Posts Tagged ‘Κατερίνα Χαρίση’

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση
Advertisements

Νομίζω πως την τελευταία φορά που διάβασα ελαφρολαϊκό – romance – ροζ – shareγυναικείο, ήταν στα 18-20. Ίσως κι ένα – δυο χρόνια μετά. Μετά… δεν ξέρω ακριβώς γιατί σταμάτησα, κι όχι δε θα σας πω ότι εξελίχτηκα αναγνωστικά – μπλα, μπλα, μπλα – ωρίμασαν οι λογοτεχνικοί μου κάλυκες και τέτοια. Κι αυτό έγινε – αλίμονο αν διαβάζεις το ένα βιβλίο μετά το άλλο επί Χ χρόνια και δεν έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να απολαύσει και κάτι λίγο διαφορετικό, λίγο απαιτητικό, λίγο πιο πάνω από αυτά που διάβαζες ως τώρα – όμως ο λόγος που ξέφυγα από αυτά δεν ήταν αυτός.

Νομίζω ότι κάποια στιγμή απλά η πραγματικότητα με προσγείωσε – λιγάκι απότομα όπως γίνεται συνήθως με τις προσγειώσεις των εικοσάρηδων και κάπου ότι κατάλαβα ότι ο καραπαίδαρος ζάπλουτος κληρονόμος του μουλτιμπιλιονέρ Τάδε δεν μπορεί να είναι και πανέξυπνος και ρομαντικός και καλλιεργημένος και να με γουστάρει. Και βασικά δεν υπάρχει.  Λολ. Θα μου πείτε τώρα εκεί κολλάς; Κολλάω κι εκεί. Ίσως ένας λόγος που τα άρλεκιν πουλήσαν τόσο πολύ τις περασμένες δεκαετίες- και ακόμα τον αχνίζουν τον κουραμπιέ, να είναι το εξωτικό κι απόμακρο (για μας) στο οποίο πολύ πιο εύκολα πιστεύουμε γιατί μας είναι άγνωστο. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν οι γελαδάρηδες του Τέξας εκτός από το να είναι κορμάρες και να καβαλάνε ταύρους. Προφανώς δεν μπορεί να είναι όλοι έτσι.

Και παρένθεση εδώ: Δε θα ξεχάσω ποτέ το απόλυτο γείωμα που έφαγα από πολύ καλό φίλο Φιλανδό, όταν σε μια συζήτηση για τους Βίκινγκς (θυμάστε ένα παραλήρημα που είχαν φάει τα θηλυκά του πλανήτη με τους Βίκινγκς κάποτε) μου είπε ότι οι παίδαροι Βίκινγκς είναι η μία, η φτιαχτή πλευρά. Οι άντρες αυτοί περνούσαν μήνες ολόκληρους χωρίς να πλυθούν, ήταν γεμάτοι ψείρες και σκουλήκια στα μαλλιά, και τα μισά τους δόντια έλειπαν. Ξενέρωσα αμέσως. Όμως είναι λογικό να ίσχυε αυτό, δεν είναι;deal-9786188012882

Αναγκαστικά λοιπόν πιστεύουμε σε αυτό που μας πασάρουν, όταν αγνοούμε την πραγματικότητα.

Για τα δικά μας δεδομένα τώρα, ζω στην Ελλάδα και μπορεί να μην έχω παρτίδες με τους κύκλους της καλής κοινωνίας αλλά η δηθενιά και η ηλιθιότητα δεν κρύβονται, ούτε κι από μακριά (κι ούτε είναι προσόν μόνο της καλής κοινωνίας, να τα λέμε κι αυτά). Μια αγγλίδα/γερμανίδα/ολλανδέζα πχ μπορεί να μαγευτεί από τον νεαρό με κορμί αρχαιοέλληνα κούκλο κληρονόμο του εφοπλιστή που διαβάζει Μπουκόφσκι και ακούει Νίνα Σιμόν. Η ελληνίδα μάλλον όχι. Του γκουντ του μπι τρου μπέιμπε.

