Posts Tagged ‘Προσωπική άποψη’

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

Το μύθο με τον ψεύτη βοσκό είμαι σίγουρη πως τον ξέρετε. Το κωλόπαιδο φώναζε συνέχεια λύκος-λύκος για να κάνει τους άλλους να τρέχουν κι όταν εμφανίστηκε ο κακός ο λύκος στ’ αλήθεια, τον έγραψαν όλοι στα τέτοια τους.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βιβλίο στην Ελλάδα: Γεμίσαμε από ψεύτες βοσκούς.

Δυστυχώς το διαδίκτυο δεν κάνει διακρίσεις …αξιοπιστίας στο τι ανεβαίνει και τι εμφανίζεται στις οθόνες μας κάθε φορά που ψάχνουμε το κάθε τι.

Δυστυχώς και ο Άντυ Γουόρχολ έχει συντριπτικά επαληθευτεί: Όλοι θέλουν τα 15 δευτερόλεπτα διασημότητάς τους. Και θα κάνουν τα πάντα για να τα έχουν. Ακόμα και να ρισκάρουν/θυσιάσουν/ξεπουλήσουν την αξιοπιστία τους.

Υπάρχει μια έξαρση μπλόγκερς/βιβλιοκριτικών, αντιστρόφως ανάλογη με το αναγνωστικό δυναμικό της χώρας.

Συν τον έναν καταστροφικό συνδυασμό λέξεων: Βιβλίο – Συγγραφέας – Παρουσίαση/Κριτική – Τηλεόραση/Ραδιόφωνο.

Κάθε ένας που γράφει μια μαλακία αυτοβαφτίζεται και συγγραφέας.

Κάθε θεωρών εαυτόν συγγραφέας αυτοθεωρείται και σημαντικό πρόσωπο.

Αυτό έχει την εξής συνέπεια: Κάθε ένας που θα διαβάσει τη μαλακία του πρώτου και με πρόσβαση στο διαδίκτυο θα αυτοβαφτιστεί βιβλιοκριτικός και θα ανοίξει ένα μπλογκ.

Κι ύστερα κάθε τυπογράφος-εκδότης θα εξαγοράσει τον βιβλιομπλόγκερ με δωρεάν βιβλία για να συνεχίσει να διαβάζει τις μαλακίες των πρώτων και να γράφει.

Αποτέλεσμα, ένα οβερντόουζ διθυράμβων επί των μαλακιών.

Το θέμα τώρα ποιο είναι και που όλοι αυτοί επιλέγουν να αγνοούν συστηματικά; Και προσέξτε, λέω επιλέγουν να αγνοούν, ΔΕΝ αγνοούν πραγματικά. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς σε «βρίσκουν και τα κάνουν.»

Ο αναγνώστης.

Δεν.

Είναι.

Μαλάκας.

Δείτε λίγο τι γίνεται με όλα αυτά τα μπλογκς που ξεφυτρώνουν ωσάν τα μανιτάρια μετά τη βροχή (ή εμφανίζονται σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή) και όλους αυτούς τους …βιβλιοκριτικούς που δυστυχώς αποτελούν την πλειοψηφία (ή σχεδόν μονοπωλούν) το κριτήριο της επιλογής των επόμενων αγορών μας (=όπου «μας», οι αναγνώστες) και δυστυχώς οι αναγνώστες πέφτουν ολοένα και περισσότερο πάνω τους κάθε φορά που ψάχνουν το επόμενο βιβλίο που θα διαβάσουν/αγοράσουν.

Αρχικά γράφουν οι ίδιοι και γράφουν ύμνους. Οι συγγραφείς θα αρπάξουν την ευκαιρία να διαφημιστούν/προωθηθούν και θα στείλουν το βιβλίο τους μαζί με σαλιάρικες ευχαριστίες και γλοιώδη κομπλιμέντα για τις …κριτικές ικανότητες των μπλόγκερς κι ύστερα θα ακολουθήσουν και οι εκδότες/τυπογράφοι με τα ίδια κριτήρια διαφήμισης και για τους ίδιους λόγους προώθησης. Οι μπλόγκερς δεν προλαβαίνουν, πελαγώνουν από το …φόρτο εργασίας, έτσι ζητούν κι από άλλους να συμμετέχουν (συνήθως το κάνουν με μορφή αγγελίας ζήτησης εργατικού δυναμικού: «Ζητούνται άτομα να στελεχώσουν μπλα, μπλα, μπλα»).

Αυτομάτως έχουμε μια ολόκληρη αρμάδα γραφιάδων πίσω από έναν μπλόγκερ, ο μπλόγκερ εκμεταλλεύεται την κατάσταση και: α) πουλάει κι από κανένα βιβλίο, β) βάζει διαφημίσεις στο μπλογκ του ώστε να έχει έσοδα, γ) διατηρεί κι ενισχύει το …trademark του ως σοβαρός επαγγελματίας βιβλιοκριτικός πιάνοντας τον παλμό και πηγαίνοντας σε παρουσιάσεις, βγάζοντας τις απαραίτητες φωτό του φβ, κάνοντας παρέα με συγγραφείς κι εκδότες = κερδίζει τα 15 δεύτερα διασημότητάς του.

Και όλα καλά, έτσι;

ΟΧΙ.

Πρέπει να καταλάβετε ορισμένα ουσιώδη πράγματα, όλοι εσείς που γράφετε γι αυτούς:

Α) Δεν τους χρωστάτε τίποτα.

Β) Δεν δουλεύετε γι αυτούς.

Γ) Δεν σας προσλαμβάνουν, δεν σας δίνουν μισθό, δεν σας κολλάνε ένσημα.

