Posts Tagged ‘Κριτική Βιβλίου’

Συνήθως διαβάζουμε βιβλία που ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά μας, ή και 9786188154377-200-1129462κατά κάποιον τρόπο στο γενικότερο χαρακτήρα μας και στην αντίληψή μας για τη ζωή. Θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να διαβάσω κάτι που δε με ενδιαφέρει ΚΑΘΟΛΟΥ, όπως η ιχθυοκαλλιέργεια ξερωγώ (ή το τρέξιμο).
Όμως κάποια στιγμή είχα διαβάσει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε ένα βιβλίο: Ο συγγραφέας – που στο βιβλίο του μιλούσε για διάφορους τρόπους βελτίωσης της γραφής – ανέφερε ότι κάποτε διάβασε ένα βιβλίο με θέμα την εκτροφή πουλερικών. Δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κοτόπουλα, δεν είχε ποτέ του προοπτική να ασχοληθεί με αυτά, ήταν ένα θέμα παντελώς αδιάφορο για κείνον. Κι όμως διάβασε ολόκληρο το βιβλίο, λέγοντας πως ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που έχει διαβάσει.
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μόνο όταν ένα βιβλίο καταφέρει να διαβαστεί ολόκληρο έχει εκπληρώσει το σκοπό του· ειδικά πλέον που στην εποχή μας και λόγω του διαδικτύου έχουμε πρόσβαση σε χιλιάδες βιβλία κυριολεκτικά. Ποιος ο λόγος να συνεχίσεις την ανάγνωση όταν το βιβλίο σε έχει χάσει; Εσείς που ψυχαναγκαστικά διαβάζετε ένα βιβλίο που δεν σας αρέσει μόνο και μόνο από κάποια βασανιστική λόξα του να μην αφήνετε δουλειές μισές – ρε σεις, όσο καλό time management και να κάνει κανείς, μόνο όταν είναι μόνος του ίσως τα φέρει βόλτα με όλα τελειωμένα. Αν έχετε συντρόφους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, αφεντικά, αν δεν αφήσετε και τίποτα στη μέση θα γεράσετε σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια. Νοτ φαν ατ ολ – Ειλικρινά δείτε το, σπαταλάτε υπερπολύτιμο χρόνο και φαιά ουσία.
Κάπως έτσι και με αυτές τις σκέψεις σε καμία περίπτωση δε θα διάβαζα βιβλίο σχετικά με το τρέξιμο. Όχι, δε θεωρώ τους δρομείς τρελούς, απλά δεν μπορώ να εντοπίσω πουθενά το παραμικρό ενδιαφέρον του να τρέχεις. Αυτό όλο κι όλο. Αν δεν ήταν το πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα χέρια που μου δάνεισαν το βιβλίο λέγοντάς μου ότι έχει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, θα αγνοούσα την ύπαρξή του ή κι αν κάποτε τη γνώριζα δε θα το πλησίαζα.
Τρέξιμο επί 300 σελίδες. Who cares?
Κι όμως, αυτή η θεότρελη περιπέτεια ξεκίνησε από την πιο απλή ερώτηση: Γιατί πονάει το πόδι μου;
Ο ΜακΝτούγκαλ, αρθρογράφος, συγγραφέας και δρομέας ο ίδιος, μια μέρα το 2001 πήγε στο γιατρό του υποφέροντας από τον πόνο. Ο γιατρός του συνέστησε (και ακόμα δύο γιατροί μετά) να βρει άλλο χόμπι. Ναι, αλλά γιατί πονάει το πόδι μου; Γιατί το τρέξιμο σου κάνει κακό, είπε ο γιατρός. Ναι, αλλά γιατί; Γιατί κάνει το πόδι σου να πονάει. Αλλά αυτή η απάντηση δεν του ήταν αρκετή. Και κάπως έτσι και με κάτι ακόμα προέκυψε το Born to Run.
Σε τσακώνει από την πρώτη κιόλας σελίδα του, ενώ από κάποιο σημείο κι έπειτα, η ανάγνωση μοιάζει και η ίδια με κούρσα. Σχεδόν ανά πρόταση έπρεπε να γκουγκλάρω, όχι τόσο για να διασταυρώσω τις πληροφορίες, η αφήγηση είναι τόσο άμεση, γρήγορη και θεαματική που δε σε ενδιαφέρει πια πού σταματάει η αλήθεια και πού αρχίζει η υπερβολή, αλλά για να μπω στο youtube και να δω όλα αυτά τα τιτανοτεράστια ονόματα του χώρου στην πράξη:
Τον Σκοτ Τζούρεκ, που μεγάλωσε ως ο τελευταίος της παρέας και με το παρατσούκλι Jurek.JPG_bΜαλάκας, το κλωτσοσκούφι του σχολείου, ο πιο τελειωμένος κι αποτυχημένος αθλητής, που έγινε κορυφαίος υπερμαραθωνοδρόμος.
Τον Εμίλ Ζάτοπεκ, με το παρατσούκλι ατμομηχανή, που έτρεχε κι είχε μια έκφραση λες και ήταν έτοιμος να σωριαστεί νεκρός, που έλεγε γελώντας ότι δεν έχει τόσο ταλέντο ώστε να μπορεί να τρέχει και να χαμογελάει ταυτόχρονα, που έκανε ένα ακόντιο κοντάρι για σκούπα και το έδωσε στη γυναίκα του, που εξαιτίας πολιτικών εξελίξεων ο πλανήτης στερήθηκε τον μεγαλύτερο ίσως δρομέα όλων των εποχών, ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που μετά από 70 χιλιόμετρα Emil Zatopek winning the Olympic Marathon at the Olympic Games in Helsinkiασταμάτητης πορείας είχε αρκετή όρεξη για κουβέντα και οι δρομείς τον απέφευγαν επειδή μιλούσε πολύ την ώρα του αγώνα!
Την Ανν Τρέιζον, μια κοντούλα αδυνατούλα που βαριόταν να τρέχει και ήθελε να ανοίξει ζαχαροπλαστείο, με την πιο αδιάφορη εμφάνιση στον κόσμο ολόκληρο και η οποία έγινε η πρώτη γυναίκα υπερμαραθωνοδρόμος που έτρεξε 100 μίλια.
Την Κοιλάδα του Θανάτου με τους 56 βαθμούς, όπου οι δρομείς τρέχουν πάνω στην ann-trason-00άσπρη γραμμή γιατί αλλιώς λιώνουν οι σόλες τους, όπου πριν προλάβεις να διψάσεις πεθαίνεις, τα «μουλάρια», δηλαδή τους συνοδούς όλων αυτών των απίστευτων ανθρώπων που έτρεχαν μαζί τους κουβαλώντας εξοπλισμό, φακό, νερό, τζελ υδατανθράκων, που έτρεχαν τα ίδια ακριβώς χιλιόμετρα μόνο για να στηρίξουν τους δρομείς τους, και φυσικά τους ίδιους τους Ταραουμάρα, με τα σανδάλια τους από λάστιχο κι ένα μονό κορδόνι που θέλει τέχνη για να δέσεις, και τον Καμπάγιο Μπλάνκο, το λευκό άλογο, τον πρώην παλαιστή που περπάτησε ως τους Ταραουμάρα στη μέση του πουθενά, που σταμάτησε να τρέχει γιατί συνεχώς τραυματιζόταν, και που μια δεκαετία αργότερα σε κείνη τη γη, δε σταμάτησε να τρέχει ποτέ, και που ακόμα και οι Ταραουμάρα θεωρούσαν λιγάκι …τρελό.
Και πόσα, πόσα πράγματα ακόμα! Θα μπορούσα να γράφω σελίδες μέχρι αύριο.
Αυτό δεν ήταν βιβλίο, τελικά. Είναι κυριολεκτικά ένα έπος για το πιο αρχέγονο ένστικτο του ανθρώπου: Της φυγής, της αναζήτησης, της επιβίωσης, της ελευθερίας, μέσα σε κάτι λιγότερο από 300 σελίδες.
Και το καλύτερο θα μας έρθει με την ταινία, όπου πρωταγωνιστής θα είναι ο αγαπημένος μου Μάθιου Μακόναχι (μετράω μέρες, έτσι;)
Από ό,τι είδα κάποιοι του αθλήματος εντόπισαν αντιφάσεις και υπερβολές στο βιβλίο. Αναγνωστικά και μόνο, δε με ένοιαξε στιγμή. Από την άλλη βέβαια, είναι επικίνδυνες οι λάθος επιρροές. Πολλοί δρομείς υιοθέτησαν το μινιμαλιστικό στυλ των Ταραουμάρα, απορρίπτοντας τα παπούτσια, τρέχοντας με κάτι που έμοιαζε περισσότερο με λαστιχένια κάλτσα, όμως ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει τίποτα κοινό με τους Ταραουμάρα για να μπορεί να τρέξει έτσι και σαφώς μετά από πολλούς τραυματισμούς ξαναφορέσανε τα πανάκριβα παπούτσια τους.
3-32-1190
Να πούμε και τα της έκδοσης: Γενικά μου αρέσουν τα βιβλία της Key Books. Όσα έχω είναι πολύ προσεγμένα αισθητικά και το γενικότερο περιεχόμενό τους πάντα ενδιαφέρον (όπως το μικρούλι Έξω απ’ τα δόντια του Lois και το Άγρια της Strayed). Κι εδώ παραλίγο να πω τα ίδια, αλλά δεν τα λέω γιατί εντόπισα ένα δυο mistypes, και δε θα το ανέφερα καν, αν δεν εντόπιζα άλλα δυο τρία από τη μέση και πέρα, και αν το ένα από αυτά δεν ήταν στο οπισθόφυλλο – απαράδεκτο να υπάρχει λάθος στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου ρε παίδες.
Αν δεν αγαπάς το τρέξιμο, προφανώς το βιβλίο δε θα σου γεννήσει καμιά τρελή επιθυμία να ξεχυθείς στους δρόμους με σκοπό να προπονηθείς για να γίνεις ο επόμενος υπερμαραθωνοδρόμος. Αλλά σίγουρα θα σε κάνει να φορέσεις τα αθλητικά σου και να βγεις έστω μέχρι το κοντινό σου πάρκο. Στις 6 το πρωί. Μόνος. Για ένα γύρο. Κι ίσως τελικά σ’ αρέσει.
Έχω διαβάσει πολλά ωραία βιβλία ρε παιδιά. Πολλά και υπέροχα βιβλία. Αλλά αυτό ήταν το πιο αδιανόητα τρελό κι απίθανο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ μου.
Κατερίνα Χαρίση
Advertisements

Ξεκίνησα το εν λόγω βιβλίο μην έχοντας και πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ένα ακόμη βιβλίο της Σουηδής σούπερ σταρ συγγραφέα. Γενικότερα, διαβάζοντας τα προηγούμενα βιβλία της, αυτό που μου άφηναν ήταν η αίσθηση του ατελούς, του μη ολοκληρωμένου. Εστίαζε πολύ στα αισθηματικά/οικογενειακά των ηρώων της και ξέχναγε να ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα που μας απασχολεί όλους όσοι διαβάζουμε αστυνομική λογοτεχνία. Το έγκλημα!

Στην Μάγισσα λοιπόν, η φίλτατη Καμίλλα μου έκανε την απόλυτη έκπληξη. Είναι μακράν το καλύτερό της μυθιστόρημα και για πρώτη φορά μπορώ να πω ότι αξίζει να κατηγοριοποιηθεί ως αμιγώς αστυνομικό. Δεν του λείπουν βέβαια οι αναφορές στα προσωπικά του καθενός από τους πρωταγωνιστές και τους δευτεραγωνιστές της ιστορίας. Ωστόσο, σε ένα βιβλίο των 800 και βάλε σελίδων, οι 20-25 σελίδες που αφιέρωσε να περιγράφει το γάμο της πεθεράς της, τις ανασφάλειες της αδελφής της κτλ, περνάνε σχεδόν απαρατήρητες και τις χαλαλίζεις ευχαρίστως. Επιπλέον, οι περιγραφές της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, ανεβάζουν την ποιότητα του έργου και το οδηγούν σε ένα άλλο επίπεδο.

Στην ιστορία αυτή, για πρώτη φορά επίσης, βλέπουμε το alter ego της συγγραφέως, την Έρρικα Φαλκ, να ανακατεύεται λιγότερο από άλλες φορές στην έρευνα κι αυτό μετά από την παραίνεση του συζύγου τους και αστυνομικού, Πάτρικ Χέντρστρεμ. Κοινώς, δεν φυτρώνει εκεί που δεν την σπέρνουν! Επίσης, ο “ευνουχισμένος” σχεδόν Πάτρικ, των προηγούμενων βιβλίων της, ξαφνικά απόκτησε υπόσταση και στιβαρή παρουσία. Προφανώς η Λακμπεργκ “ακούει” τα σχόλια των αναγνωστών της, τα οποία πολλές φορές έθιξαν αυτό το θέμα.

Γενικότερα, το βιβλίο ήταν πολύ πιο ισορροπημένο από τα προηγούμενα. Η ιστορία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και οι αναδρομές στο παρελθόν, σύντομες, περιεκτικές και συγκινητικές. Κάπου διάβασα στο ίντερνετ, ότι η ιστορία της “μάγισσας” Έλιν που εξιστορεί, είναι αληθινός θρύλος της Σουηδίας. Μάλιστα και ι ίδια η συγγραφέας κάνει μια σχετική αναφορά στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Επί της ουσίας, πρόκειται για τρεις ιστορίες οι οποίες εκτυλίσσονται παράλληλα αλλά και σε τρεις διαφορετικές περιόδους.

Πλέον αυτού, η Καμίλλα αναφέρεται εκτενώς στο θέμα της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Ακόμη μια φορά, όπως το έχει κάνει πολλάκοις, μιλάει για την ομοφοβία, για τον ρατσισμό, για το bulling ανάμεσα στα παιδιά και τους εφήβους. Και μας παρουσιάζει ωμά και ρεαλιστικά τα αποτελέσματά τους.

Δεν θέλω να πλατειάσω άλλο, απλά θα πω ότι το απόλαυσα ειλικρινά το βιβλίο. Όπως προείπα, το θεωρώ το πιο ολοκληρωμένο βιβλίο της συγγραφέα. Νοιώθω ότι γράφοντάς το, η Λάκμπεργκ ωρίμασε λογοτεχνικά και αυτό φάνηκε στις αφηγήσεις της. Διαβάζοντάς το, ειλικρινά για πρώτη φορά ένοιωσα γοητευμένη.

Από μένα 8,5/10.

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου


Χοσέ Κάρλος Σομόθα

‘Πολλοί θα σκότωναν προκειμένου να μπορέσουν να δουν το μέλλον. Μερικοί θα πεθάνουν επειδή είδαν το παρελθόν’

Η Ελίσα Ρομπλέδο, νεαρή καθηγήτρια θεωρητικής φυσικής σε πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, έχει ένα παλιό μυστικό που τη βασανίζει. Όταν ένα πρωινό καταλαβαίνει ότι πρέπει να το βάλει στα πόδια για να σωθεί, ζητάει τη βοήθεια ενός συναδέλφου της από το Ινστιτούτο, του μοναδικού της φίλου. . . Μαζί του η Ελίσα θα αρχίσει να θυμάται τα σημεία-κλειδιά όσων συνέβησαν όταν ήταν μαθήτρια του έγκριτου επιστήμονα Νταβίντ Μπλάνες. Οι έρευνες του Μπλάνες πάνω στη λεγόμενη «θεωρία των χορδών» ίσως να καθιστούσαν εφικτό το ταξίδι στο χρόνο, στο μακρινό παρελθόν της ανθρωπότητας: στη σταύρωση του Ιησού ή ακόμα και στην εποχή των δεινοσαύρων· όμως, αντί γι’ αυτό, έφεραν ένα απροσδόκητο και τρομακτικό αποτέλεσμα. Δέκα χρόνια αργότερα η Ελίσα θα προσπαθήσει να αποφύγει το θανάσιμο κίνδυνο που κυκλώνει την ίδια και όσους συμμετείχαν σε εκείνα τα πειράματα: ο κίνδυνος απορρέει από την αδυσώπητη καταδίωξη μιας ομάδας αποφασισμένης να μάθει όλα τα μυστικά, καθώς και από την απειλή ενός άγνωστου εχθρού που έχει στόχο την εξόντωσή τους. 

