Posts Tagged ‘Κατερίνα Χαρίση’

Πραγματικά απορώ που ενώ κυκλοφορούν άπειρες μπούρδες για τις οποίες remote.jpgγράφονται θρασύτατα ύμνοι που δεν τους αξίζουν, ελάχιστες λέξεις βρήκα γραμμένες γι αυτό το εξαιρετικό νουάρ. Όσο το διάβαζα, δεν έφευγε από το μυαλό μου η καταπληκτική ταινία Έτερος Εγώ.

Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τις ελάχιστες ενστάσεις μου – μια μικρή κοιλίτσα κάπου στις 100 σελίδες, μια Αθήνα του 2010 καταπώς φάνηκε χωρίς ίντερνετ (δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, η απουσία του ήταν αισθητή), ήταν ένα πραγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αθήνας, για την Αθήνα, ό,τι πιο ελληνικό. Το λογοτεχνικό παιχνίδι με τη Φραγκογιαννού και τον Ρασκόλνικοφ στην πλοκή ήταν έκπληξη, το δέσιμο αυτών των δυο με την πόλη της Αθήνας και τους ανθρώπους της πολύ πολύ όμορφο.

Ο καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Παύλος Μαρίνος κηδεύει τον παλιό μέντορά του, προσθέτοντας άλλο ένα αγαπημένο φάντασμα στη συντροφιά των σκιών που τον ακολουθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον πανικό της μοναξιάς είναι η δουλειά του, είναι οι λέξεις.

Ταυτόχρονα, η αστυνόμος Αλεξάνδρα Χατζή βρίσκεται σε αδιέξοδο· συλλέγει πτώματα ανήλικων κοριτσιών που κάποιος τα σκοτώνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια θανάσιμη χειρονομία όμοια με αντιγραφή από λογοτεχνικό έργο· ένα συγκεκριμένο, εμβληματικό λογοτεχνικό έργο.

Ο καθηγητής και η αστυνόμος, με έναν παράδοξο δεσμό θανάτου να τους ενώνει, θα συνεργαστούν και θα αναζητήσουν στα αποσπάσματα, στα σχεδιάσματα, στα σκόρπια χαρτιά των συγγραφέων και των ποιητών την έξοδο από το δίχως τέρμα σκοτάδι της πόλης.

Αυτό το φθινόπωρο της ατέλειωτης κρίσης, η Αθήνα γίνεται κήπος μαραμένων κοριτσιών και, στον ίσκιο τους, η εξιχνίαση εγκλημάτων ταυτίζεται με την πιο επίμονη μελέτη του θανάτου που, καμιά φορά, είναι όλη κι όλη η ανθρώπινη ζωή.

Κινηματογραφική ροή, ωραίο δέσιμο μεταξύ της αστυνόμου και του καθηγητή, δεν ξέρεις τελικά ποιος ήταν το sidekick του άλλου αλλά δεν έχει και σημασία, ειλικρινά εντυπωσιάστηκα.

Δεν μπορεί ρε παίδες να είμαι εξωγήινος, μάλλον ο συγγραφέας δεν χαριεντίζεται με φανμπόις εντ γκερλς, αδιαφορεί για τις ιδιοφυίες της ελληνικής λογοτεχνικής μπλογκόσφαιρας και τους διαχειριστές μεγίστων φεισμπουκικών ομάδων πειραιώς και νήσων, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν είναι δημοφιλής αρκετά για να τον διαβάσουν ορισμένοι, γι αυτό στο φτύσιμο; (άφήστε, δε θέλω απάντηση, ρητορικό το ερώτημα).

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Αυτό το βιβλίο άργησα αρκετά για να το τελειώσω. Ο λόγος ήταν ότι δεν πρόκειται downloadgggγια κάποιο αφηγηματικό αριστούργημα (όπως του ΜακΝτούγκαλ ο οποίος ΚΕΝΤΑΕΙ), αλλά περισσότερο ένα βιβλίο προσωπικής εμβάθυνσης που διαβάζεται αργά και απλά, με μεγάλα διαλείμματα αφομοίωσης – όχι, δεν είναι καθόλου βαρύ, δύσκολο ή βαρετό. Όμως ακόμα κι αν δεν είσαι δρομέας βρίσκεις σχεδόν παντού τον εαυτό σου μέσα στις σελίδες του, αναζητώντας τα δικά σου γιατί.

