Posts Tagged ‘Νοβέλα’

Όταν εγώ μεγάλωνα, χρονολογίες όπως το 2001 ή το 2016 είχαν κάτι το μαγικό και συγγραφείς όπως ο Arthur Clark και σκηνοθέτες όπως ο Stanley Kubrick ονειρεύονταν διαστημικές οδύσσειες με πολιτείες ολόκληρες στη σελήνη και διαγαλαξιακά ταξίδια. Αυτό, όταν μεγάλωνα εγώ. Σήμερα όχι απλά έχουμε περάσει το 2001 και το 2016 αλλά …ούτε βάσεις στη σελήνη φτιάχτηκαν ούτε διαγαλαξιακά ταξίδια έγιναν. Όχι ότι για καλό ή για κακό η ανθρωπότητα δεν έχει προχωρήσει, σε μερικά θέματα μάλιστα έχει κάνει άλματα που ούτε η επιστημονική φαντασία μπορούσε να φανταστεί, απλά δεν προχώρησε εκεί που την ήθελε η φαντασία η δικιά μας. Αλλά συγγραφείς και σκηνοθέτες συνέχισαν να γράφουν και να σκηνοθετούν για ένα μέλλον διαφορετικό.

Τα τελευταία χρόνια όμως έχουμε και μόδα στο είδος, αυτή ενός μέλλοντος δυστοπικού, αυτοκαταστροφικό, στα όρια του τέλους. Εκεί που η ανθρώπινη ζωή χάνεται και …ζόμπι έρχονται. Είναι σαν η ανθρωπότητα να ζει την κρίση της μέσης ηλικίας και έχει αρχίσει να φαντάζεται το τέλος της. Η ιστορία της Jennie Melamed: Gather the Daughters (Μάζεψε τις κόρες) είναι όλο αυτό και κάτι άλλο ακόμα. Μια ευκαιρία για αναφορές στη σύγχρονη κοινωνία που σίγουρα απασχολούν μια νέα γυναίκα όπως η Melamed σε μια κοινωνία που ακόμα παλεύει για ισότητα.

biblio_17_0035.gifΣτην αρχή είναι όλα τα κλισέ που έχουν αυτές οι ιστορίες. Ιοί και φυσικές καταστροφές, συν υπόνοιες για πόλεμο, καταστρέφουν το περιβάλλον και οδηγούν στο κοινωνικό χάος. Μια μικρή ομάδα λοιπόν από ανθρώπους εγκαταλείπει τον κόσμο που είναι σε απόλυτη παρακμή και δραπετεύει σε ένα απρόσιτο νησί στη μέση του ωκεανού μακρυά από όσα φθείρουν αξίες και ηθικές, κατά την γνώμη τους πάντα. Έτσι μετά από λίγα χρόνια έχει δημιουργηθεί μια μικροκοινωνία με τους δικούς της κανόνες που δυστυχώς έχει όλα τα στοιχεία του μισογυνισμού και των διακρίσεων. Μέχρι εδώ το έργο το έχουμε ξαναδεί και μάλιστα τελευταία το βλέπουμε και στην τηλεόραση. Εδώ όμως ξεκινάει το άλλο που έχει να προσφέρει η Melamed.

Στο νησί κάθε καλοκαίρι και για μια μικρή περίοδο όλα τα παιδιά και ειδικά τα κορίτσια είναι ελεύθερα να κάνουν ότι θέλουν. Μιλάμε ειδικά για τα κορίτσια που συνήθως αντιμετωπίζονται σαν πέμπτης κατηγορίας πολίτες, σκλάβοι και μόνο για να καθαρίζουν, να μαγειρεύουν, και όταν έρθει η ώρα τους να κάνουν παιδιά. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά και η Αμάντα που έχει μείνει και έγκυος και πιστεύει ότι το παιδί που θα γεννήσει θα είναι κορίτσι, άρα δεν θέλει το παιδί της να ζήσει την δικιά της μοίρα. Κι κάπου εκεί ξεκινάει το στήσιμο της επανάστασης, η δράση και ο τρόμος.

Το Gather the Daughters είναι το παρθενικό βιβλίο της Jennie Melamed και έχει όλα τα στοιχεία που υπόσχονται ότι η Melamed έχει μέλλον στη γραφή, ακόμα και πέρα από το συγκεκριμένο στυλ που διαλέξει για την είσοδό της στο χώρο των βιβλίων. Αυτό που άρεσε τουλάχιστον σε μένα ήταν η έλλειψη λυρικών και “ρομαντικών” σκηνών που συνήθως υπάρχουν χωρίς ιδιαίτερο λόγο στα βιβλία του είδους, σαν «παρηγοριά» ότι εντάξει χανόμαστε αλλά …αλλά το ρομάντζο δεν έχει πεθάνει. Η γραφή της Melamed είναι πολύ προσεκτική και περιγράφει με πολύ ωμότητα κάτι που είναι ωμό και άσχημο.

Από τα βιβλία που άξιζαν το χρόνο που διέθεσα να το διαβάσω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατάφερε να με κάνει φίλο στο είδος.

Το βιβλίο εκδόθηκε στις 25 Ιουλίου 2017 από τον εκδοτικό οίκο: Little, Brown and Company και από ότι είδα κυκλοφορεί σε κάθε μορφή.

Η Jennifer Kitses είναι η ευχάριστη έκπληξη αυτού του καλοκαιριού στον κόσμο του βιβλίου με την παρθενική της νουβέλα, Small Hours (σε παράφραση: Πριν το Ξημέρωμα). Ένα μυθιστόρημα που δεν χάνεται στα σύγχρονα κλισέ Αμερικάνων συγγραφέων που θέλουν τα πάντα να εξελίσσονται είτε σε σπίτια νεόπλουτων Καλιφορνέζων ή σε διαμερίσματα κουτιά μίζερων Νεοϋορκέζων.

Και όχι μόνο δεν ακολουθεί αυτά τα κλισέ, αλλά η Kitses πάει κι ένα βήμα πιο πέρα παρουσιάζοντας στην παρθενική της νουβέλα μια οικογένεια στη σημερινή αμερικανική κοινωνία με τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα και τα πολύ συγκεκριμένα οικονομικά προβλήματα. Οι «παλιές, καλές ημέρες» που τόσο συχνά αναφέρουν και αναπολούν οι Αμερικάνοι, ακόμα και στα μυθιστορήματά τους, δεν υπάρχουν πια. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι ανεργία, είναι ο φόβος να μείνεις χωρίς ιατρική κάλυψη ή συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, είναι το να μην σου φτάνουν τα λεφτά.

biblio_17_0032.gifΑυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει εδώ και μια δεκαετία περίπου όλη η δύση και ειδικά μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, στις αρχές του 21ου αιώνα. Σήμερα το φάντασμα της ανεργίας δεν βασανίζει μόνο τους ανειδίκευτους, τους νέους ή αυτούς που κάνουν εποχιακές δουλειές, σήμερα η ανεργία έχει χτυπήσει σχεδόν όλους τους εργαζομένους ακόμα και εκείνους που πριν από μια εικοσαετία θεωρούντο ότι έχουν «καλή» δουλειά. Το παράξενο με αυτό το θέμα είναι ότι σε μια περίεργη κατάσταση άρνησης, οι περισσότεροι σύγχρονοι συγγραφείς το αποφεύγουν. Για να πω την αλήθεια το βιβλίο της Kitses είναι από τα λίγα που το κάνουν κεντρικό τους θέμα και βέβαια είναι ένα από αυτά τα βιβλία που οι χαρακτήρες ζουν παντού γύρω σας, πιθανώς στον στενό σας κύκλο ή ακόμα και στην οικογένειά σας.

Η Helen και ο Tom είναι από αυτούς με τις καλές δουλειές και καριέρα. Είναι στα σαράντα τους και μια περίοδο που έχουν αρχίσει να απολαμβάνουν τους καρπούς ετών σκληρής δουλειάς σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα. Ήσυχη ζωή με μόνο μελανό σημείο ότι δεν έχουν παιδιά και αυτό όχι γιατί δεν προσπάθησαν. Και ξαφνικά, στα σαράντα τους, τη στιγμή που οι καριέρες τους έχουν σταθεροποιηθεί και μόνο άνοδος συνοδευμένη με χρηματικές αυξήσεις μένει, η Helen μένει έγκυος και μάλιστα με δίδυμα. Στο ενθουσιασμό του ότι ξαφνικά νιώθουν η ζωή τους όχι να αλλάζει αλλά επιτέλους να αποκτάει ένα πολύ προσωπικό νόημα, αποφασίζουν να προχωρήσουν σε μια σειρά αλλαγές με κύριο σκοπό η Helen να πάψει να δουλεύει και να αφιερωθεί στα παιδιά.

Αυτές οι αλλαγές συμπεριλαμβάνουν ακόμα και την μετακόμιση από την πόλη στα προάστια ή το εικονικό τέλος της επαγγελματικής καριέρας για την Helen μιας και καταφέρνει να συμφωνήσει με τον εργοδότη της να δουλεύει από το σπίτι. Και κάπου εκεί αρχίζουν να συγκρούονται τα στερεότυπα της Helen και του Tom για το πώς θα έπρεπε να ζει μια οικογένεια με παιδιά στα προάστια. Ξαφνικά τα λεφτά δεν φτάνουν για το μικρο σπίτι στο λιβάδι που ονειρευόντουσαν και όταν το υπολόγιζαν στα χαρτιά, πριν ξεκινήσουν, ήταν πραγματοποιήσιμο, οι ανάγκες των παιδιών είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που θα ήθελαν η Helen και ο Tom και φυσικά η μεν Helen έχει να αντιμετωπίσει μια τελείως διαφορετική αντιμετώπιση από την δουλειά της τώρα που δεν υπάρχει η προσωπική καθημερινή επικοινωνία στο γραφείο και ο Tom μια δουλειά πολύ ανταγωνιστική – δουλεύει για ΜΜΕ – όπου η δικαιολογία, άργησαν να ετοιμαστούν τα παιδιά για το σχολείο γι αυτό άργησα, δεν ισχύουν. Και βέβαια όλα αυτά με το φάντασμα της ανεργίας να έχει αρχίσει να υπάρχει στη ζωή τους με όλες τις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να σημαίνει συν το γεγονός ότι τα προάστια δεν ήταν τόσο φιλόξενα όσο περιμένανε.

Όλα αυτά πιθανώς να ακούγονται κοινότυπα και δεν αμφιβάλω ότι για πολλούς είναι, αλλά όταν τα βλέπεις γραμμένα σε ένα βιβλίο, όταν παρακολουθεις την εξέλιξη αυτής της οικογένειας και πως αντιμετωπίζουν τα προβλήματα τους ή και τα λάθη τους, ανακαλύπτεις ή καλύτερα βλέπεις καλύτερα αυτά που συμβαίνουν γύρω σου. Όπως ομολόγησε και η ίδια η Jennifer Kitses σε συνέντευξή της, το βιβλίο έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά μιας και η ίδια έμεινε στο σπίτι μετά την γέννηση των δυο παιδιών της και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν η Helen και ο Tom καθώς και οι λύσεις που δίνουν (σωστές ή λάθος, αδιάφορο) σε πολλές περιπτώσεις είναι αναφορά σε δικά της προβλήματα και λύσεις ή κάποιων από τον προσωπικό της κύκλο.

Το γεγονός ότι η ιστορία θα μπορούσε να είναι πραγματικότητα ακόμα και στο δικό σας σπίτι δεν σημαίνει ότι το Small Hours δεν είναι ένα βιβλίο που αξίζει να αποκτήσετε και να διαβάσετε. Απεναντίας, νομίζω ότι διαβάζοντας για την ζωή και τα προβλήματα της Helen και του Tom έχετε και την ευκαιρία να δείτε τα δικά σας προβλήματα, να τα αναγνωρίσετε ή ακόμα και να τα ανακαλύψετε μιας και η άρνηση για προβλήματα προσαρμογής σε ένα κόσμο οικονομικής ανασφάλειας χωρίς εξαιρέσεις, δεν περιορίζεται στους συγγραφείς άλλα υπάρχει καθημερινά σε όλους μας. Ένα καλό βιβλίο και η γραφή της Jennifer Kitses είναι ήρεμη σε μια γλώσσα πολύ καθημερινή και με γεγονότα χωρίς εξάρσεις.

Επίσης μου άρεσε ο τίτλος γιατί η αλήθεια είναι ότι όλες οι αγωνίες και όλα τα προβλήματα «εμφανίζονται» τις μικρές ώρες πριν τα ξημερώματα. Αυτό που με απογοήτευσε με το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι οτι παρόλο ότι αποφεύγει στερότυπα στη γραφή του και στο θέμα του, έχει ένα εξώφυλλο γεμάτο κλισέ σε σημείο που θα το χαρακτήριζα κακό. Μου θύμισε παιχνίδι για κομπιούτερ.

Αν και αντίθετος με τις κατηγοριοποιήσεις στιλ “καλοκαιρινά βιβλία”, το συγκεκριμένο είναι ένα καλό βιβλίο …παραλίας που δεν θα το ξεχάσετε όταν το τελειώσετε σε κάποιο βουναλάκι άμμου.

Το Small Hours της Jennifer Kitses είναι εκδόσεις Grand Central Publishing και εκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 2017.

 

O Ron Currie είναι ένας πολύ νέος σε ηλικία Αμερικανός συγγραφέας, γεννηθείς το 1975, που εμφανίστηκε μόλις πριν από 10 χρόνια με μια νουβέλα που προκάλεσε αρκετές συγκρούσεις μόνο με τον τίτλο της: «God Is Dead» – ο θεός είναι νεκρός. Η γραφή του ακροβατεί μεταξύ σαρκασμού και της πιο σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης και οι ήρωές του είναι εκκεντρικοί μέσα στην καθημερινότητά τους.

biblio_17_0017Το τελευταίο του βιβλίο, τέταρτο στη σειρά, μόλις κυκλοφόρησε με τον τίτλο: «The One-Eyed Man» και ακολουθώντας τα μονοπάτια που άνοιξε ο Ron Currie, ήρθε να προκαλέσει, και μάλιστα να προκαλέσει σε μια εποχή που τα ψέματα που μεταδίδουν τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο έχουν γίνει κεντρικό θέμα.

Ο ήρωας και αφηγητής του «The One-Eyed Man» είναι ένας άνθρωπος που λέει πάντα την αλήθεια. Μάλιστα μετά από ένα γεγονός που τον ηρωοποιεί στον μικρόκοσμό του και τραβάει τα φλας των ΜΜΕ, γίνεται και παραγωγός/παρουσιαστής μια εκπομπής που …λέει πάντα την αλήθεια. Ο ήρωας του Ron Currie και αφηγητής της ιστορίας, στην εκπομπή του, καλεί κόσμο με κάποια μορφής εξουσία ή επιρροή και μέσω της αλήθειας τους απομυθοποιεί και δείχνει προς τα έξω γιατί πραγματικά πρόκειται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα από τη χυδαία απάντηση ενός μοναχού, μέχρι τον ζωντανό – μπροστά στις κάμερες, ξυλοδαρμό του από έναν φανατικό των όπλων.

Στις πάνω από 300 σελίδες της νουβέλας, ο κύριος Κ. – έτσι αποκαλεί τον ηρώά του ο Ron Currie, γνωρίζει και μπλέκει σε καταστάσεις με ανθρώπους από όλες τις πλευρές της αμερικάνικης κοινωνίας. Από τον φανατικό θρησκόληπτο μέχρι τον χίπη και από τον ρεπουμπλικάνο μέχρι την φεμινίστρια. Μέσα σε αυτό το παράξενο κοκτέιλ ανθρώπων, ο Currie μέσω του κυρίου Κ. προσπαθεί να βρει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: «πού πάει η Αμερική του 21ου αιώνα» ή αν υπάρχει θεός, «τι είναι αμαρτία» και «τι είναι το συναίσθημα», «αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο» και «γιατί χρειαζόμαστε όπλα». Μερικά από τα ερωτηματικά είναι βαθιά υπαρξιακά, μερικά άλλα πολύ καθημερινά, κάποια άλλα πολύ …αμερικανικά.

Το θέμα όμως είναι – και ο αναγνώστης αρχίζει να το καταλαβαίνει γρήγορα ότι πέρα από τα επιστημονικά γεγονότα που είναι και αναμφισβήτητα, η αλήθεια όσο αφορά ιδέες, συναισθήματα ή πιστεύω έχει πολλά ποδάρια. Ή καλύτερα είναι μονόφθαλμη. Και πολλές φορές αυτό που κερδίζει είναι η αλήθεια του κυρίου Κ. και τίποτα άλλο.

Ο σαρκασμός είναι το κυριότερο εργαλείο του Currie στην αναζήτηση αυτής της αλήθειας και πολλές φορές μάλιστα αγγίζει τα όρια του παράλογου, ειδικά όταν σε κάποια φάση ο κύριος Κ. έχει απαχτεί από μια ομάδα τρελών δεξιών. Αλλά είπαμε η αλήθεια είναι μονόφθαλμη.

Πάμε τώρα στη δική μου αλήθεια. Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα με το βιβλίο όπως και δεν είχα ενθουσιαστεί με το «God Is Dead». Νομίζω ότι το συγκεκριμένο, το «The One-Eyed Man» θα συζητηθεί όχι γιατί φέρνει κάποια σύγκρουση ή προβοκάρει κάποια ιδεολογική αντιπαράθεση, όσο γιατί με ένα παράξενο τρόπο και με την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία της Αμερικής με όλη την τρέλα του και τα στοιχεία αυταρχισμού, οι αλήθειες που αναζητεί ο κύριο Κ. κάνουν τον Ron Currie επίκαιρο. Για να πω την αλήθεια αν δεν μου το είχε στείλει ο εκδοτικός δεν είμαι καν σίγουρος αν θα διέθετα το ποσό που ζητάει για το βιβλίο.

Αλλά τώρα λέγοντας τα αυτά, τίποτα δεν σημαίνει ότι είναι και βιβλίο για πέταμα. Προσωπικά θεωρώ για πέταμα όλα αυτά τα βιβλία με τίτλους όπως: «Δέκα τρόποι στην αυτογνωσία» ή «πως θα αποκτήσετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας» και άλλες τέτοιες αηδίες. Ε λοιπόν εδώ έχεις ένα βιβλίο που μέσα ακόμα και στην δική του απομυθοποίηση σου προσφέρει τρόπους προς την αυτογνωσία. Παράλληλα και δεν είμαι σίγουρος αν συμπεριλαμβανόταν στα θέλω του συγγραφέα, οι ερωτήσεις του βιβλίου, κόντρα στις μονόφθαλμες αλήθειες του κυρίου Κ. πολλές φορές οδηγούν τον αναγνώστη στις δικές του μονόφθαλμες αλήθειες. Αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό η κακό γιατί σε ποια αλήθεια να σε οδηγήσουν δυο μονόφθαλμοι.

Τέλος το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε αμερικανικό κοινό. Δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν ευρωπαίο να προβληματίζεται γιατί τόσοι πολλοί κυκλοφορούν γύρω του με ένα περίστροφο στο ζωνάρι τους ή για ομάδες φανατικών θρησκόληπτων οπλοφόρων. Αυτά είναι αμερικάνικα κόλπα. Ο λόγος όμως που μετέφερα εδώ την άποψη μου, ήταν γιατί κατά περιόδους βλέπουμε εκδοτικούς στην Ελλάδα να εκδίδουν βιβλία με τη λογική ότι είναι …εναλλακτικά ή μοντέρνα ή ψαγμένα προσπαθώντας να τα προωθήσουν με σλόγκαν όπως ….απαντήσεις και αλήθειες. Έτσι δεν θα μου έκανε καμία έκπληξη αν κάποιος ελληνικός εκδοτικός αποφάσιζε να το μεταφράσει και μετά να το ρίξει στις κληρώσεις.

Το «The One-Eyed Man» του Ron Currie είναι εκδόσεις Viking και εκδόθηκε στις 7 Μαρτίου. 2017

Όλοι οι μεγάλοι κωμικοί έχουν ένα στοιχείο αξεπέραστο από οποιοδήποτε άλλο ηθοποιό, είναι καταπληκτικοί στις δραματικές σκηνές. Όπως ο κλόουν του Χάινριχ Μπελ, κρύβουν το δάκρυ με συνεχόμενες στρώσεις μέικ-απ και ένα υπερτονισμένο χαμόγελο. Θυμηθείτε τον ανεξάντλητο Έλληνα, Θανάση Βέγγο. Οι σκηνές δράματος στις κατά τα άλλα πολύ αστείες ταινίες του, φέρνουνε δάκρυα και στους πιο κυνικούς θεατές και μάλιστα οι περισσότερες από αυτές τις σκηνές είναι χωρίς λόγια. Είναι μια κίνηση, ένα βλέμμα, ένας μορφασμός που μετατρέπει το ασταμάτητο γέλιο σε σιωπηλό δάκρυ και αυτό μόνο οι κωμικοί ξέρουν πώς να το κάνουν.

Ο Dov Greenstein είναι ένας μεσήλικας κωμικός που καταλαβαίνει ότι το κοινό του τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να δακρύζει πιο συχνά από το να γελάει και ότι κάπως η πραγματικότητα του, η σκληρή καθημερινότητα του, τα γηρατειά, η φυσική φθορά, έχουν αρχίσει να εισβάλουν και να καταλαμβάνουν το μόνο τρόπο έκφρασης που ξέρει, την κωμωδία. Μετά από δεκαετίες στο σανίδι, δεκαετίες να λέει αστεία και ανέκδοτα σε κάτι που σήμερα ονομάζεται stand up, δεκαετίες να τυραννάει πνεύμα και σώμα για να κάνει τον κόσμο να γελάσει, τώρα νιώθει ότι τελειώνει, ότι δεν έχει άλλα αστεία να πει και ότι τα ανέκδοτα του αλεσμένα μέσα από τη δική του μικρή πραγματικότητα γυρνάνε σε μικρά δράματα.

Σε μια μόνιμη εσωτερική πάλη ο Dov συναπαντάει ένα παιδικό του φίλο μετά από σαράντα χρόνια, μια άλλη τυραννισμένη ψυχή για τελείως διαφορετικούς λογούς και του ζητάει να παρακολουθήσει την παράσταση του και να του πει τι είδε. Όχι αν γέλασε με τα ανέκδοτα και τις στιλ Jerry Lewis σπασμωδικές κινήσεις, άλλα τι είδε στον άνθρωπο Dov την ώρα που στέκεται στη σκηνή.

biblio_17_0014Ο Avishai Lazar είναι ο παιδικός φίλος του Dov Greenstein και αφηγητής της ιστορίας. Παράλληλα είναι ένας μεσήλικας πρώην δικαστικός που παραιτήθηκε από το χώρο της δικαιοσύνης βλέποντας την αδικία τις περισσότερες φορές να νικά στο όνομα της νομιμότητας και την απανθρωπιά να γίνεται άλλοθι. Τώρα όλα αυτά συμβαίνουν στο σημερινό Ισραήλ, το Ισραήλ με το θάνατο στο παρελθόν του και στο παρόν του, με το δράμα, τη πίκρα και τις ενοχές να κάνουν τη κωμωδία ένα αόρατο λεκτικό ναρκοπέδιο και τα περισσότερα ανέκδοτα ταμπού. Ένα Ισραήλ που η λέξη δικαιοσύνη ερμηνεύεται και δεν αποδίδεται.

Από την εποχή του Shakespeare και πολύ νωρίτερα, έχουν γραφτεί πολλές νουβέλες με ήρωα τους τον γερασμένο ηθοποιό, την ξεπερασμένη ντίβα, την παρακμή του αστέρα. Το «A Horse Walks into a Bar» – «Ένα Άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ» του David Grossman δεν είναι ακριβώς αυτό και τη διαφορά την κάνει η παρουσία του παιδικού φίλου με τα ίδια φιλοσοφικά και υπαρξιακά προβλήματα που …δεν είναι ηθοποιός. Ούτε είναι η απομυθοποίηση του ηθοποιού. Η νουβέλα του Grossman είναι η πάλη μεταξύ της κυνικής πραγματικότητας και της προσωπικής ευαισθησίας. Του αποδεκτού νομίμου και της ατομικής ηθικής. Είναι μια σύγκρουση με πρωταγωνιστές την κοινωνία έτσι όπως εξελίσσεται και μάλιστα στις ακραίες πολλές φορές συνθήκες του Ισραήλ με ένα κωμικό ηθοποιό και έναν δικαστή.

Ακόμα και ο τίτλος του, που είναι η αρχή από μια σειρά πολύ γνωστά ανέκδοτα της δεκαετίας του ’70 είναι σαρκασμός, παράλογο και υπόνοια της σύγκρουσης. Το ανέκδοτο πάντα ξεκινάει με το: «Ένα άλογο μπαίνει σε ένα μπαρ,» αλλά το σημαντικό στοιχείο έπεται: «και ο μπάρμαν ρωτάει: why the long face» όπου long face σημαίνει στεναχωρημένος/λυπημένος αλλά παράλληλα είναι …μακρύ και το πρόσωπο ενός αλόγου. Η συνέχεια είναι πάντα παράλογη παίζοντας στα όρια του ανθρωπομορφισμού ενός ζώου, άλλα στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον τίτλο αυτού του βιβλίου η σημασία είναι στο μισό που λείπει κι όχι στο μισό που υπάρχει και που από μόνο του δείχνει το σαρκασμό, το παράλογο την σύγκρουση άλλα και το λυπηρό που έρχεται μετά την εισαγωγή ότι αυτό είναι …ανέκδοτο άρα πρέπει να γελάσεις.

biblio_17_0015David Grossman είναι ισραηλινός, συγγραφέας πάνω από 20 βιβλίων που συμπεριλαμβάνουν πολλά παιδικά και που έγινε πολύ γνωστός το 2008 με την νουβέλα του «To the End of the Land» στο οποίο μιλάει για την διαμάχη ισραηλινών και παλαιστίνιων με τρόπο που δεν άρεσε πολύ στο ισραηλινό κατεστημένο. Το συγκεκριμένο έργο του μεταφράστηκε σε πάνω από 30 γλώσσες και έγινε αποδέκτης σειράς βραβείων από όλο τον κόσμο.

Το «A Horse Walks into a Bar» είναι ένα βιβλίο ταξίδι στην ηλικία και στη σημερινή πραγματικότητα του Ισραήλ. Κυκλοφόρησε στις 21 Φεβρουαρίου 2017 και ήδη έχει αρχίσει να σκαρφαλώνει τις λίστες των μπεστ σέλλερ, δικαιολογημένα για μένα. Ένα από τα βιβλία που πραγματικά αξίζει να διαβαστεί και που αποδεικνύει ότι το καλό βιβλίο συνεχίζει να υπάρχει παρα τον πόλεμο που δέχεται από βιβλία καθρέφτες των τηλεοπτικών ρεάλιτι σόου.

Το «A Horse Walks into a Bar» είναι εκδόσεις Knopf, σε μετάφραση στα αγγλικά της Jessica Cohen. Προς το παρόν κυκλοφορεί μόνο στην έντυπη μορφή του και είναι από τα βιβλία που εύχομαι να μεταφραστεί και στα ελληνικά.

Ενώ η υπνοβασία είναι πολύ συνηθισμένη στα παιδιά, σε ποσοστά μάλιστα που αγγίζουν και το 30% των παιδιών γύρω στα οκτώ τους χρόνια, είναι κάτι πολύ σπάνιο για τους ενήλικες. Μάλιστα ψυχολόγοι και ψυχίατροι συμφωνούν ότι όταν κάποιος ενήλικας υπνοβατεί δεν είναι ένα απλό φαινόμενο διαταραχής του ύπνου αλλά αποτέλεσμα πολλών ψυχικών διαταραχών που κάποιες θα μπορούσαν να θεωρηθούν και πολύ σοβαρές.

Μερικά από αυτά που ξέρουμε για την υπνοβασία συμπεριλαμβάνουν το γεγονός ότι ο υπνοβάτης έχει τα ματιά του ανοιχτά δίνοντας την εντύπωση σε αυτόν που δεν ξέρει, ότι είναι ξύπνιος, ότι έχει να κάνει με τον υποσυνείδητο κόσμο και ότι ο υπνοβάτης ποτέ δεν θυμάται τι έκανε ή που πήγε κατά τη διάρκεια της κρίσης υπνοβασίας.

Θεωρητικά, καθώς η ζωή του ασθενούς ομαλοποιείται ή αποκτάει μια ρουτίνα, σταματάει και η υπνοβασία και στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό έχει συμβεί ή μετά την περίοδο της εφηβείας – που προκαλεί εντάσεις και άγχος – ή κάποια στιγμή μετά τα 30 που τις περισσότερες φορές ο υπνοβάτης ασθενής έχει αποκτήσει οικογένεια. Σίγουρα η επίσκεψη σε έναν ειδικό βοηθάει πολύ. Ένας από τους τρόπους αντιμετώπισης είναι ο έλεγχος της καθημερινότητας του ασθενούς, ώστε να αποφεύγεται το υπερβολικό άγχος και παράλληλα βοηθάει ο έλεγχος κατανάλωσης αλκοόλ και αυτό φυσικά μπορεί να γίνει κυρίως από τους οικείους του, όπως για παράδειγμα τον σύζυγο.

biblio_17_0008Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ είχε πει κάποτε ότι η πραγματικότητα είναι μερικές φορές πολύ πιο τρομακτική από την οποιαδήποτε ταινία τρόμου. Φανταστείτε λοιπόν τον τρόμο που ζουν όχι μόνο αυτοί που υπνοβατούν σε μεγάλη ηλικία και ανακαλύπτουν ότι έκαναν πράγματα που δεν έχουν καμία απολύτως συνείδηση όταν τα έκαναν, αλλά ούτε την παραμικρή ένδειξη ανάμνησης και πόσο άσχημη είναι η κατάσταση για τους οικείους τους που πρέπει συνέχεια να τους περιφρουρούν, ξέροντας ότι όταν είναι σε αυτή την κατάσταση μπορούν ακόμα και να κάνουν κακό στον εαυτό τους ή στους γύρω τους.

Αυτό τώρα εμείς το σκεφτόμαστε, αλλά ο γνωστός συγγραφέας ψυχολογικών θρίλερ Chris Bohjalian, το έκανε …βιβλίο.

Η ιστορία εξελίσσεται σε μικρή αμερικανική πόλη όπου αφού έχουν περάσει χρόνια μετά από την τελευταία της κρίση, ο σύζυγος της Annalee Ahlberg αποφασίζει ότι μπορεί να ξαναρχίσει τα επαγγελματικά ταξίδια που τόσα χρόνια είχε σταματήσει για να είναι δίπλα στην γυναίκα του που υπνοβατούσε. Συν το γεγονός ότι οι δυο κόρες τους έχουν μεγαλώσει αρκετά ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε κρίση πάθει η μητέρα τους και που είναι ενημερωμένες στο πώς να την προφυλάξουν και πώς να την αντιμετωπίσουν αν συμβεί.

Και ο κύριος Ahlberg φεύγει για ταξίδι και η κρίση συμβαίνει και η Annalee εξαφανίζεται, χάνεται κι εκεί ξεκινάει ο τρόμος. Όχι μόνο γιατί κανένας δεν ξέρει που είναι η Annalee, αλλά και γιατί όταν οι κόρες της και ειδικά η μεγαλύτερη Lianna αρχίζουν να ψάχνουν, ανακαλύπτουν ότι κάτι έχει συμβεί στο παρελθόν, σε μια άλλη κρίση της μητέρας τους, που το ξέρει όλη η πόλη, ότι ακόμα κι ο τοπικός ντετέκτιβ που ασχολείται με την υπόθεση ξέρει πολύ περισσότερα από όσα λέει για το παρελθόν της Annalee και των προηγουμένων κρίσεών της και ότι η κατάστασή της είναι και κληρονομική κάνοντας την Lianna να γεμίσει αμφιβολίες ακόμα και για τον εαυτό της. Και σαν κερασάκι υπάρχει και ο πατέρας που …λείπει σε ταξίδι, αλλά έχει πολλά κίνητρα από το παρελθόν που θα θέλαν την Annalee εξαφανισμένη.

biblio_17_0009.gifΟ Chris Bohjalian είναι γνωστός για τους πολύπλοκους χαρακτήρες που δημιουργεί και τον τρόπο που περνάει μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες κοινωνικά και περιβαλλοντολογικά μηνύματα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του σε όλες του τις νουβέλες είναι η επιστημονική έρευνα που την χρησιμοποιεί σαν background στην ιστορία του όπως σε αυτή τη περίπτωση οι πολύ προσεκτικά γραμμένες αναφορές του στην υπνοβασία.

Το βιβλίο του The Sleepwalker ήταν ένα από τα πρώτα θρίλερ που κυκλοφόρησαν το 2017 κι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί οιωνός, τότε το 2017 θα είναι μια καλή χρόνια για τα βιβλία του είδους. Ένα βιβλίο με ένταση και ρυθμό που σε κρατάει κολλημένο για να διαβάσεις την εξέλιξη της ιστορίας και να βρεις πού ..βρίσκεται η Annalee και τι έχει κάνει. Νιώθω ότι ειδικά οι εραστές του είδους θα το λατρέψουν και δεν αμφιβάλω ότι σύντομα θα το δούμε και ταινία.

Chris Bohjalian – The Sleepwalker
Κυκλοφόρησε 10 Ιανουαρίου 2017
Εκδόσεις Doubleday
Και μπορείτε να το βρείτε στην τυπωμένη και την ψηφιακή του μορφή

H Χίμαιρα

Posted: Ιανουαρίου 15, 2017 by ovithanos in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , ,

biblio_17_0007.gifΠροσπαθώ πολλή ώρα να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου και να πω την άποψή μου για το βιβλίο που μόλις τελείωσα. Δεν ξέρω τι να πω και από πού να αρχίσω. Μια λέξη γυρνάει συνεχώς στο μυαλό μου: Σπαρακτικό.

Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία του Καραγάτση, κάποια μου άρεσαν περισσότερο, κάποια λιγότερο, κάποια τα αγάπησα αλλά σε όλα με μάγεψε η γραφή του. Μπορεί να περιγράψει τα πιο πεζά πράγματα, ακόμα και τους πάγκους και τα τελάρα ενός παντοπωλείου όπως στο 10, με τέτοιον τρόπο που να ακούγονται σαν μελωδία.

Στην Μεγάλη Χίμαιρα νομίζω ότι ξεπέρασε τον εαυτό του σε λυρικότητα. Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο σε μια υπέροχη ,σχεδόν ποιητική γλώσσα που με ενθουσίασε από την πρώτη στιγμή και την απόλαυσα μέχρι το τέλος. Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν μου αρέσει ο Καραγάτσης δίσταζα λίγο να ξεκινήσω αυτό το βιβλίο γιατί είχα ακούσει ότι είναι πολύ στενάχωρο, καταθλιπτικό και ψυχοπλακωτικό. Τελικά εγώ δεν το ένιωσα έτσι.

biblio_17_0006.gifΤο βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο γνωρίζουμε τη Μαρίνα. Βλέπουμε τα δύσκολα παιδικά της χρόνια, τη μοναξιά της, την προσπάθεια της να βγει από το τέλμα που έχει πέσει και τη γνωριμία της με τον Γιάννη. Στο δεύτερο παρακολουθούμε τη ζωή της στη Σύρο μετά τον γάμο της με τον Γιάννη, τη γνωριμία με τον Μηνά και τις προσπάθειες της να εγκλιματιστεί στη χώρα μας. Στο τρίτο έρχεται η τραγωδία, και προστίθεται και το υπερφυσικό στοιχείο σε μια μέχρι τότε ρεαλιστική ιστορία.

Και δεν με ψυχοπλάκωσε. Με τάραξε, με θύμωσε. Γιατί το πάθος να πληρωθεί τόσο ακριβά; Γιατί η ζωή μας να κρέμεται από μια κλωστή; Ήθελα να σταματήσω τη Μαρίνα, να της φωνάξω να γυρίσει πίσω, να μην κατέβει στο λιμάνι αλλά οι Μοίρες είχαν κάνει πια τη δουλειά τους και τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους.

Η Μαρίνα σαν ηρωίδα με προβλημάτισε και δεν ξέρω αν την συμπάθησα πραγματικά. Η συνεχής αναφορά στην ομορφιά της την κάνει ματαιόδοξη, η συμπεριφορά της κάποιες φορές είναι λίγο σκληρή και εγωιστική αλλά από την άλλη είχε και αυτή τους λόγους της. Και σίγουρα δεν άξιζε τέτοια τιμωρία. Ο Μηνάς από την άλλη με εκνεύρισε, δεν μπόρεσα να τον δω ως τραγικό πρόσωπο όπως ήταν ο αδερφός του ή η μητέρα του.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι είναι ένα βιβλίο από αυτά που θα πρότεινα σε όλους όσους αγαπούν την πραγματική ελληνική λογοτεχνία. Δεν νομίζω ότι θα μετανιώσει κανείς που το διάβασε ακόμα κι αν το βρει και λίγο ψυχοπλακωτικό.

Ειρήνη Προϊκάκη

Σε μια κοινωνία υπερκαταναλωτική, όπως είναι φυσικό δεν θα μπορούσε να ξεφύγει το βιβλίο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που χάρις σε εκβιασμούς και εκφοβισμούς ασχέτων και αισχροκερδών εκδοτών, τα βιβλία pulp-fiction – εκδόσεις σκουπίδια – έχουν εισβάλλει και μάλιστα βίαια στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και έχουν γίνει αντικείμενο «επένδυσης» και μάρκετινγκ. Έτσι έχουμε αποκτήσει μια νέα κατηγορία βιβλίων, αυτών των φαστφουντάδικων, ήτοι βιβλία που προκαλούν με το λίπος τους και ζημιά.

Η Νορβηγία είναι μια χώρα με παράδοση στο καλό βιβλίο, έχοντας να παρουσιάσει συγγραφείς όπως o κλασσικός Henrik Ibsen (Ερρίκος Ίψεν), ο Bjørnstjerne Bjørnson, ο Ole Rølvaag ή ο Gunnar Larsen και από τους πιο σύγχρονους ο ήρωας της Νορβηγικής αντίστασης  Lise Børsums, και οι Astrid Tollefsen, Espen Haavardsholm (με την καταπληκτική νουβέλα Drift) ή στο αστυνομικό μυθιστόρημα ο Jørn Lier Horst. Παρ’ όλα αυτά, οποιαδήποτε αναφορά στο Νορβηγικό βιβλίο αυτή τη στιγμή έχει στην κορυφή της μια μετριότητα, από αυτές που κατασκευάζουν φαστφουντάδικες ιστορίες/παραλήρημα μυστηρίου γεμάτες από λίπος και καθόλου θρεπτική ουσία, τον Jo Nesbø.

biblio_17_0004Αλλά η Νορβηγική λογοτεχνία είναι πολλά περισσότερα από μια μετριότητα και το έδειξε σε όλους μας το 2013 ο Karl Ove Knausgaard, με το βιβλίο του: «A Death in the Family: My Struggle 1» (Ένας Θάνατος στην Οικογένεια – ο Αγών μου 1ο) όταν μεταφράστηκε και στα αγγλικά.

Ο 48χρονος Karl Ove Knausgaard είναι δείγμα της γενιάς του στη Σκανδιναβία. Όπως λέει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του, από μικρός ήθελε να γίνει κάπως διάσημος, κάτι  σαν το απόλυτο σκανδιναβικό παράδειγμα τους Abba, αλλά στο δικό του στιλ που τον ήθελε σκοτεινό και Goth, ντυμένο σαν τον Edge των U2, να γράφει ποιήματα και να παίζει σε ένα ροκ συγκρότημα χωρίς συγκεκριμένα σχέδια, αλλά με πολλά όνειρα. Σε όλη αυτή την πορεία πάντα έγραφε ακόμα και στους στίχους του, για τον πατέρα του, για τη ζωή του μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια με ρίζες στην αγροτική Νορβηγία, για μια κοινωνία ζαλισμένη από το αλκοόλ και μια γενιά με χαμένα όνειρα. Αυτά παρ’ όλο τον εξωτερικό πλούτο που έφερε το πετρέλαιο στη χώρα. Αυτό όμως – το γεγονός οτι εγραφε συχνα για τη ζωή του και ειδικά για τον πατέρα του – ο ίδιος δεν το είχε συνειδητοποιήσει, μέχρι που στα σαράντα του έγινε κι εκείνος πατέρας.

Πατέρας ο ίδιος πια, άρχισε να καταλαβαίνει καλύτερα τον δικό του πατέρα – χωρίς όμως και να τον δικαιολογεί για τις πράξεις του – και αυτό σταδιακά οδήγησε σε πολλές εκτυπωμένες κόλλες χαρτί και βράδια πάλης με τις αναμνήσεις του. Το «A Death in the Family: My Struggle Book 1», πάντα σύμφωνα με τον ίδιο το συγγραφέα, ήταν το πρώτο από μια σειρά έξη βιβλίων που ενώ έχει το στιλ και το ρυθμό μυθιστορήματος, στη πραγματικότητα περιγράφει και εξιστορεί γεγονότα από την ίδια του την οικογένεια, την ίδια του τη ζωή, με κέντρο της τουλάχιστον στην αρχή τον ίδιο τον πατέρα του.

biblio_17_0003.gifΗ ειρωνεία είναι ότι η δόξα και αναγνωσιμότητα που αποζητούσε από παιδί και δεν ήρθε ποτέ ουτε από το ροκ ουτε από την ποίηση, ήρθε από τον πατέρα του. Το γεγονός ότι 500,000 αντίτυπα του πρώτου βιβλίου πουλήθηκαν σε ένα χρόνο σε μια χώρα μόλις των μετά βίας πέντε εκατομμυρίων, δείχνει ότι …όλοι οι νορβηγοί έχουν διαβάσει το βιβλίο του και το όνομα Karl Ove Knausgaard έχει γίνει γνωστό σε κάθε γωνιά της χώρας.

Τώρα πια, ολοκληρωμένο με τις έξι συνέχεις του, το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε 22 γλώσσες (δεν ξέρω αν συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά) και σε όλες τις μεταφράσεις, κάτι που ήθελε να μεταφέρει ο συγγραφέας ήταν ο δικός του αφηγηματικός προφορικός λόγος -ή καλυτέρα ο δικός του γλωσσικός τρόπος έκφρασης. Γι’ αυτό για παράδειγμα στην αγγλική μετάφραση, παρ’ όλη την πολύ καλή δουλειά του Don Bartlett υπάρχουν σημεία που δεν …ηχούν και τόσο αγγλικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν βγάζεις νόημα. Απλά ο συγγραφέας ήθελε να μεταφέρει τον τρόπο που θα το έγραφε ο ίδιος αν το είχε γράψει απ’ ευθείας στα αγγλικά, τον τρόπο που μιλάει ο ίδιος αγγλικά και αυτό ίσως να κάνει τον αναγνώστη να νιώσει πιο κοντά του.

Μεγάλα κομμάτια και των έξι βιβλίων είναι αφιερωμένα σε πολύ προσωπικές σκέψεις και αναλύσεις του συγγραφέα, παρέα με πολλά τσιγάρα και ποτά, αλλά κι αυτό ακόμα προσθέτει στη μαγεία του βιβλίου αλλά και στη γνωριμία του μη Νορβηγού αναγνώστη με την Νορβηγική κοινωνία.

biblio_17_0005.gifΔεν είναι εύκολο βιβλίο και μάλιστα 3,600 σελίδες (τόσο είναι περίπου και τα έξη βιβλία) το κάνουν και μεγάλο βιβλίο για να διαβάσεις τις τυχαίες σκέψεις κάποιου, αλλά ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο παράθυρο προς το νορβηγικό τρόπο σκέψης και ένα από τα βιβλία που σε κάνουν να σκεφτείς. Που σε κάνουν να αναζητήσεις τις δικές σου σκέψεις ακόμα και στα υπαρξιακά ή οικογενειακά προβλήματα του Knausgaard.

Δεν θα το συμπεριελάμβανα στα κλασσικά («πρέπει» να διαβαστούν) βιβλία, αλλά μπορώ να καταλάβω γιατί οι σύγχρονοι Νορβηγοί ένιωσαν ότι κάποιος μέσα από τη προσωπική του ιστορία στην ουσία εξιστορούσε την ιστορία του μέσου Νορβηγού από το 1940 και μετά. Μάλιστα – και με πολύ ειρωνική διάθεση από το συγγραφέα –  ο τίτλος συμπεριλαμβάνει την επεξήγηση «Ο Αγών μου» ειρωνευόμενος το ομότιτλο βιβλίο του Χίτλερ, αλλά και κάνοντας μια ιστορικά χρονική αναφορά στη Νορβηγία του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και την Ναζιστική κατοχή.

Επαναλαμβάνοντας ότι δεν ξέρω αν το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, η αγγλική μου άρεσε και γνωρίζοντας καλά τους Σκανδιναβούς υπήρξαν στιγμές που με έκανε ακόμα και να γελάσω. Ο Knausgaard συνεχίζει να είναι ο αγαπημένος συγγραφέας των Νορβηγών σε αντίθεση με τον Jo Nesbø που σταδιακά παίρνει τη θέση που του αξίζει στην νορβηγική βιβλιοθήκη, στο κάτω ράφι στα υπ’ όψιν για πέταμα.