Posts Tagged ‘Βιβλία’

Ο κόσμος του Μπουτζάτι

Posted: Οκτώβριος 18, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , ,

Στις 16 Οκτωβρίου του 1906, στο Σαν Πελεγκρίνο, ήρθε στον κόσμο μια πολύ ιδιαίτερη μορφή των γραμμάτων και των τεχνών γενικότερα. Ο ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ-ΤΡΑΒΕΡΣΟ, γόνος ευκατάστατης αστικής οικογένειας, δείχνει από τα πρώτα του χρόνια την αγάπη του για τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική αλλά και την ορειβασία (την οποία δε σταμάτησε ποτέ).

Από το 1928, αμέσως μετά την απόλυσή του απ’ το στρατό, θα εργαστεί στην εφημερίδα Corriere della sera αρχικά ως χρονικογράφος και στη συνέχεια ως ρεπόρτερ και πολεμικός ανταποκριτής κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Στην ίδια εφημερίδα θα παραμείνει ως το τέλος της καριέρας και της ζωής του.

Τα πρώτα βήματα στη λογοτεχνία, τα κάνει τη δεκαετία του ’30. Το πρώτο μυθιστόρημα που εκδίδει είναι το «Ὁ Μπάρναμπο των βουνών» και είναι η πρώτη γνωριμία του κοινού με το μαγικό κόσμο του Μπουτζάτι. Έναν κόσμο που περιλαμβάνει την αναζήτηση του νοήματος της ζωής, το χρόνο που δεν κινείται γραμμικά αλλά κάποιες φορές δείχνει να  σταματάει, κάποιες άλλες να διαστέλλεται και να συστέλλεται, τη μοναξιά, το θάνατο.

Το 1940 κυκλοφορεί το γνωστότερό του μυθιστόρημα, ένα αριστούργημα της φανταστικής λογοτεχνίας με τίτλο «Η έρημος των Ταρτάρων», ένα αλληγορικό και πολυεπίπεδο βιβλίο που θυμίζει έντονα την ατμόσφαιρα στον «Πύργο» του Κάφκα, αλλά μας φέρνει στο μυαλό και (έκπληξη) το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» του Καβάφη.

Ο κόσμος του Μπουτζάτι κινείται στα όρια της πραγματικότητας με τη φαντασία, ένας σκοτεινός και ομιχλώδης κόσμος γεμάτος από τις υπαρξιακές ανησυχίες των πρωταγωνιστών του, που δείχνουν να παλεύουν με τον απόλυτο παραλογισμό και την απομόνωση. Οι ήρωές του μοναχικοί και ευάλωτοι, παλεύουν με τους εφιάλτες τους, γίνονται θύματα των ψευδαισθήσεών τους, τρομάζουν, απελπίζονται, ηττώνται…

Η γραφή του ιδιόμορφη αλλά συνάμα άμεση, απλή και κατανοητή, που μπλέκει τον αναγνώστη σε ένα περίπλοκο ιστό που μοιάζει δύσκολο να ξεφύγει.

Πεθαίνει σε κλινικὴ του Μιλάνου στις 28 Ιανουαρίου του 1972.

Χαρακτηρίστηκε ως ο Ιταλός Κάφκα, αν και η προσωπική μου άποψη είναι ότι υπήρξε εξίσου μεγάλος  αν όχι μεγαλύτερος, παρότι όχι ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας σε σχέση με τον Τσέχο συνάδελφό του.

Κυκλοφορούν σε ελληνική έκδοση:

Η έρημος των Ταρτάρων ΑΣΤΑΡΤΗ

Οι επτά αγγελιοφόροι ΑΣΤΑΡΤΗ

Ένας έρωτας   ΑΣΤΑΡΤΗ

Η περίφημη εισβολή των αρκούδων στην Σικελία (Παιδικό, ΑΣΤΑΡΤΗ)

 

Άντυ

Advertisements

Η γιαγιά τα έχει …400!

Posted: Οκτώβριος 10, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , ,

Το «Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη» είναι ένα ανατρεπτικό download (1)μυθιστόρημα, που ρίχνει μια «λοξή» ματιά στην καθημερινότητα του πιο απίστευτου λογοτεχνικού διδύμου που έχετε γνωρίσει ποτέ: Της Έλσας και της γιαγιάς της. Η Έλσα είναι ένα επτάχρονο κοριτσάκι, εντελώς διαφορετικό από τα άλλα κοριτσάκια της ηλικίας της. Ως εκ τούτου, αποτελεί το «περίεργο» και το «ιδιαίτερο» που φοβούνται τα υπόλοιπα παιδιά και έτσι η Έλσα βρίσκεται χωρίς φίλους, με μόνο στήριγμά της την 77χρονη και ολίγον (έως για δέσιμο) τρελούτσικη γιαγιά της.

Μια γιαγιά διαρρήκτη ζωολογικών κήπων, μια γιαγιά που δεν διστάζει να προγκήξει την αστυνομία κατάμουτρα, μια γιαγιά που έχει γραμμένο τον Κ.Ο.Κ. στα παλιά της τα υποδήματα και οδηγεί χωρίς άδεια!

Γιαγιά και Έλσα φτιάχνουν κάθε μέρα φανταστικούς κόσμους και βασίλεια, στα οποία χωράει η τρέλα κι η ιδιαιτερότητά τους. Σε αυτούς τους κόσμους, το νορμάλ και το φυσιολογικό είναι το «περίεργο».

Και να που, έρχεται η ώρα, που η γιαγιά πρέπει να περάσει σε ένα άλλο βασίλειο… αυτό των ουρανών. Κι η Έλσα μένει μόνη της. Χωρίς τη σύντροφό της στα πνευματικά της ταξίδια. Ή μήπως όχι; Γιατί η γιαγιά, τρελή-τρελή, τα είχε 400. Κι ήξερε τι έπρεπε να κάνει για την εγγονή της. Την βάζει λοιπόν σε ένα συναρπαστικό κυνήγι θησαυρού, το οποίο τελικά, θα αποκαλύψει στην μικρούλα Έλσα, την αλήθεια της!

Η Γιαγιά, είναι ένα πολύ γλυκό, ανθρώπινο και συγκινητικό βιβλίο, το οποίο είναι γραμμένο με πολλή ειλικρίνεια. Η ιστορία είναι πολύ γλαφυρά δοσμένη και ρέει άνετα, εκτός ίσως λίγο στην αρχή που πάει πιο αργά. Βλέπουμε τον συγγραφέα να συνδέει παρελθόν με παρόν και μέλλον με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο, δημιουργώντας ανατροπές και καταργώντας στερεότυπα και προκαταλήψεις που όλοι διατηρούμε μέσα μας. Προσωπικά, το διάβασα μονορούφι και χαίρομαι πολύ που όταν σκόνταψα μπροστά του δεν το προσπέρασα, αλλά στάθηκα και το ξεφύλλισα.

Και θα κλείσω με μια φράση της γιαγιάς η οποία μου έμεινε στο μυαλό… «Μόνο οι άνθρωποι που είναι διαφορετικοί αλλάζουν τον κόσμο, κανείς φυσιολογικός δεν έχει αλλάξει ποτέ το παραμικρό».

Από μένα 9/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Αναμνήσεις σαν τη βροχή

Posted: Οκτώβριος 5, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , ,

Το Σαν την βροχή πριν πέσει είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Κόου που διαβάζω και μπορώ πλέον να τον σημειώσω την λίστα με τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Κόου είναι τελείως διαφορετικός, τόσο που δεν έμοιαζε για δικό του βιβλίο. Ενώ το Σπίτι του Ύπνου και το Τι ωραίο πλιάτσικο κινούνται στο ίδιο περίπου μοτίβο – ονειρικά, με έντονο κοινωνικό σχολιασμό – το Σαν την βροχή πριν πέσει είναι ένα βιβλίο που αφορά τις αναμνήσεις, τις οικογενειακές σχέσεις και την δυστυχία που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά.

«Μια ηλικιωμένη κυρία αποφασίζει, πριν πεθάνει, να καταγράψει σε μαγνητόφωνο, όχι μόνο τη δική της ιστορία, αλλά και την ιστορία ενός τυφλού κοριτσιού που εμφανίστηκε 69cd3ad6-8a7d-45d2-a19e-1884e2f497a0_3ξαφνικά στο πάρτι των πεντηκοστών της γενεθλίων πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια είκοσι ξεθωριασμένες φωτογραφίες που δεν απεικονίζουν κάτι το ιδιαίτερο: ένα τροχόσπιτο, ένα πικνίκ, ένα σπίτι στα προάστια… Πόσες, όμως απογοητεύσεις και ματαιώσεις μπορεί να κρύβει ένα αποτυπωμένο χαμόγελο ή ένα εορταστικό ενσταντανέ;

Προχωρώντας από φωτογραφία σε φωτογραφία, αποκαλύπτεται μια οικογενειακή ζωή γεμάτη μυστήριο. Είναι η ιστορία τριών γενεών, σημαδεμένων από παιδικά χρόνια δίχως αγάπη, εγκλωβισμένων στην ίδια τραγική μοίρα, καθώς το φορτίο του πόνου μεταφέρεται αδιάλειπτα από μητέρα σε κόρη.»

Η γραφή όπως πάντα είναι πολύ καλή. Δεν είναι υπερβολικά λυρική, αλλά μέσα από την απλότητά της καταφέρνει να σε ευχαριστήσει αναγνωστικά. Είναι πολύ ικανός στο να δημιουργεί χαρακτήρες που «πετάγονται» μέσα από τις σελίδες και είναι συμπαθητικοί· ανθρώπινοι. Ο τρόπος που επέλεξε ο Κόου να μας πει την ιστορία ήταν πολύ έξυπνος και ιδιαίτερος. Μέσα από την περιγραφή είκοσι φωτογραφιών και τους συνειρμούς που προκαλούν αυτές, ξεδιπλώνεται όλη η ιστορία μπροστά στα μάτια μας.

Υπήρξε όμως και κάτι που δεν μου άρεσε στο βιβλίο, κάτι που με έκανε να αισθανθώ πως ο συγγραφέας υπέκυψε στην μοιρολατρία. Αυτό το συναίσθημα πως «δεν μπορείς να ξεφύγεις από το πεπρωμένο σου» δεν μου ταιριάζει σαν άνθρωπο, με θλίβει και μειώνει στους ανθρώπους την ανάγκη για την ανάληψη των προσωπικών ευθύνων τους. Κατά τα άλλα όμως η ανάγνωση αυτού του βιβλίου μου χάρισε μια ηρεμία που πραγματικά τη χρειαζόμουν στις αναγνώσεις μου.

Σκοπεύω να διαβάσω ό,τι έχει κυκλοφορήσει ο Κόου για να αποκτήσω μια πλήρη εικόνα για το έργο του. Θα ήθελα να σας προτείνω να τον δοκιμάσετε. Αν θα έπρεπε να περιγράψω τι αίσθηση μου αφήνουν τα μυθιστορήματά του, θα σας έλεγα σαν τη βροχή που χτυπάει τα τζάμια κάποιο τεμπέλικο απόγευμα του Φθινοπώρου. Αν σας ταιριάζει αυτή η εικόνα τότε τι περιμένετε;

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Για άλλη μια φορά ο Cabre γράφει ένα βιβλίο που προκαλεί τον αναγνώστη. Είναι σα να τον βλέπω να κάθεται σε μια γωνιά και να με κοιτάει πονηρά: Θα τα καταφέρεις; Θα βγάλεις άκρη απο αυτό το «παραλήρημα»;

Αυτή τη φορά, παρόλο που είχα την προηγούμενη εμπειρία του Confiteor, ομολογώ οτι δυσκολεύτηκα αρκετά να τα βγάλω πέρα. Χάθηκα πολλές φορές μέσα σε αυτόν τον fb97c6dc-be98-407b-806f-9da83b0cfd4a_12λαβύρινθο, έχασα τη ροή των γεγονότων, αναρωτήθηκα ποιος διάολος μιλάει τώρα και πού στο καλό είμαστε… και γύρισα πίσω για να ξαναδιαβάσω και να προσανατολιστώ.

Κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου η κυρία Ελιζέντα Βιλαμπρού και ο Ουριόλ Φουντέλιας Γκράου και είναι μια ιστορία αγάπης, μίσους και πολλών μυστικών. Η κυρία Ελιζέντα είναι πανέμορφη, πάμπλουτη και πανίσχυρη και στην ουσία θα σκοτώσει την μεγάλη της αγάπη δυο φορές.

