Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση
Advertisements

Το Νιξ περιγράφεται στην περίληψη της αμερικάνικης έκδοσης ως «hilarious». Το τελείωσα και ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι το ξεκαρδιστικό είχε. Γενικά προσπαθώ να καταλάβω γιατί τόσοι διθύραμβοι.Ήθελα κι εγώ να ενθουσιαστώ και το ξεκίνησα με μεγάλη όρεξη αλλά πολύ γρήγορα άρχισα να απογοητεύομαι.

Ξεκινάει ωραία, έξυπνα και με αρκετές αστείες στιγμές, αλλά μετά το ύφος αλλάζει και εκεί ήταν που σιγά σιγά άρχισα να βαριέμαι.

Η ιστορία είναι ωραία και ενδιαφέρουσα: H Faye επιτίθεται πετώντας χαλίκια σε έναν μελλοντικό υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ, συλλαμβάνεται, και ο δικηγόρος της καλεί τον γιο της να την βοηθήσει ως character witness. Το πρόβλημα είναι οτι η Faye εγκατέλειψε τον γιο της όταν αυτός ήταν 11 χρονών. Τι συνέβη; Γιατί έφυγε; Ποιο ήταν το παρελθόν της; Ο Σάμιουελ αρχίζει να ψάχνει και ανακαλύπτει πράγματα για την μητέρα του που τον ταράζουν, ενώ ταυτόχρονα παίρνει και κάποιες αποφάσεις για την δική του ζωή που την είχε στοιχειώσει η φυγή της.

Η πλοκή ξετυλίγεται σε τρεις χρονικές περιόδους: στο παρόν,στο παρελθόν της Faye και στην παιδική ηλικία του Σάμιουελ. Παράλληλα παρακολουθούμε και τις ζωές άλλων ανθρώπων που σχετίζονται με την ιστορία ή που είναι απλά περαστικοί απο τη ζωή του Σάμιουελ, αλλά δεν αντιμετωπίζονται απο τον συγγραφέα ως δευτερεύοντες χαρακτήρες. Τους δίνει όλη την προσοχή του και χάνει τη δική μου.

Πάρα πολλές πληροφορίες. Αυτό είναι το πρόβλημα. Προσπαθεί να καλύψει πάρα πολλά θέματα, να κριτικάρει τα πάντα, να γράψει μια καυστική- ειρωνική-σατιρική άποψη για όλα! Από τα πιο σημαντικά μέχρι τα πιο μικρά, από τον τρόπο που εκλέγεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ μέχρι τον τρόπο που γίνεται ντόρος για το τι τρώει μια σελέμπριτι. Από παιδική κακοποίηση μέχρι ψύχωση με video games. Από ghost writers μέχρι διαφημίσεις για τσιπς. Από τον καταναλωτισμό μέχρι την αστυνομική βία, τον πόλεμο στο Ιράκ, το σεξ, τη γυναικεία απελευθέρωση… Θα μπορούσα να γράφω όλη μέρα για τα θέματα που σχολιάζονται σε αυτό το βιβλίο.

Επίσης με κούρασαν και με έκαναν να δυσανασχετώ οι εκτενείς περιγραφές για τις οποίες δεν έβρισκα κανένα λόγο ύπαρξης. Εντάξει, να μου περιγράψεις κάτι που παίζει ρόλο στην πλοκή, αλλά γιατί να μου περιγράφεις ένα ρημάδι πιάτο με νάτσος και τον ακριβή τρόπο με τον οποίο τα μασουλάει κάποιος; Λυπήσου με!

Δεν συμπάθησα κανέναν χαρακτήρα, όλοι μου φάνηκαν από εκνευριστικοί εως αντιπαθητικοί και στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφερε τι θα απογίνουν.

Υπάρχουν και καλά κομμάτια στο βιβλίο, η αρχή και το τέλος μου άρεσαν αρκετά, υπήρχαν συγκινητικές στιγμές, αλλά όλα πνίγονται μέσα σε μια θάλασσα πληροφοριών και sub-plots που εμένα προσωπικά με έκαναν να νιωθω οτι δεν εμβαθύνει σε τίποτα, απλά θέλει να τα πει όλα μαζεμένα και αρκετές φορές κόντεψα να ξεχάσω τι στο καλό διάβαζα, για να μην πω οτι μου φάνηκε και οτι ο συγγραφέας ξέχναγε τι ξεκίνησε να γράφει και πήδαγε απο θέμα σε θέμα – άλλες φορές πετυχημένα ,άλλες φορές όχι και τόσο.

