Posts Tagged ‘Μυθιστόρημα’

Ξέρετε τι συμβαίνει με τα παιδικά βιβλία; Τα θεωρώ ένα φοβερά δύσκολο κομμάτι της λογοτεχνίας, με χιλιάδες ιστορίες να κυκλοφορούν εκεί έξω κι ελάχιστες να είναι πραγματικά καλές. Τι σημαίνει το «καλές» όταν μιλάμε για παιδικό βιβλίο; Σίγουρα όχι τα ίδια κριτήρια με τα οποία διαλέγουμε εμείς, οι ενήλικες, ένα βιβλίο. Αλλά το βιβλίο των παιδιών μας εμείς πρέπει να το διαλέξουμε, εμείς πρέπει να το ξεχωρίσουμε από το σωρό. Και είναι ένας σωρός θεόρατος. Και πώς θα το κάνουμε, όταν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε …ξεχάσει πώς είναι να είσαι παιδί;22098550._UY854_SS854_

Προσωπικά διαβάζω στα παιδιά μου από μωρά. Αυτό που παρατήρησα μαζί τους, ήταν ότι δυστυχώς, το …σπορ δεν τους ενδιέφερε. Αγόραζα διάφορα βιβλία, πάντα με βάση την ηλικία τους, τις προτάσεις του βιβλιοπώλη και φυσικά την τιμή. Κοιτώντας τα ως μαμά από τη μια κι από την άλλη προσπαθώντας να μπω στη θέση τους, τα έβρισκα …χαζά. Χαζά. Αυτό. Αλλά έλεγα ότι αυτοί που τα γράφουν κι αυτοί που τα εκδίδουν κι αυτοί που τα πουλάνε και αυτοί που τα προτείνουν, κάτι θα ξέρουν! Και σίγουρα, το δικό μου 30+ μυαλό δε μπορεί να καταλάβει και πολλά από τα νήπια. Μεγάλη διαφορά. Μεγάλη απόσταση τα 30 χρόνια.

Μέχρι που ένα βράδυ αγανάκτησα. Να αγαπώ τόσο τα βιβλία και το διάβασμα έλεγα μέσα μου, και τα παιδιά μου να αδιαφορούν τελείως! Τα βιβλία τα κοιτούσαν αδιάφορα, τα πετούσαν, άκουγαν πέντε λέξεις ακριβώς και μετά μουρμούριζαν στα κρεβάτια τους τα δικά τους, κι εγώ διάβαζα στον τοίχο. Και ξέρετε τι έκανα; Πήγα στη δική μου βιβλιοθήκη και πήρα το γέρο και τη θάλασσα. Το γέρο και τη θάλασσα για να το διαβάσω σε δυο νήπια! Έτσι για να τους τη σπάσω. Αφού διαβάζω που διαβάζω για τον τοίχο έλεγα, τουλάχιστον να διαβάσω κάτι που μου αρέσει.

Και ήταν η πρώτη φορά που τα πιτσιρίκια κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους ίσως, γιατί μέχρι που αποκοιμήθηκαν, αρκετές σελίδες αργότερα, δεν ακούστηκε κιχ. Σκεφτόμουν ότι αφού δεν τους αρέσουν τα βιβλία, τουλάχιστον νανουρίζονται από τη φωνή μου. Δεν περίμενα καν να θυμούνται την επόμενη ότι κάτι τους είχα διαβάσει. Κι όμως όταν έφτασε το επόμενο βράδυ, μου ζήτησαν να διαβάσουμε …τον παππού τον ψαρά.

Από τότε άλλαξε τελείως η σκέψη μου πάνω στο παιδικό βιβλίο. Εμπιστεύτηκα περισσότερο το ένστικτό μου (που από πριν φώναζε: ΧΑΖΑ!) και πήρα όλα τα «παιδικά» βιβλία μας – αυτά που τα παιδιά μου δεν τους έριχναν ούτε ματιά και τα πήγα στον παιδικό σταθμό. Μόλις τέλειωσε ο γέρος και η θάλασσα, ήταν το νησί του θησαυρού. Μετά ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες, η καλύβα του μπάρμπα θωμά, η Ματίλντα, μια συλλογή από ιστορίες του Τολστόι, Χάιντι, Όλιβερ Τουίστ, Τομ Σώγιερ. Αυτά που διάβαζα κάποτε κι εγώ. Και πολλά, πολλά άλλα.

Ποτέ δεν είχα μπει στη διαδικασία να ασχοληθώ με το παιδικό βιβλίο. Όμως σίγουρα, αυτό που κατάλαβα βλέποντας τις διαφορετικές αντιδράσεις των παιδιών μου με τα βιβλία, ήταν πως τα μισά βιβλία που γράφονται για παιδιά, δεν κάνουν για παιδιά.

