Posts Tagged ‘Δράμα’

Πάντα δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις αυτοβιογραφίες. Πώς να κρίνεις τη ζωή κάποιου; Με ποιο δικαίωμα; Το μόνο ίσως δικαίωμα που έχουμε είναι από την ίδια την έκθεση της ζωής του γράφοντος, αλλά ως εκεί. Μιλάμε για τη ζωή κάποιου. Η συγγραφέας είναι πια ένα όνομα γνωστό στο χώρο, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας το τώρα της με την ιστορία του τότε της, η διαφορά είναι συγκλονιστική.

Αυτό το βιβλίο με νευρίασε ως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ήμουν έτοιμη να το παρατήσω The_Glass_Castle_Jeannette_Walls_hardcover_first_edition_2005γιατί δεν άντεχα άλλο να διαβάζω τις ηλιθιότητες των γονιών της. Όμως ήταν η ζωή της και θα ήταν άδικο να μην το τελειώσω. Δεν ξέρω να πω αν μου άρεσε ή όχι. Πώς να πω ότι μου άρεσε η ιστορία μιας δυστυχισμένης ζωής; Πώς όμως να μην μου αρέσει μια απίστευτη ιστορία;

Η Τζανέτ είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά των Γουόλς, ενός αλκοολικού μηχανικού (; μάλλον πολυτεχνίτη τον λες) και μιας …καλλιτέχνιδας – ζωγράφου/συγγραφέως/ανάλογα την όρεξη. Η μητέρα δεν εργάζεται ποτέ, ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, ανάλογα πάντα τη διάθεση, τα παιδιά ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, σχεδόν ποτέ χωρίς να καλύπτονται οι στοιχειώδεις βασικές ανάγκες τους κι όλα αυτά από ΕΠΙΛΟΓΗ των γονιών.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου συνεχώς αναρωτιόμουν: Πώς είναι δυνατόν δυο άνθρωποι τόσο έξυπνοι και μορφωμένοι να είναι τόσο ανεύθυνοι, τεμπέληδες, εγωιστές, τόσο απαίσιοι γονείς; Μήπως χρειάζονταν βοήθεια; Δεν ξέρω. Ίσως. Όμως προς το τέλος η ίδια συγγραφέας απαντά σε αυτή την ερώτηση και την ίδια απάντηση διαπιστώνει και ο αναγνώστης: Αυτή τη ζωή επέλεξαν και το έκαναν με απόλυτη συνείδηση. Αυτό και τίποτε περισσότερο. Και τα εξηγεί όλα.

Πολλοί αναγνώστες σχολίασαν αρνητικά την ψυχρότητα της γραφής και ήταν κάτι που το παρατήρησα κι εγώ. Η γραφή μοιάζει στείρα, χωρίς συναίσθημα, περισσότερο με ρεπορτάζ. Όμως και γι αυτό υπάρχει εξήγηση και είναι απλή: Για να αντιμετωπίσει κανείς και να ξεπεράσει (και να καταγράψει τελικά) κάτι τόσο μεγάλο και κακό όπως η παιδική ηλικία αυτής της γυναίκας, πρέπει να αποστασιοποιηθεί. Η συγγραφέας δεν κατακρίνει. Απλώς γράφει το τι έχει συμβεί. Παρά την έλλειψη λογοτεχνικότητας (και αλήθεια, μάλλον δε θα του ταίριαζε) το βρήκα απίστευτα γενναίο από μέρους της.