Ειρήνη Προϊκάκη

Εντάξει… τι να λέμε τώρα… ΚΑ-ΤΑ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΟ!!! Μετά από τους τρεις εξαιρετικούς πρώτους τόμους της τετραλογίας, έφτασε και το τελευταίο δίτομο και μας αποτελείωσε. Ο Θαφόν, δεν είναι συγγραφέας. Δεν είναι καν λογοτέχνης. Είναι καλλιτέχνης ζωγράφος και με την πένα του ζωγραφίζει τις πιο όμορφες εικόνες. Προσωπικά τον τοποθετώ στο ίδιο υψηλό ράφι μαζί με τον Θερβάντες και τον Μάρκες. Είναι από τους πλέον αγαπημένους μου.

Στον «θηριώδη» αυτό Λαβύρινθο του Θαφόν, κορυφώνεται η ιστορία που έχει ξεκινήσει τρεις τόμους πριν. Πρόκειται για ένα «Μεγάλο» βιβλίο, που παρόλο τον όγκο του (σχεδόν 1000 σελίδες στο σύνολο), διαβάζεται σαν το νεράκι, χωρίς να κουράσει ή να κάνει κοιλιά ούτε δευτερόλεπτο. Είναι πολύ ανθρώπινο και τρυφερό μα συνάμα σκληρό και σκοτεινό. Για μια ακόμη φορά μας μεταφέρει στην μαγευτική Βαρκελώνη της εποχής του Φράνκο, όπου με γλαφυρότητα, μεστό και ρέοντα λόγο, σκιαγραφεί την ζωή και τις περιπέτειες των γνωστών μας και νέων ηρώων κι εν τέλει την δικαίωση που τους περιμένει με το τέλος της τετραλογίας.

Εδώ ο Θαφόν, μας παρουσιάζει τον Ντάνιελ οικογενειάρχη πλέον, παντρεμένο με την Μπέα και πατέρα του μικρού Χουλιάν. Την ψυχούλα του ακόμα κατατρώει το μυστήριο του χαμού της μητέρας του και παλεύει φιλότιμα με τους δικούς του «ανεμόμυλους». Ο αγαπημένος μου Φερμίν, παραμένει το ίδιο «σπασμωδικός» ως χαρακτήρας (προσωπικά τον φαντάζομαι ψηλό και ξερακιανό, σαν χάρτινη μαριονέτα που την φυσά ο άνεμος και παραπέει δεξιά κι αριστερά), εργάζεται μόνιμα πλέον στο βιβλιοπωλείο της οικογένειας Σεμπέρε και στέκεται πάντα στο πλευρό του αγαπημένου του φίλου Ντάνιελ.

Με την πορεία της ιστορίας, γνωρίζουμε και δυο νέους χαρακτήρες, την μυστική αστυνομικό Αλίθια Γκρις και τον αστυνόμο Βάργκας, οι οποίοι καλούνται να εξιχνιάσουν το μυστήριο της εξαφάνισης ενός υπουργού (μου διαφεύγει το όνομά του αυτή τη στιγμή). Αναπόφευκτα, κάποια στιγμή διασταυρώνονται οι δρόμοι των παλαιών μας γνώριμων, με αυτούς των νεοφερμένων κι όλοι μαζί χορεύουν σε ένα παθιασμένο γαϊτανάκι μυστηρίου, οδηγώντας τον αναγνώστη στην κορύφωση και την ικανοποίηση της αποκατάστασης του δικαίου!

Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο, ήδη έχω γράψει αρκετά τόσο εδώ όσο και για την Σκιά του Ανέμου. Είμαι σίγουρη ότι όσοι το έχετε ήδη διαβάσει, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ κι όσοι δεν είχατε ακόμα την χαρά… μπορείτε απλά να φανταστείτε!