Η θεωρία των χορδών είναι το δεύτερο βιβλίο του Σομόθα που διάβασα. Θα πρέπει να πω ότι λατρεύω τη φυσική και αυτό αποτέλεσε και ένα επιπλέον κριτήριο για την επιλογή του βιβλίου πέρα από το συγγραφέα που μου είχε δώσει ήδη σπουδαία δείγματα γραφής με την Κλάρα στο μισοσκόταδο. Σε αυτές τις περιπτώσεις βιβλίων υπάρχει πάντα η αμφιβολία σχετικά με το πως μπορεί ο συγγραφέας να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα. Και αυτό γιατί το να στηρίξεις ένα μυθιστόρημα σε μια πολλά υποσχόμενη αλλά συνάμα πολύπλοκη και αμφιλεγόμενη θεωρία, εγκυμονεί πάντα τον κίνδυνο να γίνεις βαρετός, ακαταλαβίστικος ή ακόμα και γελοίος….


Αυτά ίσως ισχύουν για κάποιους, αλλά όχι για τον Σομόθα. 


Ο Σομόθα με απαράμιλλη συγγραφική δεινότητα που ξεπερνάει την πρωτοτυπία της σύλληψης, σε καθηλώνει σε μια συναρπαστική αλλά και σκοτεινή ιστορία που δείχνει το μέλλον ατενίζοντας παράλληλα το παρελθόν. 
Ο Σομόθα ανακατεύει στο μαγικό του τσουκάλι τη φυσική, την ψυχολογία και το μυστήριο και εξάγει ένα αποτέλεσμα υψηλής λογοτεχνικής αξίας χρησιμοποιώντας ένα πυκνό αλλά και ουσιώδη λόγο. 


Οι προσωπικές αγωνίες των πρωταγωνιστών που ο μαέστρος Σομόθα έχει φροντίσει να σκιαγραφήσει με γλαφυρό τρόπο, η συνεχής αντιπαράθεση με το άγνωστο, τα μυστικά που κρύβονται μέσα απ τα μισόλογα, ανεβάζουν κατακόρυφα την αγωνία «αναγκάζοντας» τον αναγνώστη να συνεχίσει. 


Παράλληλα, μέσα στον κόσμο που δημιουργεί ο Ισπανός, κυριαρχεί η παρουσία του μεγάλου αδελφού που συντρίβει τις ζωές των πρωταγωνιστών, ενδυναμώνοντας το φόβο που ήδη νιώθουν για την εξέλιξη του πειράματος που επέλεξαν και επελέγησαν να συμμετάσχουν. Ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού, τη δυνατότητα και την ηθική νομιμοποίηση της επέμβασης του ανθρώπου στο θεικό εποικοδόμημα λειτουργώντας ως μικροί θεοί, περνούν μέσα απ τις σελίδες του βιβλίου ιντριγκάροντας τον αναγνώστη και σε ένα δεύτερο επίπεδο του δίνουν άφθονη τροφή για σκέψη. 


Το βιβλίο αμφισβητεί τις σταθερές των πρωταγωνιστών σχετικά με τον κόσμο που ζουν παράγοντας τα ίδια αποτελέσματα και σε όσους διαβάζουν το βιβλίο. Και όταν κάτι πάει στραβά αυτοί δείχνουν αδύναμοι να πιαστούν από κάπου υποκύπτοντας τελικά στα όρια που βάζει η ίδια η φύση. Ο χρόνος θα αποδείξει αν αποδειχθεί προφητικός.


Κύριε Σομόθα υποκλίνομαι..

Στα λίγα αρνητικά του βιβλίου είναι η χρήση της προοικονομίας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αρκετά συχνά χωρίς κατά την ταπεινή μου άποψη να συντρέχει λόγος.

 

Σημείωση:
H θεωρία των χορδών υπόσχεται την συνένωση των δύο βασικών θεωριών της φυσικής του 20ου αιώνα, της γνωστής θεωρίας της σχετικότητας του Αινστάιν που εξηγεί τις συμπεριφορές των μεγαλύτερων πραγμάτων στο σύμπαν, αστέρια, γαλαξίες, ακόμη και το σύμπαν καθεαυτό και της κβαντομηχανικής που εξηγεί καλύτερα τα μικρά πράγματα του σύμπαντος – μόρια, άτομα, υποατομικά σωματίδια κ.λ.π. Πρόκειται δηλαδή για μια θεωρία των πάντων.

 

Άντυ

Όσοι διαβάζετε και κατέχετε λίγο από το διαδίκτυο, σίγουρα ξέρετε και το Goodreads – το Trip Advisor της λογοτεχνίας όπως το αποκαλούν ορισμένοι (όχι και τόσο κολακευτικά), ή αντίστοιχα άλλα σάιτ και γκρουπς και σελίδες όπου έτεροι αναγνώστες παραθέτουν την αναγνωστική τους εμπειρία συνοδευόμενη και/ή από μια βαθμολογία.

Τώρα, αν βγάλετε απ’ έξω αυτούς που διαβάζουν μονίμως σαβούρα και την άποψή τους δε χρειάζεται να την πάρετε ποτέ στα σοβαρά, αν βγάλετε κι αυτούς που γράφουν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια πέραν της προσωπικής τους εμπειρίας από το εκάστοτε βιβλίο – φιλία με το συγγραφέα, συγγένεια με το συγγραφέα, κουμπαριά με το συγγραφέα, υποχρέωση στο συγγραφέα/τον εκδότη/το χ-ψ σάιτ που τους φιλοξενεί, οικονομικό όφελος ή ο,τιδήποτε άλλο, αν βγάλετε και τα τρολς – αυτούς που φροντίζουν πάντα να θάβουν ένα βιβλίο χωρίς κανένα επιχείρημα και με αιτιολογία αόριστη «Δε μου άρεσε!», «Βαρετό!», μας μένει μια αρκετά μεγάλη μερίδα αναγνωστών που αξίζει να παρακολουθεί κανείς και, παρόλο που θα βρεθείτε πολλές φορές να διαφωνήσετε με την άποψή τους (η διαφωνία είναι ευλογία!) θα διαπιστώσετε ότι έχετε εμπιστοσύνη στα γραφόμενά τους και θα επιστρέψετε σε αυτούς.

Αν διαβάζετε απόψεις αναγνωστών πριν αγοράσετε κάποιο βιβλίο και αν σκέφτεστε ότι θα θέλατε να γράψετε και κάποια δική σας, παρακάτω μερικές χρήσιμες συμβουλές. Δε χρειάζεται να πάρετε καμία στα σοβαρά στην τελική, όλα είναι θέμα morality και common sense – κουβέντα να γίνεται και κρατήστε τα σε μια ακρίτσα του μυαλού σας για όποτε/αν το αποφασίσετε.

Η ειλικρίνεια είναι το πιο σημαντικό

Να είστε ειλικρινείς στις απόψεις σας. Δεν είναι δύσκολο, αλήθεια. Αποστασιοποιηθείτε από το πρόσωπο (συγγραφέας) και εστιάστε στο έργο. Το κάθε βιβλίο δεν κρίνει ούτε το συνολικό έργο του κάθε συγγραφέα (εκτός αν γράφει απανωτές μάπες), ούτε φυσικά τον ίδιο ως άνθρωπο (αν κι εδώ μπορεί να υπάρξουν ενστάσεις).

Αν σας συνδέει μια οποιαδήποτε σχέση μαζί του, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος να είστε ειλικρινής. Διαφορετικά α) δεν τον βοηθάτε β) αν είναι τόσο κομπλεξικός που δε δέχεται τις απόψεις των άλλων, πρέπει μάλλον να αλλάξει δραστηριότητα (ας κεντάει) και επίσης να κοιτάξετε το ενδεχόμενο επανεξέτασης της σχέσης σας (δεν σας αξίζουν οι κομπλεξάρες).

Αν πάλι έρχεστε σε τόσο δύσκολη θέση, αφήστε το τελείως. Μη γράφετε τίποτα. Πρέπει σώνει και καλά μια δημόσια αναγνωστική εμπειρία που θα μοιραστείτε, να είναι από το χάλια βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας κολλητός σας; Αφήστε να το θάψουν άλλοι (που δεν τον ξέρουν και δεν τους νοιάζει).

Μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα.

Μπορείτε να είστε απόλυτα ειλικρινής με όμορφο τρόπο κι επιχειρηματολογώντας. Αν φυσικά σας ενδιαφέρει πραγματικά να παραθέσετε μια ολοκληρωμένη άποψη που θα ωφελήσει κάποιον συγγραφέα (πρακτικά) και τους αναγνώστες (οικονομικά) κι όχι να περάσετε την ώρα σας λέγοντας ότι κάτι κάνατε.

Ο χαβαλές είναι αποδεκτός (εννοείται!) και σε ορισμένα βιβλία μόνο ο χαβαλές ταιριάζει. Όμως κι εκεί υπάρχει όριο, και το «είμαι ειλικρινής» δε σημαίνει ότι προσβάλλω. Άσχετα αν συνήθως ο κρινόμενος προσβάλλεται. Για την ακρίβεια και αν μιλάμε με ελληνικά δεδομένα, ο κρινόμενος πάντα θα προσβληθεί, ό,τι και να του γράψεις, εκτός κι αν είναι ύμνος (λες και του χρωστάς τη ζωή), οπότε μη δίνετε σημασία στους εγωμανείς γραφιάδες του ελληνικού ρεπερτορίου και πείτε μας απλά τη γνώμη σας.

Αφήστε λίγο χρόνο να περάσει πριν γράψετε. Θα δείτε ότι θα είναι πιο εύκολο, πιο αντικειμενικό, πιο αξιόπιστο το κείμενό σας.

Απευθύνεστε στους αναγνώστες, που λυπούνται το ίδιο τα λεφτουδάκια τους όπως κι εσείς. Αν χρωστάτε κάτι σε κάποιον, αυτό είναι η ειλικρίνεια σ’ αυτούς που αγοράζουν τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι.

Αν πάλι συγγραφέας σας έχει ζητήσει την άποψή σας, τότε εκεί επιβάλλεται η ειλικρίνεια – γιατί να το κάνει, αν δεν είναι σίγουρος ότι θα επισημάνετε τα όποια σημεία ώστε να βοηθηθεί; Έχει εμπιστοσύνη στην άποψή σας!

Επιβάλλεται και η προσοχή (βλέπε «μην μπερδεύετε την ειλικρίνεια με την καφρίλα). Σας τα λέω έχοντας υπάρξει ΠΟΛΥ κάφρος σε διαδικτυακές βιβλιοαπόψεις. Δεν έχω μετανιώσει παρά μόνο για το χρόνο που σπατάλησα να διαβάσω ένα ηλίθιο βιβλίο για να το θάψω μετά. Totally wasted time, δεν υπάρχει λόγος κανένας να το κάνει κανείς. Εκτός αν θέλετε να ξεσπάσετε κάπου ξερωγώ, ε ρίχτε τα σε ένα βιβλιοπολτό. Μικρό το κακό, μίνορ ντάματζ.

Το λοιπόν, δεν υπάρχει άλλη συμβουλή. Η αλήθεια είναι το παν σε αυτά τα παιχνίδια, και το μόνο που έχετε να ρισκάρετε είναι η αξιοπιστία σας – κι εκτός αν ζείτε από τις διαδικτυακές σας απόψεις και ζείτε καλά, με καλό μισθό, πλήρη ασφάλιση, αυτοκίνητο, πριμ, άδειες μετ’ αποδοχών, παροχές (λάπτοπ, τάμπλετ, κινητό, διακοπές, διαμέρισμα στην Πλάκα) και τα ρέστα, ΔΕΝ αξίζει να τη χάσετε για καμία ιντερνετική (και άκρως προσποιητή) συμπάθεια από τους συγγραφείς που σας έχουν – τραστ μι – χεσμένους.

Αυτά ρε αγάπες. Αντίλ νεξτ τάιμ.

 

Κατερίνα Χαρίση

Το μύθο με τον ψεύτη βοσκό είμαι σίγουρη πως τον ξέρετε. Το κωλόπαιδο φώναζε συνέχεια λύκος-λύκος για να κάνει τους άλλους να τρέχουν κι όταν εμφανίστηκε ο κακός ο λύκος στ’ αλήθεια, τον έγραψαν όλοι στα τέτοια τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βιβλίο στην Ελλάδα: Γεμίσαμε από ψεύτες βοσκούς.

Δυστυχώς το διαδίκτυο δεν κάνει διακρίσεις …αξιοπιστίας στο τι ανεβαίνει και τι εμφανίζεται στις οθόνες μας κάθε φορά που ψάχνουμε το κάθε τι.

Δυστυχώς και ο Άντυ Γουόρχολ έχει συντριπτικά επαληθευτεί: Όλοι θέλουν τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητάς τους. Και θα κάνουν τα πάντα για να τα έχουν. Ακόμα και να ρισκάρουν/θυσιάσουν/ξεπουλήσουν την αξιοπιστία τους.

Υπάρχει μια έξαρση μπλόγκερς/βιβλιοκριτικών, αντιστρόφως ανάλογη με το αναγνωστικό δυναμικό της χώρας.

Συν τον έναν καταστροφικό συνδυασμό λέξεων: Βιβλίο – Συγγραφέας – Παρουσίαση/Κριτική – Τηλεόραση/Ραδιόφωνο.

Κάθε ένας που γράφει μια μαλακία αυτοβαφτίζεται και συγγραφέας.

Κάθε θεωρών εαυτόν συγγραφέας αυτοθεωρείται και σημαντικό πρόσωπο.

Αυτό έχει την εξής συνέπεια: Κάθε ένας που θα διαβάσει τη μαλακία του πρώτου και με πρόσβαση στο διαδίκτυο θα αυτοβαφτιστεί βιβλιοκριτικός και θα ανοίξει ένα μπλογκ.

Κι ύστερα κάθε τυπογράφος-εκδότης θα εξαγοράσει τον βιβλιομπλόγκερ με δωρεάν βιβλία για να συνεχίσει να διαβάζει τις μαλακίες των πρώτων και να γράφει.

Αποτέλεσμα, ένα οβερντόουζ διθυράμβων επί των μαλακιών.

Το θέμα τώρα ποιο είναι και που όλοι αυτοί επιλέγουν να αγνοούν συστηματικά; Και προσέξτε, λέω επιλέγουν να αγνοούν, ΔΕΝ αγνοούν πραγματικά. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς σε «βρίσκουν και τα κάνουν.»

Ο αναγνώστης.

Δεν.

Είναι.

Μαλάκας.

Δείτε λίγο τι γίνεται με όλα αυτά τα μπλογκς που ξεφυτρώνουν ωσάν τα μανιτάρια μετά τη βροχή (ή εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή) και όλους αυτούς τους …βιβλιοκριτικούς που δυστυχώς αποτελούν την πλειοψηφία (ή σχεδόν μονοπωλούν) το κριτήριο της επιλογής των επόμενων αγορών μας (=όπου «μας», οι αναγνώστες) και δυστυχώς οι αναγνώστες πέφτουν ολοένα και περισσότερο πάνω τους κάθε φορά που ψάχνουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν/αγοράσουν.

Αρχικά γράφουν οι ίδιοι και γράφουν ύμνους. Οι συγγραφείς θα αρπάξουν την ευκαιρία να διαφημιστούν/προωθηθούν και θα στείλουν το βιβλίο τους μαζί με σαλιάρικες ευχαριστίες και γλοιώδη κομπλιμέντα για τις …κριτικές ικανότητες των μπλόγκερς κι ύστερα θα ακολουθήσουν και οι εκδότες/τυπογράφοι με τα ίδια κριτήρια διαφήμισης και για τους ίδιους λόγους προώθησης. Οι μπλόγκερς δεν προλαβαίνουν, πελαγώνουν από το …φόρτο εργασίας, έτσι ζητούν κι από άλλους να συμμετέχουν (συνήθως το κάνουν με μορφή αγγελίας ζήτησης εργατικού δυναμικού: «Ζητούνται άτομα να στελεχώσουν μπλα, μπλα, μπλα»).

Αυτομάτως έχουμε μια ολόκληρη αρμάδα γραφιάδων πίσω από έναν μπλόγκερ, ο μπλόγκερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και: α) πουλάει κι από κανένα βιβλίο, β) βάζει διαφημίσεις στο μπλογκ του ώστε να έχει έσοδα, γ) διατηρεί κι ενισχύει το …trademark του ως σοβαρός επαγγελματίας βιβλιοκριτικός πιάνοντας τον παλμό και πηγαίνοντας σε παρουσιάσεις, βγάζοντας τις απαραίτητες φωτό του φβ, κάνοντας παρέα με συγγραφείς κι εκδότες = κερδίζει τα 15 δεύτερα διασημότητάς του.

