Posts Tagged ‘Ebook’

Βαρκελώνη, δεκαετία του ’50. Ο νεαρός Αντριά μεγαλώνει ανάμεσα σ’ έναν πατέρα που b1_2θέλει να του δώσει μόρφωση αναγεννησιακού ανθρώπου, να τον κάνει γνώστη πολλών γλωσσών, και μια μητέρα που τον προορίζει για την καριέρα δεξιοτέχνη βιολονίστα. Ο Αντριά, ευφυής, μοναχικός και υπάκουος, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις υπέρμετρες και αντιφατικές φιλοδοξίες των γονιών του, ώς τη στιγμή που ανακαλύπτει την ύποπτη προέλευση του οικογενειακού πλούτου και άλλα ανομολόγητα μυστικά.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Αντριά, λίγο πριν χάσει τη μνήμη του, προσπαθεί να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία, ενώ γύρω από ένα εκπληκτικό βιολί του 18ου αιώνα διαπλέκονται τραγικά επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, από την Ιερά Εξέταση ώς τη δικτατορία του Φράνκο και τη ναζιστική Γερμανία, με αποκορύφωμα το Άουσβιτς, το απόλυτο κακό.

Ουφ, το τελείωσα. Ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν έχω υπάρξει τόσο περήφανη για τον εαυτό μου που κατάφερα να διαβάσω μέχρι τέλους ένα βιβλίο. Το Confiteor είναι για μένα ένας άθλος· όχι γιατί δεν μου άρεσε και πίεσα τον εαυτό μου να το τελειώσει αλλά γιατί χάρη του ξεπέρασα εν μέρη τον φόβο μου για τα μεγάλα βιβλία.

Θα πρέπει να ομολογήσω πως ο μόνος λόγος που το αγόρασα ήταν οι πολύ καλές κριτικές που διάβασα και ο ενθουσιασμός όλων όσων ανέβαζαν την άποψη τους στις βιβλιοφιλικές ομάδες. Ήμουν σίγουρη πως εγώ θα ήμουν η στρίγκλα που δεν το αγάπησε, και ήμουν ακριβώς αυτό για το πρώτο 1/3 του βιβλίου. Ναι, το είχα παρατήσει μήνες ολόκληρους επειδή δεν είχα καταφέρει να δεθώ με τους ήρωες και την ιστορία. Αλλά έπεσα σε ένα φοβερό λογοτεχνικό τέλμα – δεν ήθελα να διαβάσω τίποτα από ό,τι είχα – και ποιος με έσωσε? Ο Ζάουμε Καμπρέ! Με το που το ξανά έπιασα στα χέρια μου το διάβασα μονορούφι.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο που δεν ήθελα να τελειώσει και παρόλα αυτά περίμενα πώς και πώς να δω τι θα γίνει στο τέλος. Ο Καμπρέ κατάφερε να με παρασύρει μέσα σε μια ιστορία που το κέντημά της ξεπερνάει ό,τι έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Σαν πραγματικά ταλαντούχος συγγραφέας με έναν από τους πιο ιδιαίτερους τρόπους γραφής (αλλαγή προσώπου μέσα στην ίδια πρόταση, αλλαγή σκηνικού/χρόνου/τόπου μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο) κατάφερε να εξιστορήσει ένα σωρό γεγονότα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους και να τα ενώσει πάνω από το ξύλινο σώμα ενός βιολιού. Υπήρξαν σκηνές στο βιβλίο που ήταν τόσο έντονες που γέμιζα με συναίσθημα και ήθελα να φωνάξω δυνατά πως ναι, αυτή είναι λογοτεχνία! Κάτι τέτοια βιβλία ξεχωρίζουν από την μάζα, και θέτουν τα όρια.

Το Confiteor είναι ένα βιβλίο που εκπλήσσει τον αναγνώστη. Σε πηγαίνει από το ένα μέρος στο άλλο, από μια συζήτηση σε τραβάει από τα μαλλιά και σε πετάει μέσα σε μια άλλη και εσύ τρέχεις να προλάβεις να καταλάβεις τι παίζει. Κυριολεκτικά μένεις με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην ιδιοφυία του συγγραφέα.

Δεν θα σας κρύψω ότι με κούρασε σε πολλά σημεία. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω πολύ υπομονή και η συγκέντρωση μου χάνεται εύκολα αλλά η αγάπη μου προς το βιβλίο με κράτησε εκεί να το παλέψω μέχρι το τέλος. Η πραγματική φοβία δέσμευσης που έχω με τα μεγάλα βιβλία (σε αριθμό σελίδων) παραλίγο να μου στερήσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μου το είχα συγχωρήσει ποτέ!

Ο Αντριά μας χαρίσε μια ομολογία, δηλαδή όχι σε εμάς αλλά στην αγαπημένη του Σάρα, την ιστορία της ζωής του αλλά και άλλων ζωών λίγο πριν του σβήσει την μνήμη το Αλτσχάιμερ. Και θέλω να τον ευχαριστήσω για αυτό.

Γεωργία Ζαρκαδάκη

Πρόσφατα για το τελευταίο τεύχος του ArsOvi, χρειάστηκε να μεταφράσω μια American Masters - Alice Walker: Beauty in Truthσυνέντευξη της Άλις Γουόκερ (Alice Walker) της γυναίκας που έγραψε «Το Πορφυρό Χρώμα» (The Color Purple) το 1982, ένα βιβλίο που πολεμήθηκε σφόδρα από τους λογοκριτές στις ΗΠΑ και αποσύρθηκε από σχολεία, βιβλιοθήκες και μαγαζιά. Ομολογώ πως δεν γνώριζα ούτε το όνομά της, ούτε το βιβλίο της, ούτε καν την ταινία που γυρίστηκε 1985, σε σκηνοθεσία του Στίβεν Σπίλμπεργκ και με πρωταγωνίστρια – μεταξύ άλλων πολύ καλών ηθοποιών, την αγαπημένη μου Γούπι Γκόλντμπεργκ.

Διαβάζοντας τη συνέντευξη και παράλληλα ψάχνοντας για πληροφορίες στο διαδίκτυο γιατί βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα και τη συνέντευξη αλλά και τις απόψεις της συγγραφέως και ήθελα οπωσδήποτε να βρω το βιβλίο να το διαβάσω, είχα την εντύπωση ότι ο λόγος που έγινε τόσος ντόρος γύρω από το Πορφυρό Χρώμα, ήταν οι ομοφυλοφιλικές αναφορές (ελάχιστες όπως διαπίστωσα αργότερα διαβάζοντάς το) και οι αντιδράσεις κυρίως γονέων οι οποίοι ζητούσαν το βιβλίο να απομακρυνθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες επειδή – σύμφωνα με τη συγγραφέα – κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για ανθρώπους που είχαν κακοποιηθεί ή κακοποιήσει τα παιδιά τους. Παρένθεση εδώ: Σκεφτείτε ότι το βιβλίο αντιμετώπισε τη λογοκρισία ακόμα και το 2008 στη Νότια Καρολίνα, όπου και απομακρύνθηκε από τα ράφια των σχολικών βιβλιοθηκών.

1100590

Η υπόθεση κατά τις διάφορες περιγραφές αφορά τη «Σέλι, μια Αφροαμερικανίδα που ζει στον Αμερικανικό νότο, παντρεμένη με τον Άλμπερτ, έναν αδικαιολόγητα βίαιο άνδρα. Μόνη της διέξοδος, τα γράμματα που στέλνει στην αδερφή της Νέτι, στην οποία εξομολογείται τον πόνο της και τα παράπονά της. Ο Άλμπερτ όμως γνωρίζει για αυτή τη συνήθεια της Σέλι που την κρατάει κρυφή, και φροντίζει να παίρνει αυτός τα γράμματα που στέλνει η Νέτι, αφήνοντας τη Σέλι να πιστεύει ότι η αδερφή της έχει πεθάνει. Παράλληλα με την ιστορία της Σέλι, παρακολουθούμε και τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βιώσει την κακοποίηση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.»

Θα πω ότι η περιγραφή αυτή είναι παραπλανητική κατά κάποιον τρόπο, ή πολύ λίγη. Και επίσης θα πω και με σιγουριά, ότι τελικά μάλλον ο λόγος που το βιβλίο αυτό κυνηγήθηκε τόσο, ήταν (και είναι, αφού μιλάμε και για το 2008!) τα πολύ δυνατά του μηνύματα ενάντια στην καταπίεση και κακοποίηση των γυναικών, τα μηνύματα αγάπης για το θεό που δεν είναι «ο» θεός αλλά ούτε και «η», όμως είναι «το» γιατί είναι τα πάντα και είναι παντού, τα μηνύματα αγάπης προς τους ανθρώπους, τη μόρφωση, τα βροντερά και κατηγορηματικά του ΟΧΙ σε κάθε μορφής βία.

Alice-White-Turban

Η ιστορία της Σέλι, μάλλον η ίδια η Σέλι, είναι ο πυρήνας γύρω από την οποία περιστρέφονται χιλιάδες άλλες ιστορίες, χιλιάδων ανθρώπων και ετών. Η ήσυχη και καλόβολη και υπάκουη Σέλι, μητέρα δυο παιδιών που απέκτησε από τους βιασμούς του πατέρα της και που της τα πήραν αμέσως, η γλυκιά και αμόρφωτη Σέλι που προσπαθεί στωικά να ζήσει τη ζωή που της έτυχε, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις της σε μια τάξη, ρωτώντας για τα πάντα και γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Η αδερφή της Νέτι, που την πήραν από το σπίτι της και βρέθηκε Ιεραπόστολος στην Αφρική, να χτίζει σχολεία και να προσπαθεί να μορφώσει κυρίως τα κορίτσια, ενάντια στις παραδόσεις που θέλουν τις γυναίκες να απαγορεύεται να γνωρίζουν όσα γνωρίζουν οι άντρες, ενάντια στους άντρες που λατρεύονται ως θεοί κι όμως, δεν είναι ικανοί ούτε τη γη τους να φροντίσουν, ούτε τροφή να φέρουν στο σπίτι, και ζουν παρασιτικά εις βάρος όλων των γυναικών που τους υπηρετούν. Ενάντια στον πολιτισμό, παρακολουθώντας έναν πόλεμο που δεν έχει αρχίσει ακόμα αλλά είναι αδύνατον να μην προβλέψεις πως θα γίνει, όταν ξαφνικά ένας δρόμος ανοίγεται προς το σπίτι σου, εκεί που φυλάς κάθε τι σημαντικό για την επιβίωσή σου: Νερό και γη.

Ενάντια στις εταιρείες που διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους και γκρεμίζουν τα σπίτια τους, χτίζοντάς τους καλύβες με τσίγκινες στέγες σε μέρη που δεν έχουν ούτε γόνιμο έδαφος, ούτε νερό, και τους αναγκάζουν να δουλέψουν γι αυτούς, για να έχουν όλα αυτά που είχαν από πάντα δικά τους: Νερό, τροφή.

Ενάντια στις προκαταλήψεις, που αφήνουν παιδιά να πεθαίνουν από αρρώστιες τις οποίες μπορούν να θεραπεύσουν με εμβολιασμούς και φάρμακα.

Ενάντια σε απαραχαιωμένες παραδόσεις όπως το χαράκωμα του προσώπου και η κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικές και βασανιστικές κι επικίνδυνες διαδικασίες που κάνουν τα παιδιά και τα κορίτσια να υποφέρουν, να μολύνονται, να πεθαίνουν, αρνούμενοι βοήθεια.

Η Σοφία, μια γυναίκα μεγάλη και δυνατή σα βουνό, που έμαθε να δέρνει σαν άντρας όταν μεγάλωσε ανάμεσα σε άντρες, αδέρφια αρσενικά και θείους, προσπαθώντας να προστατευτεί από αυτούς. Που ο άντρας της τη χτυπούσε χωρίς ούτε εκείνος να ξέρει το λόγο και χωρίς να το θέλει, αλλά το έκανε γιατί έτσι κάνουν οι άντρες και έτσι πρέπει να κάνουν στις γυναίκες. Μα η Σοφία είναι τόσο γερή που μπορεί αν θέλει να τον σκοτώσει. Περήφανη γυναίκα που αρνείται να γίνει υπηρέτρια της συζύγου του δημάρχου και την κλείνουν φυλακή και πεθαίνει χίλιες φορές κάθε μέρα.

Η Σούγκαρ, ερωτική και λάγνα, γυναίκα που αγαπά τους άντρες και υμνεί τον έρωτα με τα τραγούδια της, που αγαπά το θεό γιατί τον βρίσκει παντού, στη γη, στον αέρα, στα δέντρα, μέσα της. Που δεν ανέχεται την τυραννία και δε σκύβει το κεφάλι μπροστά στο σατραπισμό των αντρών που «έτσι έχουν μάθει».

Και άλλες.

Γυναίκες και γυναίκες και γυναίκες, χιλιάδες γυναίκες που πέρασαν από τον κόσμο και υπέφεραν εξαιτίας όχι των αντρών per se αλλά επειδή …έτσι είναι.

Δεν έχω διαβάσει πιο όμορφο βιβλίο και πιο αισιόδοξο μέσα στην όλη δυστυχία που περιγράφει, και με εξέπληξε αφάνταστα ο τρόπος της Άλις Γούοκερ να μιλάει για όλα αυτά, χωρίς ίχνος μίσους και κακίας, με τόση αγάπη για τις γυναίκες αλλά και τους άντρες του λαού της, για την Αφρική, για τους προγόνους της, για την ομορφιά της ζωής και το θεό που δεν είναι «ο», ούτε «η», αλλά είναι «το» γιατί είναι παντού και στα πάντα.

Πόσο όμορφο βιβλίο, πόσο όμορφος άνθρωπος. Ό,τι και να έχει γράψει δεν μπορεί παρά είναι υπέροχο.

Από όσο ξέρω στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί πια και δεν έχω ιδέα το πώς έχει μεταφραστεί. Το διάβασα στα αγγλικά και δυσκολεύτηκα λιγάκι γιατί όπως γράφει η συγγραφέας, μιλάει με τη γλώσσα των τότε μαύρων με το φτωχό λεξιλόγιο που ανέπτυξαν ακούγοντας μόνο τη γλώσσα. Προτείνω να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά κι αν, οπουδήποτε τύχει και το δείτε, αγοράστε το χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δείτε και την ταινία.

Κατερίνα Χαρίση

Αυτό το βιβλίο το διάβασα τυχαία, μια νύχτα που μόλις είχα τελειώσει κάτι πολύ καλό καιCD1AF7DD5ABC18D24F0FCE7237113221 άνοιγα κι έκλεινα βιβλία χωρίς τίποτα να μπορεί να με κρατήσει. Καμιά φορά σκέφτομαι πως πρέπει να μου επιβάλω μια μικρή αποχή μεταξύ των βιβλίων, γιατί το να προσπαθείς να ξεκινήσεις κάτι μετά από κάτι άλλο και μάλιστα πολύ καλό άλλο, είναι σχεδόν πάντα βασανιστήριο: Για μέρες δε βρίσκεις τίποτα και απλά ψάχνεις και νευριάζεις και πας και αδιάβαστος στην αγκαλιά του Μορφέα.

Επειδή κρύβει πίσω του τεράστια ιστορία και θα χρειαζόμουν μέρες για να συνοψίσω τα βασικά ώστε να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, θα σας το πάω στα γρήγορα και δείξτε εμπιστοσύνη. Το βιβλίο θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω κι επί εφτά. Το εφτά κολλάει στους εφτά φόνους που δεν ήταν εφτά αλλά το εφτά έχει και μια σημασία περαιτέρω στο συγκεκριμένο έργο.

Ο Μάρλον Τζέιμς εμπνεύστηκε από την απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλει στις 3 Δεκέμβρη του 1976 στη Τζαμάικα και μας παρουσιάζει ένα ογκώδες μυθιστόρημα βουτηγμένο στο αίμα, που ξεκινάει από τα γκέτο του Κίνγκστον, περνάει από τη Νέα Υόρκη την εποχή του κρακ, για να επιστρέψει στη Τζαμάικα όταν η ρέγκε έγινε πια ρέγκετον. Εδώ κάπου κολλάει το εφτά, γιατί «η Σύντομη Ιστορία Επτά Φόνων» δεν είναι καθόλου σύντομη και τα φονικά είναι πολύ περισσότερα. Όμως οι 56 σφαίρες που στόχευαν τον Μάρλει(και δεν τον πέτυχαν) είναι ο κόμβος της πλοκής, και γύρω από αυτό το γεγονός στήνεται ένα ολόκληρο γαϊτανάκι γεμάτο μουσική και στίχους, πράκτορες της CIA, δημοσιογράφους, πολιτικούς, νεκρούς και φαντάσματα, εμπόρους ναρκωτικών, ιδιαίτερη και σκληρή γλώσσα και πολύ, πολύ θανατικό.

Σημειωτέον πως ο Μάρλον Τζέιμς βραβεύτηκε με το Man Booker για αυτό το κατά κάποιον τρόπο έπος, μετά από 78 ολόκληρες απορρίψεις από τους εκδοτικούς. (Συμπέρασμα: Ούτε μια, ούτε δυο, ούτε τρεις γνώμες είναι αρκετές. Καμιά φορά πρέπει να ακούσετε 78 όχι για το ένα και μόνο ΝΑΙ.)

«Θυμάμαι την τελευταία φορά που προσπάθησε να με σώσει ο πατέρας μου. Ήρθε τρέχοντας στο σπίτι απ’ το εργοστάσιο, το θυμάμαι, γιατί του έφτανα στο στέρνο καθώς στεκόμασταν εκεί, και τον άκουγα που ξεφυσούσε λαχανιασμένος σαν σκυλί. Το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε σπίτι σκυφτοί, στα γόνατα. Θα παίξουμε ένα παιχνίδι, μου λέει, πολύ δυνατά και πολύ γρήγορα. Όποιος σηκωθεί πρώτος, χάνει, είπε. Κι εγώ σηκώθηκα, επειδή ήμουν μόλις δέκα χρονών, αλλά αυτός έβαλε τις φωνές, με άρπαξε και με χτύπησε στο στήθος.

Κι εγώ ξεφυσούσα και ανέπνεα τόσο δύσκολα, που ήθελα να βάλω τα κλάματα, ήθελα να τον μισήσω· και τότε γλίστρησε η πρώτη μέσα, σαν κάποιος να πέταξε ένα πετραδάκι, κι αυτή αναπήδησε στον τοίχο. Και μετά κι άλλη, κι άλλη. Και μετά γαζώνουν τον τοίχο παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ, και μόνο η τελευταία σφαίρα πέτυχε το τσουκάλι με κρότο, και μετά έξι, επτά, είκοσι σκάνε στον τοίχο μ’ ένα τσακτσακτσακτσακτσακτσακ. Κι εκείνος με άρπαξε και προσπάθησε να μου κλείσει τ’ αφτιά με τέτοια ορμή, που δεν συνειδητοποίησε ότι το δάχτυλό του μπήκε στο μάτι μου. Άκουγα τις σφαίρες και το παπ-παπ-παπ-παπ-παπ-παπ και το γσσσσσμπουμ κι ένιωθα το πάτωμα να τραντάζεται.

Η γυναίκα ούρλιαζε, ο άντρας ούρλιαζε, το αγόρι ούρλιαζε έτσι όπως κοβόταν βίαια η ζωή, και άκουγες τις κραυγές να πνίγονται απ’ το αίμα που ανέβαινε μέσα από το λαρύγγι και ανάβλυζε απ’ το στόμα σαν γαργάρα, άκουγες την ανάσα να σβήνει. Με κρατούσε κάτω φιμωμένο για να μην ουρλιάξω κι εγώ ήθελα να τον δαγκώσω δυνατά και του δάγκωσα το χέρι, επειδή μου ’κλεινε και τη μύτη, και λέω, σε παρακαλώ, μπαμπά, μη με σκοτώσεις, αλλά αυτός έτρεμε κι εγώ αναρωτιόμουν αν ήταν σπασμοί θανάτου, και το πάτωμα έτρεμε ξανά και ξανά και ακούγονταν ποδοβολητά, παντού ποδοβολητά, άντρες που έτρεχαν και περνούσαν και περνούσαν και έτρεχαν και γελούσαν και ουρλιάζανε και φωνάζανε ότι αυτοί απ’ τις Οχτώ Παρόδους είχαν πεθάνει όλοι.»

ΔΕΝ ήξερα ότι υπάρχει στα ελληνικά. Εγώ το διάβασα στα αγγλικά και κάποια στιγμή βρέθηκα να διαβάζω λίγο από την ελληνική του έκδοση και θέλω να πω ότι ο μεταφραστής έκανε ΑΘΛΟ και υποκλίνομαι και αν φορούσα και καπέλο θα του το έβγαζα. Η μετάφραση είναι απίστευτα απίστευτη (ναι, αυτό παθαίνεις όταν σου τελειώνουν οι λέξεις) και μόνο αν τύχει να διαβάσετε το πρωτότυπο θα μπορέσετε να καταλάβετε το τι έκανε ο άνθρωπος. Αυτό το βιβλίο είναι ένα καθαρό δείγμα του πόσο σπουδαία δουλειά κάνουν οι καλοί μεταφραστές και πόσο σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται και από τους αναγνώστες, γιατί τελικά από όποια πλευρά κι αν το δεις, αν κάτι μπορεί να αλλάξει με τα βιβλία στην Ελλάδα αυτό μπορούν να το καταφέρουν μόνο οι αναγνώστες. Μοναδικό βιβλίο, πανάκριβο αλλά αξίζει και το τελευταίο σεντ, ρισπέκτ στον μεταφραστή Πάνο Τομαρά. Μια Τζαμάικα όχι όπως την έχουμε αποτυπώσει στο μυαλό μας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και μουσική, αλλά τσαλακωμένη, υγρή, φτωχή κι εξαθλιωμένη, στα χέρια των διεφθαρμένων, προορισμένη μόνο να περάσει μέσα από δρόμους γεμάτους αίμα πριν ξαναβγεί στο φως.

Κανονικά δε θα διάβαζα ποτέ ένα τέτοιο κοριτσίστικο βιβλίο – ούτε καν γυναικείο, κοριτσίστικο – downloadαλλά ακόμα και μια σκύλα της λύσσας μπορεί να έχει τις μικρές της αδυναμίες: Η Πεντάμορφη και το Τέρας ήταν η αγαπημένη μου ταινία και είχα την τύχη να τη δω και στο σινεμά. Ευτυχώς που η μια από τις δυο γιαγιάδες μου δεν ήταν ποτέ η κλασική γιαγιά με τα κεφτεδάκια και τους λουκουμάδες και τα παραμύθια στο κρεβάτι, αλλά με ξεποδάριαζε στα σινεμά και τα θέατρα κάθε τρεις και λίγο.

Και παρόλο που ποτέ μου δεν υπήρξα το γλυκό κοριτσάκι με τα φουστανάκια και τα κοτσιδάκια και τα κοκαλάκια και τα βραχολάκια και τα σκατουλάκια (και γενικά ό,τι είχε να κάνει με -άκια μου την έδινε στα νεύρα), ποτέ μου δεν ξέχασα τα φλιτζανάκια της κυρίας Τσαγιέρας και τα είχα αγαπήσει. Ίσως έπαιξε και το ρόλο του το ότι εκτός από την ταινία του Ντίσνεϋ είχα παρακολουθήσει και όλη τη σειρά με τον Βίνσεντ και την Κάθριν. Λολ.

Στο βιβλίο τώρα. Αν και με κάθε σελίδα που γυρνούσα ένιωθα να μικραίνω κι από ένα χρόνο μέχρι που ξεμωράθηκα εντελώς, αν και κατακόλλησα και σιχάθηκα τ’ άντερά μου με τόσο σορόπι και ζουμί και αγάπες, (έφτασα και σε σημείο να τσιρίζω σα βλαμμένο από χαρά με τις λεπτομέρειες της ιστορίας που μετά από τόσα χρόνια είχα ξεχάσει – πχ το φλιτζανάκι που το έλεγαν Φρουφρού, αλλά τις τζογαδόρισσες αδερφές δεν τις θυμάμαι καθόλου) το καταφχαριστήθηκα.

Ήταν πολύ όμορφο και γλυκανάλατο και χρωματιστό και μουσικό και χαζορομαντικό και γεμάτο χρυσόσκονη και σταματάω πριν μου μείνει η γλυκάδα κουσούρι και δεν ξέρω μετά τι να την κάμνω. Ουστ. ΕΛΠΙΖΩ οι μεταφραστές όταν/όποτε έρθει στην Ελλάδα, πραγματικά να μην τα σκατώσουν και το καταστρέψουν, θα τους θάψω αλύπητα. Ένα πολύ ευχάριστο μπρέικ, σαν τη σοκολάτα. Και τώρα επιστροφή στα …σοβαρά.

Στις πλούσιες οικογένειες της Αμερικής την εποχή της δουλείας, οι λευκές γυναίκες δεν θηλάζουν τα fgfgfμωρά τους μόλις γεννηθούν. Αυτή τη δουλειά την αναλαμβάνουν οι σκλάβες, και το πιο συνηθισμένο ήταν να αναθέτουν αυτή τη δουλειά σε εκείνες που δουλεύουν στις φυτείες γιατί έχουν το πιο πολύ και παχύ γάλα. Ο λόγος είναι – για τους λευκούς άρχοντες πάντα – απλός: Τα παιδιά πεθαίνουν. Πολύ εύκολα, πολύ σύντομα. Όλοι έχουν χάσει παιδιά. Το να θηλάσει μια μάνα το παιδί της σημαίνει ότι θα δεθεί μαζί του κι αν αυτό τελικά πεθάνει, είναι πιο δύσκολο να το ξεπεράσει. Για τον ίδιο λόγο οι λευκές μητέρες ουσιαστικά παραδίδουν τα παιδιά τους εξ’ ολοκλήρου στις τροφούς, οι οποίες τα θηλάζουν, τα κοιμίζουν, τα κάνουν μπάνιο και τα ντύνουν, τα φροντίζουν σαν αληθινές μάνες, μέχρι τα 3-4 χρόνια τους, όπου μετά τις απομακρύνουν πάλι για να μη δεθούν μαζί τους.

Οι σκλάβοι των φυτειών δεν έχουν απολύτως καμία επαφή με τα σπίτια. Και οι σκλάβοι στα σπίτια αποκόβονται για πάντα από τους δικούς τους. Αν μια εργάτρια έχει μωρό που το θηλάζει και την ίδια περίοδο γεννηθεί κι ένα λευκό μωρό, τότε η μάνα θα μεταφερθεί για πάντα στο σπίτι, παρατώντας το δικό της παιδί για να αναλάβει το ξένο. Κανείς δεν επιστρέφει πίσω. Όταν η δουλειά της τελειώσει, θα πουληθεί. Αυτό είναι κανόνας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δηλαδή καλούς αφέντες και σκλάβους που έχουν δημιουργήσει οικογένεια και ίσως, ίσως να της επιτρέψουν να γυρίσει στις καλύβες.

Στο Yellow Crocus, τίτλος που σημαίνει το γνωστό μας κίτρινο αγριολούλουδο – σημάδι του ερχομού της άνοιξης, μια γυναίκα κρατά σφιχτά το μωρό της στο στήθος της και κοιτάζει την πόρτα της καλύβας της, περιμένοντας τη στιγμή που θα αλλάξει τη ζωή της. Όταν ακούει το χτύπημα, αφήνει το μωρό προσεκτικά στην παλέτα που έχει για κρεβάτι και ανοίγει, ύστερα ακολουθεί τη νεαρή που της λέει μόνο δύο λέξεις: Σε περιμένουν.

Η Mattie ακολουθεί τη νεαρή σκλάβα στο μεγάλο αρχοντικό. Ένα άλλο μωρό περιμένει να γεννηθεί και η Mattie θα αναλάβει να το θηλάσει και να το φροντίσει ώσπου να μεγαλώσει. Η Mattie μισεί αυτό το λευκό μωρό που βρίσκεται εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο νεογέννητος γιος της, στο στήθος της. Ένα μικροσκοπικό δωμάτιο είναι από δω και στο εξής το σπίτι της και από το παράθυρο η Mattie κάθε χάραμα και κάθε ηλιοβασίλεμα στέλνει την αγάπη και τις προσευχές τις στο γιο της και τους δικούς της, στις καλύβες που ζουν οι σκλάβοι, μακριά από το αρχοντικό.

Μπορεί απλώς να κλείσει με την παλάμη της το στόμα και τη μύτη του νεογέννητου κοριτσιού και να τελειώσουν όλα. Όμως η Mattie δεν είναι φονιάς. Και καταφέρνει αυτό το ήσυχο και αξιολάτρευτο μωρό να το αγαπήσει, όπως κι εκείνο αναγνωρίζει τη Mattie ως το μόνο αγαπημένο της πρόσωπο.

Η μικρή Ελίζαμπεθ μεγαλώνει και γίνεται ένα υπέροχο κοριτσάκι που αγαπά βαθιά την τροφό της και το γιο της Σάμιουελ, εκείνη του μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει κι εκείνος της μαθαίνει παιχνίδια και τραγούδια των μαύρων. Όμως ο Σάμουελ θα πουληθεί, η Mattie θα το σκάσει, η Ελίζαμπεθ θα μεγαλώσει με τον πόνο της απώλειας της μόνης γυναίκας που αγάπησε και την αγάπησε, μέχρι που κοντά 20 χρόνια μετά, αποκληρωμένη από τους δικούς της θα βρεθεί φτωχή μα ελεύθερη κι έτοιμη να πεθάνει πάνω στη γέννα, και η Mattie, σε έναν άλλο κόσμο 500 μίλια μακριά με άλλο όνομα και άλλη ζωή, θα τη σώσει. Ξανά.

Μια ιστορία που καλύπτει σχεδόν 30 χρόνια, από τη γέννηση της Miss Elizabeth, την αγάπη της προς τη Mattie, τη νεαρή σκλάβα που είναι – ενάντια σε κάθε αντίληψη της εποχής – σαν μητέρα της, η απόδρασή της για να σώσει το δεύτερο παιδί της, το ταξίδι ως την επόμενη ελεύθερη πολιτεία για να συναντήσει μισοπεθαμένη τον άντρα και το γιο της σχεδόν δέκα χρόνια μετά. Κι ύστερα ο προγραμματισμένος γάμος της Elizabeth με τον γιο της πλουσιότερης οικογένειας και κληρονόμο της τεράστιας περιουσίας της, όμως η Elizabeth έχει μεγαλώσει πια και δε θέλει να έχει ανθρώπους ως σκλάβους, δεν το αντέχει, δεν το δέχεται, και αποφασίζει να φύγει, αφήνοντας πίσω της δυο έξαλλους γονείς που την αποκληρώνουν και τα πλούτη στα οποία μεγάλωσε.

Πραγματικά υπέροχο βιβλίο. Απλά δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Μια πολύ όμορφη ιστορία, που εναλλάσσεται από το ιστορικό μυθιστόρημα στο δράμα κι ύστερα στο ελαφρύ ρομάντζο, με ανατροπές στην πλοκή που νιώθεις πως παραείναι καλές για να είναι αληθινές, όμως παρόλα αυτά θέλεις να τις πιστέψεις και το κάνεις, γιατί έτσι θα έπρεπε να είναι κι ας μην ήταν ποτέ. Μικρές λεπτομέρειες που ζωντανεύουν ακόμα περισσότερο όλες τις εικόνες μπροστά στα μάτια σου, οι συνήθειες των σκλάβων, οι προσευχές τους, τα τραγούδια τους και το δέσιμο των οικογενειών τους, στην αντίθεση των πλούσιων αφεντάδων όπου τα παιδιά μεγαλώνουν με μόνο σκοπό τη συνεχή επίδειξη καλής ανατροφής και πλούτου, για να συνεχίσουν να αυξάνουν τις περιουσίες των γονιών τους, δυστυχισμένα παιδιά που δεν έχουν ζήσει καμία ζωή παρά το ότι έχουν τα πάντα.

Κατερίνα Χαρίση

Αυτό το βιβλίο το αγάπησα. Το αγάπησα! Δεν έχω ιδέα αν έχει μεταφραστεί ποτέ κάτι του συγγραφέα στα ελληνικά, δεν έψαξα. Αν καταφέρω θα ήθελα τα βιβλία του και για τα ράφια μου.n157836

Το The Tie That Binds εκδόθηκε πρώτη φορά το 1984 και είναι το πρώτο βιβλίο του Κεντ Χέριφ? Χερίφ? Πάντως διάβασα πως το όνομά του δεν έχει σχέση με το Χαρούφ όπως ίσως να μοιάζει σωστό, αλλά πρέπει να κάνει ρίμα με το Sheriff, οπότε με το μυαλό μου λέω κι εγώ Χέριφ. Είναι καταπληκτικό βιβλίο.

Η τοποθεσία είναι κάπου στο Κολοράντο, σε μια φανταστική πόλη που λέγεται Holt και στην οποία ο συγγραφέας γράφει όλες τις ιστορίες του. Μου θύμισε Στάινμπεκ (τη μεγάλη μου αγάπη) στο πιο λογοτεχνικό του (κατά κάποιον τρόπο και ταυτόχρονα όχι) και η γραφή του έχει ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ που απλά σε παρασέρνει χωρίς να το καταλαβαίνεις. Η ιστορία αυτή είναι της οικογένειας Goodnough (Γκούντνο), μιας αγροτικής και αυστηρά πατριαρχικής και φτωχής οικογένειας, όταν ο Roy Goodnough φορτώνει τα υπάρχοντά του και τη γυναίκα του από την Αϊόβα στο Κολοράντο, σε ένα ταξίδι τριών εβδομάδων, για μια καινούργια ζωή έτσι όπως τουλάχιστον την παρουσιάζουν τα φυλλάδια της κυβέρνησης. Μόνο που το Κολοράντο δεν είναι …και η πιο γόνιμη γη που θα μπορούσε να βρει κανείς.

Η ιστορία βέβαια, δεν είναι ούτε για τον Roy, ούτε για τη γυναίκα του Ada που πεθαίνει πολύ νέα, εξαντλημένη από τη δύσκολη ζωή που ο άντρας της επέλεξε. Η ιστορία αυτή είναι της Edith, της κόρης, που γεννήθηκε στο αγρόκτημα και έζησε όλη της τη ζωή εκεί, χωρίς ποτέ να έχει έστω μία ευκαιρία να ξεφύγει. Και το βιβλίο αρχίζει …στο τέλος της ζωής της Edith, όταν εκείνη είναι 80 χρονών και ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, ενώ ένας αστυνομικός φυλάει την πόρτα της. Κατηγορείται για φόνο. Δεν ξέρουμε ούτε ποιανού, ούτε γιατί.

Κι εκεί έρχεται ένα τρίτο πρόσωπο να μας διηγηθεί την ιστορία.

«Τα περισσότερα από όσα θα σας διηγηθώ, τα ξέρω. Τα υπόλοιπα, τα πιστεύω». (Μεταφράζω 😀 )

Ο αφηγητής είναι ο Ζάντερς Ρόσκο (Sanders Roscoe) και η Ίντιθ είναι η γειτόνισσά του, που τη γνωρίζει καλά. Το σπίτι του Ρόσκο είναι μισό μίλι μακριά από το αγρόκτημα των Γκούντνο και την ιστορία ο Ζάντερς την έμαθε από τον πατέρα του που μεγάλωσε μαζί της (και κάποτε ζήτησε να την παντρευτεί, αλλά ο Roy δεν το δέχτηκε γιατί ήταν μισός Ινδιάνος).

«Αυτό που βρήκαν όταν έφτασαν εκεί – και πιστεύω πως η Ada δεν ξεπέρασε ποτέ της το σοκ – ήταν ένα κατάξερος τόπος χωρίς ούτε ένα δέντρο, που κάποτε ανήκε στους Ινδιάνους. Ήταν ένας τόπος γεμάτος άμμο, με έναν ορίζοντα που έμοιαζε να εκτείνεται στο άπειρο κι έναν καλοκαιρινό ουρανό ανελέητο, που δεν άφηνε τίποτα να φυτρώσει και να μεγαλώσει όπως έπρεπε, έναν χειμωνιάτικο ουρανό τόσο μπλε και όμορφο, μα τόσο παγωμένο, που δεν νοιαζόταν ποτέ για τις φορές που η Ada μέσα στο ξύλινο σπίτι της έπρεπε να καθαρίσει το χιόνι πάνω από τη ραπτομηχανή της».

Η αφήγηση είναι αργόσυρτη και φλύαρη, φλύαρη με τον καλό τρόπο (αν μπορώ να το πως αυτό), είναι σα να κάθεσαι με κάποιον ηλικιωμένο και να σου λέει ιστορίες από τα παλιά, με όλες εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες τις τόσο πολύτιμες και σημαντικές, πολλές ιστορίες μπλεγμένες η μία με την άλλη, σαν ένα μεγάλο παραμύθι, στο οποίο κυριολεκτικά παρασύρεσαι, το βλέπεις, ακούς τις φωνές, νιώθεις κι εσύ μαζί με τους ήρωες.