Κι επειδή όπως έχω πει και παλιότερα, δικιά μου είναι η κριτική κι όπως θέλω βαθμολογώ… 100/10 από μένα!!!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Ο Έκτορας στα 40α του γενέθλια πρέπει να υποστεί το πάρτυ γενεθλίων που του ετοίμασε η γυναίκα του, σχεδιάζοντάς το για μήνες. Ξέρει ότι θα πρέπει να ανεχτεί τη μάνα του, το σόι του, τους αγαπημένους αλλά ενίοτε φοβερά ενοχλητικούς του φίλους. Τα παιδιά τους. Τον ατσούμπαλο γιο του. Δε θέλει, αλλά πρέπει να γίνει καλύτερος. Πρέπει να κόψει με τη γκόμενα, πρέπει να κόψει το τσιγάρο, πρέπει να μην ξεχνά τις πρωινές του ασκήσεις.
Πόσο θα ήθελε να είχε ένα γιο σαν τον Ρόκο, τον ανιψιό του. Όμορφο παιδί, δραστήριο. Αδύνατο. Θα γίνει καλύτερος πατέρας, το υποσχέθηκε.
Η μάζωξη άρχισε αμήχανα, συνεχίστηκε με φωνές και τέλειωσε γρήγορα με κλάματα, βρισιές, απειλές. Ένα χαστούκι από τον λάθος άνθρωπο στο λάθος παιδί.
«Όλοι θέλαμε να χαστουκίσουμε τον Χιούγκο. Δε φταίει εκείνος, αλλά ο μαλάκας πατέρας του κι εσύ. Δεν του βάλατε ποτέ όρια. Τον κακομαθαίνετε. Εσείς τον καταστρέφετε. Και τώρα θέλεις να καταστρέψεις μια ολόκληρη οικογένεια για το κωλόπαιδό σου.»
Οι φίλες.
Το χαστούκι έφτασε στην αστυνομία, έγινε μήνυση, πήγε στα δικαστήρια. Ο Χάρι, ο βασιλιάς του σπιτιού του, ο πατέρας του υπέροχου, φυσιολογικού, Ρόκο, του παιδιού που ο Έκτορας εύχεται να ήταν δικός του γιος, είναι ο κατηγορούμενος.
Δύσκολο να περιγράψεις το Χαστούκι. Δε θα ήθελα να καταλήξω σε ένα μακρυνάρι για να γράψω για όλους τους ήρωες – είναι και αρκετοί. Θα γινόμουν βαρετή κι ό,τι να ‘γραφα θα ήταν πάλι λίγο. Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του Τσιόλκα. Ή κάτω από τη λεπίδα του. Η οικογένεια, η μέση ηλικία, ο γάμος, οι σχέσεις. Οι φιλίες, το γκεϊλίκι, οι απιστίες, η δηθενιά. Το πώς ο άνθρωπος καταλήγει να ξεχνά από πού ξεκίνησε, χάρη σε ένα σπίτι στα προάστια κι ένα ακριβό αμάξι. Και το κυριότερο: Πού βρίσκονται τα όρια, ποιος δικαιούται να τα σπάσει και γιατί και πώς και πότε. Ποιος είσαι εσύ, μέσα σε όλα αυτά.
Από τη μια εύχομαι να υπάρξουν κι άλλοι συγγραφείς σαν τον Τσιόλκα. Να μάθουν και κάτι από αυτόν, που μπουχτίσαμε στην κακοποίηση της γλώσσας και τις προχειροφτιαγμένες ιστορίες. Από την άλλη σκέφτομαι πως όχι, αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Αν υπήρχαν κι άλλοι, τότε εκείνος θα έλεγε ψέματα. Οπότε μάλλον χαίρομαι που είναι μοναδικός.
Ο Τσιόλκας δε χαϊδεύει αυτιά. Κανενός. Ούτε του αναγνώστη, ούτε των εκδοτών, ούτε της κοινωνίας. Κάπου μοιάζει μάλιστα να προκαλεί όλο τον κόσμο. Η ειλικρίνειά του είναι αποστομωτική. Η απόστασή του από την ιστορία που αφηγείται δεν γίνεται να μην σε εντυπωσιάσει. Η ωριμότητά του φαίνεται σε ολόκληρο το στήσιμο του βιβλίου. 25 χρόνια άλλωστε λέει κι ο ίδιος πως χρειάστηκαν για αναγνωριστεί – τόσο ώστε να ζει πια από αυτό.
Το γράψιμό του απογυμνώνει λίγο λίγο τον κόσμο και στο τέλος τον βλέπεις όπως πραγματικά είναι, θες δε θες: Σκατένιος, σάπιος, ψεύτικος, μα τόσο αληθινός. Κι εκεί κάπου εσύ, ο απλός αναγνώστης, ψάχνεις να βρεις τη θέση σου. Πού ανήκεις μέσα σ’ αυτό το ψέμα που είναι η αλήθεια. Ποιος είσαι. Ως ένα βαθμό θα νιώσεις ακόμα κι ενοχές. Και στο τέλος θέλεις απλά να φωνάξεις «άντε γαμηθείτε όλοι σας».
Μην ξεχάσετε να δείτε και τη σειρά. Την ορίτζιναλ, όχι την αμερικάνικη.
 
