Posts Tagged ‘Εμίλ Ζάτοπεκ’

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements
Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση