Posts Tagged ‘Μυθιστόρημα’

Ένα χρόνο σχεδόν μου πήρε να το τελειώσω. Για την ακρίβεια πέρυσι είχα διαβάσειvivlio_2_0 περίπου 100 σελίδες και το άφησα μιας και δεν μπορούσα να το παρακολουθήσω. Αυτός ο πολύ ιδιαίτερος, κοφτός και φρενήρης ρυθμός της αφήγησης μου ήταν πολύ ξένος. Τέλος Ιουλίου άρχισα πάλι δυναμικά. Κι ήταν σα να μην το άφησα καθόλου.

Η Άγκνες, νεαρή ιστορικός, γράφει τη διπλωματική της με αντικείμενο την άνοδο των ακροδεξιών ρευμάτων στην Ισλανδία και την Ευρώπη. Για τις ανάγκες της έρευνάς της, συναντά τον Άρνορ, έναν νεοναζί διανοούμενο, και τον ερωτεύεται, παρά τη λιθουανοεβραϊκή της καταγωγή. Ο σύντροφός της, ο Όμαρ, βάζει φωτιά στο σπίτι τους, όταν διαπιστώνει την απιστία της Άγκνες.

Θα μπορούσε να είναι ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο, κάπως προκλητικό ίσως (Εβραία συνάπτει ερωτική σχέση με ναζί).

Το Illska (Το Κακό) είναι, όμως, κάτι πολύ περισσότερο. Κάνει μια βουτιά στην ιστορική μνήμη, στην κατάκτηση της Λιθουανίας από τους Γερμανούς και τη μαζική εξόντωση των Εβραίων της χώρας, που διεξάγεται με την ενεργό συνεργασία μερίδας του ντόπιου πληθυσμού (ανάμεσά τους και οι χριστιανοί πρόγονοι της Άγκνες, από την πλευρά του πατέρα της, που σκότωσαν τους Εβραίους, από την πλευρά της μητέρας της, προγόνους της), για να περάσει στο επικίνδυνο σήμερα.

Κύριο θέμα αυτής της αριστοτεχνικής, ιλιγγιώδους, πολυφωνικής και πολυπρισματικής αφήγησης είναι το Ολοκαύτωμα και το επίμονο ερώτημα που θέτει: Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό το απόλυτο κακό; Πώς δεν θα επαναληφθεί; Πώς ο σύγχρονος φασισμός, ο οποίος σταδιακά μετατρέπεται σε «κανονικό» φαινόμενο, είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί;

Το λοιπόν με το Illska, δεν έχω να πω και πολλά. Οπωσδήποτε δεν είναι “ακόμα ένα βιβλίο για το Ολοκαύτωμα” – άλλωστε το τελευταίο που θα ήθελε ο συγγραφέας του είναι κάτι τέτοιο.

Γενικά είναι ένα βιβλίο εντυπωσιακό. Εντυπωσιάζει με την ιδιαιτερότητα της αφήγησης, την ωμότητά του, τη βαναυσότητά του, την ψυχρότητα και το σκληρό του χιούμορ.

Εντυπωσιακό είναι επίσης το ότι η ιστορία μεταξύ Άγκνες/Όμαρ/Άρνορ παρουσιάζεται ως η πρωταγωνιστική, ενώ ουσιαστικά αποτελεί το backstory που στηρίζει όλα αυτά που ο συγγραφέας θέλει να πει για το Ολοκαύτωμα – και με αφορμή το Ολοκαύτωμα για πολλά άλλα ακόμα.

Άπειρες πληροφορίες. Τεράστιος όγκος πληροφοριών, οι περισσότερες άγνωστες και ακατανόητες για μας στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Αν έχεις όρεξη να ψάχνεις, μπορεί να βγάλεις άλλα τρία βιβλία σαν κι αυτό. ΑΛΛΑ ΟΙ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΔΕΝ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Η αλήθεια είναι, πως οι υποσημειώσεις είναι τόσες πολλές, που αν ήταν στο κάτω μέρος της σελίδας τότε θα υπήρχαν πολλά σημεία στο βιβλίο όπου τα μικρά γράμματα των υποσημειώσεων θα έπιαναν περισσότερο χώρο από την ιστορία.

Υπάρχει όμως μια μεγάλη κοιλιά μετά το δεύτερο μέρος. Μεγάλη. Τόσο μεγάλη, περίπου 100; 150 σελίδες; Με απίστευτη παπαρολογία, ακατάσχετη φλυαρία και ουσιαστικά άχρηστες λεπτομέρειες, που μέχρι να ξαναπιάσει τον παλιό, καλό ρυθμό του έχασα κάθε ενδιαφέρον να διαβάσω παρακάτω.

Το αποτέλεσμα ήταν για άλλες τόσες περίπου σελίδες να διαβάζω διαγώνια, προσπερνώντας τις εντελώς ανούσιες παραγράφους του σκεπτόμενου βρέφους, μέχρι την κορύφωση της ιστορίας προς το τέλος της κι όπου όοοοοοολα τα κομμάτια (κι είναι πάρα πολλά και πάρα πολύ μικρά) του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Θα έβαζα ένα 5άρι στα 5 που έγινε 3άρι, για να πέσει κατακόρυφα στον άσσο και μετά να εκτοξευθεί στο 5άρι ξανά.

Οπότε του δίνω τρία και μισό με στρογγυλοποίηση προς τα κάτω. Τρία.

Σίγουρα είναι ένα βιβλίο πρόκληση και εμπειρία. Σίγουρα αξίζει τον κόπο και την ταλαιπωρία να το διαβάσεις.

Κατερίνα Χαρίση

Advertisements

Πραγματικά απορώ που ενώ κυκλοφορούν άπειρες μπούρδες για τις οποίες remote.jpgγράφονται θρασύτατα ύμνοι που δεν τους αξίζουν, ελάχιστες λέξεις βρήκα γραμμένες γι αυτό το εξαιρετικό νουάρ. Όσο το διάβαζα, δεν έφευγε από το μυαλό μου η καταπληκτική ταινία Έτερος Εγώ.

Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τις ελάχιστες ενστάσεις μου – μια μικρή κοιλίτσα κάπου στις 100 σελίδες, μια Αθήνα του 2010 καταπώς φάνηκε χωρίς ίντερνετ (δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, η απουσία του ήταν αισθητή), ήταν ένα πραγματικό αστυνομικό μυθιστόρημα της Αθήνας, για την Αθήνα, ό,τι πιο ελληνικό. Το λογοτεχνικό παιχνίδι με τη Φραγκογιαννού και τον Ρασκόλνικοφ στην πλοκή ήταν έκπληξη, το δέσιμο αυτών των δυο με την πόλη της Αθήνας και τους ανθρώπους της πολύ πολύ όμορφο.

Ο καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Παύλος Μαρίνος κηδεύει τον παλιό μέντορά του, προσθέτοντας άλλο ένα αγαπημένο φάντασμα στη συντροφιά των σκιών που τον ακολουθούν από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον πανικό της μοναξιάς είναι η δουλειά του, είναι οι λέξεις.

Ταυτόχρονα, η αστυνόμος Αλεξάνδρα Χατζή βρίσκεται σε αδιέξοδο· συλλέγει πτώματα ανήλικων κοριτσιών που κάποιος τα σκοτώνει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, με μια θανάσιμη χειρονομία όμοια με αντιγραφή από λογοτεχνικό έργο· ένα συγκεκριμένο, εμβληματικό λογοτεχνικό έργο.

Ο καθηγητής και η αστυνόμος, με έναν παράδοξο δεσμό θανάτου να τους ενώνει, θα συνεργαστούν και θα αναζητήσουν στα αποσπάσματα, στα σχεδιάσματα, στα σκόρπια χαρτιά των συγγραφέων και των ποιητών την έξοδο από το δίχως τέρμα σκοτάδι της πόλης.

Αυτό το φθινόπωρο της ατέλειωτης κρίσης, η Αθήνα γίνεται κήπος μαραμένων κοριτσιών και, στον ίσκιο τους, η εξιχνίαση εγκλημάτων ταυτίζεται με την πιο επίμονη μελέτη του θανάτου που, καμιά φορά, είναι όλη κι όλη η ανθρώπινη ζωή.

Κινηματογραφική ροή, ωραίο δέσιμο μεταξύ της αστυνόμου και του καθηγητή, δεν ξέρεις τελικά ποιος ήταν το sidekick του άλλου αλλά δεν έχει και σημασία, ειλικρινά εντυπωσιάστηκα.

Δεν μπορεί ρε παίδες να είμαι εξωγήινος, μάλλον ο συγγραφέας δεν χαριεντίζεται με φανμπόις εντ γκερλς, αδιαφορεί για τις ιδιοφυίες της ελληνικής λογοτεχνικής μπλογκόσφαιρας και τους διαχειριστές μεγίστων φεισμπουκικών ομάδων πειραιώς και νήσων, δεν εξηγείται αλλιώς, δεν είναι δημοφιλής αρκετά για να τον διαβάσουν ορισμένοι, γι αυτό στο φτύσιμο; (άφήστε, δε θέλω απάντηση, ρητορικό το ερώτημα).

Κατερίνα Χαρίση

Αν κάποιος θέλει να πάει από την Καλαμαριά (ανατολικά) στον Εύοσμο (δυτικά), 30366066υπάρχουν δύο τρόποι να το κάνει: Ο πρώτος είναι να διασχίσει την πόλη (για τη σαλονίκη μιλάμε, έτσι φιντάνια μου;) περνώντας από το κέντρο – ανάλογα τα λέβελ μαζοχισμού του και το χρόνο που διαθέτει για σκότωμα- ή βγαίνοντας στον περιφερειακό της καρδιάς μας -που παίζει και το ρίσκο να μη φτάσει ποτέ και δίνει στη διαδρομή ένα σκέρτσο.

Ο δεύτερος τρόπος είναι να πεταχτεί σε δυο λεφτά στο αεροδρόμιο, να πετάξει για Άθενς, μετά για Πράγα, ύστερα Χέλσινκι που λένε και οι Φιλανδοί – στοπ εδώ η ανηφόρα, αναστροφή και τσούυυυυυπ, κατεβαίνουμε – Κοπενχάγκεν, ξανά Πράγα, Άθενς, αεροδρόμιο σαλονίκης, κέντρο ή περιφερειακός.

Και στις δυο περιπτώσεις θα φτάσεις.

Βέβαια στη δεύτερη διαδρομή θα δεις και πολύ ενδιαφέροντα πραγματάκια.

Και θα πληρώσεις ένα δεκαρικάκι το μονό εσπρέσο στην Πράγα.

Στη Σουόμενλιννα οι σκίουροι θα σκαρφαλώνουν στον ώμο σου για ένα καθαρισμένο φυστίκι.

Και στην Κοπενχάγη αγαπούν πολύ την Ελλάδα.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα που δεν αγαπάει την Ελλάδα, αλλά ας μην το συζητήσουμε αυτό τώρα.

 

Συμπερασματικά: Για να πας από το Α στο Β, κάνεις μόλις ένα μικρό μικρούτσικο πηδηματάκι και στο ένα ποδάρι άμα λάχει κι έφτασες.

ΔΕΝ γυρνάς από την άλλη και πας από όλο το ΩΨΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΜΛΚΙΘΗΖΕΔΓ καιιιιιιιιιιιιι

Β.

Ο πολυμορφικός και σέξι Καπετάνος είχε πολύ χρόνο να σκοτώσει και διάλεξε να πάει Έυοσμο από Ελσίνκι ή να πηδήξει ολόκληρο το αλφάβητο για να φτάσει στο Β.

Έφτασε, δε λέω.

Από μια άποψη αν είχε πάει με τον ορθό τρόπο Α-Β τότε ίσως και να μην υπήρχε το βιβλίο.