Ο Σκοτ Τζούρεκ από μικρό παιδί βασανίζεται με τα γιατί του. Γιατί η μητέρα του να είναι τόσο σοβαρά άρρωστη και να πρέπει να τη βλέπει να αργοπεθαίνει, γιατί ο πατέρας του να είναι τόσο αυστηρός, απόμακρος και κρύος, γιατί να μην τον έχει δει ποτέ του να τρέχει, γιατί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για υψηλή πίεση από τα 15 του, γιατί να είναι τόσο αργός παρά τις καθημερινές, σκληρές προπονήσεις του, γιατί μερικά πράγματα πρέπει απλά να τα κάνεις χωρίς γιατί;

Όμως στην πορεία του άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει κάποιες απαντήσεις. Όχι ολοκληρωμένες και όχι πάντα. Κάποιες απαντήσεις έρχονταν αποσπασματικά, σαν κομμάτια παζλ, σα μέρη από γρίφους. Κάποιες άλλες απαντήσεις πήραν πολλά χρόνια να φανερωθούν ολοκληρωτικά.

Το πάθος του για να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος μέσα από όλα αυτά που τον εκφράζουν, τον οδηγούν κάθε φορά λιγάκι πιο μακριά. Η αφοσίωσή του στους στόχους του, η βαθιά πίστη στη δύναμη του σώματος να προσαρμόζεται, να αυτοθεραπεύεται, η συστηματική μελέτη της αξίας της διατροφής, είναι επιγραμματικά τα κύρια θέματα του βιβλίου.

Συνοδοιπόρος πάντα σε αυτό το μεγάλο ταξίδι του Τζούρεκ είναι ο «λαγός» του (κάτι αντίστοιχο με τα μουλάρια που αναφέρει ο ΜακΝτούγκαλ στο δικό του βιβλίο) και κολλητός του φίλος Ντάστι (θεούλης), τον οποίο νομίζω πως θα ακούω καθημερινά από δω και πέρα να φωνάζει: «Θέλεις επιτέλους να γίνεις κάποιος, Τζουτζούρεκ;; Κουνήσου, γαμώτο. Δεν πρόκειται να τερματίσεις ξαπλωμένος κατάχαμα.»

Οι συνταγές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες – αν και όπως τονίζει και ο ίδιος, η πραγματικά καλή διατροφή κοστίζει και μάλιστα ΠΟΛΥ, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις πραγματοποιήσει. Όμως με λίγο διάβασμα σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να δοκιμάσει μερικές από αυτές με μικρές παραλλαγές. Ανάλογα το πόσο θέλει να πειραματιστεί και τι να πετύχει.

Επίσης υπάρχουν αρκετές προτάσεις για βιβλία – και κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα, που σίγουρα θα ψάξω.

Προσωπικά πάντως βρήκα απαντήσεις και σε δικά μου γιατί – κι ένα από αυτά ήταν το γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Τζούρεκ που μόλις έχει τερματίσει 160 βασανιστικά χιλιόμετρα, να θέλει να κατασκηνώσει στον τερματισμό και να χαιρετίσει όλους τους δρομείς αντί να εξαφανιστεί για να ξεκουραστεί:

«Για να βρίσκεσαι στην εκκίνηση ενός αγώνα 160 χιλιομέτρων έχεις υποστεί στερήσεις. Όλοι μας βρήκαμε τη δύναμη να πετύχουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό μπορεί να είναι το να τρέξεις 1600 μέτρα, 10 χιλιόμετρα, ή …160. Μπορεί να είναι αλλαγή καριέρας, να χάσεις 2μιση κιλά, ή να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς.

Κανείς στους αγώνες (ακόμα κι εγώ) δεν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Πολλοί άνθρωποι δεν προσπαθούν ποτέ στη ζωή τους, πολλοί δεν κάνουν κάτι σημαντικό. Όμως όσοι βρίσκονται στην εκκίνηση, έχουν κάνει και τα δυο.

Με το να μένω στον τερματισμό και να τους χαιρετίζω, είναι φόρος τιμής στον πόνο και την αμφιβολία, την κόπωση και την απόγνωση που όλοι τους έχουν υπερνικήσει. Με το να μένω εκεί, αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν επιστρατεύσει και τους συγχαίρω που εστίασαν σε έναν τόσο μεγάλο στόχο και τον πέτυχαν.
Ανταποδίδω στο άθλημα που μου προσέφερε λόγο ύπαρξης.»

Ακόμα και το να βρεις τη δύναμη να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς θέλει προσπάθεια …όταν το εννοείς πραγματικά. Τα λόγια βγαίνουν πολύ πιο εύκολα από μέσα μας όταν δεν τα εννοούμε στ’ αλήθεια.
Το να παλεύεις να χάσεις μόλις 2μιση κιλά, είναι κι αυτό μια σημαντική προσπάθεια! Καμιά φορά το λιγοστό περιττό βάρος είναι και το πιο πεισματάρικο.

Να τρέξεις. Ας είναι 1600 μέτρα. Ας είναι και λιγότερο. Βγήκες κι έκανες το βήμα.

Να αλλάξεις δουλειά, στην αβεβαιότητα της κρίσης. Κάτι που για πολλούς μοιάζει με ρουλέτα.

Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα και δεν προσπαθούν. Όμως το να προσπαθείς και να είσαι μεγάλος δε σημαίνει μόνο ολυμπιακές επιδόσεις και κόντρα πτυχία στους τοίχους. Δε σημαίνει απαραίτητα να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.

Αρκεί που αλλάζεις τον δικό σου μικρόκοσμο προσπαθώντας να τον κάνεις καλύτερο, αρκεί που κάποιος βλέπει εσένα και παίρνει κουράγιο να συνεχίσει να προσπαθεί τον δικό του αγώνα.

Καμιά φορά οι αγώνες μας φαίνονται μάταιοι. Κι εκεί χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ο Τζούρεκ με αυτά τα τόσο απλά και αφοπλιστικά ειλικρινή λόγια, μας λέει όσα λένε χιλιάδες ειδικών και μη ανά τον κόσμο, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ροκάδες και αθεράπευτα ρομαντικοί: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αγάπη και επιβεβαίωση.

Και αυτά τα δύο μαγικά συστατικά μπορούν να κάνουν θαύματα στους ανθρώπους.

Χαίρομαι πολύ που γνώρισα λίγο καλύτερα έναν όχι απλώς σπουδαίο υπεραθλητή, αλλά κι έναν σπουδαίο άνθρωπο που σίγουρα έχει διδάξει πολλά σε πολλούς ανθρώπους.

Κατερίνα Χαρίση

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση

Νομίζω πως την τελευταία φορά που διάβασα ελαφρολαϊκό – romance – ροζ – shareγυναικείο, ήταν στα 18-20. Ίσως κι ένα – δυο χρόνια μετά. Μετά… δεν ξέρω ακριβώς γιατί σταμάτησα, κι όχι δε θα σας πω ότι εξελίχτηκα αναγνωστικά – μπλα, μπλα, μπλα – ωρίμασαν οι λογοτεχνικοί μου κάλυκες και τέτοια. Κι αυτό έγινε – αλίμονο αν διαβάζεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο επί Χ χρόνια και δεν έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να απολαύσει και κάτι λίγο διαφορετικό, λίγο απαιτητικό, λίγο πιο πάνω από αυτά που διάβαζες ως τώρα – όμως ο λόγος που ξέφυγα από αυτά δεν ήταν αυτός.

Νομίζω ότι κάποια στιγμή απλά η πραγματικότητα με προσγείωσε – λιγάκι απότομα όπως γίνεται συνήθως με τις προσγειώσεις των εικοσάρηδων και κάπου ότι κατάλαβα ότι ο καραπαίδαρος ζάπλουτος κληρονόμος του μουλτιμπιλιονέρ Τάδε δεν μπορεί να είναι και πανέξυπνος και ρομαντικός και καλλιεργημένος και να με γουστάρει. Και βασικά δεν υπάρχει.  Λολ. Θα μου πείτε τώρα εκεί κολλάς; Κολλάω κι εκεί. Ίσως ένας λόγος που τα άρλεκιν πουλήσαν τόσο πολύ τις περασμένες δεκαετίες- και ακόμα τον αχνίζουν τον κουραμπιέ, να είναι το εξωτικό κι απόμακρο (για μας) στο οποίο πολύ πιο εύκολα πιστεύουμε γιατί μας είναι άγνωστο. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν οι γελαδάρηδες του Τέξας εκτός από το να είναι κορμάρες και να καβαλάνε ταύρους. Προφανώς δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι.

Και παρένθεση εδώ: Δε θα ξεχάσω ποτέ το απόλυτο γείωμα που έφαγα από πολύ καλό φίλο Φιλανδό, όταν σε μια συζήτηση για τους Βίκινγκς (θυμάστε ένα παραλήρημα που είχαν φάει τα θηλυκά του πλανήτη με τους Βίκινγκς κάποτε) μου είπε ότι οι παίδαροι Βίκινγκς είναι η μία, η φτιαχτή πλευρά. Οι άντρες αυτοί περνούσαν μήνες ολόκληρους χωρίς να πλυθούν, ήταν γεμάτοι ψείρες και σκουλήκια στα μαλλιά, και τα μισά τους δόντια έλειπαν. Ξενέρωσα αμέσως. Όμως είναι λογικό να ίσχυε αυτό, δεν είναι;deal-9786188012882

Αναγκαστικά λοιπόν πιστεύουμε σε αυτό που μας πασάρουν, όταν αγνοούμε την πραγματικότητα.

Για τα δικά μας δεδομένα τώρα, ζω στην Ελλάδα και μπορεί να μην έχω παρτίδες με τους κύκλους της καλής κοινωνίας αλλά η δηθενιά και η ηλιθιότητα δεν κρύβονται, ούτε κι από μακριά (κι ούτε είναι προσόν μόνο της καλής κοινωνίας, να τα λέμε κι αυτά). Μια αγγλίδα/γερμανίδα/ολλανδέζα πχ μπορεί να μαγευτεί από τον νεαρό με κορμί αρχαιοέλληνα κούκλο κληρονόμο του εφοπλιστή που διαβάζει Μπουκόφσκι και ακούει Νίνα Σιμόν. Η ελληνίδα μάλλον όχι. Του γκουντ του μπι τρου μπέιμπε.

Ο άλλος λόγος, ή δεύτερη προσγείωση στην πραγματικότητα, ήταν η ίδια η ζωή. Τέλος. Κι εκεί κάπου έλαβε τέλος η σχέση μου με το ρομάντζο. Κάπου ανέβασα τα μανίκια και είπα εντάξει, ξυπνήσαμε τώρα, σήκω να πάρεις δυο λεωφορεία να πας για δωδεκάωρη βάρδια και να πληρωθείς για παρτάιμ. Στα σουβλατζίδικα στη μια άκρη της πόλης ο καραπαίδαρος υιός εφοπλιστού δε θα εμφανιστεί ποτέ, τζάμπα λιώνει η μάσκαρα πάνω από το γκριλ.

Παρόλα αυτά, δεν αφορίζω το είδος, ίσα ίσα που το θεωρώ απαραίτητο στο ρεπερτόριο των βιβλίων. Στην εποχή μας δε θα υπάρξει άλλη Λολίτα ή Μεγάλη Χίμαιρα ή Μέγας Ανατολικός ή Τροπικός του Καρκίνου ή συμπληρώστε όποιο ερωτικό λογοτέχνημα σας έρχεται στο μυαλό. Μάλλον όχι. Αλλά ούτε αυτό πειράζει. Δεν πειράζει η γλώσσα που είναι πιο απλή, πιο …στεγνή, πιο σημερινή. Το θέμα είναι το πώς τη χρησιμοποιείς.FSG_31_5_Promo_BW_3F.indd

Αυτό που στερούνται το 95% των σημερινών βιβλίων romance είναι όχι η φαντασία ή το λεξιλόγιο, αλλά η …ευφυία.

Παρατηρώ ότι οι συγγραφείς δίνουν σημασία στα έργα τους μόνο στις ερωτικές σκηνές – οι οποίες φροντίζουν να περιέχουν όλες τις διαδικασίες με όλες τις λεπτομέρειες και τα σχετικά, όμως στο υπόλοιπο βιβλίο βλέπεις μια αγωνιώδη προσπάθεια να γεμίσουν οι 200-300 σελίδες με μαλακίες, έτσι για να στέκει ένα στόρι και να μην πει κανείς ότι διαβάζουμε μια τσόντα. Περί τσόντας πρόκειται, αλλά οι γυναίκες λειτουργούμε διαφορετικά και μας αρέσουν πολύ τα περιτυλίγματα, πολύ περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο (συνήθως).

Ενώ οι άντρες καλώς ή κακώς είναι πιο άμεσοι και κατά κάποιον τρόπο αφιλτράριστοι ερωτικά, οι γυναίκες (καλώς ή κακώς) λειτουργούν κάπως πιο περίπλοκα.

Έχετε δει στο διαδίκτυο ένα σκιτσάκι που δείχνει τη διαδρομή ενός ζευγαριού στο εμπορικό κέντρο για να αγοράσουν παπούτσια ή κάτι τέτοιο; Η διαδρομή του άντρα είναι μια ευθεία γραμμή. Θέλει αυτό και πάει να το πάρει, τέλος. Η γυναίκα πρέπει να περάσει από όοολες τις βιτρίνες πρώτα. Λοιπόν, είναι μια πολύ πετυχημένη απλοποίηση του πώς λειτουργεί (καλώς ή κακώς πάλι) ο γυναικείος εγκέφαλος. (πιστέψτε με, όλες οι γυναίκες τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους έχουν ευχηθεί το μυαλό τους να ήταν …αρσενικό).

Για τον άντρα μια γυμνή φωτογραφία ή ένα καρέ σεξουαλικής πράξης σε εξέλιξη μπορεί να είναι παραπάνω από αρκετό για να πυροδοτήσει (μα πώς τα λέω) την ερωτική επιθυμία. Για τις γυναίκες όμως, όλα αυτά είναι αποτελέσματα ή αλλιώς επακόλουθα μιας πολύ μεγάλης διαδικασίας που έχει προηγηθεί, κυρίως μέσα στο κεφάλι της. (κουφάλα φύση).

Αν συμφωνούμε ως εδώ, διαβάστε και παρακάτω. Αλλιώς κάντε κλικ στο Χ και ξαποστείλτε με να πάω στο διάολο.

more_ribbons_compiled

Βλέπουμε λοιπόν πως στην πλειοψηφία τους – και λέω πλειοψηφία παρόλο που ποτέ δεν έχω δει κάτι το οποίο να ανήκει στη μειοψηφία αλλά προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη – τα ερωτικά/γυναικεία/ροζ βιβλία καταφεύγουν στην προστυχιά και τη χυδαιότητα για να στηρίξουν το ερωτικό/σεξουαλικό στοιχείο, στερημένα από ευφυία, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των αναγνωστών τους.

Γιατί πρέπει αυτά τα βιβλία να τα απολαμβάνουν μόνο οι 20ρηδες αυτού του κόσμου, που επί το πλείστον είναι άπειροι αναγνωστικά; (και ερωτικά). Τι γίνεται με αυτή την τεράστια μερίδα αναγνωστών άνω των 30 ή 35 ή 40 που μπορεί να γουστάρουν να διαβάσουν τη ρομαντζάδα τους και να απολαύσουν ένα ερωτικό αναγνωστικό παιχνίδι, και που όμως έχουν διαβάσει και 200-300-500 βιβλία στη ζωή τους και είναι λιγάκι πιο απαιτητικοί;

Ο ερωτισμός μπορεί να κρύβεται σε ένα άρωμα, η ερωτική διάθεση μπορεί να ξυπνήσει μόνο με μια κίνηση του κεφαλιού, με ένα βλέμμα, η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί με ένα άγγιγμα μακριά από τα βυζιά ή τον κώλο κάποιου. Η χυδαιότητα δεν είναι ερωτισμός. Μια λεπτομερέστατη περιγραφή μιας ερωτικής πράξης δεν σημαίνει ότι κάλυψες τις απαιτήσεις του είδους που προσπαθείς να γράψεις.

(Ακούτε Ελ Τζέιμς και λοιπές αυτού του πλανήτη;)

Η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η λάθος χρήση της, η πολύ επιφανειακή χρήση της, καταλήγοντας στη συγγραφή βιβλίων εντελώς κενού περιεχομένου, στερημένα εγκεφαλικής δραστηριότητας, καταφεύγοντας είτε στη χυδαιότητα και τη φθηνή λύση των σεξουαλικών διαστροφών και ερωτικών βοηθημάτων, είτε στη συνεχή χρήση καρακλισεδιαρισμένων φράσεων (δάγκωσε το κάτω χείλος της , εσωτερικές φωνές, έλεος κάπου) και καταστάσεων (τώρα τελευταία, το ανυπάκουο, προβληματικό αρσενικό κουτάβι που πρέπει η κορασίδα να θεραπεύσει από τα τραύματά του πουλάει πολύ) και που το πιο απαιτητικό (ή έξυπνο;) αναγνωστικό κοινό δεν μπορούν να καλύψουν.

Κατερίνα Χαρίση