Και όλα καλά, έτσι;

ΟΧΙ.

Πρέπει να καταλάβετε ορισμένα ουσιώδη πράγματα, όλοι εσείς που γράφετε γι αυτούς:

Α) Δεν τους χρωστάτε τίποτα.

Β) Δεν δουλεύετε γι αυτούς.

Γ) Δεν σας προσλαμβάνουν, δεν σας δίνουν μισθό, δεν σας κολλάνε ένσημα.

Δ) ΑΥΤΟΙ, ζούνε από ανθρώπους σαν κι εσάς.

Ε) ΑΥΤΟΙ, βγάζουν λεφτά και ζούνε από ανθρώπους που ξοδεύουνε χρόνο και κόπο ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΤ) ΔΕΝ έχετε ΚΑΜΙΑ υποχρέωση να γράφετε αυτό που θέλουν ( κι ας μην σας το ζητάνε πάντα ευθέως), δε θα κερδίσετε ποτέ τίποτα, σας έχουν χεσμένους.

Και κάτι ακόμα: Όλο αυτό προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Ο αναγνώστης θα ξεγελαστεί μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Μπορεί και τρίτη και τέταρτη. Όμως αργά η γρήγορα θα βρει την άκρη του νήματος και θα το μαζέψει το κουβάρι.

Ο αναγνώστης ΞΕΡΕΙ ποιοι είναι αυτοί που γράφουν επειδή παίρνουν δωρεάν βιβλία και ΞΕΡΕΙ πια ότι για να συνεχίσουν να παίρνουν δωρεάν βιβλία και να διατηρούν τα 15 δεύτερα διασημότητάς τους ΠΡΕΠΕΙ να γράφουν ύμνους, αλλιώς οι εκμεταλλευτές συγγραφείς κι εκδότες θα βρουν κάποιον άλλο να γράφει τους ύμνους. Και ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι η ειλικρινής άποψη ενός αναγνώστη αλλά ένα ξεδιάντροπο κωλογλύψιμο με μοναδικό σκοπό το δωρεάν βιβλίο/παρεάκι με το συγγραφέα/15 δεύτερα διασημότητας, έτσι ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι αλήθεια.

Αλλά και να είναι κάποιες φορές, λίγη σημασία έχει. Ο ψεύτης βοσκός, θυμάστε;

Έτσι αργά ή γρήγορα, όλοι ξέρουμε ποιους να ΜΗΝ διαβάζουμε επειδή μας λένε ψέματα. Κι αν κάποιος συγγραφέας έχει γράψει πραγματικά κάτι καλό, δεν έχει σημασία. Αυτός που θα γράψει γι αυτόν, είναι ήδη ψεύτης βοσκός. Δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Ωραία είναι να παίρνεις τζάμπα τις νέες κυκλοφορίες (άσε που μπορείς και να τις πουλήσεις μετά, να βγάλεις και κάτι). Ωραία είναι και να φοράς τα καλά σου και να σε πετυχαίνει ο φακός σε ολοφάνερα τυχαία στημένες στάσεις δίπλα στον επόμενο συγγραφέα της χρονιάς. Όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθείτε: Αξίζουν αυτά περισσότερο από την αξιοπιστία σας;

Τι προτιμάτε; Να γίνετε γνωστοί (δυστυχώς ή ευτυχώς, αχανής και απίστευτα μικρός ο κόσμος του διαδικτύου και μη, τα ονόματά σας τα γνωρίζουμε όλοι) ως τσιράκια και να μην πιστεύει κανείς λέξη από όσα γράφετε (ακόμα κι αν κάποτε παραδόξως γράψετε την αλήθεια), ή όσοι σας διαβάζουν να ξέρουν ότι από εσάς θα μάθουν μόνο την αλήθεια – έστω κι αν η αλήθεια σχετικά με την ανάγνωση είναι κυρίως κάτι το υποκειμενικό;

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες για το πώς κάποιος μπορεί να αυτοχρηστεί κριτικός, γιατί για αυτοχρησμό πρόκειται. Αυτό το να αυτοχρήζεται κάποιος κριτικός βιβλίου ήταν πιο περιορισμένο την εποχή του έντυπου τύπου και πριν την εισβολή του ιντερνέτ στη ζωή μας. Σήμερα τα πράγματα είναι απλά: ό,τι δηλώσεις είσαι. Τότε, πέρα από τις γενικότερες γνώσεις που χρειαζόταν να έχεις για το βιβλίο και την παραγωγή του ή τον συγγραφέα (που πολλές φορές απαιτούσε και την προσωπική γνωριμία), έπρεπε να ξέρεις και να γράφεις. Σήμερα, αρκεί να ανοίξεις ένα μπλογκ, να βάλεις τη φωτογραφία ενός βιβλίου, σε περιορισμένα ελληνικά να γράψεις για τα σύννεφα που σου δόνησαν τα μέσα σου και αυτομάτως αυτό-ονομάστηκες κριτικός βιβλίου.

ovi_greece_0117_019aΑυτό που ειρωνικά πολλές φορές λέγεται για τους κριτικούς, γενικότερα έχει μια δόση αλήθειας. Ο κριτικός βιβλίων, για παράδειγμα, είναι αποτυχημένος συγγραφέας. Αλλά για να είσαι αποτυχημένος συγγραφέας πρέπει πρώτα να ήσουν συγγραφέας. Να έχεις γράψει και εκδόσει βιβλίο που μετά μπορεί να απέτυχε για διάφορους λόγους , που μπορεί και να συμπεριλαμβάνουν τη λάθος επιλογή χρόνου έκδοσης ή τη λάθος προβολή του κι όχι αποκλειστικά το περιεχόμενό του. Κριτικό βιβλίου δεν σε κάνει το ότι έχεις διαβάσει όλα τα Χάρρυ Πόττερ.

Αυτό το αλαλούμ με τους αυτό-αποκαλουμένους κριτικούς βιβλίων (και γενικότερα τέχνης), το εκμεταλλεύτηκαν αυτοί που όπως εμμένουν τα μυθιστορήματα μυστήριου, έχουν το κίνητρο για έγκλημα:  οι εκδότες. Και τι άλλο κίνητρο θα μπορούσαν να έχουν εκτός από το Cherchez la femme, από το χρήμα; Εδώ είναι βέβαια και η μεγάλη ειρωνεία. Αυτοί οι ίδιοι που με μεθόδους Κολομβιανού καρτέλ ναρκωτικών εκμεταλλεύονται μέχρι δακρύων τους πραγματικούς εργάτες του βιβλίου (συγγραφείς, σχεδιαστές, μεταφραστές, διορθωτές κ.α.), πουλάνε το βιβλίο με λογική και τιμές ναρκωτικών, και στο τέλος μιλάνε πάλι με ύφος Κολομβιανού έμπορα ναρκωτικών, δικαιολογώντας τις τιμές και το πολλές φορές κακό προϊόν τους σαν συμβολή- όχι στη διασκέδαση, αλλά τον …πολιτισμό.

Η χρήση της λέξης «προϊόν» αντί της λέξης βιβλίο, ήταν συνειδητή γιατί για τους περισσότερους εκδότες το βιβλίο είναι τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, δέκα στην τσέπη. Κι από τη στιγμή που το βλέπουν αυτοί σαν προϊόν που θα αποφέρει κέρδος, αντίστοιχα κι εγώ θα πρέπει να το βλέπω σαν προϊόν που μου ανταποδίδει σε είδος αυτό που πληρώνω σε χρήμα.

Όλα αυτά υπάρχουν παντού, αλλά υπάρχουν και δικλείδες που προφυλάσσουν τόσο τους συγγραφείς και τους εργάτες του βιβλίου, όσο και τους αναγνώστες. Στην Ελλάδα δυστυχώς, και ειδικά στην Ελλάδα του ντεμέκ και της αρπαχτής (που δεν τα έφεραν τα μνημόνια, μάλλον αυτά έφεραν τα μνημόνια), όλα είναι σε υπερθετικό βαθμό και φυσικά και οι …κριτικοί βιβλίου.

Στην Ελλάδα το «ό,τι δηλώνω είμαι» δεν είναι κατάσταση, είναι δόγμα και στην περίπτωση του βιβλίου είναι και καρκίνωμα γιατί φυσικά και σε αυτό το έγκλημα υπάρχουν τα κίνητρα και υπάρχουν και οι εκδότες. Οι εκδότες που εκμεταλλεύονται αυτή την ασυδοσία – και δει την διαδικτυακή – για να στήσουν φάμπρικες δουλικών με την επωνυμία …κριτική βιβλίων (μου) και ΣΙΑ ΑΕ με αντάλλαγμα …βιβλία και 10 λεπτά κουτσομπολίστικης διαδικτυακής διασημότητας.
Όταν ο Μάριος Πλωρίτης – για να αναφέρω ένα όνομα που ελπίζω να το θυμούνται κάποιοι – έκανε κριτική βιβλίου, είχε στην πλάτη του 11 βιβλία θεωρητικά για την τέχνη, τη γραφή και το θέατρο, και πάνω από 100 μεταφράσεις θεατρικών έργων. Οι δε κριτικές του, τα κείμενά του, ήταν από μόνα τους μάθημα της Ελληνικής γλώσσας. Σε αυτόν τον άνθρωπο προσπαθεί να στηθεί δίπλα του ένα παιδάκι που έχει ανοίξει ένα μπλογκ που το ονομάζει κριτική βιβλίου και σε συνέντευξη που πηρέ από ελλην. «συγγραφέα» – άλλο θέμα αυτό – ήθελα να πάρω κόκκινο στυλό να διορθώνω τα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Το κείμενο δεν το διάβασα, με τύφλωσαν τα ελληνικά και οι υπερβολές, ή καλυτέρα το γλείψιμο που μάλλον ήταν εντολή του εκδοτικού, που πίσω από την κουρτίνα δυο, χορηγεί το μπλογκ. Το πολύ χειρότερο; Το συγκεκριμένο παιδάκι με τον αέρα του «ό,τι δηλώνω είμαι» είναι και τσαμπουκάς προς όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ελπίζω εκτός από κριτικός να μην είναι και Κρητικός και έχει μπερδευτεί.

Πάμε όμως στο θέμα κριτική βιβλίου, γιατί το θέμα ποιος είναι ‘ποιος’ και ‘τι’ σε σχέση με το βιβλίο στην Ελλάδα, είναι τεράστιο και θα έχουμε ελπίζω, όλο το χρόνο μπροστά μας να το αναλύσουμε.

Όπως είπα στην αρχή, στην κριτική βιβλίου δεν υπάρχουν κανόνες. Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που υπάρχει είναι προσωπικοί ηθικοί κανόνες και ουσιαστική αντίληψη για τη δουλειά του κριτικού βιβλίου. Για να υπάρξει όμως ουσιαστική αντίληψη, πρέπει να υπάρχουν κι ορισμένα στοιχεία. Γνώση του τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας και μάλιστα συγγραφέας που έχει εκδόσει βιβλίο. Δεν είναι το πιο σημαντικό, αλλά έχοντας τη γνώση έκδοσης ενός βιβλίου έχεις και τη γνώση αυτών που κάνουν ένα βιβλίο καλό, έχεις μπει στη διαδικασία να παρακολουθήσεις από τη διόρθωση μέχρι την εκτύπωση και ξέρεις τι θα κάνει ένα βιβλίο ελκυστικό για κάποιον που η πρώτη του επαφή μαζί του είναι καθαρά οπτική και στο βιβλιοπωλείο.

Ένας άνθρωπος που το μοναδικό που έχει γράψει στη ζωή του, είναι πόσο παχουλά είναι τα λευκά συννεφάκια και το έδειξε στη μαμά του ή στον γκόμενο για να τους πει μπράβο, δεν μπορεί να κρίνει τον κόπο και πολλές φορές τη συγγραφική αγωνία του άλλου. Παράλληλα δεν θα καταλάβει ότι κάποιος άλλος τον κορόιδεψε γράφοντας ένα βιβλίο με κλισέ που θα αρέσουν στο συγκεκριμένο αναγνώστη χωρίς να έχει τίποτα περισσότερο να του προσφέρει. Παχουλά λευκά συννεφάκια θα πάρει.
Αυτός που θέλει να κάνει κριτική βιβλίου λοιπόν, πρέπει να έχει γνώση όλης της γραμμής παραγωγής ενός βιβλίου και να θυμάται ότι, ναι ο συγγραφέας σηκώνει μεγάλο βάρος αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο σχεδιαστής, ο διορθωτής ή αυτός που επιβλέπει το layout ενός βιβλίου είναι απλοί κομπάρσοι. Αδιάφορα του ποσοστού συμβολής του καθενός, ένα βιβλίο είναι αποτέλεσμα της δουλειάς όλων και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο όταν ένα βιβλίο κρίνεται, κρίνεται σαν σύνολο κι όχι αποσπασματικά.

Θα ανέρθω σε προσωπικό παράδειγμα. Υπάρχει ελληνικός και μάλιστα πετυχημένος ελληνικός εκδοτικός οίκος, που από το 1982 δεν έχω αγοράσει ποτέ ξανά βιβλίο του, παρόλο που κατά περιόδους έχει κάνει εκδόσεις που με ενδιαφέρουν. Ο λόγος απλός, ο εκδότης στην προσπάθεια μεγαλύτερου κέρδους αδιαφόρησε συνειδητά για την ποιότητα του βιβλίου. Έτσι εγώ βρέθηκα με βιβλία που είχαν σελίδες κομμένες στη μέση, κακοτυπωμένες και με μουτζούρες που έκαναν αδύνατο το διάβασμα, ανάποδα κολλημένες ή ακόμα και να λείπουν. Αυτό δυστυχώς όχι σε ένα. Αλλά και σε ένα να ήταν, αυτό που πρέπει να καταλάβετε είναι ότι ΔΕΝ επιτρέπεται. Υποτίθεται ότι υπάρχει έλεγχος στο τυπογραφείο που αυτά τα βιβλία πετιούνται. Δεν πάνε στο καλάθι για μισή τιμή, δεν πάνε σε βιβλιοθήκες και σχολεία, πετιούνται. Το ότι έφτασε στα χέρια μου ένα τέτοιο βιβλίο δείχνει τι σκέφτεται ο εκδότης για μένα και με προσβάλλει.

Αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψη του ο κριτικός. Τα βιβλία δεν τυπώνονται σε χαρτί εφημερίδας. Τελεία και παύλα. Ένα βιβλίο που είναι τυπωμένο σε χαρτί εφημερίδας είναι κακό και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να το αναφέρει. Την ηθική ξέρετε γιατί; Γιατί το βιβλίο στοιχίζει και μάλιστα στοιχίζει ακριβά. Στοιχίζει πολλά μπουκάλια γάλα για το παιδί αυτού που το αγοράζει και στην σημερινή Ελλάδα στοιχίζει ακόμα πιο ακριβά, κι ο κριτικός βιβλίου έχει την ηθική υποχρέωση να προφυλάξει αυτόν που στο τέλος θα πληρώσει.

Εδώ ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να αναφερθούμε και σε κάτι άλλο. Η συνήθως σκέψη είναι ότι η κριτική βιβλίου έχει να κάνει με την προσωπική αισθητική και στο τέλος είναι θέμα προσωπικής άποψης. Λάθος. Έχει να κάνει ΚΑΙ με την προσωπική αισθητική αλλά όχι μόνο. Ένα κακογραμμένο βιβλίο με πολλά ορθογραφικά λάθη, που είναι ευθύνη και του συγγραφέα και του διορθωτή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλό επειδή η ιστορία κάπου έκανε κλικ στην προσωπική αισθητική μας. Μου άρεσε η ιστορία, δεν είναι αρκετό για να δώσεις 20 ευρώ. Αυτή η ενημέρωση είναι ευθύνη του κριτικού, που βέβαια το παιδάκι με το μπλογκ ούτε καταλαβαίνει για τι μιλάω, αφού πέρασε από τον κάπτεν Αμέρικα και τον Τιραμόλα στην Χρυσηίδα και μετά δήλωσε ειδικός στα βιβλία.

