Posts Tagged ‘Βιβλίο’


Χοσέ Κάρλος Σομόθα

‘Πολλοί θα σκότωναν προκειμένου να μπορέσουν να δουν το μέλλον. Μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν’

Η Ελίσα Ρομπλέδο, νεαρή καθηγήτρια θεωρητικής φυσικής σε πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, έχει ένα παλιό μυστικό που τη βασανίζει. Όταν ένα πρωινό καταλαβαίνει ότι πρέπει να το βάλει στα πόδια για να σωθεί, ζητάει τη βοήθεια ενός συναδέλφου της από το Ινστιτούτο, του μοναδικού της φίλου. . . Μαζί του η Ελίσα θα αρχίσει να θυμάται τα σημεία-κλειδιά όσων συνέβησαν όταν ήταν μαθήτρια του έγκριτου επιστήμονα Νταβίντ Μπλάνες. Οι έρευνες του Μπλάνες πάνω στη λεγόμενη «θεωρία των χορδών» ίσως να καθιστούσαν εφικτό το ταξίδι στο χρόνο, στο μακρινό παρελθόν της ανθρωπότητας: στη σταύρωση του Ιησού ή ακόμα και στην εποχή των δεινοσαύρων· όμως, αντί γι’ αυτό, έφεραν ένα απροσδόκητο και τρομακτικό αποτέλεσμα. Δέκα χρόνια αργότερα η Ελίσα θα προσπαθήσει να αποφύγει το θανάσιμο κίνδυνο που κυκλώνει την ίδια και όσους συμμετείχαν σε εκείνα τα πειράματα: ο κίνδυνος απορρέει από την αδυσώπητη καταδίωξη μιας ομάδας αποφασισμένης να μάθει όλα τα μυστικά, καθώς και από την απειλή ενός άγνωστου εχθρού που έχει στόχο την εξόντωσή τους. 

Η θεωρία των χορδών είναι το δεύτερο βιβλίο του Σομόθα που διάβασα. Θα πρέπει να πω ότι λατρεύω τη φυσική και αυτό αποτέλεσε και ένα επιπλέον κριτήριο για την επιλογή του βιβλίου πέρα από το συγγραφέα που μου είχε δώσει ήδη σπουδαία δείγματα γραφής με την Κλάρα στο μισοσκόταδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις βιβλίων υπάρχει πάντα η αμφιβολία σχετικά με το πως μπορεί ο συγγραφέας να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα. Και αυτό γιατί το να στηρίξεις ένα μυθιστόρημα σε μια πολλά υποσχόμενη αλλά συνάμα πολύπλοκη και αμφιλεγόμενη θεωρία, εγκυμονεί πάντα τον κίνδυνο να γίνεις βαρετός, ακαταλαβίστικος ή ακόμα και γελοίος….


Αυτά ίσως ισχύουν για κάποιους, αλλά όχι για τον Σομόθα. 


Ο Σομόθα με απαράμιλλη συγγραφική δεινότητα που ξεπερνάει την πρωτοτυπία της σύλληψης, σε καθηλώνει σε μια συναρπαστική αλλά και σκοτεινή ιστορία που δείχνει το μέλλον ατενίζοντας παράλληλα το παρελθόν. 
Ο Σομόθα ανακατεύει στο μαγικό του τσουκάλι τη φυσική, την ψυχολογία και το μυστήριο και εξάγει ένα αποτέλεσμα υψηλής λογοτεχνικής αξίας χρησιμοποιώντας ένα πυκνό αλλά και ουσιώδη λόγο. 


Οι προσωπικές αγωνίες των πρωταγωνιστών που ο μαέστρος Σομόθα έχει φροντίσει να σκιαγραφήσει με γλαφυρό τρόπο, η συνεχής αντιπαράθεση με το άγνωστο, τα μυστικά που κρύβονται μέσα απ τα μισόλογα, ανεβάζουν κατακόρυφα την αγωνία «αναγκάζοντας» τον αναγνώστη να συνεχίσει. 


Παράλληλα, μέσα στον κόσμο που δημιουργεί ο Ισπανός, κυριαρχεί η παρουσία του μεγάλου αδελφού που συντρίβει τις ζωές των πρωταγωνιστών, ενδυναμώνοντας το φόβο που ήδη νιώθουν για την εξέλιξη του πειράματος που επέλεξαν και επελέγησαν να συμμετάσχουν. Ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού, τη δυνατότητα και την ηθική νομιμοποίηση της επέμβασης του ανθρώπου στο θεικό εποικοδόμημα λειτουργώντας ως μικροί θεοί, περνούν μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου ιντριγκάροντας τον αναγνώστη και σε ένα δεύτερο επίπεδο του δίνουν άφθονη τροφή για σκέψη. 


Το βιβλίο αμφισβητεί τις σταθερές των πρωταγωνιστών σχετικά με τον κόσμο που ζουν παράγοντας τα ίδια αποτελέσματα και σε όσους διαβάζουν το βιβλίο. Και όταν κάτι πάει στραβά αυτοί δείχνουν αδύναμοι να πιαστούν από κάπου υποκύπτοντας τελικά στα όρια που βάζει η ίδια η φύση. Ο χρόνος θα αποδείξει αν αποδειχθεί προφητικός.


Κύριε Σομόθα υποκλίνομαι..

Στα λίγα αρνητικά του βιβλίου είναι η χρήση της προοικονομίας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρκετά συχνά χωρίς κατά την ταπεινή μου άποψη να συντρέχει λόγος.

 

Σημείωση:
H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα, της γνωστής θεωρίας της σχετικότητας του Αινστάιν που εξηγεί τις συμπεριφορές των μεγαλύτερων πραγμάτων στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες, ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό και της κβαντομηχανικής που εξηγεί καλύτερα τα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. Πρόκειται δηλαδή για μια θεωρία των πάντων.

 

Άντυ

Advertisements

Το «Τρείς μέρες, μια ζωή» είναι το πρώτο βιβλίο του Pierre Lemaitre που πέφτει στα χέρια μου. Ένιωθα κάπως παράξενα όταν το ξεκίνησα, είχα ακούσει τα καλύτερα για τον συγγραφέα αλλά είχα καιρό να διαβάσω γαλλική λογοτεχνία και δεν ήξερα εάν ήταν του γούστου μου πλέον. Τώρα τελευταία έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι πως οι προτιμήσεις μου στα βιβλία έχουν αλλάξει και φοβάμαι ότι αυτά που κάποτε θα τα λάτρευα τώρα θα με αφήσουν αδιάφορη. Στην περίπτωση του μυθιστορήματος αυτού η αλήθεια βρίσκεται κάπου στην μέση.

Ναι, μου άρεσε αλλά δεν με συγκίνησε όπως θα έκανε άλλοτε. Πάντα στις κριτικές μου – ή όπως θέλουν να τις αποκαλούν μερικοί απλή έκθεση των απόψεών μου – προσπαθώ να δώσω τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ.

«Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1999 μια απρόσμενη σειρά από τραγικά γεγονότα χτύπησε το 20961218_502256363441379_2144291461_oΜποβάλ, με το πιο σημαντικό να είναι, φυσικά, η εξαφάνιση του μικρού Ρεμί Ντεσμέ. Σε αυτή την περιοχή που καλύπτεται από δάση, και που ζει σε αργούς ρυθμούς, η ξαφνική εξαφάνιση αυτού του παιδιού προκάλεσε κατάπληξη και έφτασε να θεωρηθεί, από πολλούς κατοίκους, ο προάγγελος επερχόμενων καταστροφών. Για τον Αντουάν, που βρισκόταν στο επίκεντρο αυτού του δράματος, όλα άρχισαν με τον θάνατο ενός σκύλου. Του Οδυσσέα.»

Ο Pierre Lemaitre έγραψε ένα βιβλίο που δεν ταιριάζει ξεκάθαρα σε ένα είδος λογοτεχνίας. Είναι κοινωνικό, με στοιχεία μυστηρίου αλλά και suspense. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένα 12χρόνο παιδί με το όνομα Αντουάν ο οποίος μας χαρίζει στιγμές πολύ έντονες και κλειστοφοβικές. Τον βρήκα αρκετά συμπαθητικό και θεωρώ πως η επιλογή του συγγραφέα να μας εξιστορήσει την ιστορία σε τρίτο πρόσωπο βοήθησε πολύ σε αυτό. Βλέπεις το χαρακτήρα του να εξελίσσεται μέσα από τις δραματικές καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται και βιώνεις συχνά μαζί του τα διάφορα συναισθήματα που γεννιούνται μέσα του. Είναι ο μοναδικός χαρακτήρας που πραγματικά δέθηκα μαζί του, όλοι οι άλλοι μου φάνηκαν κάπως άνευροι, χάρτινοι, τέλος πάντων δεν τους ένιωσα πραγματικούς.