Κατερίνα Χαρίση

Ξεκίνησα το εν λόγω βιβλίο μην έχοντας και πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ένα ακόμη βιβλίο της Σουηδής σούπερ σταρ συγγραφέα. Γενικότερα, διαβάζοντας τα προηγούμενα βιβλία της, αυτό που μου άφηναν ήταν η αίσθηση του ατελούς, του μη ολοκληρωμένου. Εστίαζε πολύ στα αισθηματικά/οικογενειακά των ηρώων της και ξέχναγε να ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα που μας απασχολεί όλους όσοι διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία. Το έγκλημα!

Στην Μάγισσα λοιπόν, η φίλτατη Καμίλλα μου έκανε την απόλυτη έκπληξη. Είναι μακράν το καλύτερό της μυθιστόρημα και για πρώτη φορά μπορώ να πω ότι αξίζει να κατηγοριοποιηθεί ως αμιγώς αστυνομικό. Δεν του λείπουν βέβαια οι αναφορές στα προσωπικά του καθενός από τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές της ιστορίας. Ωστόσο, σε ένα βιβλίο των 800 και βάλε σελίδων, οι 20-25 σελίδες που αφιέρωσε να περιγράφει το γάμο της πεθεράς της, τις ανασφάλειες της αδελφής της κτλ, περνάνε σχεδόν απαρατήρητες και τις χαλαλίζεις ευχαρίστως. Επιπλέον, οι περιγραφές της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, ανεβάζουν την ποιότητα του έργου και το οδηγούν σε ένα άλλο επίπεδο.

Στην ιστορία αυτή, για πρώτη φορά επίσης, βλέπουμε το alter ego της συγγραφέως, την Έρρικα Φαλκ, να ανακατεύεται λιγότερο από άλλες φορές στην έρευνα κι αυτό μετά από την παραίνεση του συζύγου τους και αστυνομικού, Πάτρικ Χέντρστρεμ. Κοινώς, δεν φυτρώνει εκεί που δεν την σπέρνουν! Επίσης, ο “ευνουχισμένος” σχεδόν Πάτρικ, των προηγούμενων βιβλίων της, ξαφνικά απόκτησε υπόσταση και στιβαρή παρουσία. Προφανώς η Λακμπεργκ “ακούει” τα σχόλια των αναγνωστών της, τα οποία πολλές φορές έθιξαν αυτό το θέμα.

Γενικότερα, το βιβλίο ήταν πολύ πιο ισορροπημένο από τα προηγούμενα. Η ιστορία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και οι αναδρομές στο παρελθόν, σύντομες, περιεκτικές και συγκινητικές. Κάπου διάβασα στο ίντερνετ, ότι η ιστορία της “μάγισσας” Έλιν που εξιστορεί, είναι αληθινός θρύλος της Σουηδίας. Μάλιστα και ι ίδια η συγγραφέας κάνει μια σχετική αναφορά στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Επί της ουσίας, πρόκειται για τρεις ιστορίες οι οποίες εκτυλίσσονται παράλληλα αλλά και σε τρεις διαφορετικές περιόδους.

Πλέον αυτού, η Καμίλλα αναφέρεται εκτενώς στο θέμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Ακόμη μια φορά, όπως το έχει κάνει πολλάκοις, μιλάει για την ομοφοβία, για τον ρατσισμό, για το bulling ανάμεσα στα παιδιά και τους εφήβους. Και μας παρουσιάζει ωμά και ρεαλιστικά τα αποτελέσματά τους.

Δεν θέλω να πλατειάσω άλλο, απλά θα πω ότι το απόλαυσα ειλικρινά το βιβλίο. Όπως προείπα, το θεωρώ το πιο ολοκληρωμένο βιβλίο της συγγραφέα. Νοιώθω ότι γράφοντάς το, η Λάκμπεργκ ωρίμασε λογοτεχνικά και αυτό φάνηκε στις αφηγήσεις της. Διαβάζοντάς το, ειλικρινά για πρώτη φορά ένοιωσα γοητευμένη.

