Posts Tagged ‘Κατερίνα Χαρίση’

Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Ξέρετε τι συμβαίνει με τα παιδικά βιβλία; Τα θεωρώ ένα φοβερά δύσκολο κομμάτι της λογοτεχνίας, με χιλιάδες ιστορίες να κυκλοφορούν εκεί έξω κι ελάχιστες να είναι πραγματικά καλές. Τι σημαίνει το «καλές» όταν μιλάμε για παιδικό βιβλίο; Σίγουρα όχι τα ίδια κριτήρια με τα οποία διαλέγουμε εμείς, οι ενήλικες, ένα βιβλίο. Αλλά το βιβλίο των παιδιών μας εμείς πρέπει να το διαλέξουμε, εμείς πρέπει να το ξεχωρίσουμε από το σωρό. Και είναι ένας σωρός θεόρατος. Και πώς θα το κάνουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε …ξεχάσει πώς είναι να είσαι παιδί;22098550._UY854_SS854_

Προσωπικά διαβάζω στα παιδιά μου από μωρά. Αυτό που παρατήρησα μαζί τους, ήταν ότι δυστυχώς, το …σπορ δεν τους ενδιέφερε. Αγόραζα διάφορα βιβλία, πάντα με βάση την ηλικία τους, τις προτάσεις του βιβλιοπώλη και φυσικά την τιμή. Κοιτώντας τα ως μαμά από τη μια κι από την άλλη προσπαθώντας να μπω στη θέση τους, τα έβρισκα …χαζά. Χαζά. Αυτό. Αλλά έλεγα ότι αυτοί που τα γράφουν κι αυτοί που τα εκδίδουν κι αυτοί που τα πουλάνε και αυτοί που τα προτείνουν, κάτι θα ξέρουν! Και σίγουρα, το δικό μου 30+ μυαλό δε μπορεί να καταλάβει και πολλά από τα νήπια. Μεγάλη διαφορά. Μεγάλη απόσταση τα 30 χρόνια.

Μέχρι που ένα βράδυ αγανάκτησα. Να αγαπώ τόσο τα βιβλία και το διάβασμα έλεγα μέσα μου, και τα παιδιά μου να αδιαφορούν τελείως! Τα βιβλία τα κοιτούσαν αδιάφορα, τα πετούσαν, άκουγαν πέντε λέξεις ακριβώς και μετά μουρμούριζαν στα κρεβάτια τους τα δικά τους, κι εγώ διάβαζα στον τοίχο. Και ξέρετε τι έκανα; Πήγα στη δική μου βιβλιοθήκη και πήρα το γέρο και τη θάλασσα. Το γέρο και τη θάλασσα για να το διαβάσω σε δυο νήπια! Έτσι για να τους τη σπάσω. Αφού διαβάζω που διαβάζω για τον τοίχο έλεγα, τουλάχιστον να διαβάσω κάτι που μου αρέσει.

Και ήταν η πρώτη φορά που τα πιτσιρίκια κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους ίσως, γιατί μέχρι που αποκοιμήθηκαν, αρκετές σελίδες αργότερα, δεν ακούστηκε κιχ. Σκεφτόμουν ότι αφού δεν τους αρέσουν τα βιβλία, τουλάχιστον νανουρίζονται από τη φωνή μου. Δεν περίμενα καν να θυμούνται την επόμενη ότι κάτι τους είχα διαβάσει. Κι όμως όταν έφτασε το επόμενο βράδυ, μου ζήτησαν να διαβάσουμε …τον παππού τον ψαρά.

Από τότε άλλαξε τελείως η σκέψη μου πάνω στο παιδικό βιβλίο. Εμπιστεύτηκα περισσότερο το ένστικτό μου (που από πριν φώναζε: ΧΑΖΑ!) και πήρα όλα τα «παιδικά» βιβλία μας – αυτά που τα παιδιά μου δεν τους έριχναν ούτε ματιά και τα πήγα στον παιδικό σταθμό. Μόλις τέλειωσε ο γέρος και η θάλασσα, ήταν το νησί του θησαυρού. Μετά ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, η καλύβα του μπάρμπα θωμά, η Ματίλντα, μια συλλογή από ιστορίες του Τολστόι, Χάιντι, Όλιβερ Τουίστ, Τομ Σώγιερ. Αυτά που διάβαζα κάποτε κι εγώ. Και πολλά, πολλά άλλα.

Ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία να ασχοληθώ με το παιδικό βιβλίο. Όμως σίγουρα, αυτό που κατάλαβα βλέποντας τις διαφορετικές αντιδράσεις των παιδιών μου με τα βιβλία, ήταν πως τα μισά βιβλία που γράφονται για παιδιά, δεν κάνουν για παιδιά.

Τα παιδιά είναι μικρά, δεν είναι χαζά. Και πολλοί στην Ελλάδα γράφουν βιβλία για παιδιά νομίζοντας πως είναι χαζά. Νομίζουν πως οι φτωχοί διάλογοι με το ινδιάνικο λεξιλόγιο: Θέλεις παίξουμε; Ουγκ. Όχι. Κοίτα μια μπαλίτσα! Σύννεφο βρέχει. – κι ένα ηλίθιο στόρι από πίσω, σημαίνει γράφω παιδικό βιβλίο. Αλλά γκες ουάτ: Ακόμα και τα νήπια καταλαβαίνουν την ηλιθιότητα του πράγματος και αδιαφορούν.

Ψάχνοντας καλύτερα και πιο διεξοδικά το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε – πέραν των κλασικών – κατέληξα στο ότι το καλό παιδικό βιβλίο έχει ενδιαφέρον ακόμα και για μένα. Και φτάνουμε στον …PAX. Ένα βιβλίο που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα (φυσικά!) όμως αν διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάζετε μεταφράζοντας στα παιδιά σας κι έχει υπέροχη εικονογράφηση.

0214-BKS-Rundell-facebookJumbo-v2

Ο PAX, (Παξ) είναι μια αλεπού. Ο 12χρονος Πίτερ τον έσωσε από την παγωνιά και την πείνα μέσα από τη φωλιά του, πέντε χρόνια πριν, όταν είδε την κόκκινη μπαλίτσα να τρέμει ανάμεσα στα υπόλοιπα παγωμένα νεογέννητα αδέρφια του. Παξ σημαίνει ειρήνη, όμως ο Πίτερ διάλεξε αυτό το όνομα …πιο απλά: Το αλεπουδάκι καθόταν μια μέρα πάνω στη σχολική του σάκα, και διέκρινε το PAX από το κεντημένο PAXTON, που ήταν η φίρμα της.

Ο Πίτερ δεν έχει μαμά, όμως έχει έναν αυστηρό, απόμακρο κι οξύθυμο πατέρα. Κι όταν ένας απροσδιόριστος πόλεμος πλησιάζει, ο πατέρας πρέπει να φύγει, κι ο Πίτερ πρέπει να πάει να ζήσει με τον παππού του, 300 μίλια μακριά. Χωρίς τον Παξ.

Ο μικρός Πίτερ αποφασίζει να γυρίσει πίσω μόνος του, να βρει τον Παξ και να τον πάρει μαζί του. Όμως κι ο Παξ προσπαθεί να βρει τον Πίτερ. Μέσα από μια εναλλακτική αφήγηση μικρών κεφαλαίων από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, διαβάζουμε μια μοναδική περιπέτεια αγάπης κι αφοσίωσης, χωρίς – ευτυχώς – να υπάρχουν ούτε φτωχοί κι απλοϊκοί διάλογοι, ούτε περιττές χαριτωμενιές.

Υπέροχο και συγκινητικό βιβλίο που υποψιάζομαι πως θα δούμε σύντομα και σε ταινία, ένα δείγμα πραγματικά καλού παιδικού βιβλίου.

Και κάτι τελευταίο: Επειδή εδώ στο Ελλαδιστάν πάσχουμε όχι μόνο από κακές μεταφράσεις αλλά κι από …παραλείψεις, συστηματικά αφαιρούνται τα σημειώματα του συγγραφέα από πάρα πολλά βιβλία, παιδικά και μη, και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά (ο καθένας με τη λόξα του), η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου έχει αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως όταν αποφάσισε να γράψει αυτή την ιστορία, ήταν απλώς μια ιδέα στο μυαλό της. Από τον εκδοτικό της είχε όλη τη βοήθεια και καθοδήγηση που χρειάστηκε μέχρι να το ολοκληρώσει.

Παίδες, ξέρετε τι θα πει αυτό; Θα πει ότι γράφω ένα βιβλίο δε σημαίνει απλά κάθομαι κάτω και γράφω μπίριμπίρι μέχρι να πιάσω 500 σελίδες και μετά το στέλνω και βρίσκεται στα ράφια να πουλιέται 20 ευρώ, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες και ελλείψεις απαράδεκτες.

Το καλό βιβλίο είναι κάτι …περισσότερο από αυτό. Εδώ, τι ακριβώς γίνεται;

Το τρέιλερ του βιβλίου, ΕΔΩ!

Το καφέ Ευρώπη μου άφησε γλυκόπικρα συναισθήματα και αρκετή ανακούφιση. Είναι slavenkaένα βιβλίο που σίγουρα αφορά όλους τους …Ευρωπαίους, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θα αγγίξει ή ενδιαφέρει κάποιον μη Ανατολικοευρωπαίο. Κάποιοι θα δείξουν ενδιαφέρον φαντάζομαι. Όμως δε νομίζω ότι θα νιώσουν και πολλά. Η ανακούφιση κολλάει στο ότι δε νιώθω πια ….ελέφαντας. Δύσκολο να το εξηγήσω αν δεν το διαβάσετε, όμως κατά κάποιον τρόπο είναι λυτρωτικό να ξέρεις ότι όχι, δε φταίει το χαλασμένο ντιενέι σου, ούτε η φτιαξιά σου, ούτε το αίμα σου που δεν είσαι σαν τον Γερμανό ή τον Σουηδό ή τον Φιλανδό. Απλά δεν είσαι. Γιατί είσαι Βαλκάνιος. Και δεν είσαι μόνος.

Τίτλος συμβολικός, «Καφέ Ευρώπη». Η επιθυμία μας και η ψευδαίσθηση. Το «μας» αφορά εμάς, τους Βαλκάνιους. Η επιθυμία μας είναι να γίνουμε Ευρώπη. Δυτική Ευρώπη. Να μας αγκαλιάσει η Ευρώπη, η Δυτική, η άλλη Ευρώπη, η οργανωμένη, η πλούσια, η λειτουργική, η διάφανη. Μια επιθυμία μας τόσο έντονη, που σε κάθε βαλκανική πόλη υπάρχει πια και ένα «Cafe Europa», ή μαγαζιά με …ευρωπαϊκούς τίτλους, Vienna, Little Paris. Πως κάποτε αυτό θα συμβεί. Πως συμβαίνει τώρα.

Όμως εμείς, όλοι εμείς, δε θα γίνουμε ποτέ δυτικοευρωπαίοι. Γιατί;

Θα έλεγα πως η απάντηση συνοψίζεται ολόκληρη σε μια συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της: Μια αυλή. Μια αυλή στη Στοκχόλμη, πενήντα τετραγωνικά στείρου τσιμέντου, μια απρόσωπη και άψυχη αυλή. Στην άλλη πλευρά, μια αυλή της Κροατίας. Με αγριόχορτα, ζωύφια, ένα παλιό ποδήλατο, σκόρπια εργαλεία, ίσως κι ένα καζάνι πάνω στη φωτιά. Παιδιά να τρέχουν και γέροι να κάθονται σε πλαστικές καρέκλες. Ποτέ οι δυο αυτές αυλές δε θα αλλάξουν θέση. Οι λόγοι χιλιάδες και μπορείτε να τους βρείτε μέσα στο βιβλίο και δεν έχει να κάνει με ηλίθια στερεότυπα περί ψυχρότητας ή οτιδήποτε άλλο.

Το «Καφέ Ευρώπη» δεν είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τα βαλκάνια» ή τον πόλεμο. Είναι καθαρά προσωπική τοποθέτηση, είναι η συνείδηση του απλού ανθρώπου, που δεν καταλαβαίνει ακόμα γιατί είναι τόσο κακό το να είναι κάποιος «έτσι» ή «αλλιώς», δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη λάθους εθνικότητας ή λάθους χρώματος ματιών και δεν μπορεί να πάρει κανενός το μέρος. Είναι η φωνή που ψάχνει ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο, που ψάχνει την Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ, τη μεγάλη αγκαλιά της, την ψευδαίσθησή της.

Την ψευδαίσθηση πως η Ευρώπη είναι μια μεγάλη και στοργική μάνα κι όχι διάφορα κράτη που νοιάζονται πρωτίστως για τα δικά τους συμφέροντα.

Εξάλλου, όταν έχεις επιτρέψει τον πόλεμο της Βοσνίας κι έχεις μείνει θεατής, όταν 50 χρόνια μετά το ΒΠΠ και το «Ποτέ Ξανά» έχεις επιτρέψει την εθνοκάθαρση, έχεις επιτρέψει να επανακαθοριστούν τα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τις γενοκτονίες, για ποια Ευρώπη μιλάμε και ποια δημοκρατία;

Τι είναι η Ευρώπη μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, αν όχι …μια ψευδαίσθηση;

*Μεγάλη έκπληξη να βρω βιβλίο της στα ελληνικά από τις εκδόσεις …ΟΞΥ. Μετάφραση εξαιρετική από τον Γρηγόρη Κονδύλη. Ακόμα ένα υπάρχει δικό της στα ελληνικά, εκδόσεις γράμματα νομίζω, άθλια μετάφραση από την Κουμπαρέλη, τόσο άθλια που το άφησα αδιάβαστο και το γύρισα πίσω στη βιβλιοθήκη, το συνέχισα στα αγγλικά.