Η ιστορία χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να είναι αρκετά μεγαλύτερο και στο δεύτερο κομμάτι της ιστορίας ο Αντουάν είναι ενήλικος. Το πρώτο κομμάτι μου άρεσε αρκετά πιο πολύ, θεωρώ πως τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν έχουν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον όταν βλέπεις πώς τα χειρίζεται η ψυχολογία ενός παιδιού. Αλλά σίγουρα έχει και ενδιαφέρον να δεις πώς αυτά επηρέασαν και τον ενήλικα. Το τέλος είναι κατανοητό, συμφωνώ με τα συμπεράσματα που βγήκαν στο τέλος. Η ψυχολογία ενός ανθρώπου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης..όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους πολύ όμορφα.

Υπήρξαν κάποια στοιχεία μέσα στο βιβλίο που δεν μου άρεσαν, προς το τέλος κυρίως. Μερικές φορές γινόταν πολύ μονότονο, ήταν να σα βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο· γινόταν πνιγηρό. Ήταν αρκετά καταθλιπτικό!

Σε τελική ανάλυση μετά από δύο βδομάδες που το διάβασα σχεδόν έχω αρκετά θετικά να πω και συνεχίζω να θέλω να το προτείνω σε ανθρώπους, όποτε ήταν μια ευχάριστη αναγνωστική εμπειρία!

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Ένα μέτριο Δείπνο

Posted: Σεπτεμβρίου 4, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , ,

Το δείπνο σαν ιδέα με κάνει πολύ χαρούμενη, σαν πλοκή βιβλίου μου φάνηκε πολύ ερεθιστική και κοντά στα δικά μου λημέρια. Αγαπώ ένα καλοδουλεμένο ψυχολογικό θρίλερ ή όπως αλλιώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε αυτό το είδος που ασχολείται με τις πιο σκοτεινές πλευρές των καθημερινών ανθρώπων. Το βρήκα σε πολύ καλή τιμή και το άρπαξα για να το διαβάσω στις καλοκαιρινές μου διακοπές· μου πήρε μερικά μπάνια στις εξαίσιες παραλίες της Κεφαλονιάς για να το τελειώσω και σε αντίθεση με το τοπίο που το αγάπησα το βιβλίο με άφησε αδιάφορη.

«Μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά στο Άμστερνταμ δύο παντρεμένα ζευγάρια βγαίνουν γιαdepno_review φαγητό σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Συζητάνε για διάφορα τετριμμένα ζητήματα, τη δουλειά, τις διακοπές, τις πρόσφατες ταινίες, αλλά όλες αυτές οι αερολογίες είναι μια απόπειρα για να συγκαλύψουν την ένταση που επικρατεί μεταξύ τους.
Οι δεκαπεντάχρονοι γιοι τους έχουν διαπράξει μαζί ένα έγκλημα το οποίο έχει καταγραφεί από κάμερα. Οι εικόνες έχουν μεταδοθεί από την τηλεόραση αλλά τα δυο αγόρια δεν έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη. Ωστόσο η σύλληψή τους επίκειται.
Καθώς το δείπνο φτάνει στη γαστριμαργική του κορύφωση, τα προσωπεία της πολιτισμένης συμπεριφοράς πέφτουν. Τα μαχαίρια βγαίνουν. Ως που είναι διατεθειμένοι να φτάσουν για να προστατεύσουν τα παιδιά τους;»

Αν θα πρέπει να σας δώσω έναν ξεκάθαρο λόγο γιατί δεν μου άρεσε το μυθιστόρημα θα δυσκολευτώ πάρα πολύ μιας και νομίζω πως δούλεψαν πολλά μικρά στοιχεία του βιβλίου εναντίον του. Στην αρχή το είχα συμπαθήσει αρκετά και είχα αποφασίσει να του δώσω 3 αστεράκια – την κλασσική μου βαθμολογία σε βιβλία που μου άρεσαν – και οι σελίδες κυλούσαν σαν το νεράκι, αλλά κάπου στην μέση έπεσα σε βαλτώδη νερά και σταμάτησε να μου αρέσει τόσο. Άρχισα να βλέπω την γραφή του να παίρνει μια επιτηδευμένη μορφή, οι χαρακτήρες με κούραζαν και μου φαίνονταν πολύ «χάρτινοι» και οι πράξεις τους αδικαιολόγητες.

Ο αφηγητής στου οποίου το μυαλό βρισκόμαστε είναι ένας αρκετά αχώνευτος χαρακτήρας ο οποίος δεν έχει καμία συνοχή στις πράξεις του. Γενικά όλοι οι χαρακτήρες ήταν ένα μάτσο αχώνευτοι «άνθρωποι» που η στάση τους απέναντι στο γεγονός που τους έφερε στο γεύμα ήταν πραγματικά τραγική και το τέλος μου φάνηκε αδικαιολόγητο.

Το οπισθόφυλλο θεωρώ πως δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική ουσία του βιβλίου η οποία δεν έχει να κάνει με τα παιδιά (μιας και αυτά αναφέρονται ελάχιστα) και το καθεαυτό γεγονός το οποίο έχει βιντεοσκοπηθεί, αλλά ο συγγραφέας προσπαθεί με πολύ προφανή τρόπο να μας δείξει πως για όλα φταίνε εν μέρη οι γονείς αλλά και η γενετική προδιάθεση – nature vs nurture, το γνωστό πλέον αυτό ζήτημα. Αν και το θέμα της «γενετικής» πλευράς της ιστορίας ήταν για μένα ένα κομμάτι στο βιβλίο που δεν το κατάλαβα καθόλου. Οι γονείς είναι κάτω από το μικροσκόπιο του συγγραφέα αλλά νομίζω πως δεν το χειρίστηκε καθόλου σωστά με αποτέλεσμα να νιώθω πως η ανάγνωση ήταν ημιτελής, κάτι μου έλειπε από το βιβλίο.

Παρόλα αυτά το βιβλίο το διάβασα από την αρχή μέχρι το τέλος και όσοι με γνωρίζουν ξέρουν πως αυτό είναι κατόρθωμα αν δεν μου αρέσει κάποιο βιβλίο. Δεν ήταν η ανάγνωση κάθε αυτού δύσκολη για εμένα. Όπως ανάφερα στην αρχή μου άρεσε αρκετά, βρήκα την γραφή εύκολη και σε κάνει να θέλεις να προχωρήσεις παρακάτω να δεις τι θα γίνει. Ξέρω αρκετούς που τους άρεσε, πιθανόν να σου αρέσει και εσένα που διαβάζεις αυτή την κριτική!

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Το μυθιστόρημα αυτό είναι το δεύτερο του συγγραφέα που βρέθηκε στα χέρια μου και όπως και με το «Τι ωραίο πλιάτσικο», έτσι και με το Σπίτι του ύπνου βρέθηκα ένα βήμα πιο κοντά στο να πω ότι η βρετανική λογοτεχνία μου αρέσει.

Έχοντας παραμείνει λάτρης της αστυνομικής λογοτεχνίας για πολλά χρόνια, δεν διάβαζα τίποτα άλλο παρά μόνο hard core αστυνομική λογοτεχνία -άντε και κανένα κοινωνικό πού και πού, έχω χάσει πάρα πολλά διηγήματα που τώρα ξεκινώ να γνωρίζω. Η «καθαρή» λογοτεχνία έχει γίνει τώρα για μένα ένα νέο είδος που αγαπώ να εξερευνώ. Τι εννοώ όμως με το καθαρή; Ίσως ότι δεν ταιριάζει σε κάποιο είδος· αυτό που λένε literary fiction στο εξωτερικό και σίγουρα όχι καθαρή με την έννοια της καλύτερης. Στο εξωτερικό έχουν πιο ξεκάθαρα όρια στο πού ταιριάζει ένα βιβλίο από ότι στην Ελλάδα.

“Tο Σπίτι του ύπνου” αντιπροσωπεύει έναν πνευματώδη συγκερασμό ψυχανάλυσης και to_spiti_tou_ipnouπολιτικής, μιας μελέτης για τις διαταραχές του ύπνου και μιας οξυδερκούς ανάλυσης των αδιεξόδων της νεότητας.Tα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι υπνοβάτες, ναρκοληπτικοί και άγρυπνοι στο μεταίχμιο υπνηλίας και αϋπνίας, αυτογνωσίας και αυταπάτης. Σαν σε όνειρο αλλάζουν ονόματα, ταυτότητα, ακόμη και φύλο ενώ οι αναμνήσεις, ντυμένες στην αχλή της επιθυμίας, προσδίδουν στην αφήγηση κάτι το υπνωτικό, το ονειρικό και απατηλό.»

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, αν δεν γνώριζα ήδη τον συγγραφέα και τι είδος πρεσβεύει δεν θα το έπιανα στο χέρι μου μόνο από το οπισθόφυλλο. Έχω ένα ραντάρ που αποκαλώ «βαρετόμετρο» και αναλόγως με το τι vibes πιάνω από το βιβλίο εκείνο μου δείχνει αν θα πρέπει να το διαβάσω ή όχι. Συνήθως λειτουργεί καλά, σε αυτό το βιβλίο όμως θα είχε πέσει έξω. Το Σπίτι του Ύπνου μου άρεσε, μου άρεσε πολύ.Ο συγγραφέας έπλασε μια ιστορία που πραγματεύεται την σχέση των ονείρων με την πραγματικότητα. Τον ύπνο και τις διαταραχές από τις οποίες πάσχουν όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες του βιβλίου και την σημαντικότητα του καθαρού και ξεκούραστου μυαλού. Και φυσικά όπως είναι σύνηθες στα βιβλία του, μια έμμεση επίθεση στο σύστημα υγείας και την εμπορικοποίησή του και την προφανή έλλειψη πρόνοιας ως προς την ψυχιατρική φροντίδα. Βρίσκω πάντα μια ήρεμη ευγένεια να αναδύεται από τα βιβλία του Κόου. Πιστεύω πως έχει έντονες κοινωνικές ανησυχίες και είναι κατά της Θατσερικής νοοτροπίας. Βεβαίως αυτές είναι δικές μου απόψεις, αλλά δεν έχω κάνει καμία έρευνα για τον συγγραφέα και για το τι πιστεύει ή τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Στηρίζομαι σε αυτά που ανακαλύπτω μέσα από τα μυθιστορήματα του.

Οι χαρακτήρες είναι μπόλικοι τόσο σε αριθμό όσο και ψυχισμό, μερικοί πιο καλοσχηματισμένοι από άλλους αλλά όλοι ενδιαφέροντες. Οι συμπτώσεις που τόσο αγαπάει να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας δίνουν ρεσιτάλ στο μυθιστόρημα και όλοι οι χαρακτήρες καταλήγουν να έχουν κάποια άλλη σχέση από αυτή που μας έχει δοθεί εξ’ αρχής. Ίσως το παράκανε με τις συμπτώσεις, θα ήθελα να είχε λιγότερες έτσι ώστε να παραμείνει η αίσθηση της σύμπτωσης και όχι πως το σύμπαν συνωμοτεί για εμάς… If you know what I mean. Με ενδιέφερε πολύ να μάθω την εξέλιξή τους και με μερικούς είχα δεθεί συναισθηματικά. Δεν συμφώνησα με ορισμένες επιλογές του συγγραφέα ως προς την τελική κατάστασή τους, αλλά τι να κάνουμε; Τίποτα δεν είναι τέλειο!

Πραγματικά αγαπώ να διαβάζω Κόου. Έχει μια ήρεμη δύναμη η γραφή του, μια ονειρική αίσθηση που σε παρασέρνει χωρίς να το καταλάβεις στον κόσμο του που συχνά είναι μουντός και πολύ βρετανικός. Δεν ήταν γεμάτο συγκινήσεις ούτε και αγωνία και όμως έπιανα τον εαυτό μου να γυρνάει πίσω στις σελίδες του συνεχώς, τόσο πολύ ήταν έντονο αυτό το συναίσθημα, που κουβαλούσα το βιβλίο στην παραλία με κίνδυνο να καταστρέψω την υπέροχη βιβλιοδεσία.

Δεν ξέρω σε τι αναγνώστες να το προτείνω, άμα σου αρέσει αυτό το είδος λογοτεχνίας σίγουρα θα έχεις διαβάσει Τζόναθαν Κόου, αν όμως δεν έχεις καταπιαστεί με αυτήν τότε να το κάνεις σύντομα!

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Το ξενοδοχείο Ίρις το αγόρασα μετά από πολύμηνη σκέψη. Δεν ξέρω γιατί είχα δεύτερες (και τρίτες) σκέψεις για την αγορά του μιας και τελικά μου άρεσε πολύ! Στην καρδιά της ιστορίας κρύβεται μια σαδομαζοχιστική σχέση μεταξύ ενός 67χρόνου άντρα και μιας 17χρόνης κοπέλας αλλά πέρα από την βιτσιόζικη αυτή πλευρά της σχέσης τους η συγγραφέας σου δείχνει και την πιο ευαίσθητη και ρομαντική πλευρά της.

«Η Μαρί και η μητέρα της έχουν ένα ξενοδοχείο Ίρις σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη. download (1)Ταπεινό αλλά φροντισμένο, είναι συνήθως γεμάτο. Όπως κάθε βράδυ, η Μαρί κρατάει τη ρεσεψιόν. Οι πελάτες του ξενοδοχείου κοιμούνται ήσυχα. Η ηρεμία ξάφνου διακόπτεται από κραυγές. Μια γυναίκα βγαίνει από το δωμάτιό της βρίζοντας σκαιότατα τον άντρα που τη συνοδεύει. Η Μαρί εντυπωσιάζεται από τη σκηνή, και ασυνείδητα ευαισθητοποιείται από την κομψότητα και τη διακριτικότητα αυτού του ηλικιωμένου άντρα που τον κατηγορούν δημόσια για τις χειρότερες σεξουαλικές παρεκκλίσεις. Λίγες μέρες αργότερα τον συναντά σ’ ένα κατάστημα. Ο άντρας παραξενεύει και γοητεύει τη νεαρή. Από περιέργεια ή έλξη, θα τον ακολουθήσει. Αθώα ή έχοντας βαθιά συνείδηση της τρομακτικής ομορφιάς της, η άμωμη έφηβη εισέρχεται στην αρένα του πόθου.»

Θεωρώ ότι σε πολλούς αρέσει να διαβάζουν πού και πού για σχέσεις καταδικασμένες ή λίγο εκτός των ορίων, των κοινωνικών αλλά και ψυχικών, και θεωρώ πως η διαφορά ηλικίας του «ζευγαριού» θα είχε λιγότερη σημασία αν η συγγραφέας δεν μας έδινε πολύ περιγραφικά και με αρνητική χροιά το κάθε τι επάνω στον άντρα που πρόδιδε την ηλικία του. Νομίζω πως ήθελε να μας τονίσει την μεγάλη του ηλικία για να μας σοκάρει και να κάνει την μικρή της οποίας τις σκέψεις ακολουθούμε ακόμα πιο… «ανώμαλη».

Η γραφή είναι πολύ καλή και όσοι διαβάζουν Ιαπωνική λογοτεχνία ξέρουν πως το συναίσθημα κρύβεται πάντα κάτω από στρώματα φαινομενικής αναισθησίας. Μπορεί οι χαρακτήρες να μας φαίνονται πάντα συναισθηματικά αποκομμένοι και αδιάφοροι εμπρός σε γεγονότα αλλά εγώ έβρισκα πάντα πως αν ξέρεις πού να κοιτάξεις βρίσκεις φοβερά δυνατά συναισθήματα. Ξεχνούμε συχνά πως οι Ιάπωνες είναι τόσο διαφορετικοί από εμάς!

Ο χαρακτήρας που με ενδιάφερε περισσότερο ήταν αυτός της κοπέλας μιας και ήταν η δική της φωνή που μας συνόδευε. Η συγγραφέας μας έδειξε πολύ φανερά γιατί της άρεσε να της φέρεται έτσι ο άντρας που εκείνη αποκαλεί «μεταφραστής» και δυστυχώς περιορίστηκε σε πολύ εύκολες λύσεις πάραυτα όμως ήταν πολύ ενδιαφέρουσα χαρακτήρας.

Ένα από τα ωραία χαρακτηριστικά του βιβλίου ήταν και η τοποθεσία στην οποία διαδραματιζόταν η ιστορία, μια παραθαλάσσια Ιαπωνική πόλη. Οι περιγραφές της περιοχής σε έκανε να νομίζεις πως βρίσκεσαι σε κάποια πόλη της Ελλάδος!

Θα το προτείνω σε όσους έχουν πιο ανοιχτό μυαλό μιας και μας δίδονται δυνατές σκηνές μέσα στο βιβλίο που κάποιος που δεν έχει συνηθίσει σε αυτές ίσως σοκαριστεί. Το απόλαυσα στις διακοπές μου, δεν με κούρασε καθόλου και σίγουρα θα το θυμάμαι για καιρό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Ξέρετε τι συμβαίνει με τα παιδικά βιβλία; Τα θεωρώ ένα φοβερά δύσκολο κομμάτι της λογοτεχνίας, με χιλιάδες ιστορίες να κυκλοφορούν εκεί έξω κι ελάχιστες να είναι πραγματικά καλές. Τι σημαίνει το «καλές» όταν μιλάμε για παιδικό βιβλίο; Σίγουρα όχι τα ίδια κριτήρια με τα οποία διαλέγουμε εμείς, οι ενήλικες, ένα βιβλίο. Αλλά το βιβλίο των παιδιών μας εμείς πρέπει να το διαλέξουμε, εμείς πρέπει να το ξεχωρίσουμε από το σωρό. Και είναι ένας σωρός θεόρατος. Και πώς θα το κάνουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε …ξεχάσει πώς είναι να είσαι παιδί;22098550._UY854_SS854_

Προσωπικά διαβάζω στα παιδιά μου από μωρά. Αυτό που παρατήρησα μαζί τους, ήταν ότι δυστυχώς, το …σπορ δεν τους ενδιέφερε. Αγόραζα διάφορα βιβλία, πάντα με βάση την ηλικία τους, τις προτάσεις του βιβλιοπώλη και φυσικά την τιμή. Κοιτώντας τα ως μαμά από τη μια κι από την άλλη προσπαθώντας να μπω στη θέση τους, τα έβρισκα …χαζά. Χαζά. Αυτό. Αλλά έλεγα ότι αυτοί που τα γράφουν κι αυτοί που τα εκδίδουν κι αυτοί που τα πουλάνε και αυτοί που τα προτείνουν, κάτι θα ξέρουν! Και σίγουρα, το δικό μου 30+ μυαλό δε μπορεί να καταλάβει και πολλά από τα νήπια. Μεγάλη διαφορά. Μεγάλη απόσταση τα 30 χρόνια.

Μέχρι που ένα βράδυ αγανάκτησα. Να αγαπώ τόσο τα βιβλία και το διάβασμα έλεγα μέσα μου, και τα παιδιά μου να αδιαφορούν τελείως! Τα βιβλία τα κοιτούσαν αδιάφορα, τα πετούσαν, άκουγαν πέντε λέξεις ακριβώς και μετά μουρμούριζαν στα κρεβάτια τους τα δικά τους, κι εγώ διάβαζα στον τοίχο. Και ξέρετε τι έκανα; Πήγα στη δική μου βιβλιοθήκη και πήρα το γέρο και τη θάλασσα. Το γέρο και τη θάλασσα για να το διαβάσω σε δυο νήπια! Έτσι για να τους τη σπάσω. Αφού διαβάζω που διαβάζω για τον τοίχο έλεγα, τουλάχιστον να διαβάσω κάτι που μου αρέσει.

Και ήταν η πρώτη φορά που τα πιτσιρίκια κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους ίσως, γιατί μέχρι που αποκοιμήθηκαν, αρκετές σελίδες αργότερα, δεν ακούστηκε κιχ. Σκεφτόμουν ότι αφού δεν τους αρέσουν τα βιβλία, τουλάχιστον νανουρίζονται από τη φωνή μου. Δεν περίμενα καν να θυμούνται την επόμενη ότι κάτι τους είχα διαβάσει. Κι όμως όταν έφτασε το επόμενο βράδυ, μου ζήτησαν να διαβάσουμε …τον παππού τον ψαρά.

Από τότε άλλαξε τελείως η σκέψη μου πάνω στο παιδικό βιβλίο. Εμπιστεύτηκα περισσότερο το ένστικτό μου (που από πριν φώναζε: ΧΑΖΑ!) και πήρα όλα τα «παιδικά» βιβλία μας – αυτά που τα παιδιά μου δεν τους έριχναν ούτε ματιά και τα πήγα στον παιδικό σταθμό. Μόλις τέλειωσε ο γέρος και η θάλασσα, ήταν το νησί του θησαυρού. Μετά ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, η καλύβα του μπάρμπα θωμά, η Ματίλντα, μια συλλογή από ιστορίες του Τολστόι, Χάιντι, Όλιβερ Τουίστ, Τομ Σώγιερ. Αυτά που διάβαζα κάποτε κι εγώ. Και πολλά, πολλά άλλα.

Ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία να ασχοληθώ με το παιδικό βιβλίο. Όμως σίγουρα, αυτό που κατάλαβα βλέποντας τις διαφορετικές αντιδράσεις των παιδιών μου με τα βιβλία, ήταν πως τα μισά βιβλία που γράφονται για παιδιά, δεν κάνουν για παιδιά.

Τα παιδιά είναι μικρά, δεν είναι χαζά. Και πολλοί στην Ελλάδα γράφουν βιβλία για παιδιά νομίζοντας πως είναι χαζά. Νομίζουν πως οι φτωχοί διάλογοι με το ινδιάνικο λεξιλόγιο: Θέλεις παίξουμε; Ουγκ. Όχι. Κοίτα μια μπαλίτσα! Σύννεφο βρέχει. – κι ένα ηλίθιο στόρι από πίσω, σημαίνει γράφω παιδικό βιβλίο. Αλλά γκες ουάτ: Ακόμα και τα νήπια καταλαβαίνουν την ηλιθιότητα του πράγματος και αδιαφορούν.

Ψάχνοντας καλύτερα και πιο διεξοδικά το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε – πέραν των κλασικών – κατέληξα στο ότι το καλό παιδικό βιβλίο έχει ενδιαφέρον ακόμα και για μένα. Και φτάνουμε στον …PAX. Ένα βιβλίο που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα (φυσικά!) όμως αν διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάζετε μεταφράζοντας στα παιδιά σας κι έχει υπέροχη εικονογράφηση.

0214-BKS-Rundell-facebookJumbo-v2

Ο PAX, (Παξ) είναι μια αλεπού. Ο 12χρονος Πίτερ τον έσωσε από την παγωνιά και την πείνα μέσα από τη φωλιά του, πέντε χρόνια πριν, όταν είδε την κόκκινη μπαλίτσα να τρέμει ανάμεσα στα υπόλοιπα παγωμένα νεογέννητα αδέρφια του. Παξ σημαίνει ειρήνη, όμως ο Πίτερ διάλεξε αυτό το όνομα …πιο απλά: Το αλεπουδάκι καθόταν μια μέρα πάνω στη σχολική του σάκα, και διέκρινε το PAX από το κεντημένο PAXTON, που ήταν η φίρμα της.

Ο Πίτερ δεν έχει μαμά, όμως έχει έναν αυστηρό, απόμακρο κι οξύθυμο πατέρα. Κι όταν ένας απροσδιόριστος πόλεμος πλησιάζει, ο πατέρας πρέπει να φύγει, κι ο Πίτερ πρέπει να πάει να ζήσει με τον παππού του, 300 μίλια μακριά. Χωρίς τον Παξ.

Ο μικρός Πίτερ αποφασίζει να γυρίσει πίσω μόνος του, να βρει τον Παξ και να τον πάρει μαζί του. Όμως κι ο Παξ προσπαθεί να βρει τον Πίτερ. Μέσα από μια εναλλακτική αφήγηση μικρών κεφαλαίων από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, διαβάζουμε μια μοναδική περιπέτεια αγάπης κι αφοσίωσης, χωρίς – ευτυχώς – να υπάρχουν ούτε φτωχοί κι απλοϊκοί διάλογοι, ούτε περιττές χαριτωμενιές.

Υπέροχο και συγκινητικό βιβλίο που υποψιάζομαι πως θα δούμε σύντομα και σε ταινία, ένα δείγμα πραγματικά καλού παιδικού βιβλίου.

Και κάτι τελευταίο: Επειδή εδώ στο Ελλαδιστάν πάσχουμε όχι μόνο από κακές μεταφράσεις αλλά κι από …παραλείψεις, συστηματικά αφαιρούνται τα σημειώματα του συγγραφέα από πάρα πολλά βιβλία, παιδικά και μη, και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά (ο καθένας με τη λόξα του), η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου έχει αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως όταν αποφάσισε να γράψει αυτή την ιστορία, ήταν απλώς μια ιδέα στο μυαλό της. Από τον εκδοτικό της είχε όλη τη βοήθεια και καθοδήγηση που χρειάστηκε μέχρι να το ολοκληρώσει.

Παίδες, ξέρετε τι θα πει αυτό; Θα πει ότι γράφω ένα βιβλίο δε σημαίνει απλά κάθομαι κάτω και γράφω μπίριμπίρι μέχρι να πιάσω 500 σελίδες και μετά το στέλνω και βρίσκεται στα ράφια να πουλιέται 20 ευρώ, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες και ελλείψεις απαράδεκτες.

Το καλό βιβλίο είναι κάτι …περισσότερο από αυτό. Εδώ, τι ακριβώς γίνεται;

Το τρέιλερ του βιβλίου, ΕΔΩ!