Αυτά όλα έχουν να κάνουν με το 25% της κριτικής ενός βιβλίου, αλλά με αυτό το 25% να έχει βάρος στην τσέπη του αναγνώστη και ο κριτικός έχει την ηθική υποχρέωση να τη σέβεται, κόντρα μάλιστα στον εκδότη. Το υπόλοιπο 75% βαραίνει τον συγγραφέα και το δημιούργημά του. Εκεί κι αν το κείμενο είναι σωστό και καλογραμμένο μπαίνει η προσωπική αισθητική του συγγραφέα, αλλά ακόμα κι αυτή η αισθητική θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένη. Το αν σ’ αρέσει η όχι να έχεις στο σπίτι σου έναν πίνακα του Πικάσο είναι αναμφίβολα δικό σου δικαίωμα και θέμα προσωπικής αισθητικής, αυτό όμως δεν σου αποκλείει να εκτιμήσεις το έργο του Πικάσο, τη συμβολή του στην τέχνη και τους συμβολισμούς του, ακόμα κι όταν πρόκειται για ένα συγκεκριμένο έργο του που εσύ δεν θα έβαζες ποτέ στο σπίτι σου.

Πολλοί έχουν ακούσει το όνομα Χέμινγουεϊ στην Ελλάδα, με λύπη μου έχω διαπιστώσει ότι λίγοι έχουν διαβάσει έστω και τα πιο «παιδικά» έργα του όπως το «Ο Γέρος και η Θάλασσα». Το συγκεκριμένο του έργο το έχω διαβάσει στο πρωτότυπο (στα αμερικανικά, προσοχή δεν είναι το ίδιο με τα αγγλικά) στα Ελληνικά και στα Γερμανικά αργότερα, από περιέργεια και για την παρατήρηση που θα ακολουθήσει. Η ομορφιά του συγκεκριμένου βιβλίου είναι πέραν της ιστορίας, που είναι πολύ συγκινητική και πολύ ανθρώπινη. Η ομορφιά του βιβλίου είναι στην ίδια τη γλώσσα, κάτι που δυστυχώς δεν υπάρχει καθόλου στην ελληνική μετάφραση που διάβασα εγώ, και με πολύ προσπάθεια λίγο στη Γερμανική. Ο Χέμινγουεϊ στη γραφή του δεν χρησιμοποιεί αντικείμενο. Σκεφτείτε το. Έγραψε βιβλία που του έδωσαν ακόμα και Νόμπελ λογοτεχνίας με κείμενα που γραμματικά παραβαίνουν κανόνες. Ο Χέμινγουεϊ δεν αρκέστηκε στην ιστορία, ζωγράφισε με τις λέξεις.

Όταν διαβάζεις Παπαδιαμάντη πρέπει να ξέρεις ότι η γραφή του είναι «μαλλιαρή» (πόσοι ξέρουν τι σημαίνει αυτή η λέξη;), είναι τα πραγματικά νέα ελληνικά. Αυτά που μιλάμε σήμερα …δεν θέλετε να ξέρετε τη γνώμη μου, αλλά νέα ελληνικά ΔΕΝ είναι. Όταν διαβάζεις λοιπόν την «Φόνισσα» παίρνεις ταυτόχρονα κι’ ένα μάθημα γραφής μια γλώσσας εξελιγμένης από τα αρχαιά ελληνικά, όχι αυτό το πατσαβούριασμα που οι νεοέλληνες ονομάζουν νέα ελληνικά προσθέτοντας στο τέλος κι ένα …νορμάλ. Βλέπετε όλα αυτά πρέπει να τα ξέρει, να τα αναγνωρίζει ένας κριτικός βιβλίου. Φανταστείτε έναν κριτικό τέχνης που να μην ξέρει τι είναι ο πουαντιγισμός. Είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι δεν έχετε ιδέα τι είναι και κάποιοι θα το ψάξετε, ένας κριτικός τέχνης όμως υποχρεούται να το ξέρει.

Τώρα όμως θα μου επιτρέψετε την ερώτηση: είπαμε ότι η αισθητική παίζει ρόλο στην κριτική του βιβλίου αλλά είναι η αισθητική ο ρυθμιστικός παράγοντας για να κρίνεις ένα βιβλίο; Όχι, όχι, ΟΧΙ. Δυστυχώς  – και πάλι σε αυτό το θέμα, η Ελλάδα και οι αυτοαποκαλούμενοι «κριτικοί» έχει θέση αρχοντική. Όταν μιλάμε για κριτική βιβλίου η έμφαση έπρεπε να μπαίνει στη λέξη βιβλίο κι όχι στην κριτική. Βιβλίο δεν είναι μόνο αυτά που έχει εκδόσει η κάθε χαζοαεροσερβιτόρα και δυστυχώς η κριτική βιβλίου στην Ελλάδα περιορίζεται σε αυτό που οι αγγλόφωνοι χαρακτηρίζουν pulp fiction, και στην Ελλάδα παλαιότερα λεγόταν βιπεράκια και άρλεκιν και σήμερα λέγεται Δημουλίδου και Μαντά. Αυτά σαν απλά παραδείγματα σε μια πληθώρα ομοίας αξίας ονομάτων .

Κριτική βιβλίου θα κάνεις σε αυτά τα σκουπίδια (κινδυνεύοντας και να σε βρωμίσουν) αλλά θα πρέπει να είσαι ικανός και να κάνεις και στο «Χίτλερ: Βιογραφία» του Ι. Kershaw που κυκλοφόρησε το 2008, ή την «Ιστορία του Βυζαντίου» του Timothy E. Gregory ή για το «Quantum markets».  Αμφιβάλω αν και μόνο σαν σκέψη έχει περάσει στο κάθε παιδάκι που αυτοαποκαλείται κριτικός βιβλίου ότι αυτό είναι μέσα στις υποχρεώσεις του για να καλείται κριτικός βιβλίου.

Πάμε ένα βήμα παρακάτω, γιατί η απάντηση θα μπορούσε να ήταν, εγώ είμαι κριτικός που ειδικεύομαι στο ρομαντικό μυθιστόρημα. Πως λεμέ, δεν είμαι φυσικός αλλά αστροφυσικός, κάπως έτσι. Αλλά ας το δεχτώ. Το 2016 , διάβασα τρία ελληνικά βιβλία που οι μεν εκδοτικοί τα κατατάσσουν στα «κλασσικά», οι δε «κριτικοί» στα αριστουργήματα. Προσοχή, δεν θα σταθώ καθόλου στην κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας που πράττουν κατά συρροή συγγραφέας και διορθωτής (αν υπήρξε) αλλά θα περάσω απ’ ευθείας στην ιστορία και στο νόημα.

Στην πρώτη ιστορία, ερωτική και πολύ ταραγμένη. Η ηρωίδα ζει στο τέλος της δικτατορίας και οι πιο έντονες στιγμές είναι με φόντο την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το 1974! Φθινόπωρο. Εγώ έχω αναμνήσεις για αυτή την ιστορική στιγμή που δεν είναι καθόλου μα καθόλου φανταστική, έχει καταγραφεί στην ελληνική ιστορία σαν γεγονός και έγινε το 1973 και μάλιστα στις 15-17 Νοέμβριου, όχι έτσι αόριστα το φθινόπωρο, ουτε η προσοχή κανενός στην Αθήνα δεν ήταν στραμμένη στα καφέ φθινοπωρινά φύλλα. Στο τρίτο κεφάλαιο το πέταξα στα σκουπίδια και το εννοώ. Η συγγραφέας δεν είχε ζήσει το Πολυτεχνείο (παρόλο ότι η ηλικία της δεν το δικαιολογεί) αλλά δεν είχε κάνει ούτε την τυπική έρευνα πριν το γράψει. Χαρακτηρισμός γι’ αυτήν και το βιβλίο της; Ηλίθια και ηλίθιο! Για τους αυτοαποκαλούμενους Έλληνες «κριτικούς»; Αριστούργημα!