Ο άλλος λόγος, ή δεύτερη προσγείωση στην πραγματικότητα, ήταν η ίδια η ζωή. Τέλος. Κι εκεί κάπου έλαβε τέλος η σχέση μου με το ρομάντζο. Κάπου ανέβασα τα μανίκια και είπα εντάξει, ξυπνήσαμε τώρα, σήκω να πάρεις δυο λεωφορεία να πας για δωδεκάωρη βάρδια και να πληρωθείς για παρτάιμ. Στα σουβλατζίδικα στη μια άκρη της πόλης ο καραπαίδαρος υιός εφοπλιστού δε θα εμφανιστεί ποτέ, τζάμπα λιώνει η μάσκαρα πάνω από το γκριλ.

Παρόλα αυτά, δεν αφορίζω το είδος, ίσα ίσα που το θεωρώ απαραίτητο στο ρεπερτόριο των βιβλίων. Στην εποχή μας δε θα υπάρξει άλλη Λολίτα ή Μεγάλη Χίμαιρα ή Μέγας Ανατολικός ή Τροπικός του Καρκίνου ή συμπληρώστε όποιο ερωτικό λογοτέχνημα σας έρχεται στο μυαλό. Μάλλον όχι. Αλλά ούτε αυτό πειράζει. Δεν πειράζει η γλώσσα που είναι πιο απλή, πιο …στεγνή, πιο σημερινή. Το θέμα είναι το πώς τη χρησιμοποιείς.FSG_31_5_Promo_BW_3F.indd

Αυτό που στερούνται το 95% των σημερινών βιβλίων romance είναι όχι η φαντασία ή το λεξιλόγιο, αλλά η …ευφυία.

Παρατηρώ ότι οι συγγραφείς δίνουν σημασία στα έργα τους μόνο στις ερωτικές σκηνές – οι οποίες φροντίζουν να περιέχουν όλες τις διαδικασίες με όλες τις λεπτομέρειες και τα σχετικά, όμως στο υπόλοιπο βιβλίο βλέπεις μια αγωνιώδη προσπάθεια να γεμίσουν οι 200-300 σελίδες με μαλακίες, έτσι για να στέκει ένα στόρι και να μην πει κανείς ότι διαβάζουμε μια τσόντα. Περί τσόντας πρόκειται, αλλά οι γυναίκες λειτουργούμε διαφορετικά και μας αρέσουν πολύ τα περιτυλίγματα, πολύ περισσότερο από το ίδιο το περιεχόμενο (συνήθως).

Ενώ οι άντρες καλώς ή κακώς είναι πιο άμεσοι και κατά κάποιον τρόπο αφιλτράριστοι ερωτικά, οι γυναίκες (καλώς ή κακώς) λειτουργούν κάπως πιο περίπλοκα.

Έχετε δει στο διαδίκτυο ένα σκιτσάκι που δείχνει τη διαδρομή ενός ζευγαριού στο εμπορικό κέντρο για να αγοράσουν παπούτσια ή κάτι τέτοιο; Η διαδρομή του άντρα είναι μια ευθεία γραμμή. Θέλει αυτό και πάει να το πάρει, τέλος. Η γυναίκα πρέπει να περάσει από όοολες τις βιτρίνες πρώτα. Λοιπόν, είναι μια πολύ πετυχημένη απλοποίηση του πώς λειτουργεί (καλώς ή κακώς πάλι) ο γυναικείος εγκέφαλος. (πιστέψτε με, όλες οι γυναίκες τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους έχουν ευχηθεί το μυαλό τους να ήταν …αρσενικό).

Για τον άντρα μια γυμνή φωτογραφία ή ένα καρέ σεξουαλικής πράξης σε εξέλιξη μπορεί να είναι παραπάνω από αρκετό για να πυροδοτήσει (μα πώς τα λέω) την ερωτική επιθυμία. Για τις γυναίκες όμως, όλα αυτά είναι αποτελέσματα ή αλλιώς επακόλουθα μιας πολύ μεγάλης διαδικασίας που έχει προηγηθεί, κυρίως μέσα στο κεφάλι της. (κουφάλα φύση).

Αν συμφωνούμε ως εδώ, διαβάστε και παρακάτω. Αλλιώς κάντε κλικ στο Χ και ξαποστείλτε με να πάω στο διάολο.

more_ribbons_compiled

Βλέπουμε λοιπόν πως στην πλειοψηφία τους – και λέω πλειοψηφία παρόλο που ποτέ δεν έχω δει κάτι το οποίο να ανήκει στη μειοψηφία αλλά προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη – τα ερωτικά/γυναικεία/ροζ βιβλία καταφεύγουν στην προστυχιά και τη χυδαιότητα για να στηρίξουν το ερωτικό/σεξουαλικό στοιχείο, στερημένα από ευφυία, υποτιμώντας τη νοημοσύνη των αναγνωστών τους.

Γιατί πρέπει αυτά τα βιβλία να τα απολαμβάνουν μόνο οι 20ρηδες αυτού του κόσμου, που επί το πλείστον είναι άπειροι αναγνωστικά; (και ερωτικά). Τι γίνεται με αυτή την τεράστια μερίδα αναγνωστών άνω των 30 ή 35 ή 40 που μπορεί να γουστάρουν να διαβάσουν τη ρομαντζάδα τους και να απολαύσουν ένα ερωτικό αναγνωστικό παιχνίδι, και που όμως έχουν διαβάσει και 200-300-500 βιβλία στη ζωή τους και είναι λιγάκι πιο απαιτητικοί;

Ο ερωτισμός μπορεί να κρύβεται σε ένα άρωμα, η ερωτική διάθεση μπορεί να ξυπνήσει μόνο με μια κίνηση του κεφαλιού, με ένα βλέμμα, η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί με ένα άγγιγμα μακριά από τα βυζιά ή τον κώλο κάποιου. Η χυδαιότητα δεν είναι ερωτισμός. Μια λεπτομερέστατη περιγραφή μιας ερωτικής πράξης δεν σημαίνει ότι κάλυψες τις απαιτήσεις του είδους που προσπαθείς να γράψεις.

(Ακούτε Ελ Τζέιμς και λοιπές αυτού του πλανήτη;)

Η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι η λάθος χρήση της, η πολύ επιφανειακή χρήση της, καταλήγοντας στη συγγραφή βιβλίων εντελώς κενού περιεχομένου, στερημένα εγκεφαλικής δραστηριότητας, καταφεύγοντας είτε στη χυδαιότητα και τη φθηνή λύση των σεξουαλικών διαστροφών και ερωτικών βοηθημάτων, είτε στη συνεχή χρήση καρακλισεδιαρισμένων φράσεων (δάγκωσε το κάτω χείλος της , εσωτερικές φωνές, έλεος κάπου) και καταστάσεων (τώρα τελευταία, το ανυπάκουο, προβληματικό αρσενικό κουτάβι που πρέπει η κορασίδα να θεραπεύσει από τα τραύματά του πουλάει πολύ) και που το πιο απαιτητικό (ή έξυπνο;) αναγνωστικό κοινό δεν μπορούν να καλύψουν.

Κατερίνα Χαρίση

Ο Έκτορας στα 40α του γενέθλια πρέπει να υποστεί το πάρτυ γενεθλίων που του ετοίμασε η γυναίκα του, σχεδιάζοντάς το για μήνες. Ξέρει ότι θα πρέπει να ανεχτεί τη μάνα του, το σόι του, τους αγαπημένους αλλά ενίοτε φοβερά ενοχλητικούς του φίλους. Τα παιδιά τους. Τον ατσούμπαλο γιο του. Δε θέλει, αλλά πρέπει να γίνει καλύτερος. Πρέπει να κόψει με τη γκόμενα, πρέπει να κόψει το τσιγάρο, πρέπει να μην ξεχνά τις πρωινές του ασκήσεις.
Πόσο θα ήθελε να είχε ένα γιο σαν τον Ρόκο, τον ανιψιό του. Όμορφο παιδί, δραστήριο. Αδύνατο. Θα γίνει καλύτερος πατέρας, το υποσχέθηκε.
Η μάζωξη άρχισε αμήχανα, συνεχίστηκε με φωνές και τέλειωσε γρήγορα με κλάματα, βρισιές, απειλές. Ένα χαστούκι από τον λάθος άνθρωπο στο λάθος παιδί.
«Όλοι θέλαμε να χαστουκίσουμε τον Χιούγκο. Δε φταίει εκείνος, αλλά ο μαλάκας πατέρας του κι εσύ. Δεν του βάλατε ποτέ όρια. Τον κακομαθαίνετε. Εσείς τον καταστρέφετε. Και τώρα θέλεις να καταστρέψεις μια ολόκληρη οικογένεια για το κωλόπαιδό σου.»
Οι φίλες.
Το χαστούκι έφτασε στην αστυνομία, έγινε μήνυση, πήγε στα δικαστήρια. Ο Χάρι, ο βασιλιάς του σπιτιού του, ο πατέρας του υπέροχου, φυσιολογικού, Ρόκο, του παιδιού που ο Έκτορας εύχεται να ήταν δικός του γιος, είναι ο κατηγορούμενος.
Δύσκολο να περιγράψεις το Χαστούκι. Δε θα ήθελα να καταλήξω σε ένα μακρυνάρι για να γράψω για όλους τους ήρωες – είναι και αρκετοί. Θα γινόμουν βαρετή κι ό,τι να ‘γραφα θα ήταν πάλι λίγο. Όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του Τσιόλκα. Ή κάτω από τη λεπίδα του. Η οικογένεια, η μέση ηλικία, ο γάμος, οι σχέσεις. Οι φιλίες, το γκεϊλίκι, οι απιστίες, η δηθενιά. Το πώς ο άνθρωπος καταλήγει να ξεχνά από πού ξεκίνησε, χάρη σε ένα σπίτι στα προάστια κι ένα ακριβό αμάξι. Και το κυριότερο: Πού βρίσκονται τα όρια, ποιος δικαιούται να τα σπάσει και γιατί και πώς και πότε. Ποιος είσαι εσύ, μέσα σε όλα αυτά.
Από τη μια εύχομαι να υπάρξουν κι άλλοι συγγραφείς σαν τον Τσιόλκα. Να μάθουν και κάτι από αυτόν, που μπουχτίσαμε στην κακοποίηση της γλώσσας και τις προχειροφτιαγμένες ιστορίες. Από την άλλη σκέφτομαι πως όχι, αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Αν υπήρχαν κι άλλοι, τότε εκείνος θα έλεγε ψέματα. Οπότε μάλλον χαίρομαι που είναι μοναδικός.
Ο Τσιόλκας δε χαϊδεύει αυτιά. Κανενός. Ούτε του αναγνώστη, ούτε των εκδοτών, ούτε της κοινωνίας. Κάπου μοιάζει μάλιστα να προκαλεί όλο τον κόσμο. Η ειλικρίνειά του είναι αποστομωτική. Η απόστασή του από την ιστορία που αφηγείται δεν γίνεται να μην σε εντυπωσιάσει. Η ωριμότητά του φαίνεται σε ολόκληρο το στήσιμο του βιβλίου. 25 χρόνια άλλωστε λέει κι ο ίδιος πως χρειάστηκαν για αναγνωριστεί – τόσο ώστε να ζει πια από αυτό.
Το γράψιμό του απογυμνώνει λίγο λίγο τον κόσμο και στο τέλος τον βλέπεις όπως πραγματικά είναι, θες δε θες: Σκατένιος, σάπιος, ψεύτικος, μα τόσο αληθινός. Κι εκεί κάπου εσύ, ο απλός αναγνώστης, ψάχνεις να βρεις τη θέση σου. Πού ανήκεις μέσα σ’ αυτό το ψέμα που είναι η αλήθεια. Ποιος είσαι. Ως ένα βαθμό θα νιώσεις ακόμα κι ενοχές. Και στο τέλος θέλεις απλά να φωνάξεις «άντε γαμηθείτε όλοι σας».
Μην ξεχάσετε να δείτε και τη σειρά. Την ορίτζιναλ, όχι την αμερικάνικη.
 
Κατερίνα Χαρίση

Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Ξέρετε τι συμβαίνει με τα παιδικά βιβλία; Τα θεωρώ ένα φοβερά δύσκολο κομμάτι της λογοτεχνίας, με χιλιάδες ιστορίες να κυκλοφορούν εκεί έξω κι ελάχιστες να είναι πραγματικά καλές. Τι σημαίνει το «καλές» όταν μιλάμε για παιδικό βιβλίο; Σίγουρα όχι τα ίδια κριτήρια με τα οποία διαλέγουμε εμείς, οι ενήλικες, ένα βιβλίο. Αλλά το βιβλίο των παιδιών μας εμείς πρέπει να το διαλέξουμε, εμείς πρέπει να το ξεχωρίσουμε από το σωρό. Και είναι ένας σωρός θεόρατος. Και πώς θα το κάνουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε …ξεχάσει πώς είναι να είσαι παιδί;22098550._UY854_SS854_