Τα παιδιά είναι μικρά, δεν είναι χαζά. Και πολλοί στην Ελλάδα γράφουν βιβλία για παιδιά νομίζοντας πως είναι χαζά. Νομίζουν πως οι φτωχοί διάλογοι με το ινδιάνικο λεξιλόγιο: Θέλεις παίξουμε; Ουγκ. Όχι. Κοίτα μια μπαλίτσα! Σύννεφο βρέχει. – κι ένα ηλίθιο στόρι από πίσω, σημαίνει γράφω παιδικό βιβλίο. Αλλά γκες ουάτ: Ακόμα και τα νήπια καταλαβαίνουν την ηλιθιότητα του πράγματος και αδιαφορούν.

Ψάχνοντας καλύτερα και πιο διεξοδικά το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουμε – πέραν των κλασικών – κατέληξα στο ότι το καλό παιδικό βιβλίο έχει ενδιαφέρον ακόμα και για μένα. Και φτάνουμε στον …PAX. Ένα βιβλίο που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα (φυσικά!) όμως αν διαβάζετε αγγλικά μπορείτε να το βρείτε και να το διαβάζετε μεταφράζοντας στα παιδιά σας κι έχει υπέροχη εικονογράφηση.

0214-BKS-Rundell-facebookJumbo-v2

Ο PAX, (Παξ) είναι μια αλεπού. Ο 12χρονος Πίτερ τον έσωσε από την παγωνιά και την πείνα μέσα από τη φωλιά του, πέντε χρόνια πριν, όταν είδε την κόκκινη μπαλίτσα να τρέμει ανάμεσα στα υπόλοιπα παγωμένα νεογέννητα αδέρφια του. Παξ σημαίνει ειρήνη, όμως ο Πίτερ διάλεξε αυτό το όνομα …πιο απλά: Το αλεπουδάκι καθόταν μια μέρα πάνω στη σχολική του σάκα, και διέκρινε το PAX από το κεντημένο PAXTON, που ήταν η φίρμα της.

Ο Πίτερ δεν έχει μαμά, όμως έχει έναν αυστηρό, απόμακρο κι οξύθυμο πατέρα. Κι όταν ένας απροσδιόριστος πόλεμος πλησιάζει, ο πατέρας πρέπει να φύγει, κι ο Πίτερ πρέπει να πάει να ζήσει με τον παππού του, 300 μίλια μακριά. Χωρίς τον Παξ.

Ο μικρός Πίτερ αποφασίζει να γυρίσει πίσω μόνος του, να βρει τον Παξ και να τον πάρει μαζί του. Όμως κι ο Παξ προσπαθεί να βρει τον Πίτερ. Μέσα από μια εναλλακτική αφήγηση μικρών κεφαλαίων από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες, διαβάζουμε μια μοναδική περιπέτεια αγάπης κι αφοσίωσης, χωρίς – ευτυχώς – να υπάρχουν ούτε φτωχοί κι απλοϊκοί διάλογοι, ούτε περιττές χαριτωμενιές.

Υπέροχο και συγκινητικό βιβλίο που υποψιάζομαι πως θα δούμε σύντομα και σε ταινία, ένα δείγμα πραγματικά καλού παιδικού βιβλίου.

Και κάτι τελευταίο: Επειδή εδώ στο Ελλαδιστάν πάσχουμε όχι μόνο από κακές μεταφράσεις αλλά κι από …παραλείψεις, συστηματικά αφαιρούνται τα σημειώματα του συγγραφέα από πάρα πολλά βιβλία, παιδικά και μη, και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές διαβάζοντας το ίδιο βιβλίο στα ελληνικά και στα αγγλικά (ο καθένας με τη λόξα του), η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου έχει αφήσει ένα μικρό σημείωμα στο οποίο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως όταν αποφάσισε να γράψει αυτή την ιστορία, ήταν απλώς μια ιδέα στο μυαλό της. Από τον εκδοτικό της είχε όλη τη βοήθεια και καθοδήγηση που χρειάστηκε μέχρι να το ολοκληρώσει.

Παίδες, ξέρετε τι θα πει αυτό; Θα πει ότι γράφω ένα βιβλίο δε σημαίνει απλά κάθομαι κάτω και γράφω μπίριμπίρι μέχρι να πιάσω 500 σελίδες και μετά το στέλνω και βρίσκεται στα ράφια να πουλιέται 20 ευρώ, γεμάτο λάθη και ανακρίβειες και ελλείψεις απαράδεκτες.

Το καλό βιβλίο είναι κάτι …περισσότερο από αυτό. Εδώ, τι ακριβώς γίνεται;

Το τρέιλερ του βιβλίου, ΕΔΩ!