Ενώ τώρα πλήρωσε το δεκαρικάκι του για τον εσπρέσο, τάισε τα σκιουράκια, έμπλεξε με τους νονούς της νύχτας, το τζόγο, τα ναρκωτικά, τις πουτάνες, σήκωσε και κανά δυο οικογενειακά βάρη, έπαιξε και με τον καλό και τον κακό μπάτσο μέσα του, σχολίασε και λιγάκι την ίδια του σκέψη, έκανε και ταξίδια στο χρόνο, λίγο Φώσκολος, λίγο Μαρής, λίγο Βίρνα, λίγο αθάνατος Θεοχάρης, ε τι διάολο, έφτασε στο Β.

Που από την αρχή βέβαια το Β βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το Α.

Κούκου.

Θα μου άρεσε να το βλέπω στα σταντάκια των περιπτέρων όταν κατεβαίνω με την παντόφλα στη θάλασσα.

Αλλά πεντάστερα και διθυράμβους και οπερέτες; Νταξ. Αν τα μόνα αστυνομικά που έχεις διαβάσει είναι οι πέντε φίλοι και οι μυστικοί εφτά, τότε πάσο.

Το μυστήριο λύθηκε!

Χαλκίδα 2010
To ποτάμι φουσκώνει. Τα βατράχια ετοιμάζονται για το τραγούδι τους. Μια δεκατετράχρονη μαθήτρια ανασύρεται νεκρή από τα παγωμένα νερά του Ευβοϊκού. Η υπόθεση επαναφέρει τον αστυνόμο Χρήστο Καπετάνο στη δράση, κάνοντας τη σύλληψη του δολοφόνου να φαντάζει ως η μόνη ευκαιρία για τη λύτρωση. 
Χρόνια θαμμένα μυστικά και απόκρυφες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας παραμένουν υπομονετικά στο σκοτάδι την ώρα της αποκάλυψης.

Κατερίνα Χαρίση 

Έχετε δει την ταινία SEVEN, με τους Brat Pitt, Morgan Freeman και Kevin Spacey; 26165858_10155933899557521_7060312913612217700_nΑν ναι, τότε το σίγουρο είναι ότι όταν ξεκινήσετε να διαβάζετε τη Μαριονέτα, το μυαλό σας θα πάει σε αυτό ακριβώς το φιλμ.

Το δικό μου τουλάχιστον εκεί πήγε κι έμεινε μέχρι και την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Όχι ότι μοιάζουν σε τίποτα οι δυο ιστορίες. Κάθε άλλο. Καμιά σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο, έχουν την ίδια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, πολύ αγωνία, οι φόνοι είναι αρκούντως ειδεχθής και σιχαμένοι και εν τέλει, βρίσκουμε τον πρωταγωνιστή άμεσα εμπλεκόμενο με τον δολοφόνο. Το πώς εμπλέκονται οι δυο τους, θα το μάθετε όταν το διαβάσετε. Δεν σας λέω, δεν σας λέω!

Η ιστορία ξεκινάει πολύ δυνατά, με μια καθηλωτική δικαστική σκηνή. Συνεχίζει ακόμη δυνατότερα με την ανακάλυψη του αποτρόπαιου ευρήματος που έχει αφήσει πίσω του ένας καθ’ έξιν δολοφόνος. Ένα πτώμα, έξι θύματα. Μια μαριονέτα από ανθρώπινα μέλη. Ο αστυνομικός ερευνητής Wolf (κατά κόσμον William Oliver Layton Fawkes) καλείται να βγάλει άκρη με ένα απίστευτο κουβάρι και να σταματήσει τον στυγερό δολοφόνο πριν το «Ρολόι του Θανάτου» χτυπήσει την ώρα 0!

Ο Cole έχει συνθέσει ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαλαρώσει ούτε λεπτό. Έχει στήσει με μαεστρία ένα έξυπνο αστυνομικό θρίλερ με την πλοκή, την ατμόσφαιρα αλλά και τους χαρακτήρες του, να ξεχωρίζουν έναντι άλλων αυτού του είδους. Φυσικά έχει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους, τον χωρισμένο και με ψυχολογικά θέματα ντετέκτιβ, την συνεργάτιδά του με το κρυφό πρόβλημα αλκοολισμού, την ερωτική διάθεση μεταξύ των δύο, τον πρωτάρη και διστακτικό μπατσάκο αλλά και την αδίστακτη δημοσιογράφο που περνά κρίση συνείδησης. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά, το παρανοϊκό serial killer, που ελαφρά την καρδία σκορπά τον θάνατο στις γειτονιές του Λονδίνου.

Από μένα 9/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου

“Θηρίο αυτός που άντεξε να ζεί με την κραυγή στα χείλη,29433155_10156267939608011_295699297386719839_n
Το αίμα στα νύχια.
Την μάχη στο βήμα.
Στον κύκλο σου ο θάνατος, σ’αυτόν και η ζωή σου…”

Μ’αρέσει να βάζω στοιχήματα με τον εαυτό μου, και μετά απο δέκα λεπτά ακριβώς, να δέχομαι με αξιοπρέπεια την παταγώδη ήττα μου. Κάθε χρόνο το ίδιο στοίχημα, κάθε χρόνο η ίδια αποτυχία. Το στοίχημά μου? Να μην με βρεί το χάραμα με το βιβλίο στο χέρι.

Να κάνω ένα διάλειμμα βρε αδερφέ,μπας και σταματήσω να αντικρίζω την “απαστράπτουσα” ομορφιά μου στον καθρέφτη εντελώς άυπνη, με κόκκινα μάτια, σακούλες μεγαλύτερες κι απο αυτές του Jumbo και βλέμμα γυάλινο που δηλώνει ότι η κάτοχός του δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Μια φορά να κάνω ένα διάλειμμα έτσι για την τιμή των όπλων.
Τις περισσότερες φορές παρουσιάζω την γνώμη μου χρησιμοποιώντας χιούμορ. Είναι ο μοναδικός τρόπος για μένα να αποφορτιστώ απο τις εικόνες, τα λόγια ,τις πράξεις ,τις συνέπειες, που η Ευσταθίου με μαεστρία κατάφερε να σφηνώσει στο σεντούκι του μυαλού μου.
Αυτή την φορά τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.
Δεν με παίρνει να κάνω χιούμορ. Δεν με παίρνει να αποφορτιστώ και μεταξύ μας δεν θέλω.
Θέλω να θυμάμαι, θέλω τις εικόνες ατόφιες,τα λόγια ηχηρά στα αυτιά μου,τους ήρωες μπροστά μου να μάχονται. Τα βασανιστήρια ενός παιδιού,τον ακρωτηριασμό ενός μυαλού,το ξερίζωμα μιας καρδιάς,την απώλεια μια συνείδησης. Την κάθε κρίση πανικού, την κάθε παραίσθηση με τις συνέπειές της, την κάθε ανάμνηση απο τις τόσες και τόσες χαμένες. Και ήταν πολλές πανάθεμά τες. Πολλές και σκληρές.
Οπως και ο ίδιος.
Αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω τον Στεφάν Ντομπρίν, θα του έλεγα να διαβάσει προσεκτικά τους στίχους πιο πάνω. Ένα κορμί διαλυμένο, ένας νούς κατεστραμένος, ένα άψυχο κουφάρι με έναν και μόνο προορισμό. Να καταστρέψει και να καταστραφεί. Ολόκληρος ο Στεφάν Ντομπρίν σε τέσσερις στίχους… και δεν είναι καθόλου ρόδινοι αυτοί οι στίχοι.
Προσπάθησα να μην δεθώ μαζί του, προσπάθησα να είμαι ένας απλός παρατηρητής της ζωής του, προσπάθησα να τον κρίνω, να τον δικάσω και να τον καταδικάσω, για τις πράξεις του, για την συμπεριφορά του, για τους τρόπους του, για τον ακραίο μηχανισμό άμυνάς του. Πραγματικά γελάω με μένα και την απατηλή ψευδαίσθηση που μόνιμα έχω ότι εγω κρατάω τα ηνία σε ό,τι αφορά την σχέση που θα έχω με τον έκαστοτε ήρωά της.

Με μερικούς τα έχω καταφέρει, με άλλους όχι και τόσο. Ο συγκεκριμένος με γονάτισε απο τον πρόλογο ακόμα. Και διαβάζοντας την ιστορία του τον δικαιολόγησα απόλυτα. Μερικές φορές τον ενθάρυννα κιόλας. Δεν του θύμωσα, δεν τον έκρινα, δεν τον μίσησα, η συμπεριφορά του δεν με απώθησε, οι πράξεις του δεν με τρόμαξαν, ήταν επιβεβλημένες. Τίποτα δεν έκανα.
Μόνο ένα.
Τον αγάπησα. Πολύ!
Περισσότερο απο τον οποιονδήποτε χαρακτήρα, έχει γεννήσει το μυαλό της έως σήμερα.
Ζήτησα, έναν ήρωα σκληρό.
Ζήτησα, μια ψυχρή καλοκουρδισμένη μηχανή,με τα γρανάζια της “ψυχασθένειας” όλα στη θέση τους.
Ζήτησα έναν δολοφόνο….και μου τον έδωσες.
Σ’ευχαριστώ!!!

Υγ:Σου συγχωρώ το γεγονός ότι στα τρία τέταρτα του βιβλίου οι δακρυγόνοι αδένες μου ξέχασαν πώς να σταματήσουν να λειτουργούν. Και στην ερώτηση που με μεγάλη αγωνία μου είχες κάνει “ Θα ερωτευόσουν ποτέ έναν δολοφόνο?” σου απαντώ το εξής

“ Σαφέστατα όχι…θα ερωτευόμουν όμως, τον δικό σου δολοφόνο”. Τα κατάφερες.

Έλενα Φωτίου

(Θα σας τα πρήξω λίγο ακόμα με τους δρομείς να ξέρετε )

Σε αυτό το μικρό βιβλιαράκι των 153 σελίδων, η απόλαυση της ανάγνωσης f873cdf3-de18-458b-a3ea-ea3ba44d6498_3ισορροπεί (ενίοτε επικίνδυνα) μεταξύ της ζωής του απίστευτου Εμίλ Ζάτοπεκ – που μοιάζει περισσότερο να είναι ένα δεκάχρονο που δε μεγάλωσε ποτέ του, με όλη τη …σκουντουφλιά και τη γλύκα και την αθωότητα- και την αφηγηματική δεινότητα του συγγραφέα η οποία είναι μοναδική.

«Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του τσέχου δρομέα μεγάλων αποστάσεων, που γεννήθηκε στη Μοραβία το 1922 και πέθανε στην Πράγα το 2000. Ο Εμίλ άρχισε να ασκείται στους δρόμους αντοχής στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και, αρχής γενομένης το 1948, εξελίχθηκε σε παγκόσμια δόξα του στίβου (5.000 μέτρα, 10.000 μέτρα,μαραθώνιος), με αποκορύφωμα της σταδιοδρομίας του τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι (1952), όπου κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια.

Το 1957 τον βρήκε αξιωματικό του τσεχοσλοβακικού στρατού, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και υπάλληλο του Υπουργείου Αμύνης. Μετά την καταστολή της «Άνοιξης της Πράγας», εξαιτίας του ότι είχε ταχθεί ανοιχτά στο πλευρό του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, τον απέταξαν απ’ τον στρατό, τον διέγραψαν από το Κόμμα, τον εξανάγκασαν να κάνει την αυτοκριτική του, και τον έστειλαν να δουλέψει σε ορυχεία ουρανίου.

Ο Εσνόζ επιλέγει μόνο μερικά σημαντικά επεισόδια από την αθλητική σταδιοδρομία του Ζάτοπεκ, κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα του, λίγα ανέκδοτα. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να δείξει τι τον ενέπνεε, ποιο ήταν το νόημα της προσπάθειας του ανθρώπου που πήρε την προσωνυμία «τσέχικη ατμομηχανή». Με ανάλαφρες πινελιές, με διάθεση μεταξύ ειρωνείας και αγανάκτησης, περιγράφει το πολιτικό κλίμα της εποχής, τότε που μια λαϊκή δημοκρατία προσπαθούσε να επωφεληθεί από τις επιτυχίες του πρωταθλητή της.

Ο Εσνόζ δεν βλέπει στον Ζάτοπεκ τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο. Δεν επιχειρεί καμιά εξιδανίκευση. Αδιαφορεί για τον μύθο και τις ηρωικές αρετές.Αυτό που του αρέσει είναι τούτος ο άνθρωπος με το πλατύ χαμόγελο, ο γενναιόδωρος και πολύγλωσσος, που πιάστηκε στη μέγγενη του καθεστώτος. Του αρέσει η άχαρη πλευρά της προσπάθειας, ο πραγματικός πόνος, οι μορφασμοί, η περιφρόνηση του ωραίου στυλ. Πάνω απ’ όλα, η ελαφράδα και η χάρη, ο διασκελισμός και η εκτίναξη, ο τρόπος που ενώνονται τα αντίθετα σ’ ένα σώμα βαρύ, που υποφέρει.»

Ουσιαστικά ο Εσνόζ γράφει ένα μικρό ντοκιμαντέρ: Ενώ στο ρεπορτάζ απουσιάζει η προσωπική τοποθέτηση του δημιουργού, στο ντοκιμαντέρ ο δημιουργός είναι παρών στην εικόνα των γεγονότων. Το στιλ – όπως αναφέρει κι ο μεταφραστής Αχιλλέας Κυριακίδης χωρίς να αναφέρει τον εμπνευστή αυτής της πρότασης, είναι η τελειότητα μιας άποψης. Κι ο Εσνόζ έχει πραγματικά ένα αμίμητο στιλ, με το οποίο τελικά στήνει πάνω στο μύθο έναν μύθο, «και με υλικά την καλαισθησία, την κομψότητα, το χιούμορ» και την αγάπη θα πρόσθετα, «μετασκευάζει σε ολόκληρη περιπέτεια μια μονότονη κατά τα άλλα ζωή που ορίζεται κυρίως από 8 απαράλλαχτους γύρους στίβου.»

Το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με δυο στρατιωτικές εισβολές με διαφορά 30 χρόνων. Μέσα σε αυτά τα 30 χρόνια, τα όπλα εξελίσσονται, ο πόλεμος ψυχραίνει, ο κύκλος Εμίλ ανοίγει και κλείνει με πανομοιότυπο τρόπο.

Ξαναείπα ότι με τους Γάλλους συγγραφείς δεν τα πάω και πολύ καλά (μη ρωτήσετε γιατί, δεν ξέρω). Όμως – κι αυτό το ξαναείπα – ό,τι βιβλίο υπάρχει του Εσνόζ στα ελληνικά θα το πάρω.

Κατερίνα Χαρίση

Μετά από το αρκετά πετυχημένο τους βιβλίο Ύπνος και Θάνατος, οι δυο συγγραφείςdownloa με το ψευδώνυμο A.J.Kazinski (Anders Ronnow Klarlund και Jacob Weinreich), επανέρχονται με το αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, με τίτλο Ο τελευταίος καλός άνθρωπος. Ιδιαίτερη ιστορία, με ενδιαφέρουσα πλοκή και εμπεριστατωμένη έρευνα σε πολλαπλά επίπεδα (θρησκεία, επιστήμη, κοινωνία κτλ).