Πάντα δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις αυτοβιογραφίες. Πώς να κρίνεις τη ζωή κάποιου; Με ποιο δικαίωμα; Το μόνο ίσως δικαίωμα που έχουμε είναι από την ίδια την έκθεση της ζωής του γράφοντος, αλλά ως εκεί. Μιλάμε για τη ζωή κάποιου. Η συγγραφέας είναι πια ένα όνομα γνωστό στο χώρο, τουλάχιστον στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας το τώρα της με την ιστορία του τότε της, η διαφορά είναι συγκλονιστική.

Αυτό το βιβλίο με νευρίασε ως εκεί που δεν παίρνει άλλο. Ήμουν έτοιμη να το παρατήσω The_Glass_Castle_Jeannette_Walls_hardcover_first_edition_2005γιατί δεν άντεχα άλλο να διαβάζω τις ηλιθιότητες των γονιών της. Όμως ήταν η ζωή της και θα ήταν άδικο να μην το τελειώσω. Δεν ξέρω να πω αν μου άρεσε ή όχι. Πώς να πω ότι μου άρεσε η ιστορία μιας δυστυχισμένης ζωής; Πώς όμως να μην μου αρέσει μια απίστευτη ιστορία;

Η Τζανέτ είναι το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά των Γουόλς, ενός αλκοολικού μηχανικού (; μάλλον πολυτεχνίτη τον λες) και μιας …καλλιτέχνιδας – ζωγράφου/συγγραφέως/ανάλογα την όρεξη. Η μητέρα δεν εργάζεται ποτέ, ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, ανάλογα πάντα τη διάθεση, τα παιδιά ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, σχεδόν ποτέ χωρίς να καλύπτονται οι στοιχειώδεις βασικές ανάγκες τους κι όλα αυτά από ΕΠΙΛΟΓΗ των γονιών.

Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου συνεχώς αναρωτιόμουν: Πώς είναι δυνατόν δυο άνθρωποι τόσο έξυπνοι και μορφωμένοι να είναι τόσο ανεύθυνοι, τεμπέληδες, εγωιστές, τόσο απαίσιοι γονείς; Μήπως χρειάζονταν βοήθεια; Δεν ξέρω. Ίσως. Όμως προς το τέλος η ίδια συγγραφέας απαντά σε αυτή την ερώτηση και την ίδια απάντηση διαπιστώνει και ο αναγνώστης: Αυτή τη ζωή επέλεξαν και το έκαναν με απόλυτη συνείδηση. Αυτό και τίποτε περισσότερο. Και τα εξηγεί όλα.

Πολλοί αναγνώστες σχολίασαν αρνητικά την ψυχρότητα της γραφής και ήταν κάτι που το παρατήρησα κι εγώ. Η γραφή μοιάζει στείρα, χωρίς συναίσθημα, περισσότερο με ρεπορτάζ. Όμως και γι αυτό υπάρχει εξήγηση και είναι απλή: Για να αντιμετωπίσει κανείς και να ξεπεράσει (και να καταγράψει τελικά) κάτι τόσο μεγάλο και κακό όπως η παιδική ηλικία αυτής της γυναίκας, πρέπει να αποστασιοποιηθεί. Η συγγραφέας δεν κατακρίνει. Απλώς γράφει το τι έχει συμβεί. Παρά την έλλειψη λογοτεχνικότητας (και αλήθεια, μάλλον δε θα του ταίριαζε) το βρήκα απίστευτα γενναίο από μέρους της.

Και παραδόξως δεν κατάφερα να μισήσω ή να αντιπαθήσω τους γονείς της, παρά τα όσα έκαναν – και πολλές φορές ήθελα να ουρλιάξω. Η ειλικρίνεια στη γενικότερη στάση τους ήταν αφοπλιστική. Διαφωνώντας κάθετα με τις επιλογές τους, δεν μπόρεσα να μη σεβαστώ τη βαθύτατη πίστη τους σε αυτές. Και τελικά ακόμα κι αυτό χρειάζεται φοβερό κουράγιο.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για ένα βιβλίο που θα μας απασχολεί για πολύ (φυσικά και δεν ήρθε ακόμα στην Ελλάδα, αγνοώ αν θα έρθει), και σύντομα θα το δούμε και σε ταινία. Από το τρέιλερ που είδα, αν και υπόσχεται μια υπέροχη ταινία, νομίζω ότι λιγάκι ρομαντικοποιήθηκε στη μεταφορά του. Δεν μπορώ όμως ακόμα να απαντήσω αν τελικά αυτό θα κάνει καλό στη συγγραφέα ή όχι. Πάντως αναμένω με αγωνία.

Για τα records, το βιβλίο παρέμεινε 261 (!!) εβδομάδες στη λίστα των μπεστ σέλλερς του New York Times. Πούλησε σχεδόν 3 εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες (εκτός από τα ελληνικά!).

Δείτε και το τρέιλερ, λέει πολλά!

Κατερίνα Χαρίση

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.