Η Jennifer Kitses είναι η ευχάριστη έκπληξη αυτού του καλοκαιριού στον κόσμο του βιβλίου με την παρθενική της νουβέλα, Small Hours (σε παράφραση: Πριν το Ξημέρωμα). Ένα μυθιστόρημα που δεν χάνεται στα σύγχρονα κλισέ Αμερικάνων συγγραφέων που θέλουν τα πάντα να εξελίσσονται είτε σε σπίτια νεόπλουτων Καλιφορνέζων ή σε διαμερίσματα κουτιά μίζερων Νεοϋορκέζων.

Και όχι μόνο δεν ακολουθεί αυτά τα κλισέ, αλλά η Kitses πάει κι ένα βήμα πιο πέρα παρουσιάζοντας στην παρθενική της νουβέλα μια οικογένεια στη σημερινή αμερικανική κοινωνία με τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα και τα πολύ συγκεκριμένα οικονομικά προβλήματα. Οι «παλιές, καλές ημέρες» που τόσο συχνά αναφέρουν και αναπολούν οι Αμερικάνοι, ακόμα και στα μυθιστορήματά τους, δεν υπάρχουν πια. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι ανεργία, είναι ο φόβος να μείνεις χωρίς ιατρική κάλυψη ή συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, είναι το να μην σου φτάνουν τα λεφτά.

biblio_17_0032.gifΑυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει εδώ και μια δεκαετία περίπου όλη η δύση και ειδικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, στις αρχές του 21ου αιώνα. Σήμερα το φάντασμα της ανεργίας δεν βασανίζει μόνο τους ανειδίκευτους, τους νέους ή αυτούς που κάνουν εποχιακές δουλειές, σήμερα η ανεργία έχει χτυπήσει σχεδόν όλους τους εργαζομένους ακόμα και εκείνους που πριν από μια εικοσαετία θεωρούντο ότι έχουν «καλή» δουλειά. Το παράξενο με αυτό το θέμα είναι ότι σε μια περίεργη κατάσταση άρνησης, οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς το αποφεύγουν. Για να πω την αλήθεια το βιβλίο της Kitses είναι από τα λίγα που το κάνουν κεντρικό τους θέμα και βέβαια είναι ένα από αυτά τα βιβλία που οι χαρακτήρες ζουν παντού γύρω σας, πιθανώς στον στενό σας κύκλο ή ακόμα και στην οικογένειά σας.

Η Helen και ο Tom είναι από αυτούς με τις καλές δουλειές και καριέρα. Είναι στα σαράντα τους και μια περίοδο που έχουν αρχίσει να απολαμβάνουν τους καρπούς ετών σκληρής δουλειάς σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα. Ήσυχη ζωή με μόνο μελανό σημείο ότι δεν έχουν παιδιά και αυτό όχι γιατί δεν προσπάθησαν. Και ξαφνικά, στα σαράντα τους, τη στιγμή που οι καριέρες τους έχουν σταθεροποιηθεί και μόνο άνοδος συνοδευμένη με χρηματικές αυξήσεις μένει, η Helen μένει έγκυος και μάλιστα με δίδυμα. Στο ενθουσιασμό του ότι ξαφνικά νιώθουν η ζωή τους όχι να αλλάζει αλλά επιτέλους να αποκτάει ένα πολύ προσωπικό νόημα, αποφασίζουν να προχωρήσουν σε μια σειρά αλλαγές με κύριο σκοπό η Helen να πάψει να δουλεύει και να αφιερωθεί στα παιδιά.

Αυτές οι αλλαγές συμπεριλαμβάνουν ακόμα και την μετακόμιση από την πόλη στα προάστια ή το εικονικό τέλος της επαγγελματικής καριέρας για την Helen μιας και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον εργοδότη της να δουλεύει από το σπίτι. Και κάπου εκεί αρχίζουν να συγκρούονται τα στερεότυπα της Helen και του Tom για το πώς θα έπρεπε να ζει μια οικογένεια με παιδιά στα προάστια. Ξαφνικά τα λεφτά δεν φτάνουν για το μικρο σπίτι στο λιβάδι που ονειρευόντουσαν και όταν το υπολόγιζαν στα χαρτιά, πριν ξεκινήσουν, ήταν πραγματοποιήσιμο, οι ανάγκες των παιδιών είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που θα ήθελαν η Helen και ο Tom και φυσικά η μεν Helen έχει να αντιμετωπίσει μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση από την δουλειά της τώρα που δεν υπάρχει η προσωπική καθημερινή επικοινωνία στο γραφείο και ο Tom μια δουλειά πολύ ανταγωνιστική – δουλεύει για ΜΜΕ – όπου η δικαιολογία, άργησαν να ετοιμαστούν τα παιδιά για το σχολείο γι αυτό άργησα, δεν ισχύουν. Και βέβαια όλα αυτά με το φάντασμα της ανεργίας να έχει αρχίσει να υπάρχει στη ζωή τους με όλες τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να σημαίνει συν το γεγονός ότι τα προάστια δεν ήταν τόσο φιλόξενα όσο περιμένανε.

Όλα αυτά πιθανώς να ακούγονται κοινότυπα και δεν αμφιβάλω ότι για πολλούς είναι, αλλά όταν τα βλέπεις γραμμένα σε ένα βιβλίο, όταν παρακολουθεις την εξέλιξη αυτής της οικογένειας και πως αντιμετωπίζουν τα προβλήματα τους ή και τα λάθη τους, ανακαλύπτεις ή καλύτερα βλέπεις καλύτερα αυτά που συμβαίνουν γύρω σου. Όπως ομολόγησε και η ίδια η Jennifer Kitses σε συνέντευξή της, το βιβλίο έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά μιας και η ίδια έμεινε στο σπίτι μετά την γέννηση των δυο παιδιών της και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η Helen και ο Tom καθώς και οι λύσεις που δίνουν (σωστές ή λάθος, αδιάφορο) σε πολλές περιπτώσεις είναι αναφορά σε δικά της προβλήματα και λύσεις ή κάποιων από τον προσωπικό της κύκλο.

Το γεγονός ότι η ιστορία θα μπορούσε να είναι πραγματικότητα ακόμα και στο δικό σας σπίτι δεν σημαίνει ότι το Small Hours δεν είναι ένα βιβλίο που αξίζει να αποκτήσετε και να διαβάσετε. Απεναντίας, νομίζω ότι διαβάζοντας για την ζωή και τα προβλήματα της Helen και του Tom έχετε και την ευκαιρία να δείτε τα δικά σας προβλήματα, να τα αναγνωρίσετε ή ακόμα και να τα ανακαλύψετε μιας και η άρνηση για προβλήματα προσαρμογής σε ένα κόσμο οικονομικής ανασφάλειας χωρίς εξαιρέσεις, δεν περιορίζεται στους συγγραφείς άλλα υπάρχει καθημερινά σε όλους μας. Ένα καλό βιβλίο και η γραφή της Jennifer Kitses είναι ήρεμη σε μια γλώσσα πολύ καθημερινή και με γεγονότα χωρίς εξάρσεις.

Επίσης μου άρεσε ο τίτλος γιατί η αλήθεια είναι ότι όλες οι αγωνίες και όλα τα προβλήματα «εμφανίζονται» τις μικρές ώρες πριν τα ξημερώματα. Αυτό που με απογοήτευσε με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι οτι παρόλο ότι αποφεύγει στερότυπα στη γραφή του και στο θέμα του, έχει ένα εξώφυλλο γεμάτο κλισέ σε σημείο που θα το χαρακτήριζα κακό. Μου θύμισε παιχνίδι για κομπιούτερ.

Αν και αντίθετος με τις κατηγοριοποιήσεις στιλ “καλοκαιρινά βιβλία”, το συγκεκριμένο είναι ένα καλό βιβλίο …παραλίας που δεν θα το ξεχάσετε όταν το τελειώσετε σε κάποιο βουναλάκι άμμου.

Το Small Hours της Jennifer Kitses είναι εκδόσεις Grand Central Publishing και εκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 2017.

 

Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που b1_2θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Ουφ, το τελείωσα. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν έχω υπάρξει τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που κατάφερα να διαβάσω μέχρι τέλους ένα βιβλίο. Το Confiteor είναι για μένα ένας άθλος· όχι γιατί δεν μου άρεσε και πίεσα τον εαυτό μου να το τελειώσει αλλά γιατί χάρη του ξεπέρασα εν μέρη τον φόβο μου για τα μεγάλα βιβλία.

Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο μόνος λόγος που το αγόρασα ήταν οι πολύ καλές κριτικές που διάβασα και ο ενθουσιασμός όλων όσων ανέβαζαν την άποψη τους στις βιβλιοφιλικές ομάδες. Ήμουν σίγουρη πως εγώ θα ήμουν η στρίγκλα που δεν το αγάπησε, και ήμουν ακριβώς αυτό για το πρώτο 1/3 του βιβλίου. Ναι, το είχα παρατήσει μήνες ολόκληρους επειδή δεν είχα καταφέρει να δεθώ με τους ήρωες και την ιστορία. Αλλά έπεσα σε ένα φοβερό λογοτεχνικό τέλμα – δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα από ό,τι είχα – και ποιος με έσωσε? Ο Ζάουμε Καμπρέ! Με το που το ξανά έπιασα στα χέρια μου το διάβασα μονορούφι.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει και παρόλα αυτά περίμενα πώς και πώς να δω τι θα γίνει στο τέλος. Ο Καμπρέ κατάφερε να με παρασύρει μέσα σε μια ιστορία που το κέντημά της ξεπερνάει ό,τι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Σαν πραγματικά ταλαντούχος συγγραφέας με έναν από τους πιο ιδιαίτερους τρόπους γραφής (αλλαγή προσώπου μέσα στην ίδια πρόταση, αλλαγή σκηνικού/χρόνου/τόπου μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο) κατάφερε να εξιστορήσει ένα σωρό γεγονότα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και να τα ενώσει πάνω από το ξύλινο σώμα ενός βιολιού. Υπήρξαν σκηνές στο βιβλίο που ήταν τόσο έντονες που γέμιζα με συναίσθημα και ήθελα να φωνάξω δυνατά πως ναι, αυτή είναι λογοτεχνία! Κάτι τέτοια βιβλία ξεχωρίζουν από την μάζα, και θέτουν τα όρια.

Το Confiteor είναι ένα βιβλίο που εκπλήσσει τον αναγνώστη. Σε πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από μια συζήτηση σε τραβάει από τα μαλλιά και σε πετάει μέσα σε μια άλλη και εσύ τρέχεις να προλάβεις να καταλάβεις τι παίζει. Κυριολεκτικά μένεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ιδιοφυία του συγγραφέα.

Δεν θα σας κρύψω ότι με κούρασε σε πολλά σημεία. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω πολύ υπομονή και η συγκέντρωση μου χάνεται εύκολα αλλά η αγάπη μου προς το βιβλίο με κράτησε εκεί να το παλέψω μέχρι το τέλος. Η πραγματική φοβία δέσμευσης που έχω με τα μεγάλα βιβλία (σε αριθμό σελίδων) παραλίγο να μου στερήσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μου το είχα συγχωρήσει ποτέ!

Ο Αντριά μας χαρίσε μια ομολογία, δηλαδή όχι σε εμάς αλλά στην αγαπημένη του Σάρα, την ιστορία της ζωής του αλλά και άλλων ζωών λίγο πριν του σβήσει την μνήμη το Αλτσχάιμερ. Και θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

Μια νουβέλα με καταπληκτικούς χαρακτήρες, – μέσα και έξω από στερεότυπα – ένα μικρό Γαλλικό χωριό την περίοδο της ναζιστικής κατοχής και μια φουρνάρισα που πρέπει κάθε πρωί ζυμώνοντας 12 μπαγκέτες να ψήσει 14.

Σε ένα πολύ απλοϊκό διαχωρισμό υπάρχουν δυο μορφών ιστορικές νουβέλες. Αυτές που είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και γνώσεων με λαμπρό παράδειγμα αυτές του Robert Graves που δεν είναι απλά ιστορικές νουβέλες αλλά μαθήματα ιστορίας και υπάρχουν και αυτές που ναι μεν λαμβάνουν χώρο σε ιστορικές περιόδους με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, αλλά είναι γέννημα περισσότερο της φαντασίας του συγγραφέα παρά της αλήθειας. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις ανάλογα με το πόσο η φαντασία του συγγραφέα προκαλεί την αλήθεια και το χειρότερο παράδειγμα είναι ο Μίκα Βαλτάρι που αυτοσχεδιάζει με την ιστορία.

biblio_17_0026O Stephen P. Kiernan είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας έχοντας στο βιογραφικό του άλλες δυο νουβέλες. Οι προηγούμενες δουλειές του (το The Hummingbird και το The Curiosity) ακροβατούσαν μεταξύ ιστορίας και επιστημονικής φαντασίας και γι’ αυτό πιθανώς δεν είχαν και την ανταπόκριση που περίμενε ο συγγραφέας και ο εκδοτικός οίκος. Αλλά στο τελευταίο του βιβλίο, The Baker’s Secret που μόλις εκδόθηκε, από ό,τι φαίνεται η φαντασία και ειδικά η επιστημονική φαντασία μπήκαν για λίγο στην άκρη και κυριάρχησαν ο ρεαλισμός και η ιστορική αλήθεια.

Η ιστορία ξεκινάει λίγο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν η 12χρονη Emma πιάνει δουλειά στο φούρνο του θείου-Ezra για να μάθει την τέχνη του ψωμιού. Μέσα σε ένα χρόνο ξεκινάει ο πόλεμος και βλέπουμε πια την ήρεμη ζωή του μικρού χωριού να βιώνει το χαμό πατεράδων, συζύγων και αδερφών στον πόλεμο, να βυθίζεται στην ναζιστική κατοχή και στο τέλος τον θείο-Ezra να ακολουθεί την μοίρα όλων των Εβραίων κατά τη περίοδο του ναζισμού με το φουρνάρικο να κλείνει και την Emma, που στο μεταξύ έχασε τον πατέρα της, να απομονώνεται στο σπίτι της.

Ο Stephen P. Kiernan κάνει πολύ καλή δουλειά στην περιγραφή καταστάσεων και χαρακτήρων. Και όλοι οι χαρακτήρες που φαντάζεστε είναι εκεί, από τον χαφιέ της Γκεστάπο μέχρι τον αντιστασιακό ή αυτόν που ακούει κρυφά BBC. Αλλά αυτούς του χαρακτήρες τους περιμένεις να είναι στο βιβλίο, εκεί που ο Kiernan κάνει την καταπληκτική δουλειά είναι με τους απλούς χαρακτήρες, τους απλούς χωρικούς που προσπαθούν απλά να επιβιώσουν για άλλη μια μέρα κάτω από τη Γερμανική μπότα, που έχουν – όπως και η Emma – χάσει κάθε ελπίδα απελευθέρωσης και παλεύουν για να μην πεθάνουν.

Εκεί κάπου ξεκινάει και η πραγματική ιστορία. Η Emma έχει πάψει βέβαια να πηγαίνει στο φούρνο αλλά συνεχίζει να φτιάχνει ψωμί στο σπίτι της για την οικογένειά της και τους φίλους. Μια μέρα που ο τοπικός διοικητής – με όλα τα ναζιστικά πρότυπα, κάθαρμα – μυρίζει το ψωμί, το δοκιμάζει και αποφασίζει ότι από εκείνη τη μέρα και για κάθε μέρα, η Emma θα φτιάχνει 12 μπαγκέτες για τη φρουρά του χωριού. Αυτό όμως σημαίνει ότι όχι μόνο δεν θα μπορεί να φτιάχνει μπαγκέτες για συγγενείς και φίλους αλλά και πόσο πιο καλά θα ήταν να μπορούσε να φτιάχνει αυτές τις μπαγκέτες με τα υλικά των ναζί. Έτσι αρχίζει να πειραματίζεται με τους ναζί και την …γεύση τους.

Η ιστορία του Kiernan καταλήγει μετά την απελευθέρωση, με την Emma να έχει ζήσει στο μεταξύ διάφορες περιπέτειες που θα την περάσουν από τον χαφιέ του χωριού, τον αντιστασιακό μέχρι τα κρατητήρια της Γκεστάπο. Η αλήθεια είναι ότι και η ιστορία δεν έχει εκπλήξεις, δεν θα μπορούσε άλλωστε, για το θέμα έχουν ήδη γραφτεί εκατοντάδες για να μη πω χιλιάδες βιβλία σε όλη την Ευρώπη και ουτε το τέλος του βιβλίου σου προκαλεί κάποιο ιδιαίτερο συναίσθημα. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο έχει δυο πολύ θετικά σημεία. Παρόλο ότι έχουν γραφτεί εκατοντάδες ίσως χιλιάδες βιβλία με θέμα την κατοχή και όλα τους έχουν τους χαρακτήρες του χαφιέ και του αντιστασιακού, στο The Baker’s Secret, ο Kiernan δίνει έμφαση στον απλό χωριάτη που τις περισσότερες φορές υπάρχει μόνο σαν γέμισμα και κομπάρσος στα υπόλοιπα βιβλία.

Το δεύτερο είναι ότι ο ταλαντούχος Kiernan επιτέλους βρήκε την ταυτότητά του σαν συγγραφέας και μετά την μη επιτυχία του Curiosity – προσπαθώ να είμαι ευγενικός – έδειξε ότι καλό θα ήταν να περιμένουμε την επόμενη δημιουργία του και να μην το αγνοήσουμε στο μέλλον.

Το βιβλίο ήρθε και την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν τις καλοκαιρινές διακοπές και ελπίζοντας ότι ο συγγραφέας θα με συγχωρέσει, είναι από τα πιο καταπληκτικά βιβλία που μπορώ να φανταστώ σε παραλία και ξαπλώστρα.

Όσο ειρωνικό κι αν ακουστεί, αν και δεν πιστεύω ότι το βιβλίο θα κάνει τη θριαμβευτική πορεία ταυτόχρονα δεν θα μου κάνει καμία εντύπωση αν το Χόλυγουντ το κάνει ταινία με τίποτα πρωτοκλασάτα αστέρια.

Το βιβλίο The Baker‘s Secret του Stephen P. Kiernan είναι εκδόσεις William Morrow, κυκλοφόρησε στις 2 Μαΐου 2017 και ήδη υπάρχει σε κάθε μορφή συμπεριλαμβανομένης και της ψηφιακής.

«Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν ωραιολόγος της εποχής του». Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος της Κερένιας Κούκλας. Δεν ξέρω πόσοι νεότεροι γνωρίζετε το όνομα Χρηστομάνος, εγώ πάντως δεν το είχα ξανακούσει. Το γνωστότερο έργο του είναι «Το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ», στο οποίο εξιστορούσε τη φιλία του με την Ελισάβετ της Βαυαρίας της οποίας για πολλά χρόνια υπήρξε δάσκαλος και φίλος. Μετά το θάνατό της, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος επέστρεψε στην Ελλάδα και δημιούργησε τη Νέα Σκηνή – ναι, αυτό σας λέει κάτι σίγουρα – τον πρώτο σύγχρονο θεατρικό οργανισμό. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στο διαδίκτυο, θα βρείτε πάρα πολλές. Αν και η Κερένια Κούκλα είναι το μόνο του βιβλίο που έχω και διάβασα, αρκεί για να πω ότι ο Χρηστομάνος υπήρξε πράγματι υπέροχος λυρικός πεζογράφος με μια μοναδικά αισθητική (κι αισθησιακή κάποιες φορές) γραφή.

Η Κερένια Κούκλα είναι ένα καθαρά αθηναϊκό μυθιστόρημα – όπως χαρακτηρίζεται – με b108861μια δραματική και τραγική υπόθεση και με φόντο την παλιά Αθήνα, «στη σκιά της Ακρόπολης και παρά το βράχον του Φιλοπάππου». Κάπου εκεί ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια και τους σκονισμένους δρόμους ζει ο Νίκος, ο μελαχρινός κι όμορφος νέος άντρας με τη γυναίκα του Βεργινία, που λιώνει μέρα με τη μέρα κι αργοπεθαίνει. Η Βεργινία υποφέρει από την αγάπη της για το Νίκο και φοβάται πως θα τον χάσει, κι από την αδυναμία της να σταθεί όπως πρέπει στο σπιτικό της φωνάζει τη Λιόλια, μια δεκαεξάχρονη μακρινή ανιψιά της να τη βοηθήσει με τις δουλειές που εκείνη δεν μπορεί να κάνει πια.

Από κει κι έπειτα στήνεται η ιστορία. «Θα σας πω μια ιστορία απλή και λυπητερή γιατί απλή και λυπητερή είναι η ίδια η ζωή», μας προετοιμάζει ο συγγραφέας.

Με αυτό το μυθιστόρημα ο Χρηστομάνος ήθελε να μας δείξει τη ζωή με τα πραγματικά της γεγονότα, κρατώντας απόσταση από τους χαρακτήρες του, όμως τους αγάπησε τόσο που δεν τα κατάφερε. Είναι παρόν στην πλοκή και την εξέλιξη του έργου του, μας μιλάει, μας εξηγεί, προτρέπει τους ήρωές του και τους συμπονεί. Κι όλα αυτά σε μια υπέροχη, υπερβολική, φορτισμένη συναισθηματικά γραφή.

Ο Ξενόπουλος είπε για την Κερένια Κούκλα πως παρόλο το ρεαλισμό της είναι ένα καθαρά ποιητικό μυθιστόρημα. Κάθε σκηνή και κάθε διάλογος υπερβάλλουν και παντού, πίσω από κάθε πρόταση και πίσω από κάθε λέξη, φαίνεται ο υπερευαίσθητος και ωραιοπαθής συγγραφέας που καταφέρνει να βρίσκει την ομορφιά και στα πιο άσχημα, την ποίηση στην πιο πεζή πλευρά της ζωής.

«Κακό πράγμα να είναι η γυναίκα μια μέρα μεγαλύτερη από τον άντρα της! Τον αγαπά με μια αγάπη αλλιώτικη, με μια άγρια φωτιά, βιαστική κι απελπισμένη για τη νιότη της που φεύγει, κι αυτός ο καημός αποθεριεύει τη φλόγα την ερωτική και πίνει όλη τη γυναικεία δροσιά της».

Γύρω από αυτό το παράξενο τρίγωνο φίλοι, γειτόνισσες και συγγενείς, όλοι μάρτυρες στον απελπισμένο έρωτα που παλεύει για την ολοκλήρωσή του.

Το υπέροχο είναι πολύ λίγο για να το περιγράψω. Είναι αδύνατον να μη σε παρασύρει η μουσικότητα της γραφής. Η παλιά Αθήνα εκείνο το Μάρτη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου καθώς διαβάζεις την ιστορία της Κερένιας Κούκλας.

