, την ιστορία της ζωής του αλλά και άλλων ζωών λίγο πριν του σβήσει την μνήμη το Αλτσχάιμερ. Και θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.

Κανονικά δε θα διάβαζα ποτέ ένα τέτοιο κοριτσίστικο βιβλίο – ούτε καν γυναικείο, κοριτσίστικο – downloadαλλά ακόμα και μια σκύλα της λύσσας μπορεί να έχει τις μικρές της αδυναμίες: Η Πεντάμορφη και το Τέρας ήταν η αγαπημένη μου ταινία και είχα την τύχη να τη δω και στο σινεμά. Ευτυχώς που η μια από τις δυο γιαγιάδες μου δεν ήταν ποτέ η κλασική γιαγιά με τα κεφτεδάκια και τους λουκουμάδες και τα παραμύθια στο κρεβάτι, αλλά με ξεποδάριαζε στα σινεμά και τα θέατρα κάθε τρεις και λίγο.

Και παρόλο που ποτέ μου δεν υπήρξα το γλυκό κοριτσάκι με τα φουστανάκια και τα κοτσιδάκια και τα κοκαλάκια και τα βραχολάκια και τα σκατουλάκια (και γενικά ό,τι είχε να κάνει με -άκια μου την έδινε στα νεύρα), ποτέ μου δεν ξέχασα τα φλιτζανάκια της κυρίας Τσαγιέρας και τα είχα αγαπήσει. Ίσως έπαιξε και το ρόλο του το ότι εκτός από την ταινία του Ντίσνεϋ είχα παρακολουθήσει και όλη τη σειρά με τον Βίνσεντ και την Κάθριν. Λολ.

Στο βιβλίο τώρα. Αν και με κάθε σελίδα που γυρνούσα ένιωθα να μικραίνω κι από ένα χρόνο μέχρι που ξεμωράθηκα εντελώς, αν και κατακόλλησα και σιχάθηκα τ’ άντερά μου με τόσο σορόπι και ζουμί και αγάπες, (έφτασα και σε σημείο να τσιρίζω σα βλαμμένο από χαρά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας που μετά από τόσα χρόνια είχα ξεχάσει – πχ το φλιτζανάκι που το έλεγαν Φρουφρού, αλλά τις τζογαδόρισσες αδερφές δεν τις θυμάμαι καθόλου) το καταφχαριστήθηκα.

Ήταν πολύ όμορφο και γλυκανάλατο και χρωματιστό και μουσικό και χαζορομαντικό και γεμάτο χρυσόσκονη και σταματάω πριν μου μείνει η γλυκάδα κουσούρι και δεν ξέρω μετά τι να την κάμνω. Ουστ. ΕΛΠΙΖΩ οι μεταφραστές όταν/όποτε έρθει στην Ελλάδα, πραγματικά να μην τα σκατώσουν και το καταστρέψουν, θα τους θάψω αλύπητα. Ένα πολύ ευχάριστο μπρέικ, σαν τη σοκολάτα. Και τώρα επιστροφή στα …σοβαρά.