Ο Ουριόλ είναι ήρωας, είναι δειλός, και το μόνο που θέλει είναι να μάθει η κόρη του -«που δεν ξέρει τ’ονομα της»- την αλήθεια κι έτσι της γράφει ένα γράμμα ελπίζοντας κάποτε να φτάσει στα χέρια της.

Μέσα απο το γράμμα του Ουριόλ και απο διάφορες αφηγήσεις που μπλέκονται η μια με την αλλη, βλέπουμε τις συγκλονιστικές και ανατριχιαστικές καταστάσεις στην Ισπανία του Φράνκο και ανακαλύπτουμε κι εμείς την αλήθεια που προορίζεται για την κόρη «που δεν ξερω τ’ονομα της», μαζί με μια δασκάλα στη σύγχρονη εποχή που βρίσκει το γράμμα και βάζει σκοπό να αποκαταστησει το όνομα του Ουριόλ, του ήρωα/δειλού, ίσως για να ξεχάσει τα δικά της προβλήματα και τη ζωή της που διαλύεται.

Αν καταφέρεις να ξετυλίξεις το κουβάρι της αφήγησης είναι ένα υπέροχο βιβλίο, μια τραγική ιστορία με μια δόση μαύρου χιούμορ που δεν σε αφήνει να ψυχοπλακωθείς παρόλη την απαισιοδοξία του, είναι γεμάτο έντονα συναισθήματα και σε κάνει να νιώθεις τη σκοτεινή ατμόσφαιρα της εποχής της δικτατορίας και τα μίση που χώρισαν ένα λαό.
Με ταλαιπώρησε λίγο αλλά πραγματικά άξιζε τον κόπο.

Ειρήνη Προϊκάκη

Το «Τρείς μέρες, μια ζωή» είναι το πρώτο βιβλίο του Pierre Lemaitre που πέφτει στα χέρια μου. Ένιωθα κάπως παράξενα όταν το ξεκίνησα, είχα ακούσει τα καλύτερα για τον συγγραφέα αλλά είχα καιρό να διαβάσω γαλλική λογοτεχνία και δεν ήξερα εάν ήταν του γούστου μου πλέον. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι πως οι προτιμήσεις μου στα βιβλία έχουν αλλάξει και φοβάμαι ότι αυτά που κάποτε θα τα λάτρευα τώρα θα με αφήσουν αδιάφορη. Στην περίπτωση του μυθιστορήματος αυτού η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση.

Ναι, μου άρεσε αλλά δεν με συγκίνησε όπως θα έκανε άλλοτε. Πάντα στις κριτικές μου – ή όπως θέλουν να τις αποκαλούν μερικοί απλή έκθεση των απόψεών μου – προσπαθώ να δώσω τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ.

«Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1999 μια απρόσμενη σειρά από τραγικά γεγονότα χτύπησε το 20961218_502256363441379_2144291461_oΜποβάλ, με το πιο σημαντικό να είναι, φυσικά, η εξαφάνιση του μικρού Ρεμί Ντεσμέ. Σε αυτή την περιοχή που καλύπτεται από δάση, και που ζει σε αργούς ρυθμούς, η ξαφνική εξαφάνιση αυτού του παιδιού προκάλεσε κατάπληξη και έφτασε να θεωρηθεί, από πολλούς κατοίκους, ο προάγγελος επερχόμενων καταστροφών. Για τον Αντουάν, που βρισκόταν στο επίκεντρο αυτού του δράματος, όλα άρχισαν με τον θάνατο ενός σκύλου. Του Οδυσσέα.»

Ο Pierre Lemaitre έγραψε ένα βιβλίο που δεν ταιριάζει ξεκάθαρα σε ένα είδος λογοτεχνίας. Είναι κοινωνικό, με στοιχεία μυστηρίου αλλά και suspense. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένα 12χρόνο παιδί με το όνομα Αντουάν ο οποίος μας χαρίζει στιγμές πολύ έντονες και κλειστοφοβικές. Τον βρήκα αρκετά συμπαθητικό και θεωρώ πως η επιλογή του συγγραφέα να μας εξιστορήσει την ιστορία σε τρίτο πρόσωπο βοήθησε πολύ σε αυτό. Βλέπεις το χαρακτήρα του να εξελίσσεται μέσα από τις δραματικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται και βιώνεις συχνά μαζί του τα διάφορα συναισθήματα που γεννιούνται μέσα του. Είναι ο μοναδικός χαρακτήρας που πραγματικά δέθηκα μαζί του, όλοι οι άλλοι μου φάνηκαν κάπως άνευροι, χάρτινοι, τέλος πάντων δεν τους ένιωσα πραγματικούς.