104px-Kereniakoukla87

Η «Κερένια κούκλα» σε διασκευή του Φράνσις Κάραμποτ είχε αρχικά προγραμματιστεί να προβληθεί από την ΥΕΝΕΔ το 1981, ευελπιστώντας σε μία επιτυχία ανάλογη με αυτή της σειράς Λούμπεν. Η Μπέτυ Αρβανίτη και ο Βασίλης Μαλούχος θα ήταν οι πρωταγωνιστές και ο τελευταίος ήταν και παραγωγός της σειράς. Στη σειρά θα έπαιρνε μέρος και ο Νάσος Κεδράκας, ο οποίος όμως απεβίωσε στις 26/8/1981. Τα γυρίσματα της σειράς ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1981 και θα ολοκληρώνονταν τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, με συνολικά 13 έγχρωμα επεισόδια. Η σειρά αυτή τελικά δεν προβλήθηκε ποτέ.

Το 1986, στην ΕΡΤ2 πια, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Βερλέκη, η «Κερένια κούκλα» συζητήθηκε για το χειμερινό πρόγραμμα του σταθμού, αλλά απορρίφθηκε. Τελικά αποφασίστηκε να γυριστεί σε 6 επεισόδια των 45 λεπτών και τον Ιανουάριο του 1987 που αρχίσαν να παραδίδονται από τους παραγωγούς τα πρώτα επεισόδια πολλών σειρών στην ΕΡΤ2, ανάμεσά τους παραδόθηκε και η «Κερένια κούκλα», με σκοπό να προβληθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους. (Πηγή: RetroDB)

Δεν ξέρω πώς διαλέγουν οι άλλοι τα βιβλία που θα διαβάσουν, αλλά εγώ είμαι παρορμητικός τύπος. Πολλές φορές αρκεί ένα εξώφυλλο που θα μου τραβήξει την προσοχή, μια φράση από την περίληψη ή μόνο ο τίτλος. Δεν το ψάχνω πολύ, αν μου κάνει κλικ θα το διαβάσω κι ας μου βγει και σε κακό.

Το «Τελευταία έξοδος» του Federico Axat μου τράβηξε αμέσως την προσοχή με το έντονο μπλε και κόκκινο εξώφυλλό του και το ξεκίνησα έχοντας διαβάσει στα πεταχτά το οπισθόφυλλο χωρίς να το σκεφτώ και πολύ. Αλλά και να έδινα προσοχή στο οπισθόφυλλο δεν θα είχε και πολλή σημασία γιατί στην ουσία δεν λέει τίποτα σημαντικό και διαβάζοντάς το δεν μπορείς να φανταστείς τι θα ακολουθήσει.

biblio_17_0025.gifΤο βιβλίο είναι ένα παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Αλλιώς ξεκινάει, αλλιώς συνεχίζει, αλλάζει συνεχώς πορεία, κάνει κύκλους, πάει μπροστά, πάει ΄πίσω, σε ζαλίζει σαν το τρενάκι του λούνα παρκ. Κάθε φορά που νομίζεις ότι καταλαβαίνεις πού το πάει ,ο συγγραφέας σου κλείνει πονηρά και ελαφρώς ειρωνικά το μάτι και σε πάει αλλού.
Είναι page turner και το διασκέδασα πολύ, είναι από τα βιβλία για τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται τα κλισέ ¨διαβάζεται απνευστί», «δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου». Έτσι κι εγώ λοιπόν δεν το άφησα και το τελείωσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο γιατί ήθελα να δω τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία.

Τι είναι αλήθεια, τι είναι ψέμα, τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Τι συμβαίνει με τον Τεντ; Τι είναι αυτή η μυστηριώδεις οργάνωση αυτοχείρων; Ποιος ο ρόλος της γιατρού; Που θα καταλήξει όλο αυτό το μπέρδεμα;

Πολύ διασκεδαστικό βιβλίο, αγωνιώδες, γρήγορο και ανατρεπτικό. Στα μείον του οι χαρακτήρες που δεν είχαν ιδιαίτερο βάθος, ότι το τέλος αφήνει κάποια πράγματα να αιωρούνται και ότι υπάρχουν κάποιες τρύπες στην πλοκή(στις οποίες δεν έδωσα πολλή σημασία γιατί διάβαζα με καταιγιστικούς ρυθμούς). Ευτυχώς δεν είναι από αυτά τα θρίλερ που το παρακάνουν στις αιματηρές και ανατριχιαστικές περιγραφές ,αλλά στηρίζεται περισσότερο στο μυστήριο και στην περιέργεια που προκαλεί στον αναγνώστη να μάθει τι συμβαίνει.

Ειρήνη Προϊκάκη

********************************************

To άρθρο της Ειρήνης Προϊκάκη,
συμπεριλαμβάνεται στο πέμπτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

Ovi_greece_0517_004a.gif