Από μένα 8,5/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

Ο αμερικανός, ιρλανδικής καταγωγής Τζέιμς Κέιν, δεν υπήρξε απλά ένας απ τους καλούς συγγραφείς νουάρ μυθιστορημάτων. Παραγνωρισμένος στη χώρα μας, που άργησε να ξεφύγει απ το στερεότυπο αστυνομική λογοτεχνία = παραλογοτεχνία , αποτελεί έναν από τους θεμελιωτές και κυριότερους εκπροσώπους του είδους έχοντας προσφέρει παράλληλα και πλήθος σεναρίων στο Χόλυγουντ, ενώ έχει τιμηθεί με το Ανώτατο Βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Συγγραφέων Αστυνομικού Μυθιστορήματος.

Πολλοί περισσότεροι από αυτούς που τον έχουν διαβάσει, έχουν δει την ταινία «ο Ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές» με τον λατρεμένο Τζακ Νίκολσον και την υπέροχη Τζέσικα Λάνγκ, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του (υπάρχει και η ταινία του 1946 με τη Λάνα Τάρνερ και τον Τζον Γκάρφιλντ).

Ο «ταχυδρόμος» που εκδόθηκε το 1934 είναι ένα από τα πρώτα δείγματα νουάρ μυθιστορήματος και περιλαμβάνει όλα όσα αναζητούν οι λάτρεις του είδους…

Αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες, δράση, βία (όχι όμως δοσμένη με τον τρόπο που επιδιώκουν αρκετοί σκανδιναβοί να εντυπωσιάσουν) , σεξ και έντονα συναισθήματα. Η γραφή του άμεση και με νεύρο, ζωντανεύει μια πραγματική ιστορία που απασχόλησε την κοινή γνώμη και τον τύπο της Αμερικής την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, με μοναδικό τρόπο. Πιθανά πρόκειται για το πιο αρμονικό πάντρεμα του ερωτικού στοιχείου με την αστυνομική πλοκή στη νουάρ λογοτεχνία.

Στο βιβλίο κυριαρχεί η τραγικότητα των καταραμένων ηρώων που οδεύουν σε ένα τέλος καθόλου προβλέψιμο, υποτασσόμενοι τελικά στη μοίρα τους.

Ο «ταχυδρόμος» επηρέασε ακόμα και το μεγάλο Αλμπερ Καμύ (κατά δήλωση του) στη συγγραφή του «Ο Ξένος» αλλά και νεότερους και πολύ αξιόλογους συγγραφείς όπως ο Dennis Lehane (σκοτεινό ποτάμι).

Υπόθεση : Με φόντο την Αμερική του μεσοπολέμου, ένας περιπλανώμενος τυχοδιώκτης που έχει ξεφύγει από το γραφείο του εισαγγελέα και μια αισθησιακή νεαρή γυναίκα ερωτεύονται και συνωμοτούν για να την απελευθερώσουν από τον ανέραστο γάμο της με ένα μεγαλύτερό της μετανάστη ελληνικής καταγωγής. Η παθιασμένη αλλά παράνομη σχέση τους γίνεται αφορμή για μια σειρά γεγονότων που καταλήγουν στο έγκλημα.

Το θεωρώ must read βιβλίο και το προτείνω ανεπιφύλακτα!!!!

Άντυ


Χοσέ Κάρλος Σομόθα

‘Πολλοί θα σκότωναν προκειμένου να μπορέσουν να δουν το μέλλον. Μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν’

Η Ελίσα Ρομπλέδο, νεαρή καθηγήτρια θεωρητικής φυσικής σε πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, έχει ένα παλιό μυστικό που τη βασανίζει. Όταν ένα πρωινό καταλαβαίνει ότι πρέπει να το βάλει στα πόδια για να σωθεί, ζητάει τη βοήθεια ενός συναδέλφου της από το Ινστιτούτο, του μοναδικού της φίλου. . . Μαζί του η Ελίσα θα αρχίσει να θυμάται τα σημεία-κλειδιά όσων συνέβησαν όταν ήταν μαθήτρια του έγκριτου επιστήμονα Νταβίντ Μπλάνες. Οι έρευνες του Μπλάνες πάνω στη λεγόμενη «θεωρία των χορδών» ίσως να καθιστούσαν εφικτό το ταξίδι στο χρόνο, στο μακρινό παρελθόν της ανθρωπότητας: στη σταύρωση του Ιησού ή ακόμα και στην εποχή των δεινοσαύρων· όμως, αντί γι’ αυτό, έφεραν ένα απροσδόκητο και τρομακτικό αποτέλεσμα. Δέκα χρόνια αργότερα η Ελίσα θα προσπαθήσει να αποφύγει το θανάσιμο κίνδυνο που κυκλώνει την ίδια και όσους συμμετείχαν σε εκείνα τα πειράματα: ο κίνδυνος απορρέει από την αδυσώπητη καταδίωξη μιας ομάδας αποφασισμένης να μάθει όλα τα μυστικά, καθώς και από την απειλή ενός άγνωστου εχθρού που έχει στόχο την εξόντωσή τους. 