Δεύτερη περίπτωση. Εδώ έφτασα μόνο στο δεύτερο κεφάλαιο. Ο λόγος γιατί ο αυτοκράτορας Μάξιμος δεν ήταν ο αυτοκράτορας που εκπαίδευσε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Υπήρξε πράγματι βυζαντινός αυτοκράτορας με το όνομα Μάξιμος, μόνο που έζησε και κυβέρνησε το Βυζάντιο 1200 χρόνια πριν τον Παλαιολόγο. Η συγγραφέας μάλλον εμπνεύστηκε από την ταινία Μονομάχος. Οι Βυζαντινοί δεν αποκαλούσαν τους εαυτούς τους και την αυτοκρατορία τους Βυζαντινή, αυτός είναι ένας νεοτερισμός από τους δυτικούς ιστορικούς του 19ου αιώνα και έγινε για να χωρίσουν την περίοδο από την Παπική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που στηνόταν τότε. Το Βυζάντιο τότε ήταν και ελέγετο Ρωμαϊκή αυτοκρατορία γιατί ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία με διαφορετική πρωτεύουσα. Η βυζαντινή συνωμοσία είναι στην ουσία βρισιά, κάτι αρνητικό και δείχνει την αντιπάθεια που είχε η δύση προς το Βυζάντιο κι όχι ερωτικό παιχνίδι. Είπαμε, στην εισαγωγή του δευτέρου κεφαλαίου έφτασα. Το πέταξα. Για τους «κριτικούς» ήταν μεγαλούργημα ιστορικής λογοτεχνίας!

Τρίτο μεγαλούργημα δεν έφτασα ουτε στην τρίτη σελίδα όταν η συγγραφέας με ενημέρωσε ότι ο Κεμάλ ήταν στη Σμύρνη κατά την σφαγή και μάλιστα έδινε και εντολές πίνοντας καφέ, και μέσα σε αυτά αξιωματικός του ερωτευόταν ελληνοπούλα. Α, κι ο Βενιζέλος κάπνιζε την πίπα του στο μπαλκόνι περιμένοντας αναμετάδοση από το CNN.

Όλα αυτά οδηγούνε σε ένα πράγμα που ο κριτικός βιβλίου έχει την υποχρέωση να αναγνωρίσει πριν προτείνει ένα βιβλίο. Στο τι θα δώσει αυτό το βιβλίο στον αναγνώστη. Αν αυτό που θα δώσει είναι διασκέδαση, λυπάμαι αλλά καλύτερα να του προτείνει να διαβάσει ένα Τιραμόλα, να γελάσει και λίγο, ή καμία ταινία με τον Ράμπο. Ακόμα κι αυτά θα τον διασκεδάσουν περισσότερο από ένα βιβλίο σαν αυτό που οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης όταν συναντιόντουσαν έλεγαν: «γεια σου ρε Βυζαντινέ, τι κάνεις; Είσαι για μια βυζαντινή συνομωσία;»

Η ιστορία ενός βιβλίου πρέπει να προσφέρει πολύ περισσότερα από την πρόσκαιρη διασκέδαση. Πρέπει να προσφέρει γνώση, να του διεγείρει το συναίσθημα με διάρκεια κι όχι μόνο όσο κρατάει η ανάγνωση, να γίνει ανάμνηση και κομμάτι των εμπειριών του αναγνώστη. Τα καλά βιβλία είναι αυτά που όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε που τα διαβάσατε, έχουν παραμείνει σαν μια ζεστή ανάμνηση που μάλιστα μπορείτε μέσα στο μυαλό σας να ψηλαφίσετε.

Όλα αυτά πρέπει να τα έχει υπ’ όψιν του ο κριτικός βιβλίου και να έχει τις γνώσεις μετά από πολύ διάβασμα να τα εντοπίσει. Γιατί αυτός όχι απλά θα προτείνει στον αναγνώστη τι να διαβάσει, αλλά θα τον εκπαιδεύσει και για το πώς θα το διαβάσει. Βλέπετε, ο κριτικός βιβλίου δεν είναι ο ενδιάμεσος μεταξύ εκδότη και αναγνώστη, ο κριτικός βιβλίου είναι αυτός που θα εκπαιδεύσει τον αναγνώστη να επιλέγει βιβλίο και θα του αναλύσει τους λόγους που θα μπορούσε να το κάνει. Η τελευταία επιλογή πάντα ανήκει στον ίδιο τον αναγνώστη. Αυτό όμως είναι ένα άλλο θέμα που συχνά ξεχνάνε οι νεοφώτιστοι του διαδικτύου, θεωρώντας εαυτούς …ειδικούς.

Κλείνοντας, αν και πολύ φοβάμαι ότι θα μπορούσα να γεμίσω αρκετές ακόμα σελίδες, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η κριτική βιβλίου και ειδικά ο κριτικός βιβλίου δεν είναι το ίδιο με αυτόν που παρουσιάζει ένα βιβλίο αναφέροντας και την προσωπική του γνώμη συχνά επιβεβλημένη από κουρτίνες εκδοτικών για ψιλικατζίδικα κέρδη. Η σχέση ενός κριτικού βιβλίου με έναν από αυτούς που παρουσιάζουν βιβλία και αυτοονομάζονται κριτικοί, είναι η σχέση που έχει ένα λουλούδι με ένα παράσιτο.

Θάνος Καλαμίδας

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!

Για να είμαι απολύτως ειλικρινής, δε διάβαζα ποτέ κριτικές βιβλίων.

ovi_greece_0117_019aΓι αυτό και όταν έγραψα την πρώτη δική μου για ένα αγαπημένο βιβλίο, αναρωτιόμουν αν θα την διάβαζε κανείς.

Η αίσθηση που είχα γι αυτές ήταν ότι επρόκειτο περισσότερο για μια διαφημιστική προώθηση προιόντος και λιγότερο για μια «αντικειμενική» ή τουλάχιστον μια αδέσμευτη άποψη. Κάτι σαν το κολλαγόνο στο «Ε» ένα πράγμα δηλαδή !

Έχω και μια έμφυτη να μην την πω αντιπάθεια, ας την πω επιφυλακτικότητα για τους επαγγελματίες κριτικούς παντός είδους….

Η υποδοχή που μου επιφυλάχθηκε μπορώ να πω ότι ήταν θερμότερη ακόμα και από τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες μου…

Σιγά σιγά λοιπόν μπήκα σε αυτό το τριπάκι και άρχισα να διαβάζω κριτικές, κατά κύριο λόγο στο διαδίκτυο και κατά κανόνα γραμμένες από ανθρώπους που η σχέση τους με το βιβλίο δεν ήταν αυστηρά επαγγελματική αλλά περισσότερο ερωτική. Ανθρώπους που δεν έχουν την ανάγκη ούτε την υποχρέωση να κολακέψουν κανέναν, ούτε εκδοτικό οίκο ούτε συγγραφέα.

Ανθρώπους που μου απέδειξαν ότι τόσο καιρό σκεφτόμουν λάθος.

Μια κακή κριτική σε εμένα προσωπικά δε λειτουργεί αποτρεπτικά όπως και μια θετική δε με ωθεί να αγοράσω σώνει και καλά ένα βιβλίο αφού αυτό, έχει τόσες πτυχές όσες και οι αναγνώστες που θα το διαβάσουν, όμως διευρύνει την οπτική μέσα από την οποία βλέπω ένα βιβλίο.

Αυτοί οι ερασιτέχνες κριτικοί λοιπόν, μου μιλούν για τις συγκινήσεις που τους πρόσφερε ένα βιβλίο χωρίς να έχουν στο μυαλό τους ένα σύστημα κανόνων του πώς γράφεται ένα άρτιο βιβλίο.

Μου μιλούν για το πόσο τους άρεσε ή δεν τους άρεσε και για ποιό λόγο, χωρίς να έχουν κατά νου παγκόσμιες σταθερές αλλά μόνο το προσωπικό τους αισθητήριο.

Δεν προσπαθούν να αφορίσουν αλλά να μοιραστούν με αλλους εραστές της ανάγνωσης τη δική τους γνώμη, να θέσουν τα δικά τους ερωτήματα και προβληματισμούς, χωρίς να χρησιμοποιούν κατ ανάγκη βαρύγδουπες αναλύσεις και επιτηδευμένες εκφράσεις, και στην τελική να κριθούν και αυτοί με τη σειρά τους από τους αναγνώστες.

Η κριτική εξάλλου είναι προσωπική υπόθεση όπως έλεγε και ο Σόμερσετ Μομ.

Andy

*****************************************

Το κείμενο είναι απο το ψηφιακό περιοδικό ArsOvi,
στο πρώτο τεύχος του με αφιέρωμα στην Κριτική Βιβλίου
και μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ!