Posts Tagged ‘Κατερίνα Χαρίση’

«Mια σαρωτική ιστορία του πολιτισμού από την καταγωγή των ειδών μέχρι τους υπερανθρώπους, γεμάτη απροσδόκητα δεδομένα, αιρετικές σκέψεις, παράξενες θεωρίες και συγκλονιστικές αφηγήσεις.

Εκατό χιλιάδες χρόνια πριν τουλάχιστον έξι «ανθρώπινα» είδη κατοικούσαν στη γη. Σήμερα υπάρχει μόνο ένα. Ο Homo Sapiens, δηλαδή εμείς. Πώς τα κατάφερε το είδος μας στη μάχη για την κυριαρχία; Πώς βρέθηκαν οι τροφοσυλλέκτες πρόγονοί μας να στήνουν πόλεις και βασίλεια; Πώς φτάσαμε να πιστεύουμε σε θεούς, σε έθνη και σε ανθρώπινα δικαιώματα; Να εμπιστευόμαστε χρήματα, νόμους και βιβλία; Να υποδουλωνόμαστε σε γραφειοκρατίες, χρονοδιαγράμματα και καταναλωτικά μοντέλα; Και πώς θα είναι ο κόσμος μας στις χιλιετίες που θα έρθουν;

Αν και α) δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για την αξιοπιστία των όσων γράφει ο συγγραφέας 9789602216651και,
β) δεν το λες και ιδιαίτερα προχώ – με την έννοια του ότι δε χρειάζεται να έχεις διαβάσει και άλλα πέντε-δέκα του είδους για να κατανοήσεις το συγκεκριμένο και,
γ) δεν μπορώ να πω ότι έχω πάραυτα ιδιαίτερες γνώσεις πάνω στα όσα αναφέρονται, μόνο σκόρπια πραγματάκια εδώ κι εκεί (ναι, πρέπει να δουλέψω, το ξέρω)

αν θα μπορούσα με ένα απλό (ή απλοϊκό) παράδειγμα να εξηγήσω το πώς νιώθω απέναντι σε τούτο το βιβλίο, θα έλεγα σαν ένα τετράχρονο μπροστά σε έναν ευχάριστο και χαμογελαστό τύπο με ένα τεράστιο παγωτό χωνάκι. Που δεν τον ξέρω. Και μου λέει, εδώ έτσι όπως στέκεται μπροστά μου, στην έξω πλευρά της παιδικής χαράς, στην άλλη άκρη, εκεί που δε με βλέπει η μαμά μου, ότι αυτό το τεράστιο παγωτό χωνάκι είναι όλο δικό μου και το στέλνει ο μπαμπάς από τη δουλειά. Αρκεί να πάω μέχρι το αυτοκίνητο μαζί του για να μου το δώσει μαζί με μερικές χαρτοπετσέτες.

«Ο καθηγητής Γιουβάλ Νώε Χαράρι διατρέχει όλη την ανθρώπινη ιστορία, από τους πρώτους ανθρώπους που περπάτησαν στη γη μέχρι τις ριζοσπαστικές -και ενίοτε καταστροφικές- καινοτομίες της Γνωστικής, της Αγροτικής και της Επιστημονικής Επανάστασης. Αντλώντας από ένα τεράστιο φάσμα επιστημών (βιολογία και γενετική, παλαιοντολογία και ιστορία, ανθρωπολογία, κοινωνιολογία και οικονομικά), προσφέρει πρωτότυπες, αναπάντεχες και συχνά διασκεδαστικές απαντήσεις στα πιο κρίσιμα ερωτήματα: Γιατί μπόρεσαν οι άνθρωποι να συγκεντρωθούν σε εκπληκτικά μεγάλους πληθυσμούς, ενώ οι άλλες ομάδες πρωτευόντων δεν ξεπερνούν τα εκατόν πενήντα άτομα;

Επειδή, λέει, το ταλέντο μας στο κουτσομπολιό μάς επιτρέπει να συγκροτούμε δίκτυα σε κοινωνίες που θα ήταν υπερβολικά μεγάλες για προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε όλα τα μέλη τους, ενώ οι «φαντασιακές πραγματικότητες» που διαμορφώνουμε και αποδεχόμαστε -όπως το χρήμα, η εκκλησία, οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης- μας κρατάνε σε τάξη. Ποιος καλλιέργησε ποιον, ο άνθρωπος ή το σιτάρι; Το σιτάρι…

Μολονότι οι έννοιες είναι ασυνήθιστες και περίπλοκες, η επιδέξια πρόζα και το πικρό, ανατρεπτικό χιούμορ του Χαράρι τα βγάζουν πέρα με ένα υλικό που μπορεί να προσφερόταν για ακαδημαϊκή πλήξη. Άλλωστε το βιβλίο επανέρχεται συχνά σ’ ένα άλλο ερώτημα: Όλη αυτή η πρόοδος κάνει άραγε τη ζωή μας πιο εύκολη κι εμάς πιο ευτυχισμένους; Η απάντηση μπορεί να σας απογοητεύσει.»

Μεγάλος ο πειρασμός (το χωνάκι), αλλά παρά τον μόλις τετράχρονο εγκέφαλό μου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης (που δεν κατανοώ μεν, αλλά αν επιστρέψω κάποτε ζωντανή από την απαγωγή του εαυτού μου που κοντεύω να επιτρέψω- τις σφαλιάρες που θα φάω από τη μάνα μου τις κατανοώ μια χαρά) με κάνει να κρατάω αρκετή απόσταση από το χωνάκι και τον τύπο που το κρατάει, ώσπου τελικά του γυρίζω την πλάτη και ρισκάρω το «όχι, δε θα φας άλλο παγωτό σήμερα» από τη μαμά μου. Που τη μισώ ενίοτε, ειδικά όταν δε μου δίνει δεύτερο παγωτό,

…αλλά την ξέρω. Και είναι δική μου. Και τέλος πάντων ξέρω ότι την επόμενη θα μου πάρει παγωτό χωνάκι, σίγουρα πράγματα.

(Σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι εννοώ με τα παραπάνω: θα ήθελα να τα πιστέψω τα όσα λέει και δεν έχω αποδείξεις χειροπιαστές ότι λέει ψέματα, όμως κάτι μου λέει ότι λέει ψέματα ή έστω δε λέει ακριβώς την αλήθεια.)

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Η συγγραφέας με ειδική άδεια παρακολούθησε την πρώτη δίκη βασανιστών στην Αθήνα 40667854μετά την πτώση της δικτατορίας. Σκοπός της ως νέα επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ να μελετήσει το φαινόμενο του σαδισμού. Κατά τη διάρκεια της δίκης και κρατώντας μανιωδώς σημειώσεις μιας και η μαγνητοφώνηση απαγορευόταν στην αίθουσα, εμφανώς σαστισμένη, ακούει τους κατηγορούμενους να δηλώνουν άμεσα ή έμμεσα πως τους είχαν μετατρέψει σε βασανιστές.

Σιγά σιγά αποκαλύπτεται μια συγκλονιστική ιστορία: Το πέρασμα αυτών των ανθρώπων από το στρατό στα κέντρα εκπαίδευσης της ΕΣΑ και ως την κατάληξή τους στους θαλάμους των βασανιστηρίων.
Σταδιακά έγινε φανερό ότι αυτό που περιέγραφαν δεν ήταν χαρακτηριστικά σαδιστικών προσωπικοτήτων, αλλά ένα προσεκτικά σχεδιασμένο σύστημα εκπαίδευσης με – όπως διαπιστώθηκε αργότερα στην έρευνα – παγκόσμια εφαρμογή σε ανάλογα καθεστώτα.

Οι κρατικοί βασανιστές λοιπόν ΔΕΝ ήταν άνθρωποι με σαφή προδιάθεση που αναζητούσαν την ευχαρίστηση βασανίζοντας άλλους ανθρώπους, αλλά συνηθισμένοι άνθρωποι που είχαν εκπαιδευτεί προσεκτικά (και βάναυσα) για αυτό το σκοπό, υπακούοντας τυφλά και ολοκληρωτικά σε μια εξουσία βίας.

Αυτή την εργασία η συγγραφέας παρουσίασε αργότερα μέσα σε απόλυτη, αμήχανη σιωπή σε μια επιστημονική συνάντηση, επιζητώντας την ανατροφοδότηση από άλλους επιστήμονες γι αυτή τη διαπίστωση.

Ένας από τους παρόντες καθηγητές Ιατρικής του πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης πρότεινε με βάση το υλικό αυτό και την παραπάνω ιδέα/διαπίστωση, τη δημιουργία ενός δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Το ντοκιμαντέρ αυτό με τίτλο «Ο γιος του γείτονά σου» ολοκληρώθηκε ένα χρόνο μετά και μπορεί να παρακολουθήσει οποιοσδήποτε στο youtube με ελληνικούς υπότιτλους.