Δ) ΑΥΤΟΙ, ζούνε από ανθρώπους σαν κι εσάς.

Ε) ΑΥΤΟΙ, βγάζουν λεφτά και ζούνε από ανθρώπους που ξοδεύουνε χρόνο και κόπο ΤΖΑΜΠΑ.

ΣΤ) ΔΕΝ έχετε ΚΑΜΙΑ υποχρέωση να γράφετε αυτό που θέλουν ( κι ας μην σας το ζητάνε πάντα ευθέως), δε θα κερδίσετε ποτέ τίποτα, σας έχουν χεσμένους.

Και κάτι ακόμα: Όλο αυτό προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις: Ο αναγνώστης θα ξεγελαστεί μία φορά. Ίσως και δεύτερη. Μπορεί και τρίτη και τέταρτη. Όμως αργά η γρήγορα θα βρει την άκρη του νήματος και θα το μαζέψει το κουβάρι.

Ο αναγνώστης ΞΕΡΕΙ ποιοι είναι αυτοί που γράφουν επειδή παίρνουν δωρεάν βιβλία και ΞΕΡΕΙ πια ότι για να συνεχίσουν να παίρνουν δωρεάν βιβλία και να διατηρούν τα 15 δεύτερα διασημότητάς τους ΠΡΕΠΕΙ να γράφουν ύμνους, αλλιώς οι εκμεταλλευτές συγγραφείς κι εκδότες θα βρουν κάποιον άλλο να γράφει τους ύμνους. Και ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι η ειλικρινής άποψη ενός αναγνώστη αλλά ένα ξεδιάντροπο κωλογλύψιμο με μοναδικό σκοπό το δωρεάν βιβλίο/παρεάκι με το συγγραφέα/15 δεύτερα διασημότητας, έτσι ΞΕΡΕΙ ότι αυτό που διαβάζει ΔΕΝ είναι αλήθεια.

Αλλά και να είναι κάποιες φορές, λίγη σημασία έχει. Ο ψεύτης βοσκός, θυμάστε;

Έτσι αργά ή γρήγορα, όλοι ξέρουμε ποιους να ΜΗΝ διαβάζουμε επειδή μας λένε ψέματα. Κι αν κάποιος συγγραφέας έχει γράψει πραγματικά κάτι καλό, δεν έχει σημασία. Αυτός που θα γράψει γι αυτόν, είναι ήδη ψεύτης βοσκός. Δεν θα τον πιστέψει κανείς.

Ωραία είναι να παίρνεις τζάμπα τις νέες κυκλοφορίες (άσε που μπορείς και να τις πουλήσεις μετά, να βγάλεις και κάτι). Ωραία είναι και να φοράς τα καλά σου και να σε πετυχαίνει ο φακός σε ολοφάνερα τυχαία στημένες στάσεις δίπλα στον επόμενο συγγραφέα της χρονιάς. Όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναρωτηθείτε: Αξίζουν αυτά περισσότερο από την αξιοπιστία σας;

Τι προτιμάτε; Να γίνετε γνωστοί (δυστυχώς ή ευτυχώς, αχανής και απίστευτα μικρός ο κόσμος του διαδικτύου και μη, τα ονόματά σας τα γνωρίζουμε όλοι) ως τσιράκια και να μην πιστεύει κανείς λέξη από όσα γράφετε (ακόμα κι αν κάποτε παραδόξως γράψετε την αλήθεια), ή όσοι σας διαβάζουν να ξέρουν ότι από εσάς θα μάθουν μόνο την αλήθεια – έστω κι αν η αλήθεια σχετικά με την ανάγνωση είναι κυρίως κάτι το υποκειμενικό;

Μαζί με το YA (Young Adults) Fiction έχει ξεφυτρώσει κι ένα υπο-είδος, κάτι που εγώ ονομάζω κοριτσίστικη λογοτεχνία, αν και υποψιάζομαι πως πολλοί198608 έχουν κάνει την ίδια σκέψη μαζί ή και πριν από μένα. Fair enough, εφόσον τα κορίτσια έκαναν την επανάσταση στήνοντας τα Tomb Raider και τη Lara Croft απέναντι από τον Indiana Jones (και τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά βεβαίως), γιατί να μην κάνουν το ίδιο και στο βιβλίο;

Η κοριτσίστικη λογοτεχνία απαρτίζεται συνήθως από δυστοπίες, με κεντρικό χαρακτήρα ένα έφηβο κορίτσι που καλείται να σώσει τον κόσμο και να πάρει και το καλό παιδί. Συνήθως είναι το αντίστοιχο του Ξανθόπουλου, το θηλυκό του Καΐλα, το φτωχό και καταφρονεμένο, που συνήθως (πολλά συνήθως) έχει και κάποιο special ability. Οκ. Το δέχομαι και επαυξάνω.

Υπάρχουν κάποιες επιτυχίες στο νέο αυτό sub-genre (ε, κάπως έπρεπε να γίνει μια καλή αρχή για να καθιερωθεί) με γνωστότερη ίσως σειρά το Twilight και κανά δυο άλλες που καταλήγουν αργά ή γρήγορα στις οθόνες μας. Τη σειρά της Roth (Divergent κλπ) την απόλαυσα, αλλά παραδέχομαι ότι απόλαυσα τις ταινίες, τα βιβλία δεν τα διάβασα ακόμα οπότε ό,τι λέω το λέω με επιφύλαξη. Απόλαυσα και την πρώτη ταινία Hunger Games, τη δεύτερη λιγότερο, και όλα τα υπόλοιπα ακόμα λιγότερο, κι ύστερα ήρθε η σειρά του πρώτου βιβλίου.

Και το διάβασα.

Μισό.

Και ήταν κακό.

Αρχικά ήταν κακή η μετάφραση, αλλά με ένα πολύ κακογραμμένο βιβλίο, πόσο καλή μπορεί να είναι η μετάφραση; Δηλαδή δε θα ξεχάσω ποτέ τις μισές 50 αποχρώσεις του γκρι που διάβασα στα ελληνικά και μετά στα αγγλικά, για να καταλήξω στο ότι ίσως και η ελληνική χάλια μετάφραση να ήταν πολύ καλύτερη από την ορίτζιναλ βερσιόν. Κάπως έτσι και με το Hunger Games. Ελ Τζέιμς κακό. Περαστικά στους μεταφραστές.

Κακό= Κακογραμμένο και με το κακογραμμένο δεν εννοώ ότι περίμενα έναν θηλυκό Τόλκιν, αλλά κακογραμμένο δηλαδή με λάθη του τύπου «τώρα εγώ πρέπει να γεμίσω σελίδες αλλά δεν ξέρω και πώς να περιγράψω τον φανταστικό κόσμο που δημιούργησα, οπότε θα αρχίσω να:

1) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες το τι τρώνε οι ήρωές μου, κάθε πότε το τρώνε και πόσο τρώνε,

2) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες τι φοράνε- και θα φροντίσω να υπάρχουν και κανά δυο περιστάσεις όπου η τουαλέτα είναι απαραίτητη ώστε να γεμίσω επιπλέον σελίδες περιγράφοντας όλο αυτό το ύφασμα,

3) θα μου κάνω ερωτήσεις και θα τις απαντώ μόνη μου, γιατί δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο να περιγράψω τα όσα νιώθει/σκέφτεται η πρωταγωνίστριά μου.

Οπότε, έχεις μια έφηβη ηρωίδα που σημαδεύει μύγα στο χιλιόμετρο με το τόξο, αλλά ό,τι και να το κάνεις είναι έφηβη, περιφέρεται με τις σκέψεις της και της αρέσουν δύο μόνο πράγματα (τελικά και δυστυχώς): Τα αγόρια και τα ρούχα.

the-hunger-games-mockingjay-part-1_aubd

Είναι κρίμα, γιατί όλες οι σειρές αυτού του είδους/υπο-είδους τέλος πάντων μας δείχνουν πως τα κορίτσια γουστάρουν και τα βαμπίρ και τους μάγους και τα ζόμπι και τις δυστοπίες και τη δράση, αλλά -ναι, το δέχομαι μεν, αλλά- όλο και περισσότερες συγγραφείς βασίζονται στον έρωτα και τη μόδα για να στήσουν ένα φανταστικό στόρι όπου η ουσία (τα βαμπίρ, ή το γεγονός ότι 23; 24;- δε θυμάμαι έφηβοι θα αλληλοσκοτωθούν στο δάσος κλπ) είναι δευτερεύουσα και αυτό το κατά τα άλλα ωραίο είδος θα χαλάσει στο τέλος, αν δεν έχει ήδη χαλάσει.

Τα βιβλία αυτά απευθύνονται κυρίως σε νεαρά κορίτσια (το να τα διαβάζουν 40ρηδες, 50ρηδες με τόσο Ελ Τζέιμς κακή γραφή είναι ανησυχητικό) και δε θα ήθελα να δω τις 50 αποχρώσεις μεταμφιεσμένες σε ένα δυστοπικό girly στόρι φαντασίας. Το κακό είναι πως παραμπασταρδεύονται με τα κατ’ εξοχήν κοριτσίστικα πράγματα (αγόρια, μαλλιά, ρούχα) λες και αν εμβαθύνουν στον φανταστικό κόσμο και σε ό,τι συνεπάγεται αυτό, τα κοριτσάκια δε θα διαβάσουν.

Θα έπρεπε να υπάρχει ένα κοριτσόμετρο ξερωγώ, μέχρι πόσο επιτρέπονται οι χαριτωμενιές και πόσο πρέπει το βιβλίο να κινείται μέσα στα πλαίσια του φανταστικού, για να μπορέσει να επιβιώσει και ίσως και να εξελιχθεί το είδος, οδηγώντας και τα κοριτσάκια μετά την χ-ψ-Κόλινς και τον Μπελοέντουαρντ στον Τόλκιν.

 

2/5 γιατί είναι κακογραμμένο και τα 2 τα παίρνουν τα ταινιάκια κιόλας.

 

Η κυρία Harry Potter, κατά κόσμο J.K. Rowling, υπογράφει με το ψευδώνυμο Robert Galbraith το αστυνομικό μυθιστόρημα «Το κάλεσμα του Κούκου».

rowling

Δεν έχω άλλη εικόνα της συγγραφέως  καθώς δεν είμαι φίλος του Harry Potter και η άποψη μου δεν αφορά τη συγγραφική της δεινότητα εν γένει αλλά μόνο το συγκεκριμένο βιβλίο.

Με φόντο το Λονδίνο, ο Κόρμοραν Στράικ, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ που έχει χάσει το ένα του πόδι στο Αφγανιστάν και έχει κάνει σπίτι το γραφείο του μετά τον επεισοδιακό χωρισμό του από τη φίλη του, όντας στα όρια της χρεοκοπίας αναλαμβάνει μια φαινομενικά εύκολη υπόθεση που μπορεί να τον ξελασπώσει.

Ένα διάσημο μοντέλο, η Λούλα Λάντρι, πηδάει από το μπαλκόνι της σε μια υπόθεση που η αστυνομία έχει θεωρήσει ως αυτοκτονία. Ο θετός αδερφός της είναι ο μόνος που δεν έχει πειστεί και πιέζει τον Στράικ μέχρι να δεχτεί να την αναλάβει.

Πίσω απ’ τα φώτα του λαμπερού Λονδίνου, της σόουμπιζ και της καλής κοινωνίας, ο Στράικ ανακαλύπτει καλά κρυμμένα μυστικά και μπόλικη ανηθικότητα στην προσπάθειά του να λύσει το γρίφο. Σε αυτήν την προσπάθεια στέκεται αρωγός του η προσωρινή και εκπαιδευόμενη γραμματέας του Ρόμπιν, που σε σύντομο χρονικό διάστημα του γίνεται απαραίτητη καθώς αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από μια απλή γραμματέας.

Όλος ο κύκλος της Λούλα γνωρίζει μια μόνο πτυχή του χαρακτήρα της, ποιος όμως την ήξερε πραγματικά ;

Στα θετικά του βιβλίου είναι η στρωτή γραφή, η στιβαρή δομή και οι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Το διάβασα πολύ ευχάριστα.

Ο κυνικός όσο και πολλές φορές εύθραυστος αντιήρωας Κόρμοραν Στράικ, βετεράνος του Αφγανιστάν, προσωπικά με κέρδισε. Έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο που δομεί τη σκέψη του, που αποφεύγει τις παγίδες και που ψυχολογεί τους ανθρώπους απέναντι του.

Επίσης ενδιαφέρουσα η ελαφρώς αφελής, νεαρή βοηθός του Ρόμπιν, που δένεται πολύ γρήγορα και με τη νέα της δουλειά, αν και προσωρινή, όσο και με το νέο της αφεντικό δίνοντας σημαντική βοήθεια στην εξιχνίαση της υπόθεσης.

Η Rowling έχει σκιαγραφήσει με δεξιοτεχνία και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες της ιστορίας, αφήνοντας όμως πολλά στην φαντασία του αναγνώστη.

Στα αρνητικά, θα ανέφερα ότι η συγγραφέας κάποιες φορές πλατειάζει, ενώ το βιβλίο κυλάει λίγο επίπεδα χωρίς τις αναμενόμενες κορυφώσεις που βιώνει κάποιος διαβάζοντας π.χ την Πατρίσια Χάισμιθ. Επίσης θα ανέφερα και κάποιες επαναλήψεις στη χρήση ορισμένων λέξεων από τη μεταφράστρια.

Σίγουρα η μετάβαση από τη φαντασία, και μάλιστα εφηβική, στην αστυνομική λογοτεχνία, δεν είναι εύκολη ούτε είναι εξασφαλισμένη η επιτυχία. Η πρώτη όμως προσπάθεια της Rowling σε αυτό το είδος δε μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο και θα σε κάνει σίγουρα να αναζητήσεις την επόμενη περιπέτεια του Κόρμοραν Στράικ.

Andy

Πρόκειται για ένα από τα πιο επιδραστικά μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα βιβλίο σταθμός που δεν ξεπεράστηκε από το χρόνο, καθώς σήμερα φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Εξάλλου το θέμα που πραγματεύεται είναι τόσο παλιό, όσο και ο άνθρωπος.

Ένα αεροπλάνο πέφτει σε κάποιο απομονωμένο και ακατοίκητο νησί. Οι μόνοι επιζώντες είναι μια παρέα παιδιών 6-12 ετών, που θα προσπαθήσουν να οργανωθούν έτσι ώστε να επιβιώσουν, ως τη στιγμή που θα έρθει βοήθεια.

Έτσι ξεκινάει ο άρχοντας των μυγών.

Το ειδυλλιακό τοπίο και η παιδική αθωότητα των πρώτων σελίδων, δεν προϊδεάζουν  τον αναγνώστη για αυτά που θα ακολουθήσουν.

3108kt07kako-thumb-large

Ο συγγραφέας αφηγείται τη ζωή των αγοριών στο νησί που έχουν ναυαγήσει, τη στάση τους απέναντι σε αυτόν τον εγκλωβισμό, τις εσωτερικές τους διαμάχες και τις διαμάχες για την εξουσία, και την προσαρμογή τους μέσα σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, σε ένα μέρος όμως όπου δεν ισχύουν οι κανόνες του πολιτισμού και της κοινωνίας από όπου προήλθαν.

Ο Γκόλντινγκ θρυμματίζει το προσωπείο της παιδικής αθωότητας, αποκαλύπτοντας μας το εγγενές κακό που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση.

Τα αγόρια, μακριά από το γονικό και τον κοινωνικό έλεγχο, δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από την αγριότητα και τις διενέξεις που χαρακτηρίζουν τους ενηλίκους, σπάζοντας τα στερεότυπα που είχαμε για την αγνή και αμόλυντη παιδική ψυχή διαβάζοντας τον Όλιβερ Τουίστ ή τον Τομ Σώγιερ.

lordcover

Τα παιδιά χωρισμένα σε δύο ομάδες, δείχνουν να μην κατανοούν πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους και οδηγούμενα από τα πιο ταπεινά πάθη τους, δημιουργούν μια πρωτόγονη κοινωνία αγριότητας και αναρχίας. Δείχνουν να μη μπορούν να αντιληφθούν τις έννοιες της λογικής και της δικαιοσύνης αλλά και να μη μπορούν να δείξουν την παραμικρή συμπόνοια. Ακόμα και οι τύψεις φαίνεται να μην τους αγγίζουν στο ελάχιστο.

Η ανατριχιαστική δήλωση του Ραλφ, του αρχικά εκλεγμένου αρχηγού της παρέας, «Φοβάμαι. Εμάς», δείχνει ότι ο πραγματικός εχθρός τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός, ενώ ο αρχικός εχθρός, το άγριο θηρίο που στοίχειωνε τις πρώτες τους μέρες στο νησί, έχει δολοφονηθεί με τον πιο βάναυσο τρόπο.

Η γραφή του Γκόλντινγκ είναι έντονη και τραχιά, δεν εξωραίζει και δε στρογγυλεύει. Χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο, δίνοντας μια αμεσότητα στο αφήγημα, αποκαλύπτοντας σε όλη του την έκταση το δράμα των παιδιών-ναυαγών. Η αφήγηση είναι συγκλονιστικά ρεαλιστική, δημιουργώντας πρωτόγνωρα συναισθήματα στον αναγνώστη.

Σχεδόν κανένα βιβλίο, ακόμα και λογοτεχνίας τρόμου, δε με έχει κάνει να ανατριχιάσω σε τέτοιο βαθμό, ίσως γιατί εδώ οι ήρωες είναι παιδιά.

Κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο Ράλφ ο πρώτος αρχηγός και ένας φυσικός ηγέτης, ο Τζάκ που είναι το αντίπαλο δέος για την εξουσία, και ο Πίγκυ, ένα έξυπνο αλλά υπέρβαρο παιδί, μια φωνή λογικής σε μια παρέα που την έχει χάσει τελείως, και ένας πιστός φίλος μέχρι το τέλος.

Συγκινητικό όσο και τρομακτικό, ένα πολυεπίπεδο ανάγνωσμα που σου δημιουργεί ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα βιβλίο που θα συνεχίσει να στοιχειώνει τις σκέψεις σου πολύ καιρό αφότου έχεις ολοκληρώσει την τελευταία σελίδα.

Andy

Η Σίρλει Τζάκσον είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στο χώρο του βιβλίου και παρόλο που δε χωρά αμφισβήτηση για το έργο της, πολλοί είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν το… «τι είναι τόσο τρομακτικό σε αυτά που γράφει;». Ο λόγος πιστεύω έχει να κάνει με τη λάθος κατηγοριοποίηση των βιβλίων της- κάτι το οποίο ακόμα μια φορά κάνει περισσότερη ζημιά, παρά καλό, έτσι μεγάλη μερίδα αναγνωστικού κοινού έχει λανθασμένες προσδοκίες από τα βιβλία της.

Έχω αναφέρει ξανά πως η κατηγοριοποίηση των βιβλίων εξυπηρετεί μόνο στατιστικά, λίστες και ράφια καταστημάτων, και όχι συγγραφείς ή αναγνώστες. Και πολλές φορές, πολλά βιβλία βρίσκονται σε λάθος ράφι γιατί κάποιοι αποφάσισαν πως ανήκουν σε συγκεκριμένη κατηγορία- ίσως λίγο περισσότερο σε κάποια, λίγο λιγότερο σε κάποια άλλη-  έτσι πολλά καλά πάνε αδιάβαστα, αλλά κανένας συγγραφέας όταν ξεκινάει να γράψει δεν σκέφτεται: «Οκ, ας γράψω ένα horror». Οι συγγραφείς γράφουν ιστορίες, αυτό μόνο!

shirley-jackson-quotes-5-1

Σε πορεία χρόνων, προφανώς και οι συγγραφείς βρίσκουν τον τομέα που τους ταιριάζει περισσότερο, αλλά και πάλι, κανείς δε θα αποφύγει να γράψει κάτι επειδή πχ ανήκει πλέον στην κατηγορία του αστυνομικού μυθιστορήματος και αυτό που θέλει να γράψει είναι και κοινωνικό ή αισθηματικό ή ξέρω ‘γω τι, όπως και κανείς δε θα γράψει σώνει και καλά κάτι, κατευθυνόμενος από την ταμπέλα που του έχουν κολλήσει, ή από το είδος στο οποίο έχει αφιερωθεί- ακόμα κι αν ο ίδιος το έχει επιλέξει. Οι συγγραφείς γράφουν ιστορίες, το είπαμε αυτό.

Στη Σίρλει Τζάκσον τώρα, για μένα είναι λάθος ο τίτλος «συγγραφέας τρόμου», από τη μία γιατί είναι ένας πολύ μεγάλος κύκλος και περιλαμβάνει από τον Γκράχαμ Μάστερτον (που είναι πιο πολύ cult), τον Τζακ Κέτσαμ (που τα βιβλία του μοιάζουν περισσότερο με ταινία σπλάτερ), τον Στίβεν Κινγκ (που παίζει με πολύ διαφορετικό τρόπο με τον τρόμο και το φόβο από το γράφω για ένα τέρας στην ντουλάπα- ο Κινγκ δημιουργεί καταστάσεις και ρίχνει τους ήρωές του μέσα, δε δημιουργεί ήρωες και τέρατα), μέχρι και τη …Σίρλει Τζάκσον. Που στα βιβλία της παίζει με το supernatural, παίζει και με φαντάσματα, παίζει και με το έγκλημα, αλλά οι «πράξεις» στα βιβλία της Τζάκσον δεν έχουν και τόση σημασία, όσο ο ψυχικός κόσμος των ηρώων που δημιουργεί, και συνήθως αυτό στο οποίο αφιερώνει τις περισσότερες ιστορίες της, είναι το πώς λειτουργεί αυτός ο ψυχικός κόσμος μέσα σε κάποιον ήρωα, πώς διαμορφώνεται, πώς επηρεάζεται από τα όσα του συμβαίνουν κι όσα γίνονται γύρω του, και ακόμα πιο συγκεκριμένα:

Πώς ένας άνθρωπος ισορροπεί μεταξύ λογικής και τρέλας, πώς αγωνίζεται να μην κάνει το λάθος βήμα και πέσει στην τρέλα, μέχρι που τελικά …πέφτει. Κι από κει κι έπειτα αυτό που παρακολουθούμε ουσιαστικά είναι οι διακυμάνσεις του χαρακτήρα που οδηγούν στις πράξεις και σε αυτό η Σίρλει Τζάκσον υπήρξε σπεσιαλίστας.

shirley_jackson_the_lottery

Η Σίρλει Τζάκσον θεωρούσε τα τέρατα και τα πνεύματα που ζητούν εκδίκηση ως την εύκολη λύση, ως τον εύκολο τρόμο. Αυτό που ήθελε να κάνει εκείνη, ήταν να ξυπνήσει τα τέρατα μέσα μας. Αν κάποιος διαβάσει αρκετή Σίρλει Τζάκσον, θα δει ότι πάντα στα βιβλία της υπάρχει μια καθόλα συνηθισμένη πραγματικότητα, σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης χαλαρώνει πολύ, έως και που βαριέται γιατί θεωρεί πως το στόρι είναι προβλέψιμο. Ούτε τέρατα στις ντουλάπες, ούτε φαντάσματα στις σοφίτες, ούτε μυστηριώδεις σκιές. Η Σίρλει Τζάκσον παίζει με τα νεύρα μας , χτίζοντας σταδιακά και με λεπτομέρεια έναν συνηθισμένο κόσμο κι ύστερα αποκαλύπτοντας απότομα την  άλλη του πλευρά: έναν κόσμο νευρώσεων, καθοδηγούμενος από τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπου. Προβλέψιμη δεν είναι ποτέ.

Εξάλλου και η ίδια υπέφερε από τις δικές της νευρώσεις κι εμμονές και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Αυτό που μεταφέρει στα βιβλία της, είναι η κλιμάκωση της τρέλας μέσα από την απομόνωση των κεντρικών ηρώων της που ζουν στο περιθώριο.

Το γνωστότερό της και μεγαλύτερο ίσως έργο, είναι μόλις ένα μικρό διήγημα. The Lottery ή Η Λοταρία, που κυκλοφορεί πλέον κι ελεύθερα στο διαδίκτυο. Σε μια μικρή πόλη, οι κάτοικοι συμμετέχουν σε κάποιο είδος διαγωνισμού, μια λοταρία. Το έπαθλο είναι ένας δημόσιος λιθοβολισμός. Αυτό το διήγημα έκανε ακόμα και τη μητέρα της να διαμαρτυρηθεί και τότε στην εποχή του είχε ξεσηκώσει χιλιάδες αναγνώστες που έστελναν υβριστικά γράμματα στο New Yorker, όπου είχε δημοσιευτεί.

Ακολούθησαν οι Δαίμονες του Χιλ Χάους, το Ζούσαμε Πάντα Σε Ένα Κάστρο (που φέτος ήρθε και στην Ελλάδα), το Just An Ordinary Day- μια συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκαν μετά το θάνατό της από τους δικούς της και νομίζω πως δεν υπάρχει στα ελληνικά, και πολλά άλλα. Όλα με κεντρικό πυρήνα τη σκοτεινότερη πλευρά του ανθρώπου. Η Σίρλει Τζάκσον έγραφε ασταμάτητα κι όμως δεν κατάφερε ποτέ να γράψει όλες τις ιστορίες που είχε στο μυαλό της.

Για μένα είναι μια από τις κορυφαίες συγγραφείς -τρόμου έστω, αν πρέπει να μπει σε κατηγορία- η οποία κατάφερε να δημιουργήσει ένα υπο-είδος μέσα στο είδος. Σίγουρα αν περιμένει κανείς page turners, αίματα και τέρατα, θα απογοητευτεί. Όμως είναι λάθος να περιμένει κάτι τέτοιο από τη Σίρλει Τζάκσον.

 

 

Αυτό που μου συνέβη με την Πόλη Στις Φλόγες, δε μου έχει ξανασυμβεί. Το ήξερα το βιβλίο, το είχα δει στις βιτρίνες, το έβλεπα στα σάιτς, είχα διαβάσει μερικά τυχαία κομμάτια του κι ήξερα ότι έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο όπου η φήμη του είχε βγει μπροστά από το ίδιο. Η Νέα Υόρκη της παρακμής, του punk, το φανζίν της Σαμ, ένα μεγάλο κομμάτι άρθρου και μια επιστολή, αναφορές σε λογοτεχνικά τέρατα και συγκροτήματα, περιθωριακοί χαρακτήρες κι ετερόκλητοι ήρωες, με φόντο πάντα μια πόλη που ακροβατεί μεταξύ του μαύρου των σκιών και του φωτός, μια πόλη τεράστια και υπερβολική, μια πόλη με τη δική της μουσική που κανείς δεν μπορεί ποτέ να προσδιορίσει και που μοιάζει πάντα έτοιμη να παραδοθεί στην αναρχία, μέσα στην απόλυτη τάξη του χάους της. Θυμάμαι πως με τρόμαξε το κύμα αυτής της φήμης που προηγήθηκε του βιβλίου, γιατί καταλάβαινα πως ένα τέτοιο έργο επικών διαστάσεων και μετά από μια μεγάλη σιωπή στη νέα λογοτεχνία, θα ήταν άδικο να κριθεί πρώτα από τη διαφημιστική του καμπάνια και να διαβαστεί από περιέργεια, περιμένοντας ένα page turner. Γιατί δεν είναι κάτι τέτοιο και είναι πολύ περισσότερα από αυτό.

poli-stis-floges

Οκ, είχα πει, θέλω να το διαβάσω. Βέβαια όταν ήρθε στα χέρια μου, η στιγμή έμεινε στην αιωνιότητα της μνήμης μου, εκεί που αποθηκεύονται όλες αυτές οι μικρογραφίες εικόνων, ήχων κι αναμνήσεων, πράγματα που ξεχνάμε μέχρι μια οικεία σπίθα να τα λούσει πάλι στο φως και να ζωντανέψουν: Το έπιασα, το κοίταξα, το άφησα κάτω, και πήγα να πλύνω τα χέρια μου για να το ξαναπιάσω.

Η πρώτη μεγάλη έκπληξη ήταν στο ίδιο το βιβλίο, στο υλικό του. Μια εξαιρετική έκδοση, κάτι που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα της κρίσης και του εφημεριδόχαρτου. Ένα ανάγλυφο εξώφυλλο γεμάτο υποσχέσεις, και γυρνώντας το βιβλίο στο πλάι, ανάμεσα στις κατάλευκες σελίδες του σκόρπια παραλληλόγραμμα του γκρίζου, εκεί που βρίσκονταν όλα αυτά που ήξερα ήδη ότι υπήρχαν. Στο ξεφύλλισμα η μυρωδιά. Αυτή η γνωστή μα ξεχασμένη μυρωδιά του υπέροχου χαρτιού.

Αυτό που μου συνέβη με την Πόλη Στις Φλόγες, δε μου έχει ξανασυμβεί. Γιατί ήρθε στα χέρια μου στα τέλη του Οκτώβρη, σε μια Αθήνα που ζούσε ακόμα το καλοκαίρι της και το βιβλίο μύριζε χειμώνα. Άρχισα να το διαβάζω κι από τις πρώτες ακόμα σελίδες του ένιωθα να με ρουφάει σαν μια μαύρη τρύπα του κόσμου, μια χρονομηχανή που ήθελε να με πετάξει πίσω στο χρόνο και στην άλλη άκρη της γης, και να μην μπορώ, να μη θέλω να ζήσω αυτή την εμπειρία μισή.

Το έκρυψα να μην το βλέπω.

Το έχωσα κάτω από μια στοίβα ρούχα στην ντουλάπα, να μην ακούω το κάλεσμά του, και κάθε φορά που άνοιγα την ντουλάπα, το μάτι μου έπεφτε εκεί στο σωρό από ύφασμα, και πίστευα κάθε φορά πως από κάτω του ξεπεταγόταν μια λάμψη.

Νομίζω πως δε με έχει ξαναβασανίσει βιβλίο τόσο πολύ. Μέχρι που έφτασε ο Νοέμβρης σχεδόν στο τέλος του, και μαζί ήρθε και η στιγμή της Πόλης: Δυο μέρες με απίστευτο, παγωμένο αέρα, δυνατή βροχή, και το κρύο, το απόλυτο κρύο, αυτό το χοντρό κρύο χωρίς υγρασία που σου κόβει την ανάσα μόλις ανοίξεις την πόρτα και αφήσεις πίσω σου τη ζέστη του σπιτιού, τα σημάδια του χειμώνα που επιτέλους ήρθε. Χειμώνας. Και μόνο τότε αφέθηκα να με παρασύρει.

Δεν είναι βιβλίο που διαβάζεται ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα της μέρας, ούτε από αυτά που διαβάζει κανείς για να χαλαρώσει. Είναι βιβλίο που απαιτεί αφοσίωση για να σε αποζημιώσει, απαιτεί να είσαι εκεί, απαλλαγμένος από τα σκαλώματα της καθημερινότητας, άδειος από ό,τι είναι δικό σου. Κι αυτή του την απαίτηση στη δείχνει μέσα από τη μουσική του: Δεν μπορείς να διαβάσεις εσύ όπως θέλεις, είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις το ρυθμό του. Αν προσπαθήσεις να διαβάσεις πιο χαλαρά και πιο γρήγορα, θα σε γυρίσει πίσω, ξανά στην αρχή, ξανά στην ίδια πρόταση, μέχρι να του δώσεις όλη την προσοχή σου.

Κι αυτό που σου δίνει εκείνο πίσω είναι ένα μαγικό ταξίδι σ’ έναν κόσμο που δεν έχεις γνωρίσει, αλλά ακριβώς αυτή είναι η μαγεία του: Είσαι κι εσύ εκεί και το ζεις. Ένας αόρατος θεατής κρυμμένος στις σκιές, πάνω από τα κατεδαφιζόμενα κτίρια, μέσα  στα σύννεφα καπνού, κάτω από τους θορύβους των δρόμων, πίσω από τους περιθωριακούς κι ονειροπόλους ήρωες, ένας σιωπηλός μάρτυρας της διαφθοράς και της παρακμής και του έρωτα και της αγάπης, η ζωντανή απόδειξη μιας εκπληκτικής αναπαράστασης που αναδείχθηκε εξαιρετικά στη χώρα και τη γλώσσα μας, από μια θαυμάσια έκδοση και μια υπέροχη μετάφραση με ψυχή.

garth-risk-hallberg

Πώς γίνεται ένας τόσο νέος και άπειρος συγγραφέας να γράψει ένα τόσο μεγάλο έργο που μοιάζει τόσο με σύνθεση μουσικής, χωρίς να χάσει ούτε στιγμή το ρυθμό και το μέτρο του; Αυτή η ερώτηση τριγυρνούσε στο μυαλό μου συνεχώς, σε κάθε κύκλο ανάγνωσης που έκλεινα κι άνοιγα τον επόμενο μέχρι να φτάσω στο τέλος. Η Πόλη στις Φλόγες δε γράφτηκε σε μια μέρα, ούτε σε μερικούς μήνες, ούτε σε ένα ή δυο χρόνια. Η συγγραφή του από μόνη της ήταν ένα ταξίδι ενηλικίωσης, το ταξίδι του ίδιου του συγγραφέα, ανάμεσα στις σελίδες και τις ιστορίες των ηρώων και της πόλης του.

Όμως αυτή είναι η ευχή και η κατάρα του συγγραφέα: Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δε μπορεί να σταματήσει να γράφει. Γιατί ένας συγγραφέας μπορεί να στέκεται σ’ έναν αδιάφορο τηλεφωνικό θάλαμο στο δρόμο, και από κάπου να ακούσει μια περαστική φωνή. Ίσως να ακούσει τι λέει, ίσως να πιάσει στον αέρα απλά λίγες λέξεις, ίσως και να μην ακούσει τίποτα. Όμως μέσα σ’ αυτή την περαστική στιγμή γεννιέται μια ιστορία, κι αυτές είναι οι στιγμές της δημιουργίας, μηδαμινές, περαστικές, κι όμως συγκλονιστικές, οι στιγμές που ξέρεις ότι ήρθαν στη ζωή μόνο για λιγότερο από μια στιγμή κι άφησαν το σπόρο τους, περιμένοντας να ανθίσουν, να μεγαλώσουν, να γιγαντωθούν, να γίνουν ιστορίες, να γίνουν κόσμος, να γίνουν εμπειρίες. Αρκεί να τις αρπάξεις.

Κι έτσι ξεκινάνε όλα τα μεγάλα ταξίδια.

Υπήρχαν αλλαγές που τις ένιωθα, κομμάτια που γράφτηκαν όταν ο συγγραφέας ήταν κάποιος, και κομμάτια που γράφτηκαν όταν ο συγγραφέας ήταν κάποιος άλλος. Κάπου εκεί πριν το μεγάλο μπλακάουτ ήρθε η πατρότητα κι έφερε την αλλαγή: Την ωριμότητα, την εμβάθυνση, την ευθύνη, και μαζί την κούραση, την αδεξιότητα, το φόβο, και 800 σελίδες αυτογνωσίας μαζί με άλλες περίπου 150 απίστευτες σελίδες της στιγμής του μπλακάουτ, που περιγράφονται μοναδικά, αριστουργηματικά, και αποτελούν αδιαμφισβήτητα τη μεγάλη κορύφωση του βιβλίου- πόσο μάλλον αν σκέφτεσαι ταυτόχρονα πως αυτός ο άνθρωπος δεν είχε καν γεννηθεί τότε.

Πώς καταφέρνεις να κρατήσεις ρυθμό κι αρμονία μέσα στις χιλιάδες σελίδες και τα εκατομμύρια λέξεις που ξεχύνονται από μέσα σου σε διάστημα χρόνων, χρόνων που όλα αλλάζουν γύρω σου κι εσύ ο ίδιος; Γράφεις ξανά και ξανά. Γράφεις σα να μην υπάρχει αύριο, διαβάζεις τις λέξεις σου δυνατά. Ξανά. Γράφεις την ίδια σελίδα πέντε, δέκα, είκοσι φορές. Σβήνεις, αλλάζεις τη σειρά των λέξεων, μετακινείς τα σημεία στίξης, ξαναδιαβάζεις δυνατά. Ώρες για μια και μοναδική σελίδα, διατεθειμένος να σκίσεις κομμάτια σου και να τα παραδώσεις για πάντα στη λήθη: 400 σελίδες που έγιναν σκόνη και σκόρπισαν στην ανυπαρξία, πριν αυτό το μεγάλο έργο ανοίξει την πόρτα της απομόνωσης και βγει στον κόσμο και το φως. Εκεί που ισορροπεί μεταξύ της αρμονίας και του απόλυτου χάους, χωρίς ποτέ να παραπατά και να πέφτει. Όπως ακριβώς και σε μια πόλη χειμαρρώδη όπως η Νέα Υόρκη.

Και το καλύτερο ξέρετε ποιο είναι; Πως όλα σε όλα αυτά τα ερωτήματα μου έδωσε απαντήσεις ο ίδιος. Παράξενες κι αδέξιες ίσως οι ερωτήσεις μου, που παραδέχτηκε πως τον ρωτούσαν για πρώτη φορά. Κι ήταν υπέροχος κι ειλικρινής κι εξομολογητικός, εκείνος στην άλλη άκρη του κόσμου χωμένος στις λέξεις του, κι εγώ με τη γεύση της σαμπάνιας στο στόμα και το ρεφραίν κάποιου τραγουδιού του κόσμου του που έπαιζε ακόμα στο μυαλό μου μετά από αυτή την εμπειρία. Κι αν κάπου οι πιο παλιοί και αυστηροί αναγνώστες και μεγάλοι γνώστες διακρίνουν τα αμυδρά σημάδια της απειρίας, είμαι σίγουρη ότι θα τα παραβλέψουν. Γιατί χωρίς αμφιβολία, η Πόλη στις Φλόγες είναι ένα αριστούργημα της εποχής του.

Όχι,  δε θα μπορούσε να είχε γράψει τίποτα λιγότερο τελικά.

Για να διαβάσετε τα όσα μου έγραψε ο Garth Risk Hallberg σχετικά με το βιβλίο του και τη συγγραφή, πατήστε ΕΔΩ!

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο koukidaki

Κατερίνα Χαρίση