Posts Tagged ‘Μυστήριο’

Ο Andrew Pyper κατάγεται από μια παραδοσιακή βορειοϊρλανδέζικη οικογένεια που μετανάστευσε στον Καναδά κουβαλώντας μαζί της όλες τις παραδόσεις και τους μύθους της κέλτικης Ιρλανδίας μαζί με μια πολύ ισχυρή δόση γοτθικού πεσιμισμού και μυστηρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο νεότερος γιος της οικογένειας, γεννημένος στο Οντάριο του Καναδά, να κάνει σκοπό της ζωής του τη συγγραφή αυτών των μύθων και του γοτθικού περιβάλλοντος που τους περικλείει. Τώρα σε όλα αυτά προσθέστε αγωνία και μυστήριο και έχετε το The Only Child, (το μόνο παιδί) το τελευταίο του βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε.

biblio_17_0030.gifΤο The Only Child έχει όλα τα στοιχεία που συνθέτουν ένα καλό θρίλερ συν ότι σε κρατάει άγρυπνο ένα δυο βράδια αφού το διαβάσεις κοιτάζοντας σκιές και προσπαθώντας να ξεχωρίσεις θορύβους μέσα στο σπίτι.

Χωρίς να θέλω να μαρτυρήσω τι συμβαίνει μιας και σε ένα θρίλερ όλες οι λεπτομέρειες έχουν την σημασία τους, η ιστορία εξελίσσεται σε ένα ψυχιατρείο για σοβαρούς εγκληματίες, κεντρικό πρόσωπο και κυρίως αφηγητής είναι μια ψυχίατρος με πολύ ταραγμένη παιδική ηλικία και προβλήματα μνήμης από αυτή τηn περίοδο της ζωής της και βέβαια πολλά, πολύ ταραγμένα μυαλά και από τις δυο πλευρές των διαδρόμων. Με το δυο πλευρές εννοώ ασθενείς και εργαζομένους. Και φυσικά τον έναν, τον πολύ έναν ασθενή που ισχυρίζεται ότι είναι 200 χρονών και …. Αλλά μην σας πω τίποτα άλλο. Φτάνουν αυτά για να φανταστείτε τι σημαίνει θόρυβοι και σκιές στο σκοτάδι.

Θα σας εκπλήξω γιατί έχω δηλώσει πολλές φορές ότι δεν είμαι φαν του είδους, αλλά το συγκεκριμένο βιβλίο μου άρεσε. Και μου άρεσε όχι μόνο γιατί πραγματικά έχει στιγμές που η αδρεναλίνη σου σαν αναγνώστης χτυπάει ταβάνι, όχι μόνο για την απόλυτη αληθοφάνεια ακόμα και των πιο τραβηγμένων στοιχείων αλλά και γιατί μέσα σε όλα υπάρχει και μια έντονη διάθεση ειρωνείας. Προσέξτε δεν είπα χιούμορ. Ειρωνείας, ο συγγραφέας ειρωνεύεται από την σύγχρονη κοινωνία μέχρι την σύγχρονη ψυχιατρική και την εγκληματολογία και όλα αυτά ενώ βυθίζεται όλο και περισσότερο σε δυο πολύ μπερδεμένα μυαλά.

Ένα καλό βιβλίο για καλοκαιρινές διακοπές αν και πολύ φοβάμαι ότι αφού το διαβάσετε θα δυσκολευτείτε να εμπιστευτείτε καινούργιες γνωριμίες.

Το βιβλίο του Andrew Pyper «The Only Child» κυκλοφόρησε στις 23 Μαΐου από τον εκδοτικό Simon & Schuster και φαντάζομαι σε όλες τις δυνατές μορφές.

Μετά από μια δεκαετία ο πολυτάλαντος Peter Blauner, συγγραφέας αστυνομικών θρίλερ, επανεμφανίστηκε με το βιβλίο Proving Ground, αλλά …αλλά πριν κοιτάξουμε το βιβλίο ας ρίξουμε μια ματιά στον ίδιο τον Blauner. Ο Blauner έχει ιστορία στο αστυνομικό θρίλερ και ήταν το βιβλίο του The Last Good Day που τον έβαλε σε όλους τους καταλόγους των μπέστ-σέλερ. Ήταν το The Last Good Day  πριν από έντεκα ακριβώς χρόνια, και μετά, μετά τίποτα, που με τον καιρό γι’ αυτούς που δεν γνώριζαν άρχισε να δημιουργεί ερωτηματικά και σκέψεις.

Η αλήθεια είναι ότι ο Peter Blauner δε σταμάτησε να γράφει ούτε μια μέρα, απλά από το χαρτί πέρασε στην μικρή οθόνη μιας και γι’ αυτά τα δέκα χρόνια ήταν από τους βασικούς συγγραφείς των πολύ γνωστών τηλεοπτικών σειρών: Law & Order: SVU και Blue Bloods, που από ότι ξέρω συνεχίζουν να γυρίζονται και να προβάλλονται. Μάλιστα γι’ αυτούς που το ξέρουν είναι άξιο απορίας που βρήκε το χρόνο να γράψει και ένα βιβλίο.

biblio_17_0027.gifΦίλος των αστυνομικών σειρών στη μικρή οθόνη παραδέχομαι ότι το Law & Order: SVU είναι από τις καλύτερες που έχω δει. Όχι μόνο είναι καλογραμμένη, καλογυρισμένη με πολύ καλές ηθοποιίες αλλά είναι και αληθοφανής. Παρακολουθείς κάποιες άλλες – μεταξύ τους κάποιες με τεράστια ανταπόκριση στο κοινό – και αναρωτιέσαι γιατί υπάρχει ακόμα Νέα Υόρκη, θα έπρεπε οι μισοί να είναι δολοφονημένοι και άλλοι μισοί ψυχασθενείς δολοφόνοι. Παράλληλα και παρ’ όλο που βρίσκεται στην 19η συνεχή χρόνια της η σειρά – αριθμός ρεκόρ – έχει καταφέρει να μην πέσει στις λακκούβες που πέφτουν σειρές με ζωή πέντε με επτά χρόνια, δεν έχει επεισόδια ..που κάτι θυμίζουν, υποθέσεις που είσαι σίγουρος ότι έχεις ξαναδεί στην ίδια ακριβώς σειρά. Το κάθε επεισόδιο είναι μοναδικό, συν ένα ακόμα μεγάλο συν, όλα τα εγκλήματα δεν γίνονται από ψυχοπαθείς δολοφόνους και δεν είναι υποχρεωτικά όλα δολοφονίες.

Σε όλα αυτά από ότι φαντάζομαι καταλαβαίνετε, σημαντικό ρόλο παίζει ο συγγραφέας, ο σεναριογράφος της σειράς. Ο Peter Blauner. Και ήταν σημαντικό να τα αναφέρω εδώ γιατί τουλάχιστον σε εμένα που έχω διαβάσει προηγούμενες δουλειές του, φαίνεται πόσο η συγγραφή σεναρίων λειτούργησε και σαν σχολείο για τον συγγραφέα.

Η Νέα Υόρκη και δυο τελείως αντίθετοι χαρακτήρες, είναι στο κέντρο του βιβλίου. Αλλά μια Νέα Υόρκη αληθοφανής κι όχι υποχρεωτικά σκοτεινή με έναν δολοφόνο σε κάθε γωνιά. Ο Nathaniel “Natty Dread” Dresden είναι ο ένας χαρακτήρας. Πολύπλοκος σε μόνιμη ισορροπία μεταξύ παρανομίας, τρέλας και κανονικότητας και από την άλλη ο ντετέκτιβ Lourdes “LRo” Robles, η απόλυτη παρακμή του Νεοϋορκέζου μπάτσου που κουβαλάει τα δικά του οικογενειακά και κοινωνικά δράματα. Ανάμεσά τους ο πατέρας του Natty, γνωστός μεγαλοδικηγόρος με πελατολόγιο όλα τα καθάρματα της Νέας Υόρκης, που δολοφονείται.

Η συνέχεια επι του …χαρτιού.

Το βιβλίο έχει ταχύτητες επεισοδίου του Law & Order: SVU, υπάρχουν κάποιες στιγμές που ο συγγραφέας εμβαθύνει στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών του, υπάρχουν άλλες σε απόλυτη ισορροπία, που έχουν από κυνηγητά με αυτοκίνητα μέχρι στενά, σκοτεινά στενάκια. Ένα καλό βιβλίο θρίλερ με πολλές απρόβλεπτες εξελίξεις, από αυτές που αρέσουν στο είδος όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ο Peter Blauner είναι …ο Peter Blauner. Τεχνίτης στις λέξεις και στους διαλόγους.

Άλλο ένα βιβλίο για τη λίστα των βιβλίων που θα κάνανε καλή παρέα στην παραλία.

Το Proving Ground του Peter Blauner είναι εκδόσεις Minotaur Books, κυκλοφόρησε στις 2 Μαΐου 2017 και πρέπει να κυκλοφορεί ήδη σε ψηφιακή μορφή.

Δεν ξέρω πώς διαλέγουν οι άλλοι τα βιβλία που θα διαβάσουν, αλλά εγώ είμαι παρορμητικός τύπος. Πολλές φορές αρκεί ένα εξώφυλλο που θα μου τραβήξει την προσοχή, μια φράση από την περίληψη ή μόνο ο τίτλος. Δεν το ψάχνω πολύ, αν μου κάνει κλικ θα το διαβάσω κι ας μου βγει και σε κακό.

Το «Τελευταία έξοδος» του Federico Axat μου τράβηξε αμέσως την προσοχή με το έντονο μπλε και κόκκινο εξώφυλλό του και το ξεκίνησα έχοντας διαβάσει στα πεταχτά το οπισθόφυλλο χωρίς να το σκεφτώ και πολύ. Αλλά και να έδινα προσοχή στο οπισθόφυλλο δεν θα είχε και πολλή σημασία γιατί στην ουσία δεν λέει τίποτα σημαντικό και διαβάζοντάς το δεν μπορείς να φανταστείς τι θα ακολουθήσει.

biblio_17_0025.gifΤο βιβλίο είναι ένα παιχνίδι του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Αλλιώς ξεκινάει, αλλιώς συνεχίζει, αλλάζει συνεχώς πορεία, κάνει κύκλους, πάει μπροστά, πάει ΄πίσω, σε ζαλίζει σαν το τρενάκι του λούνα παρκ. Κάθε φορά που νομίζεις ότι καταλαβαίνεις πού το πάει ,ο συγγραφέας σου κλείνει πονηρά και ελαφρώς ειρωνικά το μάτι και σε πάει αλλού.
Είναι page turner και το διασκέδασα πολύ, είναι από τα βιβλία για τα οποία συνήθως χρησιμοποιούνται τα κλισέ ¨διαβάζεται απνευστί», «δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου». Έτσι κι εγώ λοιπόν δεν το άφησα και το τελείωσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο γιατί ήθελα να δω τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία.

Τι είναι αλήθεια, τι είναι ψέμα, τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα; Τι συμβαίνει με τον Τεντ; Τι είναι αυτή η μυστηριώδεις οργάνωση αυτοχείρων; Ποιος ο ρόλος της γιατρού; Που θα καταλήξει όλο αυτό το μπέρδεμα;

Πολύ διασκεδαστικό βιβλίο, αγωνιώδες, γρήγορο και ανατρεπτικό. Στα μείον του οι χαρακτήρες που δεν είχαν ιδιαίτερο βάθος, ότι το τέλος αφήνει κάποια πράγματα να αιωρούνται και ότι υπάρχουν κάποιες τρύπες στην πλοκή(στις οποίες δεν έδωσα πολλή σημασία γιατί διάβαζα με καταιγιστικούς ρυθμούς). Ευτυχώς δεν είναι από αυτά τα θρίλερ που το παρακάνουν στις αιματηρές και ανατριχιαστικές περιγραφές ,αλλά στηρίζεται περισσότερο στο μυστήριο και στην περιέργεια που προκαλεί στον αναγνώστη να μάθει τι συμβαίνει.

Ειρήνη Προϊκάκη

********************************************

To άρθρο της Ειρήνης Προϊκάκη,
συμπεριλαμβάνεται στο πέμπτο τεύχος του ArsOvi που μπορείτε να βρείτε ΕΔΩ:

Ovi_greece_0517_004a.gif

Έχετε ποτέ σκεφτεί τι θα κάνατε αν κάποια μέρα εμφανιζόταν κάποιος και σας έδινε ένα πιστόλι που δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει ίχνη, 100 σφαίρες που επίσης δεν υπάρχουν για κανέναν και πουθενά, ένα φάκελο με λεπτομέρειες και όλα τα στοιχεία αυτού που σας έχει κάνει το μεγαλύτερο κακό στη ζωή σας και την υπόσχεση πως ό,τι και να του κάνετε (κατά προτίμηση σκοτώσετε) θα μείνει ατιμώρητο και θα ξεχαστεί αμέσως σαν να μην έχει συμβεί ποτέ; Για μια στιγμή στο χρόνο θα γίνετε εισαγγελέας, δικαστής και εκτελεστής ταυτόχρονα αυτού που είναι υπεύθυνος για την πιο σκοτεινή στιγμή της ζωής σας. Τι θα κάνατε;

biblio_17_0019Το «100 Bullets» είναι κόμικς, δημιουργία του συγγραφέα Brian Azzarello και του σχεδιαστή Eduardo Risso, και παρόλο που υπάρχει στον κατάλογο των κόμικς της DC Comics των Superman, Batman, Wonder Woman, Green Lantern, Martian Manhunter, The Flash, Aquaman, Cyborg και πάρα πολλών άλλων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους παραπάνω. Το «100 Bullets» είναι ιστορίες νουάρ, στην πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης με εικόνες.

Και φυσικά η σειρά τελείωσε μετά από 100 ιστορίες. Μια σφαίρα η ιστορία. Αν και η κάθε ιστορία είναι αυτοτελής η κάθε μια έχει μικρά-μικρά κομματάκια από ένα τεράστιο παζλ που σιγά-σιγά αρχίζει να φαίνεται. Ειρωνεία; Το παζλ δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Είναι περισσότερο για να καλύψει το μυστήριο των γιατί κάποιος θα θελήσει να σου κάνει ένα τέτοιο «δώρο», αλλά η κάθε ιστορία είναι τόσο συναρπαστική που στο τέλος αυτό το μυστήριο δεν έχει καμία σημασία. Είναι εκεί απλά για να σου υπενθυμίσει ότι αυτό που διαβάζεις είναι κόμικς που ακροβατεί μεταξύ φαντασίας, μύθου και πολλές φορές επιστημονικής φαντασίας, για να σου υπενθυμίσει ότι στο ίδιο σύμπαν υπάρχει ο Superman και ο Batman. Τρίχες. Ούτε για μια στιγμή δεν το ένιωσα, παρά το δίχτυ συνωμοσίας που προσπαθούν να απλώσουν.

biblio_17_0021.gifΟι εικόνες του Eduardo Risso είναι καταπληκτικές. Υπάρχουν πολλές σκηνές απόλυτης βίας, όπως απαιτεί το είδος. Το νουάρ εννοώ. Ο Brian Azzarello συμπληρώνει όπου δεν μπορούν οι χίλιες λέξεις των εικόνων να ανταποκριθούν κι αυτό ακριβώς κάνει τη σειρά «100 Bullets» τόσο υπέροχη. Τα κείμενα δεν επεξηγούν, δεν γεμίζουν κενά, δεν πλαταγίζουν με ανόητους διαλόγους ή κάνουν μπαμ και μπουμ. Τα κείμενα είναι σαν γέφυρες λέξεων/εικόνων μεταξύ των εικόνων/λέξεων.

Ο Eduardo Risso είναι παιδί της Ισπανικής σχολής των σχεδιαστών κόμικς παρόλο Αργεντίνος. Είναι αυτή η σχολή που άγγιξε ο Νταλί, ο Γκόγια, ο Κάσας, ακόμα και ο Δομίνικος Θεοτοκόπουλος. Τα πρόσωπα είναι βαθιά εκφραστικά και οι κινήσεις πλαστικές. Την ώρα που σφίγγει την σκανδάλη το πρόσωπο δείχνει την πάλη ανάμεσα στο έγκλημα και την τιμωρία.

Φαντάζομαι δεν χρειάζονται περισσότερες λέξεις για να καταλάβετε πόσο πολύ μου άρεσε και συνεχίζει να μου αρέσει η σειρά «100 Bullets» και να την συνιστώ ανεπιφύλακτα όχι μόνο σε αυτούς που διαβάζουν κόμικς ή graphic novels αλλά σε όποιον αρέσει το καλό νουάρ βιβλίο. Αυτά βέβαια χωρίς να ξέρω αν έστω κι ένα από τη σειρά έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα και αν δεν έχει θα είναι πραγματικά κρίμα.

biblio_17_0020.gif

Το αστυνομικό μυθιστόρημα, η διαλεύκανση εγκλημάτων μέσα από μυστήριο και δράση, υπήρξε για πολλές δεκαετίες …αντρική υπόθεση. Η Miss Marple η Nancy Drew και η Bertha Cool σπάσανε για λίγο αυτό το μονοπώλιο την δεκαετία του ’20 και του ’30, αλλά παρόλη την παγκόσμια αναγνώριση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Τέλη της δεκαετίας του ’60 αρχές ’70, που η γυναικεία χειραφέτηση είναι γεγονός, έρχεται η θρυλική Modesty Blaise. Η Modesty Blaise είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση που ίσως στο μέλλον κάνουμε κάτι σπέσιαλ γι’ αυτήν. Ηρωίδα κόμικς που εμφανιζόταν σε καθημερινή εφημερίδα σε πενθήμερη συχνότητα, δυναμική, μυστηριώδης, μαγευτική, θηλυκή. Οι περιπέτειές της συνδιάζανε τη δράση με το μυστήριο, και σε μερικές περιπτώσεις έπιανε την επιστημονική φαντασία ή καλυτέρα το άμεσο μέλλον, όπως το βλέπανε οι συγγράφεις του ’60 και του ’70. Η Modesty Blaise όχι απλά έσπασε όλα τα αντρικά οχυρά στο είδος, αλλά επιβλήθηκε και έγινε πρότυπο για την δεκαετία του ’80 όπου οι γυναίκες ντετέκτιβ και ηρωίδες δράσης για μερικές χρονιές κυριαρχούν όχι μόνο σε βιβλία, αλλά και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο.

Σήμερα έχουμε φτάσει σε γυναίκες έτοιμες για όλα, όπως η Σουηδέζα Lisbeth Salander. Πάντα γυναίκες δυναμικές, μυστηριώδεις, μαγευτικές και με έντονη θηλυκότητα αλλά και μια διαφορά, τώρα εκτός από το να γκρεμίζουν ταμπού και οχυρά, απομυθοποιούν. Η Izzy Spellman απομυθοποιεί με ωμότητα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ και την κατά τα βιβλία, ηρωική και μυστήρια δουλειά του, και η Rebekah Roberts απομυθοποιεί τον αστυνομικό ρεπόρτερ και γενικά το ρόλο του δημοσιογράφου πέραν αυτών που απολαμβάνουν τα φώτα των δελτίων ειδήσεων.

biblio_17_0018.gifΗ Rebekah Roberts στην τρίτη κατά σειρά περιπέτειά της πρέπει κάπως να αποδείξει ότι αξίζει τον τίτλο του δημοσιογράφου, όχι μόνο για τους άλλους ή τον αρχισυντάκτη που συνεχίζει να την βλέπει σαν κάτι που θέλει πολύ δουλειά ακόμα αλλά τον ίδιο τον εαυτό της. Η στιγμή της κρίσης που πρέπει να αποφασίσει αν αυτό που αποφάσισε να κάνει σαν δουλειά και αγάπησε, υπάρχει στην πραγματικότητα ή είναι απλά δημιούργημα επιθυμιών και φαντασίας. Κι εκεί που παλεύει μεταξύ των μεγάλων ναι και των μεγάλων όχι βρίσκει ένα παλιό γράμμα σταλμένο από τη φυλακή προς έναν παλαιότερο συνάδελφό της. Κι κάπου εκεί ξεκινάει η τρίτη περιπέτεια.

Στην τρίτη περιπέτεια της Rebekah Roberts, η συγγραφέας Julia Dahl μπαίνει και η ίδια στην δημοσιογραφική έρευνα και στα σκοτεινά δρομάκια μιας αίρεσης που δεν είναι αίρεση και είναι κομμάτι μιας ομάδας που έχει αποσχιστεί από τον Ιουδαϊσμό. Ξεκινώντας από το τέλος, οι Χασιδιστές Ιουδαίοι είναι ομάδα που αποσπάστηκε από τους Ορθόδοξους Ιουδαίους στα τέλη του 18ου αιώνα στην Ουκρανία και σήμερα υπάρχει κυρίως στις ΗΠΑ και την Βρετάνια. Παραδοσιακοί ιουδαίοι, ιδιαίτερα συντηρητικοί που πιστεύουν ότι η υπακοή στον θεό και στις εντολές του πρέπει να τηρούνται σε κάθε μέρος της κοινωνικής, επαγγελματικής και προσωπική ζωής των πιστών. Τώρα, ανάμεσα στους Χασιδιστές υπάρχει μια ομάδα που δεν αναγνωρίζουν οι Χασιδιστές και λέγονται Chabad Lubavitchers και σκοπός τους είναι να βρίσκουν εβραίους και να τους φέρνουν στη Χασιδιστική κοινωνία. Προσηλυτισμός με κάθε μέσο.

Η έρευνα της Julia Dahl είναι αποκαλυπτική για έναν κόσμο που πολύ λίγα είναι γνωστά και υπάρχει και λειτουργεί στη Νέα Υόρκη. Όσο για την ηρωίδα της, την Rebekah Roberts, ενώ ξεκίνησε από ένα γράμμα ενός νέου άντρα που επιμένει ότι δεν είναι αυτός ο δολοφόνος της οικογένειάς του και αφού προσπαθήσει να ζήσει μέσα από την έρευνά της τα γεγονότα των συγκρούσεων αστυνομίας και αφροαμερικανών διαδηλωτών στις αρχές του ’90 – που είναι το σκηνικό των φόνων – ψάχνοντας τον μυστηριώδη διαδηλωτή, που συμφώνα με τον νεαρό ήταν ο πραγματικός δολοφόνος, μπλέκει με όλο το σκοτεινό κόσμο των Chabad Lubavitchers και την ανικανότητα της αστυνομίας να τους αντιμετωπίσει ή ακόμα και να έχει το παραμικρό στοιχείο για το ποιοι είναι και τι κάνουν.

Η Dahl με πολύ ήρεμο τρόπο και χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη, τον περνάει από το ένα ιστορικό γεγονός και τον ένα σκοτεινό κόσμο στο άλλο. Στην αρχή είναι ο κόσμος της φυλακής, η ανικανότητα των ερευνητών της αστυνομίας που αφού πήραν μια ομολογία από έναν εξαντλημένο σωματικά και ψυχικά έφηβο τον πασάρουν σε μια εξ ίσου ανίκανη δικαιοσύνη που θέλει απλά να κλείσει την υπόθεση. Στη συνέχεια οι συγκρούσεις στη Νέα Υόρκη και το φυλετικό ζήτημα στις ΗΠΑ και στο τέλος μια αίρεση που δεν είναι αίρεση.

Για να πω την αλήθεια, κατά τη διάρκεια που διάβαζα το βιβλίο, υπήρξαν στιγμές που χρειάστηκε να κάνω και προσωπική έρευνα – δόξα το Google – για να επιβεβαιώσω στοιχεία που μου φάνηκαν παρατραβηγμένα ακόμα και για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα και προς έκπληξή μου για μια ακόμα φορά η πραγματικότητα είναι πολύ χειρότερη από όποιο δημιούργημα φαντασίας.

Η Rebekah Roberts είναι μια ασυνήθιστη ηρωίδα βιβλίων μυστηρίου και δράσης αλλά ταυτόχρονα ελκυστική μιας και δεν είναι το πρότυπο της τάξης και μεθοδικότητας, απεναντίας πολλές φορές εμφανίζει έναν ατσούμπαλο Κλουζώ. Αλλά η ιστορία της Julia Dahl, η ιστορία πάνω στην οποία βασίζεται το βιβλίο και η γραφή της, δεν αφήνουν περιθώρια να ασχοληθείς με την τσαπατσουλιά της Rebekah. Απεναντίας αυτή ακριβώς η τσαπατσουλιά της δουλεύει και σαν συνδετικός κρίκος σε αυτά που συμβαίνουν και στην κορύφωση της ιστορίας.

Η Julia Dahl εξελίσσεται σαν συγγραφέας μαζί με τη ηρωίδα της και το τρίτο βιβλίο της Rebekah Roberts είναι σίγουρα θετική συνεισφορά για τις γυναίκες ντετέκτιβ και ηρωίδες δράσης.

Το βιβλίο Julia Dahl Conviction (Η Καταδίκη), κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Minotaur Books, στις 27 Μαρτίου 2017 και υπάρχει και σαν ψηφιακή μορφή. Δεν είμαι σίγουρος αν κάποιο από τα βιβλία της Julia Dahl έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά αλλά το Conviction αξίζει να το διαβάσετε ακόμα και στο πρωτότυπο, όχι μόνο για την ιστορία και την ηρωίδα αλλά και για την έρευνα της συγγραφέως.

Η λέξη Noir είναι γαλλική και συνδεδεμένη με μια κατηγορία ταινιών. Μαυρόασπρες ταινίες, σκοτεινές, με μυστήριο, φόνο, έρωτες, πάθη και ωμή βία. Τώρα η λέξη μπορεί να είναι γαλλική αλλά το είδος, το Film Noir, μεγαλούργησε στο Χόλυγουντ φτιάχνοντας χαρακτήρες και καριέρες. Τα σκοτεινά δρομάκια και τα κλειστά παράθυρα δεν ήταν δυνατόν να περιοριστούν στην ασημένια οθόνη, έπρεπε κάπως να περάσουν και στο γραπτό λόγο. Και περάσανε με μεγάλη επιτυχία, ειδικά την δεκαετία του ’60.

biblio_17_0011.gifΟ Reed Farrel Coleman γεννήθηκε λίγο πριν ξεκινήσει η δεκαετία του 60’ αλλά όταν έφτασε στην εφηβεία είδε ότι και η πραγματικότητα μπορεί και να έχει σκηνές Film Noir. Ένα βραδάκι και πηγαίνοντας προς το σπίτι του άκουσε ένα πυροβολισμό, είδε κάποιον να χάνεται στο σκοτάδι και έναν άντρα να πέφτει μπροστά του με αίματα στην κοιλιά. Η σκηνή τον σοκάρισε και ταυτόχρονα του έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο ότι κάποια πράγματα δεν συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.

Έτσι ξεκίνησε να γράφει. Μανιασμένα και χωρίς ποτέ να σκεφτεί αν ήθελε να γίνει συγγραφέας η αν μπορούσε ποτέ να ζήσει με τη συγγραφή και δει με τη συγγραφή βιβλίων με εγκλήματα. Βιβλίων σκοτεινών με ωμή βία, όπως αυτή που είδε ο ίδιος να εξελίσσεται μπροστά του. Βιβλία με έρωτες, πάθη και μυστήριο. Βιβλία Noir.

O Gus Murphy είναι ένας τέως ντετέκτιβ, παλιά καραβάνα, με πολλά προσωπικά δράματα και καινούργιος χαρακτήρας για τον Coleman. Ο Gus έχασε πριν από λίγα χρονιά τον γιο του και τώρα κάτω από το βάρος του δράματος χώρισε και με τη γυναίκα του. Τέως σε όλα ο Gus και έχει καταλήξει σε ένα μικρό τοπικό ξενοδοχείο στο Long Island, δίπλα σε ένα μικρό ιδιωτικό αεροδρόμιο. Χωρίς καμία πιστοποίηση, ούτε καν σαν ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Gus βρίσκεται ανάμεσα σε δυο μυστήρια σε δυο παράλληλα ανόμοια επίπεδα που τρέχουν ταυτόχρονα.

Ανήκω σε αυτούς που λατρεύουν το Noir στον κινηματογράφο και στο βιβλίο. Πέρα από το σκοτεινό του ύφους τους και το ωμό του ήθους τους, βρίσκω ότι υπάρχει κάτι ήρεμο, κάτι το πολύ ανθρώπινο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι ταινίες και τα βιβλία Noir είναι καλά ή …ήρεμα. Είναι από τα είδη που τα όρια όπου η ιστορία μπορεί να γίνει pulp ή ερωτική με έντονες σκηνές σεξ είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα και πολλοί συγγραφείς ήσκηνοθέτες τα περνάνε. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να φέρετε στο μυαλό σας την κλασσική Casablanca με τον Μπόγκαρτ και να σκεφτείτε πόσες ήταν οι σκηνές που ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να ξεφύγει στη μια πλευρά ή στην άλλη.

Την ίδια στιγμή το καλό Noir είναι κάπως συνδεδεμένο και με τη διανόηση. Διαβάζεις ένα βιβλίο Noir και ξαφνικά βλέπεις αναφορές στους Lawrence Block, T.S. Eliot, Wallace Stevens ή τον ηρώα να απαγγέλλει Dylan Thomas. Εκεί κάπου βρίσκεται και ο Reed Farrel Coleman. Ένας διανοούμενος συγγραφέας ιστοριών Noir.

biblio_17_0010.gifTo What You Break μόλις κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία και είναι το δεύτερο βιβλίο του Coleman με ηρώα τον Gus Murphy. Προσωπικά μου άρεσε και κατάφερε να με κρατήσει μέχρι το τέλος, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι ήρθε στα χέρια μου και την πιο κατάλληλη στιγμή, μετά από μια σειρά ακαδημαϊκών βιβλίων που για να τα διαβάσω χρειάστηκε να μετακομίσω τη μισή δημόσια βιβλιοθήκη στο σπίτι μου.

Το What You Break είναι από τα βιβλία που το διαβάζεις απαραίτητα βράδυ παρέα με ένα ποτήρι μπέρμπον χωρίς αυτό να σημαίνει πως οτιδήποτε άλλο δεν κάνει.

Το What You Break είναι εκδόσεις G.P. Putnam’s Sons

Κυκλοφόρησε επίσημα στις 7 Φεβρουάριου και προς το παρόν βρίσκεται μόνο σε μορφή σκληρού εξωφύλλου.

Για τους λάτρεις του είδους πραγματικά εύχομαι να μεταφραστεί στα ελληνικά. Αν όχι, κρατήστε το όνομα, δεν θα αργήσει η ψηφιακή του μορφή και …πράττετε ανάλογα.

Οι αληθινές ιστορίες- μάλλον τα βιβλία που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα- έχουν ένα προβάδισμα σε σχέση με την καθαρή μυθοπλασία. Κι αυτό γιατί όλους μας εξιτάρει το να διαβάζουμε για ένα φριχτό έγκλημα που συνέβη στ’ αλήθεια, κι όσο χειρότερη η πράξη, η αλήθεια, τόσο μεγαλύτερο και%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b6-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4%ce%bf%ce%bb%ce%bf%cf%86%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%85 το ενδιαφέρον του κοινού προκαταβολικά. Πριν καν διαβάσει το βιβλίο. Από κει και πέρα είναι στο χέρι του συγγραφέα να ανταποκριθεί στις ήδη αυξημένες προσδοκίες του κοινού και να του δώσει ένα βιβλίο που θα κρατήσει αυτό το προκαταβολικό ενδιαφέρον ψηλά, και ως το τέλος της ανάγνωσης. Κι εκεί κρύβονται οι παγίδες.

Μέσα σε όλο αυτόν τον όγκο πληροφοριών και στοιχείων πάνω στα αληθινά γεγονότα, υπάρχουν και πολλά που ναι μεν ήταν αλήθεια, ναι μεν έχουν συμβεί, αλλά πρέπει ο συγγραφέας να μπορεί να κρίνει αν θα τα συμπεριλάβει στο βιβλίο του, αν θα τα αλλάξει ελαφρώς/συμμορφώσει ή αν θα τα αφήσει απ’ έξω. Προσέξτε: Μιλάμε για βιβλίο βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, ΟΧΙ καταγραφή. Μιλάμε πάντα για Fiction. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να το καταλάβουμε αυτό.

Ακόμα και το πιο απίστευτο γεγονός μπορεί να έχει συμβεί, ακόμα και η πιο απροσδόκητη εξέλιξη σε μια πορεία γεγονότων μπορεί να έχει συμβεί, ακόμα και το θαύμα ναι, μπορεί να έχει συμβεί, αλλά αν αυτό δε δέσει με τη μυθοπλασία και την πραγματικότητα που στήνει ο συγγραφέας, πρέπει να το παραλείψει. Θα το κάνει;

Η Νέα Ορλεάνη είναι ίσως ο ιδανικότερος τόπος για μια σκοτεινή ιστορία. Είναι αυτό το ανακάτεμα λαών και πολιτισμών, είναι η τοποθεσία της, είναι η μουσική της, είναι το βουντού. Στη Νέα Ορλεάνη, όλα γίνονται διαφορετικά. Υπάρχει μεγάλο ιστορικό παραφρονημένων ανθρώπων, ανθρώπων που σκοτώνουν επειδή υποψιάζονταν πως κάποιος τους έχει κάνει μάγια. Ο Πελεκητής είχε κερδίσει τον τίτλο του μη-ανθρώπου, του εξωπραγματικού, του πνεύματος. Με φόντο μια μαγευτική από όλες τις πλευρές Νέα Ορλεάνη, τρεις ομάδες ανθρώπων αναζητούν το ίδιο πρόσωπο. Αν και πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος αφήγησης, η αστυνομική πλοκή μάλλον είναι χαλαρή- κι εκεί κάπου γεμίζει τα κενά η μουσική. Ίσως να μην είναι τόσο hardcore αστυνομικό, ίσως να μην είναι η White Jazz του James Ellroy- όμως είναι ένα βιβλίο που δεν περνά απαρατήρητο.

Κι εδώ ερχόμαστε στα δικά μας. Η ελληνική έκδοση δυστυχώς δεν στάθηκε όπως έπρεπε σε αυτό το βιβλίο. Ό,τι κι αν αποδειχθεί τελικά αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα, το σίγουρο είναι ότι θα το έχει καταφέρει από μόνο του. Ένα πραγματικά υπέροχο εξώφυλλο- το ορίτζιναλ μεν, αλλά υπέροχο, ανάγλυφο, γυαλιστερό, όμως εκεί αρχίζει και τελειώνει η όποια συμβολή του εκδοτικού. Γιατί μέσα είναι το (έλεος πια!) εφημεριδόχαρτο, αυτό που λεκιάζει ακόμα κι από τη φυσική λιπαρότητα του ανθρώπινου δέρματος, αυτό που βλέπουμε στα βίπερ-στα Βιβλία Περιπτέρου, αυτά που αγοράζεις με 4-5-6-7 ευρώ και δε σε νοιάζει αν τα ξεχάσεις στη θάλασσα, αν τα πασαλείψεις αντιηλιακό, αν στα σκίσει το ανιψάκι σου. Θα το άφηνα ασχολίαστο μιας και το εφημεριδόχαρτο είναι πια το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του ελληνικού βιβλίου σήμερα- ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο και θέμα μεγάλης συζήτησης αλλά όχι εδώ, όμως με την τιμή στα 16/17/18 ευρώ, όχι, δεν το αφήνω ασχολίαστο.

Δεύτερο φάουλ- και μεγαλύτερο: Η μετάφραση. Παιδιά, μεταφράζω ένα βιβλίο δε σημαίνει ότι ξέρω καλά αγγλικά, βάζω και το google translator δίπλα και μεταφράζω λέξη-λέξη, πρόταση-πρόταση. Με αυτή τη λογική, όλοι όσοι γνωρίζουν καλά αγγλικά θεωρούνται και μεταφραστές. ΟΧΙ. Ο μεταφραστής ουσιαστικά ξαναγράφει το βιβλίο. Από την αρχή. Το θέμα στη μετάφραση είναι να αποδόσεις τα πάντα-τα πάντα όμως, από τον τόπο, το χρόνο, την έκφραση, την ντοπιολαλιά, την ατμόσφαιρα, τα πάντα, στον κόσμο σου και το κοινό σου. Να τα κάνεις δικά σου. Το Axeman’s Jazz, είναι γεμάτο μουσική, είναι γεμάτο ατμόσφαιρα, νότια διάλεκτο και προφορά, αλλά πού; Πού είναι; Δεν το είδα πουθενά μέσα στους διαλόγους. Οι διάλογοι είτε ήταν αδιάφοροι- χωρίς κανένα στοιχείο για την ταυτότητα των ομιλούντων, είτε αποδοσμένοι σε …βλάχους. Επειδή κάποιος ζει στο νότο, δε σ’μαιν’ σών’ και καλά πους είνι βλάχους. Καπίτο;

Και κάτι άλλο: Οι εκφράσεις. «Ο Μάικλ διέσχισε το γραφείο, καβάλα σε ένα άλογο αγανάκτησης κι εκνευρισμού». Δηλαδή σίριουσλι; Κι άντε ο μεταφραστής το έκανε. Κανείς άλλος δεν το είδε να του πει …τι γράφεις ρε; Ποιος περπατάει καβάλα σε άλογα αγανάκτησης; Ούτε καν σαν πρόταση δε στέκει! Περπατάει-καβάλα στο άλογο. Ε, δε γίνεται!

Κι επειδή τίποτα δεν αφήνω στην τύχη, το βιβλίο το διάβασα και στη γλώσσα του. Όλο. Ιδού λοιπόν το άλογο της αγανάκτησης: Michael strode across the bureau floor, riding a wave of indignation and annoyance…” Το βλέπετε; Δε χρειάζεται proficiency. Δε λέει καν HORSE. Λέει WAVE. Και είναι απλώς μια έκφραση, έκφραση που έχει νόημα στο αγγλόφωνο κοινό, αλλά όχι, στο ελληνόφωνο. Έλεος. Και αυτό θα το άφηνα ασχολίαστο, αλλά είδα πολλά, πολλά, πολλά τέτοια λάθη, λάθη τεμπελιάς, ερασιτεχνισμού, λάθη απαράδεκτα και επαναλαμβάνω ότι με μια τιμή στα 17 ευρώ, δεν δέχομαι τέτοια λάθη.