Μια πραγματικά σπουδαία, εκτενής κι ανεκτίμητης αξίας μελέτη για την ελληνική βιβλιογραφία, βασισμένη σε μια πραγματικότητα τόσο πρόσφατη και τόσο ακόμα ταμπού.

Βασανιστής μπορεί να γίνει ο οποιοσδήποτε και τα γονίδια δεν παίζουν ρόλο. Δεν υπάρχει εκ γενετής προδιάθεση ή κάποια ανωμαλία ή ψυχική ασθένεια, παρά μόνο προσεκτική εκπαίδευση, κοινή σε όλο τον κόσμο (όσο παρανοϊκό κι αν ακούγεται, πραγματικά πιστεύεται ότι υπάρχουν ανάλογα manual).

Εδώ όμως στο παρόν βιβλίο έχουμε να κάνουμε καθαρά με την ελληνική πλευρά του νομίσματος, η οποία περιλαμβάνει από τον ακραίο εθνικισμό της προπαγάνδας που στηρίχτηκε ξεκάθαρα στην ελληνορθόδοξη θρησκεία και το αστυνομοκρατούμενο κράτος, ως τη μακρόχρονη διατήρηση πολύ συγκεκριμένων και προσεκτικά μελετημένων παραγόντων πάνω στις αξίες και τη δομή της κοινωνίας, ώστε να «καταφέρει» ο συνηθισμένος άνθρωπος να προβεί σε ακραίες πράξης ωμής βίας απέναντι σε συνάνθρωπό του, ακόμα και γνωστό ή συγγενή.

Τρομακτικό και συγκλονιστικό. Αν κάποιος ενδιαφέρεται λίγο παραπάνω για την ψυχολογία, μπορεί και να επιστρέψει στις σελίδες του ξανά και ξανά. Αρκεί να αντέχει να διαβάσει (ξανά) τις περιγραφές των συνεντευξιαζόμενων.

Κατερίνα Χαρίση

Πραγματικά απορώ που ενώ κυκλοφορούν άπειρες μπούρδες για τις οποίες remote.jpgγράφονται θρασύτατα ύμνοι που δεν τους αξίζουν, ελάχιστες λέξεις βρήκα γραμμένες γι αυτό το εξαιρετικό νουάρ. Όσο το διάβαζα, δεν έφευγε από το μυαλό μου η καταπληκτική ταινία Έτερος Εγώ.

Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τις ελάχιστες ενστάσεις μου – μια μικρή κοιλίτσα κάπου στις 100 σελίδες, μια Αθήνα του 2010 καταπώς φάνηκε χωρίς ίντερνετ (δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, η απουσία του ήταν αισθητή), ήταν ένα πραγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αθήνας, για την Αθήνα, ό,τι πιο ελληνικό. Το λογοτεχνικό παιχνίδι με τη Φραγκογιαννού και τον Ρασκόλνικοφ στην πλοκή ήταν έκπληξη, το δέσιμο αυτών των δυο με την πόλη της Αθήνας και τους ανθρώπους της πολύ πολύ όμορφο.

Ο καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Παύλος Μαρίνος κηδεύει τον παλιό μέντορά του, προσθέτοντας άλλο ένα αγαπημένο φάντασμα στη συντροφιά των σκιών που τον ακολουθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον πανικό της μοναξιάς είναι η δουλειά του, είναι οι λέξεις.

Ταυτόχρονα, η αστυνόμος Αλεξάνδρα Χατζή βρίσκεται σε αδιέξοδο· συλλέγει πτώματα ανήλικων κοριτσιών που κάποιος τα σκοτώνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια θανάσιμη χειρονομία όμοια με αντιγραφή από λογοτεχνικό έργο· ένα συγκεκριμένο, εμβληματικό λογοτεχνικό έργο.

Ο καθηγητής και η αστυνόμος, με έναν παράδοξο δεσμό θανάτου να τους ενώνει, θα συνεργαστούν και θα αναζητήσουν στα αποσπάσματα, στα σχεδιάσματα, στα σκόρπια χαρτιά των συγγραφέων και των ποιητών την έξοδο από το δίχως τέρμα σκοτάδι της πόλης.

Αυτό το φθινόπωρο της ατέλειωτης κρίσης, η Αθήνα γίνεται κήπος μαραμένων κοριτσιών και, στον ίσκιο τους, η εξιχνίαση εγκλημάτων ταυτίζεται με την πιο επίμονη μελέτη του θανάτου που, καμιά φορά, είναι όλη κι όλη η ανθρώπινη ζωή.

Κινηματογραφική ροή, ωραίο δέσιμο μεταξύ της αστυνόμου και του καθηγητή, δεν ξέρεις τελικά ποιος ήταν το sidekick του άλλου αλλά δεν έχει και σημασία, ειλικρινά εντυπωσιάστηκα.

Δεν μπορεί ρε παίδες να είμαι εξωγήινος, μάλλον ο συγγραφέας δεν χαριεντίζεται με φανμπόις εντ γκερλς, αδιαφορεί για τις ιδιοφυίες της ελληνικής λογοτεχνικής μπλογκόσφαιρας και τους διαχειριστές μεγίστων φεισμπουκικών ομάδων πειραιώς και νήσων, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν είναι δημοφιλής αρκετά για να τον διαβάσουν ορισμένοι, γι αυτό στο φτύσιμο; (άφήστε, δε θέλω απάντηση, ρητορικό το ερώτημα).

Κατερίνα Χαρίση

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Δεν είμαι και σίγουρη αλλά νομίζω ότι καταλαβαίνω το γιατί ο Καρνάζης προκαλεί ae1ac17e-7ce6-4c38-9e83-f5eba848cfc5_4σε αρκετό κόσμο αντιπάθεια: Είναι τρελός, πεισματάρης, ικανότατος, ωραίος, πετυχημένος, έκανε το χόμπι του επικερδέστατη μπίζνα και τέλος πάντων ανήκει σε μια πολύ μικρή ελίτ ανθρώπων που ελάχιστοι μπορούν να φτάσουν ή να ξεπεράσουν.

Και το ξέρει.

Και το δείχνει.

Και γιατί όχι; Αν κάποιος πρέπει να καυχιέται για τα κατορθώματα του Καρνάζη, τότε αυτός πρώτος πρέπει να είναι.

Γιατί όταν πας το τρέξιμο σε τέτοια επίπεδα, ε είσαι εξαίρεση.

Μετά από 4-5 δρομικά βιβλία πιστεύω ότι απέκτησα μια αρκετά σφαιρική εικόνα και άποψη για το θέμα «τρέξιμο» και όποιος ενδιαφέρεται για τη λόξα τα βιβλία αυτά είναι πολύ καλό να τα διαβάσει.

Άλλωστε η απάντηση είναι πάντα η ίδια: Κανείς δεν ξέρει τελικά γιατί τρέχει, αν και όλοι κάτι βρίσκουνε στο τρέξιμο που τους τραβά.

Κι ας μην είναι όλοι μαραθωνοδρόμοι, δεν είναι εκεί το θέμα.

transrockies-race-2_s54n-700x550

Τώρα, στα του βιβλίου. Ο Καρνάζης δεν το ‘χει και τόσο το αφηγηματικό στο συγκεκριμένο, αλλά επειδή διαβάζω κι άλλο δικό του και από όσο κατάλαβα είναι τύπος που με ό,τι καταπιάνεται θέλει να το κάνει καλά, δε μας πειράζει, βελτιώνεται (και σε αυτό.)

Όμως πρέπει να πω ότι αν ξεκινούσα με πρώτο βιβλίο τον Υπερμαραθωνοδρόμο, τότε μάλλον δε θα είχα βγει ποτέ για τρέξιμο (και μη με ρωτήσετε, δεν ξέρω ούτε εγώ γιατί ξεκίνησα να τρέχω.)

Για κάποιον που δεν έχει τρέξει ποτέ του – κι ίσως να μην το σκοπεύει καν – είναι μάλλον αποτρεπτικό.

Οκ, και στα άλλα βιβλία διάβασα για τα κακοπαθήματα των δρομέων, τη ζέστη, τη ζάλη, τον πονοκέφαλο, τους εμετούς, τις λιποθυμίες, τα νύχια που πέφτουν, αλλά μάλλον ο Καρνάζης εδώ είναι ωμός και αμείλικτος. Λέει τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν.

Και αν δεν έχεις τρέξει ποτέ, ίσως και να μην το κάνεις.

Δύσκολα τα πράγματα γιατρέ μου.

Εδώ έχουμε μια πολύ μεγάλη αντίθεση σε σχέση με το βιβλίο του Τζούρεκ (Eat & Run) όπου ο Τζούρεκ αντιμετωπίζει το τρέξιμο ως αυτοβελτίωση ή ίαση, με τρόπο σχεδόν μυστικιστικό, γλυκό, τρυφερό, ενώ αντίθετα ο Καρνάζης μοιάζει να αυτοτιμωρείται, ή να επιβάλλει στον εαυτό του το εξαντλητικό τρέξιμο γιατί δεν μπορεί διαφορετικά να χαλιναγωγήσει την ίδια του την ύπαρξη, κάτι που αρκετά συχνά αναφέρει και ο ίδιος.

Όπως και να ‘χει, χαίρομαι που το διάβασα και το έχω στη συλλογή μου, ήδη έχω δημιουργήσει ένα μικρό ραφάκι με δρομικά βιβλία who knew? 😀

Κατερίνα Χαρίση

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Αυτό το βιβλίο άργησα αρκετά για να το τελειώσω. Ο λόγος ήταν ότι δεν πρόκειται downloadgggγια κάποιο αφηγηματικό αριστούργημα (όπως του ΜακΝτούγκαλ ο οποίος ΚΕΝΤΑΕΙ), αλλά περισσότερο ένα βιβλίο προσωπικής εμβάθυνσης που διαβάζεται αργά και απλά, με μεγάλα διαλείμματα αφομοίωσης – όχι, δεν είναι καθόλου βαρύ, δύσκολο ή βαρετό. Όμως ακόμα κι αν δεν είσαι δρομέας βρίσκεις σχεδόν παντού τον εαυτό σου μέσα στις σελίδες του, αναζητώντας τα δικά σου γιατί.

Ο Σκοτ Τζούρεκ από μικρό παιδί βασανίζεται με τα γιατί του. Γιατί η μητέρα του να είναι τόσο σοβαρά άρρωστη και να πρέπει να τη βλέπει να αργοπεθαίνει, γιατί ο πατέρας του να είναι τόσο αυστηρός, απόμακρος και κρύος, γιατί να μην τον έχει δει ποτέ του να τρέχει, γιατί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή για υψηλή πίεση από τα 15 του, γιατί να είναι τόσο αργός παρά τις καθημερινές, σκληρές προπονήσεις του, γιατί μερικά πράγματα πρέπει απλά να τα κάνεις χωρίς γιατί;

Όμως στην πορεία του άρχισε σιγά σιγά να βρίσκει κάποιες απαντήσεις. Όχι ολοκληρωμένες και όχι πάντα. Κάποιες απαντήσεις έρχονταν αποσπασματικά, σαν κομμάτια παζλ, σα μέρη από γρίφους. Κάποιες άλλες απαντήσεις πήραν πολλά χρόνια να φανερωθούν ολοκληρωτικά.

Το πάθος του για να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος μέσα από όλα αυτά που τον εκφράζουν, τον οδηγούν κάθε φορά λιγάκι πιο μακριά. Η αφοσίωσή του στους στόχους του, η βαθιά πίστη στη δύναμη του σώματος να προσαρμόζεται, να αυτοθεραπεύεται, η συστηματική μελέτη της αξίας της διατροφής, είναι επιγραμματικά τα κύρια θέματα του βιβλίου.

Συνοδοιπόρος πάντα σε αυτό το μεγάλο ταξίδι του Τζούρεκ είναι ο «λαγός» του (κάτι αντίστοιχο με τα μουλάρια που αναφέρει ο ΜακΝτούγκαλ στο δικό του βιβλίο) και κολλητός του φίλος Ντάστι (θεούλης), τον οποίο νομίζω πως θα ακούω καθημερινά από δω και πέρα να φωνάζει: «Θέλεις επιτέλους να γίνεις κάποιος, Τζουτζούρεκ;; Κουνήσου, γαμώτο. Δεν πρόκειται να τερματίσεις ξαπλωμένος κατάχαμα.»

Οι συνταγές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες – αν και όπως τονίζει και ο ίδιος, η πραγματικά καλή διατροφή κοστίζει και μάλιστα ΠΟΛΥ, δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να τις πραγματοποιήσει. Όμως με λίγο διάβασμα σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να δοκιμάσει μερικές από αυτές με μικρές παραλλαγές. Ανάλογα το πόσο θέλει να πειραματιστεί και τι να πετύχει.

Επίσης υπάρχουν αρκετές προτάσεις για βιβλία – και κάποια από αυτά έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα, που σίγουρα θα ψάξω.

Προσωπικά πάντως βρήκα απαντήσεις και σε δικά μου γιατί – κι ένα από αυτά ήταν το γιατί ένας άνθρωπος σαν τον Τζούρεκ που μόλις έχει τερματίσει 160 βασανιστικά χιλιόμετρα, να θέλει να κατασκηνώσει στον τερματισμό και να χαιρετίσει όλους τους δρομείς αντί να εξαφανιστεί για να ξεκουραστεί:

«Για να βρίσκεσαι στην εκκίνηση ενός αγώνα 160 χιλιομέτρων έχεις υποστεί στερήσεις. Όλοι μας βρήκαμε τη δύναμη να πετύχουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό μπορεί να είναι το να τρέξεις 1600 μέτρα, 10 χιλιόμετρα, ή …160. Μπορεί να είναι αλλαγή καριέρας, να χάσεις 2μιση κιλά, ή να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς.

Κανείς στους αγώνες (ακόμα κι εγώ) δεν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Πολλοί άνθρωποι δεν προσπαθούν ποτέ στη ζωή τους, πολλοί δεν κάνουν κάτι σημαντικό. Όμως όσοι βρίσκονται στην εκκίνηση, έχουν κάνει και τα δυο.

Με το να μένω στον τερματισμό και να τους χαιρετίζω, είναι φόρος τιμής στον πόνο και την αμφιβολία, την κόπωση και την απόγνωση που όλοι τους έχουν υπερνικήσει. Με το να μένω εκεί, αναγνωρίζω τη δύναμη που έχουν επιστρατεύσει και τους συγχαίρω που εστίασαν σε έναν τόσο μεγάλο στόχο και τον πέτυχαν.
Ανταποδίδω στο άθλημα που μου προσέφερε λόγο ύπαρξης.»

Ακόμα και το να βρεις τη δύναμη να πεις σε κάποιον ότι τον αγαπάς θέλει προσπάθεια …όταν το εννοείς πραγματικά. Τα λόγια βγαίνουν πολύ πιο εύκολα από μέσα μας όταν δεν τα εννοούμε στ’ αλήθεια.
Το να παλεύεις να χάσεις μόλις 2μιση κιλά, είναι κι αυτό μια σημαντική προσπάθεια! Καμιά φορά το λιγοστό περιττό βάρος είναι και το πιο πεισματάρικο.

Να τρέξεις. Ας είναι 1600 μέτρα. Ας είναι και λιγότερο. Βγήκες κι έκανες το βήμα.

Να αλλάξεις δουλειά, στην αβεβαιότητα της κρίσης. Κάτι που για πολλούς μοιάζει με ρουλέτα.

Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα και δεν προσπαθούν. Όμως το να προσπαθείς και να είσαι μεγάλος δε σημαίνει μόνο ολυμπιακές επιδόσεις και κόντρα πτυχία στους τοίχους. Δε σημαίνει απαραίτητα να αλλάξεις τον κόσμο ολόκληρο.

Αρκεί που αλλάζεις τον δικό σου μικρόκοσμο προσπαθώντας να τον κάνεις καλύτερο, αρκεί που κάποιος βλέπει εσένα και παίρνει κουράγιο να συνεχίσει να προσπαθεί τον δικό του αγώνα.

Καμιά φορά οι αγώνες μας φαίνονται μάταιοι. Κι εκεί χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια.
Ο Τζούρεκ με αυτά τα τόσο απλά και αφοπλιστικά ειλικρινή λόγια, μας λέει όσα λένε χιλιάδες ειδικών και μη ανά τον κόσμο, επιστήμονες, φιλόσοφοι, ροκάδες και αθεράπευτα ρομαντικοί: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από αγάπη και επιβεβαίωση.

Και αυτά τα δύο μαγικά συστατικά μπορούν να κάνουν θαύματα στους ανθρώπους.

Χαίρομαι πολύ που γνώρισα λίγο καλύτερα έναν όχι απλώς σπουδαίο υπεραθλητή, αλλά κι έναν σπουδαίο άνθρωπο που σίγουρα έχει διδάξει πολλά σε πολλούς ανθρώπους.

Κατερίνα Χαρίση