Η ιστορία χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να είναι αρκετά μεγαλύτερο και στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας ο Αντουάν είναι ενήλικος. Το πρώτο κομμάτι μου άρεσε αρκετά πιο πολύ, θεωρώ πως τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν έχουν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον όταν βλέπεις πώς τα χειρίζεται η ψυχολογία ενός παιδιού. Αλλά σίγουρα έχει και ενδιαφέρον να δεις πώς αυτά επηρέασαν και τον ενήλικα. Το τέλος είναι κατανοητό, συμφωνώ με τα συμπεράσματα που βγήκαν στο τέλος. Η ψυχολογία ενός ανθρώπου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης..όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους πολύ όμορφα.

Υπήρξαν κάποια στοιχεία μέσα στο βιβλίο που δεν μου άρεσαν, προς το τέλος κυρίως. Μερικές φορές γινόταν πολύ μονότονο, ήταν να σα βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο· γινόταν πνιγηρό. Ήταν αρκετά καταθλιπτικό!

Σε τελική ανάλυση μετά από δύο βδομάδες που το διάβασα σχεδόν έχω αρκετά θετικά να πω και συνεχίζω να θέλω να το προτείνω σε ανθρώπους, όποτε ήταν μια ευχάριστη αναγνωστική εμπειρία!

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Ένα μέτριο Δείπνο

Posted: Σεπτεμβρίου 4, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , ,

Το δείπνο σαν ιδέα με κάνει πολύ χαρούμενη, σαν πλοκή βιβλίου μου φάνηκε πολύ ερεθιστική και κοντά στα δικά μου λημέρια. Αγαπώ ένα καλοδουλεμένο ψυχολογικό θρίλερ ή όπως αλλιώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το είδος που ασχολείται με τις πιο σκοτεινές πλευρές των καθημερινών ανθρώπων. Το βρήκα σε πολύ καλή τιμή και το άρπαξα για να το διαβάσω στις καλοκαιρινές μου διακοπές· μου πήρε μερικά μπάνια στις εξαίσιες παραλίες της Κεφαλονιάς για να το τελειώσω και σε αντίθεση με το τοπίο που το αγάπησα το βιβλίο με άφησε αδιάφορη.

«Μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά στο Άμστερνταμ δύο παντρεμένα ζευγάρια βγαίνουν γιαdepno_review φαγητό σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Συζητάνε για διάφορα τετριμμένα ζητήματα, τη δουλειά, τις διακοπές, τις πρόσφατες ταινίες, αλλά όλες αυτές οι αερολογίες είναι μια απόπειρα για να συγκαλύψουν την ένταση που επικρατεί μεταξύ τους.
Οι δεκαπεντάχρονοι γιοι τους έχουν διαπράξει μαζί ένα έγκλημα το οποίο έχει καταγραφεί από κάμερα. Οι εικόνες έχουν μεταδοθεί από την τηλεόραση αλλά τα δυο αγόρια δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη. Ωστόσο η σύλληψή τους επίκειται.
Καθώς το δείπνο φτάνει στη γαστριμαργική του κορύφωση, τα προσωπεία της πολιτισμένης συμπεριφοράς πέφτουν. Τα μαχαίρια βγαίνουν. Ως που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να προστατεύσουν τα παιδιά τους;»

Αν θα πρέπει να σας δώσω έναν ξεκάθαρο λόγο γιατί δεν μου άρεσε το μυθιστόρημα θα δυσκολευτώ πάρα πολύ μιας και νομίζω πως δούλεψαν πολλά μικρά στοιχεία του βιβλίου εναντίον του. Στην αρχή το είχα συμπαθήσει αρκετά και είχα αποφασίσει να του δώσω 3 αστεράκια – την κλασσική μου βαθμολογία σε βιβλία που μου άρεσαν – και οι σελίδες κυλούσαν σαν το νεράκι, αλλά κάπου στην μέση έπεσα σε βαλτώδη νερά και σταμάτησε να μου αρέσει τόσο. Άρχισα να βλέπω την γραφή του να παίρνει μια επιτηδευμένη μορφή, οι χαρακτήρες με κούραζαν και μου φαίνονταν πολύ «χάρτινοι» και οι πράξεις τους αδικαιολόγητες.

Ο αφηγητής στου οποίου το μυαλό βρισκόμαστε είναι ένας αρκετά αχώνευτος χαρακτήρας ο οποίος δεν έχει καμία συνοχή στις πράξεις του. Γενικά όλοι οι χαρακτήρες ήταν ένα μάτσο αχώνευτοι «άνθρωποι» που η στάση τους απέναντι στο γεγονός που τους έφερε στο γεύμα ήταν πραγματικά τραγική και το τέλος μου φάνηκε αδικαιολόγητο.

Το οπισθόφυλλο θεωρώ πως δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική ουσία του βιβλίου η οποία δεν έχει να κάνει με τα παιδιά (μιας και αυτά αναφέρονται ελάχιστα) και το καθεαυτό γεγονός το οποίο έχει βιντεοσκοπηθεί, αλλά ο συγγραφέας προσπαθεί με πολύ προφανή τρόπο να μας δείξει πως για όλα φταίνε εν μέρη οι γονείς αλλά και η γενετική προδιάθεση – nature vs nurture, το γνωστό πλέον αυτό ζήτημα. Αν και το θέμα της «γενετικής» πλευράς της ιστορίας ήταν για μένα ένα κομμάτι στο βιβλίο που δεν το κατάλαβα καθόλου. Οι γονείς είναι κάτω από το μικροσκόπιο του συγγραφέα αλλά νομίζω πως δεν το χειρίστηκε καθόλου σωστά με αποτέλεσμα να νιώθω πως η ανάγνωση ήταν ημιτελής, κάτι μου έλειπε από το βιβλίο.

Παρόλα αυτά το βιβλίο το διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος και όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως αυτό είναι κατόρθωμα αν δεν μου αρέσει κάποιο βιβλίο. Δεν ήταν η ανάγνωση κάθε αυτού δύσκολη για εμένα. Όπως ανάφερα στην αρχή μου άρεσε αρκετά, βρήκα την γραφή εύκολη και σε κάνει να θέλεις να προχωρήσεις παρακάτω να δεις τι θα γίνει. Ξέρω αρκετούς που τους άρεσε, πιθανόν να σου αρέσει και εσένα που διαβάζεις αυτή την κριτική!

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Το μυθιστόρημα αυτό είναι το δεύτερο του συγγραφέα που βρέθηκε στα χέρια μου και όπως και με το «Τι ωραίο πλιάτσικο», έτσι και με το Σπίτι του ύπνου βρέθηκα ένα βήμα πιο κοντά στο να πω ότι η βρετανική λογοτεχνία μου αρέσει.

Έχοντας παραμείνει λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας για πολλά χρόνια, δεν διάβαζα τίποτα άλλο παρά μόνο hard core αστυνομική λογοτεχνία -άντε και κανένα κοινωνικό πού και πού, έχω χάσει πάρα πολλά διηγήματα που τώρα ξεκινώ να γνωρίζω. Η «καθαρή» λογοτεχνία έχει γίνει τώρα για μένα ένα νέο είδος που αγαπώ να εξερευνώ. Τι εννοώ όμως με το καθαρή; Ίσως ότι δεν ταιριάζει σε κάποιο είδος· αυτό που λένε literary fiction στο εξωτερικό και σίγουρα όχι καθαρή με την έννοια της καλύτερης. Στο εξωτερικό έχουν πιο ξεκάθαρα όρια στο πού ταιριάζει ένα βιβλίο από ότι στην Ελλάδα.

“Tο Σπίτι του ύπνου” αντιπροσωπεύει έναν πνευματώδη συγκερασμό ψυχανάλυσης και to_spiti_tou_ipnouπολιτικής, μιας μελέτης για τις διαταραχές του ύπνου και μιας οξυδερκούς ανάλυσης των αδιεξόδων της νεότητας.Tα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι υπνοβάτες, ναρκοληπτικοί και άγρυπνοι στο μεταίχμιο υπνηλίας και αϋπνίας, αυτογνωσίας και αυταπάτης. Σαν σε όνειρο αλλάζουν ονόματα, ταυτότητα, ακόμη και φύλο ενώ οι αναμνήσεις, ντυμένες στην αχλή της επιθυμίας, προσδίδουν στην αφήγηση κάτι το υπνωτικό, το ονειρικό και απατηλό.»