Όπως και στο Ύπνος και Θάνατος, έτσι κι εδώ έχουμε ομαλή εξέλιξη της ιστορίας, με την αρχή της να πηγαίνει λίγο αργά, όμως σιγά-σιγά κλιμακώνεται και αποκτά αρκετά γρήγορους ρυθμούς. Από ένα σημείο και μετά, οι εξελίξεις διαδέχονται καταιγιστικά η μια την άλλη, εκπλήσσοντας τον αναγνώστη. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη και καλά δομημένη, αν και κάποιος θα μπορούσε να πει ότι κάνει λίγη κοιλιά στα σημεία όπου αναφέρεται στα ιστορικά γεγονότα. Επειδή όμως στη συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, έρχεται κάτι το οποίο θα «κουμπώσει» απόλυτα με το προηγούμενο μπλα-μπλα, τελικά θεωρώ ότι δεν είναι κουραστικό καθόλου. Μάλιστα θα το ονόμαζα πρελούδιο στην εξέλιξη της ιστορίας.

Το θέμα του βιβλίου είναι αρκετά ασυνήθιστο, μιας και αφορά τον θρύλο των 36 Ενάρετων Ανθρώπων (εδώ καλούνται «Καλοί»), τους οποίους λέγεται ότι έστειλε ο Θεός στην Γη για να διατηρούν την ισορροπία μεταξύ καλού και κακού, προσφέροντας υπηρεσίες σε κόσμο που τις έχει μεγάλη ανάγκη (φιλάνθρωποι ακτιβιστές, εθελοντές κτλ). Ψάχνοντας στο ίντερνετ, δεν βρήκα να αναφέρεται πουθενά κάτι σχετικό, οπότε δεν ξέρω αν όντως υφίσταται αυτός ο θρύλος ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας των συγγραφέων. Πάντως, αν πράγματι ο θρύλος των 36 είναι απλή μυθοπλασία, δίνεται αληθοφανώς μέσα στις σελίδες του βιβλίου, που σε κάνει να πιστεύεις ότι, όντως πρόκειται για υπαρκτά άτομα.

Η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως στην Κοπεγχάγη με συχνά και σύντομα «ταξιδάκια» στην μαγευτική Βενετία, στην άγρια Αφρική αλλά και αλλού, χαρίζοντάς μας έτσι, μια multicultural ατμόσφαιρα.

Ο Δανός αστυνομικός εδώ είναι έξυπνος, δραστήριος και ευρηματικός και έχει κι αυτός (όπως κάθε επιθεωρητής που σέβεται τον εαυτό του), τα ζαβά του. Ο δικός μας φοβάται τα ταξίδια οποιουδήποτε είδους. Όχι μόνο τα αεροπορικά, αλλά και τα τρένα και τα καράβια. Έτσι βρίσκεται «εγκλωβισμένος» στον «μικρόκοσμο» της πόλης που μένει και των περιχώρων της. Όπου μπορεί να πάει με το αμάξι δηλαδή κι όχι για πολλές ώρες. Η φοβία του αυτή τον φέρνει υπόλογο στον γάμο του, προσθέτοντας του ακόμη έναν πονοκέφαλο.

Ο Ιταλός επιθεωρητής από την άλλη, επαγγελματικά πάει κόντρα στο ρεύμα και δεν διστάζει να παρακούσει τους ανωτέρους τους, πράγμα που τον φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με αναγκαστική άδεια. Σαν απλώς πολίτης όμως, βλέπουμε ότι είναι ευαίσθητος και νοιάζεται για τους ανθρώπους. Φέρει βαρέως τον θάνατο της μητέρας του και κάπου στο βάθος διακρίνουμε και μερικά ψήγματα τύψεων.

Οι δυο τους, με την αρωγή μιας Δανής αστροφυσικού, βγάζουν άκρη στο χιλιομπερδεμένο κουβάρι των δολοφονιών των 34 από τους 36 Καλούς Ανθρώπους και τρέχουν να προλάβουν να σώσουν τους 2 τελευταίους! Θα το καταφέρουν άραγε; Διαβάστε το βιβλίο και θα δείτε. Προσωπικά το απόλαυσα και αναμένω το επόμενο του συγγραφικού ντουέτου.

Από μένα, 8/10!

Καλές αναγνώσεις!

Γιώτα Βασιλείου