Και παραδόξως δεν κατάφερα να μισήσω ή να αντιπαθήσω τους γονείς της, παρά τα όσα έκαναν – και πολλές φορές ήθελα να ουρλιάξω. Η ειλικρίνεια στη γενικότερη στάση τους ήταν αφοπλιστική. Διαφωνώντας κάθετα με τις επιλογές τους, δεν μπόρεσα να μη σεβαστώ τη βαθύτατη πίστη τους σε αυτές. Και τελικά ακόμα κι αυτό χρειάζεται φοβερό κουράγιο.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θα μας απασχολεί για πολύ (φυσικά και δεν ήρθε ακόμα στην Ελλάδα, αγνοώ αν θα έρθει), και σύντομα θα το δούμε και σε ταινία. Από το τρέιλερ που είδα, αν και υπόσχεται μια υπέροχη ταινία, νομίζω ότι λιγάκι ρομαντικοποιήθηκε στη μεταφορά του. Δεν μπορώ όμως ακόμα να απαντήσω αν τελικά αυτό θα κάνει καλό στη συγγραφέα ή όχι. Πάντως αναμένω με αγωνία.

Για τα records, το βιβλίο παρέμεινε 261 (!!) εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλλερς του New York Times. Πούλησε σχεδόν 3 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες (εκτός από τα ελληνικά!).

Δείτε και το τρέιλερ, λέει πολλά!

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Στις πλούσιες οικογένειες της Αμερικής την εποχή της δουλείας, οι λευκές γυναίκες δεν θηλάζουν τα fgfgfμωρά τους μόλις γεννηθούν. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν οι σκλάβες, και το πιο συνηθισμένο ήταν να αναθέτουν αυτή τη δουλειά σε εκείνες που δουλεύουν στις φυτείες γιατί έχουν το πιο πολύ και παχύ γάλα. Ο λόγος είναι – για τους λευκούς άρχοντες πάντα – απλός: Τα παιδιά πεθαίνουν. Πολύ εύκολα, πολύ σύντομα. Όλοι έχουν χάσει παιδιά. Το να θηλάσει μια μάνα το παιδί της σημαίνει ότι θα δεθεί μαζί του κι αν αυτό τελικά πεθάνει, είναι πιο δύσκολο να το ξεπεράσει. Για τον ίδιο λόγο οι λευκές μητέρες ουσιαστικά παραδίδουν τα παιδιά τους εξ’ ολοκλήρου στις τροφούς, οι οποίες τα θηλάζουν, τα κοιμίζουν, τα κάνουν μπάνιο και τα ντύνουν, τα φροντίζουν σαν αληθινές μάνες, μέχρι τα 3-4 χρόνια τους, όπου μετά τις απομακρύνουν πάλι για να μη δεθούν μαζί τους.

Οι σκλάβοι των φυτειών δεν έχουν απολύτως καμία επαφή με τα σπίτια. Και οι σκλάβοι στα σπίτια αποκόβονται για πάντα από τους δικούς τους. Αν μια εργάτρια έχει μωρό που το θηλάζει και την ίδια περίοδο γεννηθεί κι ένα λευκό μωρό, τότε η μάνα θα μεταφερθεί για πάντα στο σπίτι, παρατώντας το δικό της παιδί για να αναλάβει το ξένο. Κανείς δεν επιστρέφει πίσω. Όταν η δουλειά της τελειώσει, θα πουληθεί. Αυτό είναι κανόνας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δηλαδή καλούς αφέντες και σκλάβους που έχουν δημιουργήσει οικογένεια και ίσως, ίσως να της επιτρέψουν να γυρίσει στις καλύβες.

Στο Yellow Crocus, τίτλος που σημαίνει το γνωστό μας κίτρινο αγριολούλουδο – σημάδι του ερχομού της άνοιξης, μια γυναίκα κρατά σφιχτά το μωρό της στο στήθος της και κοιτάζει την πόρτα της καλύβας της, περιμένοντας τη στιγμή που θα αλλάξει τη ζωή της. Όταν ακούει το χτύπημα, αφήνει το μωρό προσεκτικά στην παλέτα που έχει για κρεβάτι και ανοίγει, ύστερα ακολουθεί τη νεαρή που της λέει μόνο δύο λέξεις: Σε περιμένουν.

Η Mattie ακολουθεί τη νεαρή σκλάβα στο μεγάλο αρχοντικό. Ένα άλλο μωρό περιμένει να γεννηθεί και η Mattie θα αναλάβει να το θηλάσει και να το φροντίσει ώσπου να μεγαλώσει. Η Mattie μισεί αυτό το λευκό μωρό που βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο νεογέννητος γιος της, στο στήθος της. Ένα μικροσκοπικό δωμάτιο είναι από δω και στο εξής το σπίτι της και από το παράθυρο η Mattie κάθε χάραμα και κάθε ηλιοβασίλεμα στέλνει την αγάπη και τις προσευχές τις στο γιο της και τους δικούς της, στις καλύβες που ζουν οι σκλάβοι, μακριά από το αρχοντικό.

Μπορεί απλώς να κλείσει με την παλάμη της το στόμα και τη μύτη του νεογέννητου κοριτσιού και να τελειώσουν όλα. Όμως η Mattie δεν είναι φονιάς. Και καταφέρνει αυτό το ήσυχο και αξιολάτρευτο μωρό να το αγαπήσει, όπως κι εκείνο αναγνωρίζει τη Mattie ως το μόνο αγαπημένο της πρόσωπο.

Η μικρή Ελίζαμπεθ μεγαλώνει και γίνεται ένα υπέροχο κοριτσάκι που αγαπά βαθιά την τροφό της και το γιο της Σάμιουελ, εκείνη του μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει κι εκείνος της μαθαίνει παιχνίδια και τραγούδια των μαύρων. Όμως ο Σάμουελ θα πουληθεί, η Mattie θα το σκάσει, η Ελίζαμπεθ θα μεγαλώσει με τον πόνο της απώλειας της μόνης γυναίκας που αγάπησε και την αγάπησε, μέχρι που κοντά 20 χρόνια μετά, αποκληρωμένη από τους δικούς της θα βρεθεί φτωχή μα ελεύθερη κι έτοιμη να πεθάνει πάνω στη γέννα, και η Mattie, σε έναν άλλο κόσμο 500 μίλια μακριά με άλλο όνομα και άλλη ζωή, θα τη σώσει. Ξανά.

Μια ιστορία που καλύπτει σχεδόν 30 χρόνια, από τη γέννηση της Miss Elizabeth, την αγάπη της προς τη Mattie, τη νεαρή σκλάβα που είναι – ενάντια σε κάθε αντίληψη της εποχής – σαν μητέρα της, η απόδρασή της για να σώσει το δεύτερο παιδί της, το ταξίδι ως την επόμενη ελεύθερη πολιτεία για να συναντήσει μισοπεθαμένη τον άντρα και το γιο της σχεδόν δέκα χρόνια μετά. Κι ύστερα ο προγραμματισμένος γάμος της Elizabeth με τον γιο της πλουσιότερης οικογένειας και κληρονόμο της τεράστιας περιουσίας της, όμως η Elizabeth έχει μεγαλώσει πια και δε θέλει να έχει ανθρώπους ως σκλάβους, δεν το αντέχει, δεν το δέχεται, και αποφασίζει να φύγει, αφήνοντας πίσω της δυο έξαλλους γονείς που την αποκληρώνουν και τα πλούτη στα οποία μεγάλωσε.

Πραγματικά υπέροχο βιβλίο. Απλά δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Μια πολύ όμορφη ιστορία, που εναλλάσσεται από το ιστορικό μυθιστόρημα στο δράμα κι ύστερα στο ελαφρύ ρομάντζο, με ανατροπές στην πλοκή που νιώθεις πως παραείναι καλές για να είναι αληθινές, όμως παρόλα αυτά θέλεις να τις πιστέψεις και το κάνεις, γιατί έτσι θα έπρεπε να είναι κι ας μην ήταν ποτέ. Μικρές λεπτομέρειες που ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο όλες τις εικόνες μπροστά στα μάτια σου, οι συνήθειες των σκλάβων, οι προσευχές τους, τα τραγούδια τους και το δέσιμο των οικογενειών τους, στην αντίθεση των πλούσιων αφεντάδων όπου τα παιδιά μεγαλώνουν με μόνο σκοπό τη συνεχή επίδειξη καλής ανατροφής και πλούτου, για να συνεχίσουν να αυξάνουν τις περιουσίες των γονιών τους, δυστυχισμένα παιδιά που δεν έχουν ζήσει καμία ζωή παρά το ότι έχουν τα πάντα.

Κατερίνα Χαρίση

Πολλές φορές έχω γράψει για κάποιο βιβλίο χωρίς να το έχω τελειώσει. Αυτό από τη μια δε σημαίνει d88475b4-f532-4a6f-91e2-ed62e339abe6_6τίποτα απολύτως, από την άλλη σημαίνει πολλά και διάφορα. Με κάποια βιβλία, λίγα μόνο κεφάλαια είναι αρκετά για να σχηματίσεις εικόνα – όχι μόνο της ιστορίας, αλλά και του χρόνου, του τόπου, του αφηγητή. Με κάποια βιβλία αν κοιτάξεις λίγο προσεκτικά πίσω απ’ τις λέξεις, θα δεις τον πυρήνα του. Θα δεις το συγγραφέα του. Και το να δεις το συγγραφέα ενός βιβλίου είναι αυτό που σημαίνει τα «πολλά και διάφορα» που είπα πιο πάνω.

Χωρίς ο συγγραφέας να διαταράσσει την αρμονία μεταξύ αφηγητή και ιστορίας, είναι διακριτικά παρών κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, δίνοντας – συμπληρώνοντας ίσως καλύτερα- κάποια μικροσκοπικά κομμάτια που ολοκληρώνουν τον κόσμο του, έτσι όπως αυτός αποκαλύπτεται στο βιβλίο του. Είναι κάτι το μαγικό. Και πολλές φορές, σε πολλά βιβλία – όχι σε όλα και χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι κακό- ένας προσεκτικός αναγνώστης το διακρίνει από την αρχή.

Δε σημαίνει βέβαια ότι από τη στιγμή που θα καταλάβεις πως ο συγγραφέας σε ταξιδεύει στα δικά του μονοπάτια μέσα από τα δικά του βήματα, μέσα από τα μάτια του και την ψυχή του, πως δε χρειάζεται να ολοκληρώσεις το βιβλίο. Το αντίθετο μάλιστα, το ταξίδι είναι ακόμη πιο υπέροχο. Είναι από εκείνα τα ταξίδια που ο τελικός προορισμός δεν έχει απολύτως καμία σημασία, παρά ό,τι αξίζει κι ό,τι μας προσφέρει κρύβεται στη διαδρομή.

Αν και ξεκίνησα να γράφω για «Το Κορίτσι Που Άφησα» πολύ πριν το τελειώσω, ήταν τόση η αυξανόμενη ένταση καθώς γυρνούσα τις σελίδες, που έπρεπε να περιμένω να φτάσω στην τελευταία για να συνεχίσω και να ολοκληρώσω το κομμάτι αυτό.

«Κανείς σας δεν διανοείται πόσο δύσκολο είναι για έναν χριστιανό να γράφει στην Ιαπωνία», δηλώνει ο Έντο, ένας συγγραφέας που στα χρόνια της νιότης του, στη μεταπολεμική Ιαπωνία υπήρξε μειονότητα και καθόλου δημοφιλής. Για «Το Κορίτσι Που Άφησα», ένα βιβλίο με τεράστιο χριστιανικό συμβολισμό,  γράφει ο ίδιος 35 χρόνια μετά- όντας αυστηρός κριτής του έργου του, πως τον χτύπησε σαν κεραυνός η ανωριμότητα και η έλλειψη τεχνικής του.

Ο Γιοσιόκα είναι ένας τυπικός «γιαπωνέζος μεροκαματιάρης» στη μεταπολεμική Ιαπωνία, χτυπημένος από πολιομυελίτιδα μικρός, καχεκτικός κι αδύναμος στα καλύτερά του χρόνια. Κάνει δουλειές του ποδαριού προκειμένου να επιβιώσει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο. Η ζωή του είναι άθλια.

Η Μιτσού από την άλλη, είναι ένα φτωχό κορίτσι της επαρχίας, με μια εμφάνιση που ο Γιοσιόκα χαρακτηρίζει άσχημη και απωθητική. Η καλοσύνη της, η αφέλειά της, η ανάγκη της να προσφέρει στους συνανθρώπους της, για εκείνον, είναι αφορμή να τη χλευάζει ακόμα περισσότερο. Κι όμως ο ίδιος χρησιμοποίησε αυτή την αδυναμία της Μιτσού και τους πόνους που του άφησε η παιδική του πολιομυελίτιδα, για να την κάνει δική του σε κάποιο βρώμικο στρώμα ενός άθλιου ξενοδοχείου. Κι ύστερα την έδιωξε. Τα υπόλοιπα δε σας τα λέω, να τα διαβάσετε.

Ο συγγραφέας πολύ ανθρώπινα, πολύ σκληρά, με μια ειλικρίνεια που σε κάποια σημεία γίνεται έως και ενοχλητική, μα ταυτόχρονα και πολύ γλυκά, τρυφερά και με πολλή αγάπη, στη Μιτσού συμβολίζει το πρόσωπο του Χριστού, που όλοι οι πιστοί εγκαταλείπουν σε καθημερινή βάση, όλη τους τη ζωή.

«Η Μιτσού συνέχισε να ζει μέσα μου από τότε», είπε 35 χρόνια μετά ο Έντο, «κι αναγεννήθηκε στο τελευταίο μου βιβλίο, «Deep River».

Υπέροχος.

Αυτό το βιβλίο το αγάπησα. Το αγάπησα! Δεν έχω ιδέα αν έχει μεταφραστεί ποτέ κάτι του συγγραφέα στα ελληνικά, δεν έψαξα. Αν καταφέρω θα ήθελα τα βιβλία του και για τα ράφια μου.n157836

Το The Tie That Binds εκδόθηκε πρώτη φορά το 1984 και είναι το πρώτο βιβλίο του Κεντ Χέριφ? Χερίφ? Πάντως διάβασα πως το όνομά του δεν έχει σχέση με το Χαρούφ όπως ίσως να μοιάζει σωστό, αλλά πρέπει να κάνει ρίμα με το Sheriff, οπότε με το μυαλό μου λέω κι εγώ Χέριφ. Είναι καταπληκτικό βιβλίο.

Η τοποθεσία είναι κάπου στο Κολοράντο, σε μια φανταστική πόλη που λέγεται Holt και στην οποία ο συγγραφέας γράφει όλες τις ιστορίες του. Μου θύμισε Στάινμπεκ (τη μεγάλη μου αγάπη) στο πιο λογοτεχνικό του (κατά κάποιον τρόπο και ταυτόχρονα όχι) και η γραφή του έχει ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ που απλά σε παρασέρνει χωρίς να το καταλαβαίνεις. Η ιστορία αυτή είναι της οικογένειας Goodnough (Γκούντνο), μιας αγροτικής και αυστηρά πατριαρχικής και φτωχής οικογένειας, όταν ο Roy Goodnough φορτώνει τα υπάρχοντά του και τη γυναίκα του από την Αϊόβα στο Κολοράντο, σε ένα ταξίδι τριών εβδομάδων, για μια καινούργια ζωή έτσι όπως τουλάχιστον την παρουσιάζουν τα φυλλάδια της κυβέρνησης. Μόνο που το Κολοράντο δεν είναι …και η πιο γόνιμη γη που θα μπορούσε να βρει κανείς.

Η ιστορία βέβαια, δεν είναι ούτε για τον Roy, ούτε για τη γυναίκα του Ada που πεθαίνει πολύ νέα, εξαντλημένη από τη δύσκολη ζωή που ο άντρας της επέλεξε. Η ιστορία αυτή είναι της Edith, της κόρης, που γεννήθηκε στο αγρόκτημα και έζησε όλη της τη ζωή εκεί, χωρίς ποτέ να έχει έστω μία ευκαιρία να ξεφύγει. Και το βιβλίο αρχίζει …στο τέλος της ζωής της Edith, όταν εκείνη είναι 80 χρονών και ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ενώ ένας αστυνομικός φυλάει την πόρτα της. Κατηγορείται για φόνο. Δεν ξέρουμε ούτε ποιανού, ούτε γιατί.

Κι εκεί έρχεται ένα τρίτο πρόσωπο να μας διηγηθεί την ιστορία.

«Τα περισσότερα από όσα θα σας διηγηθώ, τα ξέρω. Τα υπόλοιπα, τα πιστεύω». (Μεταφράζω 😀 )

Ο αφηγητής είναι ο Ζάντερς Ρόσκο (Sanders Roscoe) και η Ίντιθ είναι η γειτόνισσά του, που τη γνωρίζει καλά. Το σπίτι του Ρόσκο είναι μισό μίλι μακριά από το αγρόκτημα των Γκούντνο και την ιστορία ο Ζάντερς την έμαθε από τον πατέρα του που μεγάλωσε μαζί της (και κάποτε ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά ο Roy δεν το δέχτηκε γιατί ήταν μισός Ινδιάνος).

«Αυτό που βρήκαν όταν έφτασαν εκεί – και πιστεύω πως η Ada δεν ξεπέρασε ποτέ της το σοκ – ήταν ένα κατάξερος τόπος χωρίς ούτε ένα δέντρο, που κάποτε ανήκε στους Ινδιάνους. Ήταν ένας τόπος γεμάτος άμμο, με έναν ορίζοντα που έμοιαζε να εκτείνεται στο άπειρο κι έναν καλοκαιρινό ουρανό ανελέητο, που δεν άφηνε τίποτα να φυτρώσει και να μεγαλώσει όπως έπρεπε, έναν χειμωνιάτικο ουρανό τόσο μπλε και όμορφο, μα τόσο παγωμένο, που δεν νοιαζόταν ποτέ για τις φορές που η Ada μέσα στο ξύλινο σπίτι της έπρεπε να καθαρίσει το χιόνι πάνω από τη ραπτομηχανή της».

Η αφήγηση είναι αργόσυρτη και φλύαρη, φλύαρη με τον καλό τρόπο (αν μπορώ να το πως αυτό), είναι σα να κάθεσαι με κάποιον ηλικιωμένο και να σου λέει ιστορίες από τα παλιά, με όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες τις τόσο πολύτιμες και σημαντικές, πολλές ιστορίες μπλεγμένες η μία με την άλλη, σαν ένα μεγάλο παραμύθι, στο οποίο κυριολεκτικά παρασύρεσαι, το βλέπεις, ακούς τις φωνές, νιώθεις κι εσύ μαζί με τους ήρωες.

Δεν υπάρχει τίποτα το συνταρακτικό πέρα από την αγροτική ζωή σε κείνη τη δύσκολη εποχή, είναι η ζωή μιας γυναίκας που έζησε όλη της τη ζωή περιμένοντας, με τη μία μέρα να διαδέχεται την άλλη και να περνάνε χρόνια, και η αφήγηση υπέροχη. Έχω τόσο ζωντανές εικόνες μέσα μου και τόσες φωνές, που αν ξεχαστώ θα ορκιζόμουν ότι μόλις το έβλεπα σε ταινία.

Για όσους διαβάζουν αγγλικά είναι ευκολοδιάβαστο!

Μου είναι δύσκολο να γράψω κάτι γι αυτό το βιβλίο που να είναι αντάξιό του. Ήξερα ότι θέλω να πω κάτι για να το γνωρίσουν κι άλλοι (εγώ δεν το γνώριζα, ούτε την ιστορία αυτή, ούτε τον άνθρωπο), κράτησα και κάποιες σημειώσεις καθώς το διάβαζα, όμως όσο προχωρούσα ήξερα πως ό,τι κι αν έχω σημειώσει ήταν μάλλον άχρηστο.dsc_0124_1

Δεν συνηθίζω να κάνω βασανιστικά ερωτήματα στον εαυτό μου (όπως το ποιο βιβλίο θα έσωζα από μια μεγάλη καταστροφή της βιβλιοθήκης μου, αν μπορούσα να σώσω μόνο ένα 😀 ) Όμως αν έπρεπε να κάνω μια τέτοια ερώτηση και αν έπρεπε να διαλέξω μόνο ένα, παρόλο που πολλά βιβλία αγαπώ πολύ και μου είναι σημαντικά και απαραίτητα, θα ήταν αυτό. Γιατί είναι Ιστορία.

Ένα βιβλίο που πραγματικά δεν ξέρω πώς να περιγράψω – αν και η περιγραφή του υπάρχει ήδη: Μια μαρτυρία.

Μαρτυρίες υπάρχουν πολλές. Συγκλονιστικές. Γιατί αυτό; Τι παραπάνω έχει αυτό από τα άλλα;

Δεν είναι το παραπάνω, είναι ίσως το διαφορετικό, το άλλο. Το κάτι το απίστευτο, που μόνο ένας πολύ τρελός σκηνοθέτης ίσως να σκεφτόταν για μια ταινία, ένας πολύ τρελός συγγραφέας ίσως θα έγραφε, αλλά το να είναι η απόλυτα αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου σε κάθε μία από  τις 450 σελίδες και να τον βλέπεις, να βλέπεις και τους άλλους στις φωτογραφίες του βιβλίου, ήταν ασύλληπτο.

Αυτό το βιβλίο, γεννήθηκε στις φλόγες. Αυτό, είναι ένα βιβλίο τραγωδίας κι ένα βιβλίο που ζωντανεύει το πάθος της επιβίωσης μαζί. Το πάθος της εκδίκησης, το πάθος του να συνεχίζεις παρά το θάνατο, για να εκδικηθείς με το μοναδικό τρόπο που μπορείς: Να ζήσεις αρκετά, μακριά από αυτό και για πολύ αργότερα, να ζήσεις για να διηγηθείς τα όσα έγιναν.

Όταν ο Μάρτιν Γκραίη έγραψε αυτό το βιβλίο, ήταν 61 χρονών. Τρεις φορές ο θάνατος τον χτύπησε, αφήνοντάς τον μόνο. Έχασε τη μάνα και τα αδέρφια του στους θάλαμους της Τρεμπλίνκα, είδε τον πατέρα του να σκοτώνεται μπροστά του ως επικεφαλής των εξεγερμένων του γκέτο της Βαρσοβίας. Πολλά χρόνια μετά, το 1970, χάνει τη γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά του στη μεγάλη πυρκαγιά του Ταννερόν.

Θέλησε να γράψει αυτό το βιβλίο ως φόρο τιμής αυτών που έχασε. Στο όνομα όλων των δικών του. Η αφήγησή του είναι ίσως η συγκλονιστικότερη που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει ποτέ. Είτε το θες είτε όχι, κολλάς στο πετσί αυτού του ανθρώπου που άλλαξε χίλια πρόσωπα, πέρασε το τείχος του γκέτο δέκα, είκοσι φορές τη μέρα, έγινε λαθρέμπορος, έγινε κλέφτης, έγινε φονιάς, έγινε χαμίνι και δραπέτης, κι ύστερα μετανάστης.

Ο Μάρτιν Γκραίη θέλησε να ζήσει περισσότερο από κάθε άλλον για να μπορέσει να γράψει αυτό το βιβλίο, ξέροντας πως μέχρι τελευταία στιγμή η ζωή του θα είναι ένα μαρτύριο. Γιατί εκείνος, έμεινε ζωντανός. Ενώ όλοι οι δικοί του χάθηκαν.

Αν, αν βρείτε πουθενά αυτό το βιβλίο, χωρίς καμία σκέψη βουτήξτε το.