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, αν δεν γνώριζα ήδη τον συγγραφέα και τι είδος πρεσβεύει δεν θα το έπιανα στο χέρι μου μόνο από το οπισθόφυλλο. Έχω ένα ραντάρ που αποκαλώ «βαρετόμετρο» και αναλόγως με το τι vibes πιάνω από το βιβλίο εκείνο μου δείχνει αν θα πρέπει να το διαβάσω ή όχι. Συνήθως λειτουργεί καλά, σε αυτό το βιβλίο όμως θα είχε πέσει έξω. Το Σπίτι του Ύπνου μου άρεσε, μου άρεσε πολύ.Ο συγγραφέας έπλασε μια ιστορία που πραγματεύεται την σχέση των ονείρων με την πραγματικότητα. Τον ύπνο και τις διαταραχές από τις οποίες πάσχουν όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες του βιβλίου και την σημαντικότητα του καθαρού και ξεκούραστου μυαλού. Και φυσικά όπως είναι σύνηθες στα βιβλία του, μια έμμεση επίθεση στο σύστημα υγείας και την εμπορικοποίησή του και την προφανή έλλειψη πρόνοιας ως προς την ψυχιατρική φροντίδα. Βρίσκω πάντα μια ήρεμη ευγένεια να αναδύεται από τα βιβλία του Κόου. Πιστεύω πως έχει έντονες κοινωνικές ανησυχίες και είναι κατά της Θατσερικής νοοτροπίας. Βεβαίως αυτές είναι δικές μου απόψεις, αλλά δεν έχω κάνει καμία έρευνα για τον συγγραφέα και για το τι πιστεύει ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Στηρίζομαι σε αυτά που ανακαλύπτω μέσα από τα μυθιστορήματα του.

Οι χαρακτήρες είναι μπόλικοι τόσο σε αριθμό όσο και ψυχισμό, μερικοί πιο καλοσχηματισμένοι από άλλους αλλά όλοι ενδιαφέροντες. Οι συμπτώσεις που τόσο αγαπάει να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας δίνουν ρεσιτάλ στο μυθιστόρημα και όλοι οι χαρακτήρες καταλήγουν να έχουν κάποια άλλη σχέση από αυτή που μας έχει δοθεί εξ’ αρχής. Ίσως το παράκανε με τις συμπτώσεις, θα ήθελα να είχε λιγότερες έτσι ώστε να παραμείνει η αίσθηση της σύμπτωσης και όχι πως το σύμπαν συνωμοτεί για εμάς… If you know what I mean. Με ενδιέφερε πολύ να μάθω την εξέλιξή τους και με μερικούς είχα δεθεί συναισθηματικά. Δεν συμφώνησα με ορισμένες επιλογές του συγγραφέα ως προς την τελική κατάστασή τους, αλλά τι να κάνουμε; Τίποτα δεν είναι τέλειο!

Πραγματικά αγαπώ να διαβάζω Κόου. Έχει μια ήρεμη δύναμη η γραφή του, μια ονειρική αίσθηση που σε παρασέρνει χωρίς να το καταλάβεις στον κόσμο του που συχνά είναι μουντός και πολύ βρετανικός. Δεν ήταν γεμάτο συγκινήσεις ούτε και αγωνία και όμως έπιανα τον εαυτό μου να γυρνάει πίσω στις σελίδες του συνεχώς, τόσο πολύ ήταν έντονο αυτό το συναίσθημα, που κουβαλούσα το βιβλίο στην παραλία με κίνδυνο να καταστρέψω την υπέροχη βιβλιοδεσία.

Δεν ξέρω σε τι αναγνώστες να το προτείνω, άμα σου αρέσει αυτό το είδος λογοτεχνίας σίγουρα θα έχεις διαβάσει Τζόναθαν Κόου, αν όμως δεν έχεις καταπιαστεί με αυτήν τότε να το κάνεις σύντομα!

Γεωργία Ζαρκαδάκη