Προσωπικά διαβάζω στα παιδιά μου από μωρά. Αυτό που παρατήρησα μαζί τους, ήταν ότι δυστυχώς, το …σπορ δεν τους ενδιέφερε. Αγόραζα διάφορα βιβλία, πάντα με βάση την ηλικία τους, τις προτάσεις του βιβλιοπώλη και φυσικά την τιμή. Κοιτώντας τα ως μαμά από τη μια κι από την άλλη προσπαθώντας να μπω στη θέση τους, τα έβρισκα …χαζά. Χαζά. Αυτό. Αλλά έλεγα ότι αυτοί που τα γράφουν κι αυτοί που τα εκδίδουν κι αυτοί που τα πουλάνε και αυτοί που τα προτείνουν, κάτι θα ξέρουν! Και σίγουρα, το δικό μου 30+ μυαλό δε μπορεί να καταλάβει και πολλά από τα νήπια. Μεγάλη διαφορά. Μεγάλη απόσταση τα 30 χρόνια.

Μέχρι που ένα βράδυ αγανάκτησα. Να αγαπώ τόσο τα βιβλία και το διάβασμα έλεγα μέσα μου, και τα παιδιά μου να αδιαφορούν τελείως! Τα βιβλία τα κοιτούσαν αδιάφορα, τα πετούσαν, άκουγαν πέντε λέξεις ακριβώς και μετά μουρμούριζαν στα κρεβάτια τους τα δικά τους, κι εγώ διάβαζα στον τοίχο. Και ξέρετε τι έκανα; Πήγα στη δική μου βιβλιοθήκη και πήρα το γέρο και τη θάλασσα. Το γέρο και τη θάλασσα για να το διαβάσω σε δυο νήπια! Έτσι για να τους τη σπάσω. Αφού διαβάζω που διαβάζω για τον τοίχο έλεγα, τουλάχιστον να διαβάσω κάτι που μου αρέσει.

Και ήταν η πρώτη φορά που τα πιτσιρίκια κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους ίσως, γιατί μέχρι που αποκοιμήθηκαν, αρκετές σελίδες αργότερα, δεν ακούστηκε κιχ. Σκεφτόμουν ότι αφού δεν τους αρέσουν τα βιβλία, τουλάχιστον νανουρίζονται από τη φωνή μου. Δεν περίμενα καν να θυμούνται την επόμενη ότι κάτι τους είχα διαβάσει. Κι όμως όταν έφτασε το επόμενο βράδυ, μου ζήτησαν να διαβάσουμε …τον παππού τον ψαρά.

Από τότε άλλαξε τελείως η σκέψη μου πάνω στο παιδικό βιβλίο. Εμπιστεύτηκα περισσότερο το ένστικτό μου (που από πριν φώναζε: ΧΑΖΑ!) και πήρα όλα τα «παιδικά» βιβλία μας – αυτά που τα παιδιά μου δεν τους έριχναν ούτε ματιά και τα πήγα στον παιδικό σταθμό. Μόλις τέλειωσε ο γέρος και η θάλασσα, ήταν το νησί του θησαυρού. Μετά ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, η καλύβα του μπάρμπα θωμά, η Ματίλντα, μια συλλογή από ιστορίες του Τολστόι, Χάιντι, Όλιβερ Τουίστ, Τομ Σώγιερ. Αυτά που διάβαζα κάποτε κι εγώ. Και πολλά, πολλά άλλα.

Ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία να ασχοληθώ με το παιδικό βιβλίο. Όμως σίγουρα, αυτό που κατάλαβα βλέποντας τις διαφορετικές αντιδράσεις των παιδιών μου με τα βιβλία, ήταν πως τα μισά βιβλία που γράφονται για παιδιά, δεν κάνουν για παιδιά.

Τα παιδιά είναι μικρά, δεν είναι χαζά. Και πολλοί στην Ελλάδα γράφουν βιβλία για παιδιά νομίζοντας πως είναι χαζά. Νομίζουν πως οι φτωχοί διάλογοι με το ινδιάνικο λεξιλόγιο: Θέλεις παίξουμε; Ουγκ. Όχι. Κοίτα μια μπαλίτσα! Σύννεφο βρέχει. – κι ένα ηλίθιο στόρι από πίσω, σημαίνει γράφω παιδικό βιβλίο. Αλλά γκες ουάτ: Ακόμα και τα νήπια καταλαβαίνουν την ηλιθιότητα του πράγματος και αδιαφορούν.

Ψάχνοντας καλύτερα και πιο διεξοδικά το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε – πέραν των κλασικών – κατέληξα στο ότι το καλό παιδικό βιβλίο έχει ενδιαφέρον ακόμα και για μένα. Και φτάνουμε στον …PAX. Ένα βιβλίο που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα (φυσικά!) όμως αν διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάζετε μεταφράζοντας στα παιδιά σας κι έχει υπέροχη εικονογράφηση.

0214-BKS-Rundell-facebookJumbo-v2

Ο PAX, (Παξ) είναι μια αλεπού. Ο 12χρονος Πίτερ τον έσωσε από την παγωνιά και την πείνα μέσα από τη φωλιά του, πέντε χρόνια πριν, όταν είδε την κόκκινη μπαλίτσα να τρέμει ανάμεσα στα υπόλοιπα παγωμένα νεογέννητα αδέρφια του. Παξ σημαίνει ειρήνη, όμως ο Πίτερ διάλεξε αυτό το όνομα …πιο απλά: Το αλεπουδάκι καθόταν μια μέρα πάνω στη σχολική του σάκα, και διέκρινε το PAX από το κεντημένο PAXTON, που ήταν η φίρμα της.

Ο Πίτερ δεν έχει μαμά, όμως έχει έναν αυστηρό, απόμακρο κι οξύθυμο πατέρα. Κι όταν ένας απροσδιόριστος πόλεμος πλησιάζει, ο πατέρας πρέπει να φύγει, κι ο Πίτερ πρέπει να πάει να ζήσει με τον παππού του, 300 μίλια μακριά. Χωρίς τον Παξ.

Ο μικρός Πίτερ αποφασίζει να γυρίσει πίσω μόνος του, να βρει τον Παξ και να τον πάρει μαζί του. Όμως κι ο Παξ προσπαθεί να βρει τον Πίτερ. Μέσα από μια εναλλακτική αφήγηση μικρών κεφαλαίων από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, διαβάζουμε μια μοναδική περιπέτεια αγάπης κι αφοσίωσης, χωρίς – ευτυχώς – να υπάρχουν ούτε φτωχοί κι απλοϊκοί διάλογοι, ούτε περιττές χαριτωμενιές.

Υπέροχο και συγκινητικό βιβλίο που υποψιάζομαι πως θα δούμε σύντομα και σε ταινία, ένα δείγμα πραγματικά καλού παιδικού βιβλίου.

Και κάτι τελευταίο: Επειδή εδώ στο Ελλαδιστάν πάσχουμε όχι μόνο από κακές μεταφράσεις αλλά κι από …παραλείψεις, συστηματικά αφαιρούνται τα σημειώματα του συγγραφέα από πάρα πολλά βιβλία, παιδικά και μη, και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά (ο καθένας με τη λόξα του), η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου έχει αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως όταν αποφάσισε να γράψει αυτή την ιστορία, ήταν απλώς μια ιδέα στο μυαλό της. Από τον εκδοτικό της είχε όλη τη βοήθεια και καθοδήγηση που χρειάστηκε μέχρι να το ολοκληρώσει.

Παίδες, ξέρετε τι θα πει αυτό; Θα πει ότι γράφω ένα βιβλίο δε σημαίνει απλά κάθομαι κάτω και γράφω μπίριμπίρι μέχρι να πιάσω 500 σελίδες και μετά το στέλνω και βρίσκεται στα ράφια να πουλιέται 20 ευρώ, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες και ελλείψεις απαράδεκτες.

Το καλό βιβλίο είναι κάτι …περισσότερο από αυτό. Εδώ, τι ακριβώς γίνεται;

Το τρέιλερ του βιβλίου, ΕΔΩ!

Το καφέ Ευρώπη μου άφησε γλυκόπικρα συναισθήματα και αρκετή ανακούφιση. Είναι slavenkaένα βιβλίο που σίγουρα αφορά όλους τους …Ευρωπαίους, αν και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι θα αγγίξει ή ενδιαφέρει κάποιον μη Ανατολικοευρωπαίο. Κάποιοι θα δείξουν ενδιαφέρον φαντάζομαι. Όμως δε νομίζω ότι θα νιώσουν και πολλά. Η ανακούφιση κολλάει στο ότι δε νιώθω πια ….ελέφαντας. Δύσκολο να το εξηγήσω αν δεν το διαβάσετε, όμως κατά κάποιον τρόπο είναι λυτρωτικό να ξέρεις ότι όχι, δε φταίει το χαλασμένο ντιενέι σου, ούτε η φτιαξιά σου, ούτε το αίμα σου που δεν είσαι σαν τον Γερμανό ή τον Σουηδό ή τον Φιλανδό. Απλά δεν είσαι. Γιατί είσαι Βαλκάνιος. Και δεν είσαι μόνος.

Τίτλος συμβολικός, «Καφέ Ευρώπη». Η επιθυμία μας και η ψευδαίσθηση. Το «μας» αφορά εμάς, τους Βαλκάνιους. Η επιθυμία μας είναι να γίνουμε Ευρώπη. Δυτική Ευρώπη. Να μας αγκαλιάσει η Ευρώπη, η Δυτική, η άλλη Ευρώπη, η οργανωμένη, η πλούσια, η λειτουργική, η διάφανη. Μια επιθυμία μας τόσο έντονη, που σε κάθε βαλκανική πόλη υπάρχει πια και ένα «Cafe Europa», ή μαγαζιά με …ευρωπαϊκούς τίτλους, Vienna, Little Paris. Πως κάποτε αυτό θα συμβεί. Πως συμβαίνει τώρα.

Όμως εμείς, όλοι εμείς, δε θα γίνουμε ποτέ δυτικοευρωπαίοι. Γιατί;

Θα έλεγα πως η απάντηση συνοψίζεται ολόκληρη σε μια συγκλονιστική εικόνα που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της: Μια αυλή. Μια αυλή στη Στοκχόλμη, πενήντα τετραγωνικά στείρου τσιμέντου, μια απρόσωπη και άψυχη αυλή. Στην άλλη πλευρά, μια αυλή της Κροατίας. Με αγριόχορτα, ζωύφια, ένα παλιό ποδήλατο, σκόρπια εργαλεία, ίσως κι ένα καζάνι πάνω στη φωτιά. Παιδιά να τρέχουν και γέροι να κάθονται σε πλαστικές καρέκλες. Ποτέ οι δυο αυτές αυλές δε θα αλλάξουν θέση. Οι λόγοι χιλιάδες και μπορείτε να τους βρείτε μέσα στο βιβλίο και δεν έχει να κάνει με ηλίθια στερεότυπα περί ψυχρότητας ή οτιδήποτε άλλο.

Το «Καφέ Ευρώπη» δεν είναι «ακόμα ένα βιβλίο για τα βαλκάνια» ή τον πόλεμο. Είναι καθαρά προσωπική τοποθέτηση, είναι η συνείδηση του απλού ανθρώπου, που δεν καταλαβαίνει ακόμα γιατί είναι τόσο κακό το να είναι κάποιος «έτσι» ή «αλλιώς», δεν καταλαβαίνει την ύπαρξη λάθους εθνικότητας ή λάθους χρώματος ματιών και δεν μπορεί να πάρει κανενός το μέρος. Είναι η φωνή που ψάχνει ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο, που ψάχνει την Ευρώπη που δεν υπήρξε ποτέ, τη μεγάλη αγκαλιά της, την ψευδαίσθησή της.

Την ψευδαίσθηση πως η Ευρώπη είναι μια μεγάλη και στοργική μάνα κι όχι διάφορα κράτη που νοιάζονται πρωτίστως για τα δικά τους συμφέροντα.

Εξάλλου, όταν έχεις επιτρέψει τον πόλεμο της Βοσνίας κι έχεις μείνει θεατής, όταν 50 χρόνια μετά το ΒΠΠ και το «Ποτέ Ξανά» έχεις επιτρέψει την εθνοκάθαρση, έχεις επιτρέψει να επανακαθοριστούν τα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τις γενοκτονίες, για ποια Ευρώπη μιλάμε και ποια δημοκρατία;

Τι είναι η Ευρώπη μετά τον πόλεμο της Βοσνίας, αν όχι …μια ψευδαίσθηση;

*Μεγάλη έκπληξη να βρω βιβλίο της στα ελληνικά από τις εκδόσεις …ΟΞΥ. Μετάφραση εξαιρετική από τον Γρηγόρη Κονδύλη. Ακόμα ένα υπάρχει δικό της στα ελληνικά, εκδόσεις γράμματα νομίζω, άθλια μετάφραση από την Κουμπαρέλη, τόσο άθλια που το άφησα αδιάβαστο και το γύρισα πίσω στη βιβλιοθήκη, το συνέχισα στα αγγλικά.