Η θεωρία των χορδών είναι το δεύτερο βιβλίο του Σομόθα που διάβασα. Θα πρέπει να πω ότι λατρεύω τη φυσική και αυτό αποτέλεσε και ένα επιπλέον κριτήριο για την επιλογή του βιβλίου πέρα από το συγγραφέα που μου είχε δώσει ήδη σπουδαία δείγματα γραφής με την Κλάρα στο μισοσκόταδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις βιβλίων υπάρχει πάντα η αμφιβολία σχετικά με το πως μπορεί ο συγγραφέας να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα. Και αυτό γιατί το να στηρίξεις ένα μυθιστόρημα σε μια πολλά υποσχόμενη αλλά συνάμα πολύπλοκη και αμφιλεγόμενη θεωρία, εγκυμονεί πάντα τον κίνδυνο να γίνεις βαρετός, ακαταλαβίστικος ή ακόμα και γελοίος….


Αυτά ίσως ισχύουν για κάποιους, αλλά όχι για τον Σομόθα. 


Ο Σομόθα με απαράμιλλη συγγραφική δεινότητα που ξεπερνάει την πρωτοτυπία της σύλληψης, σε καθηλώνει σε μια συναρπαστική αλλά και σκοτεινή ιστορία που δείχνει το μέλλον ατενίζοντας παράλληλα το παρελθόν. 
Ο Σομόθα ανακατεύει στο μαγικό του τσουκάλι τη φυσική, την ψυχολογία και το μυστήριο και εξάγει ένα αποτέλεσμα υψηλής λογοτεχνικής αξίας χρησιμοποιώντας ένα πυκνό αλλά και ουσιώδη λόγο. 


Οι προσωπικές αγωνίες των πρωταγωνιστών που ο μαέστρος Σομόθα έχει φροντίσει να σκιαγραφήσει με γλαφυρό τρόπο, η συνεχής αντιπαράθεση με το άγνωστο, τα μυστικά που κρύβονται μέσα απ τα μισόλογα, ανεβάζουν κατακόρυφα την αγωνία «αναγκάζοντας» τον αναγνώστη να συνεχίσει. 


Παράλληλα, μέσα στον κόσμο που δημιουργεί ο Ισπανός, κυριαρχεί η παρουσία του μεγάλου αδελφού που συντρίβει τις ζωές των πρωταγωνιστών, ενδυναμώνοντας το φόβο που ήδη νιώθουν για την εξέλιξη του πειράματος που επέλεξαν και επελέγησαν να συμμετάσχουν. Ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού, τη δυνατότητα και την ηθική νομιμοποίηση της επέμβασης του ανθρώπου στο θεικό εποικοδόμημα λειτουργώντας ως μικροί θεοί, περνούν μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου ιντριγκάροντας τον αναγνώστη και σε ένα δεύτερο επίπεδο του δίνουν άφθονη τροφή για σκέψη. 


Το βιβλίο αμφισβητεί τις σταθερές των πρωταγωνιστών σχετικά με τον κόσμο που ζουν παράγοντας τα ίδια αποτελέσματα και σε όσους διαβάζουν το βιβλίο. Και όταν κάτι πάει στραβά αυτοί δείχνουν αδύναμοι να πιαστούν από κάπου υποκύπτοντας τελικά στα όρια που βάζει η ίδια η φύση. Ο χρόνος θα αποδείξει αν αποδειχθεί προφητικός.


Κύριε Σομόθα υποκλίνομαι..

Στα λίγα αρνητικά του βιβλίου είναι η χρήση της προοικονομίας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρκετά συχνά χωρίς κατά την ταπεινή μου άποψη να συντρέχει λόγος.

 

Σημείωση:
H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα, της γνωστής θεωρίας της σχετικότητας του Αινστάιν που εξηγεί τις συμπεριφορές των μεγαλύτερων πραγμάτων στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες, ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό και της κβαντομηχανικής που εξηγεί καλύτερα τα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. Πρόκειται δηλαδή για μια θεωρία των πάντων.

 

Άντυ