Δεν υπάρχει τίποτα το συνταρακτικό πέρα από την αγροτική ζωή σε κείνη τη δύσκολη εποχή, είναι η ζωή μιας γυναίκας που έζησε όλη της τη ζωή περιμένοντας, με τη μία μέρα να διαδέχεται την άλλη και να περνάνε χρόνια, και η αφήγηση υπέροχη. Έχω τόσο ζωντανές εικόνες μέσα μου και τόσες φωνές, που αν ξεχαστώ θα ορκιζόμουν ότι μόλις το έβλεπα σε ταινία.

Για όσους διαβάζουν αγγλικά είναι ευκολοδιάβαστο!

biblio_0022Μόνο και μόνο η ιδέα ότι το βιβλίο το έχει προτείνει η Oprah Winfrey, για μένα τουλάχιστον ήταν λόγος για να το αφήσω στην άκρη για αρκετό καιρό. Τώρα θα μου πείτε ότι έχω προκαταλήψεις. Η σωστή απάντηση είναι …και ναι και όχι.

Η Oprah Winfrey δημιούργησε τη λέσχη βιβλίου όταν μεσουρανούσε σαν βασίλισσα των reality shows. Αυτή η κυρία και τα σόου της είναι η αιτία που ακόμα και στην Ελλάδα φτιάχτηκαν παρόμοια πράγματα από τον Μικρούτσικο, την Πάνια, και άλλους γελοίους. Εκεί λοιπόν που μεσουρανούσε στη τηλεόραση των σκουπιδιών, όπως χαρακτηριστικά την αποκαλούν οι Αμερικανοί οι ίδιοι, αποφάσισε ότι έχει και την κουλτουρέ πλευρά της, ότι δεν είναι μια τυχαία Κατίνα. Προσέξτε, η λογική ήταν σωστή. Σου λέει σταματήστε να διαβάζετε την κάθε Τσουλήδου, αερολόγο χάρτινων δονητών και δοκιμάστε και κάτι καλύτερο μπας και δουλέψει κι αυτό το έρημο που κουβαλάτε ανάμεσα στα αυτιά σας.

Πραγματικά, από την αρχή η λέσχη της Oprah είχε μερικά πολύ αξιόλογα βιβλία, μάλιστα μερικά αγνώστων συγγραφέων στο ευρύ κοινό που χάρις σε αυτήν γνωριστήκαν, απλό παράδειγμα το Beloved της νεοεμφανιζόμενης στα γράμματα Toni Morrison, που είχε εκδοθεί μόλις το 1987 και μετά την προβολή του από την Oprah το 1998, έγινε ταινία με τεράστια επιτυχία και πρωταγωνίστρια …φυσικά την ίδια την Oprah.

Μέχρι εκεί όλα καλά, το πρόβλημα όμως φάνηκε όταν ενώ η Oprah προσπαθούσε να σπάσει προκαταλήψεις και να βάλει το καλό βιβλίο στο σπίτι της κάθε νοικοκυράς, εκεί όμως ήταν που η ίδια έπεσε σε στερεότυπα. Είδε το κοινό της σαν ανοργασμικές πενηντάρες νοικοκυρές κι έτσι τα περισσότερα βιβλία που πρότεινε σταδιακά έγιναν …όχι μεν στιλ Τσουλήδου – είπαμε έπεσε αλλά όχι και τόσο πολύ – αλλά πέντε έξη σκαλοπάτια παραπάνω, μόνο που αυτό δεν τα κάνει και αξιόλογα, ήταν και είναι στα όρια του καλού βιβλίου και του pulp fiction.

biblio_0023Έχοντας αυτήν την εικόνα, φαντάζεστε τι σκέφτηκα όταν ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε το βιβλίο με ένα εξωτερικό διαφημιστικό τύλιγμα που έλεγε «το προτείνει η Oprah». Πήρε το δρόμο για το κουτί  «πάνε σε δημόσια βιβλιοθήκη», με ενδιάμεσο σταθμό μια στοίβα άλλα βιβλία στο καναπέ του γραφείου μου.

Τελικά πριν από λίγο καιρό και καθαρίζοντας ποια θα φύγουν σταμάτησα στο συγκεκριμένο βιβλίο και νομίζω ότι αυτό που με έκανε να σταματήσω ήταν η επεξήγηση του τίτλου. Το βιβλίο λέγεται: The Underground Railroad, ο Υπόγειος Σιδηρόδρομος. Αυτός ο υπόγειος σιδηρόδρομος δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τραίνα, ή καλυτέρα πολύ λίγο με τραίνα. Ήταν η διαδρομή των μαύρων σκλάβων που δραπέτευαν από τις βαμβακοφυτείες των νοτίων πολιτειών των ΗΠΑ στη διαδρομή τους για την ελευθερία του Βορά. Ένα μεγάλο του κομμάτι ήταν μέσα σε υπόγεια τούνελ και ένα άλλο παράλληλα με τις σιδηροδρομικές γραμμές.

biblio_0021.gifΣυγγραφέας ο Colson Whitehead, γνωστός τουλάχιστον σε μένα από το πρώτο του βιβλίο, το The Intuitionist, που το θεώρησα πολύ έξυπνο σαν πλοκή και έρευνα. Ο Whitehead έχει γράψει έξη βιβλία από το 1999 μέχρι σήμερα, όλα μυθιστορήματα, όλα αφιερωμένα στα προβλήματα των αφροαμερικάνων και ειδικά τις εποχές των διακρίσεων. The Underground Railroad κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2016 κει έχει σαν ήρωα μια κοπέλα 16 χρονών, την Κόρα, που δραπετεύει από μια βαμβακοφυτεία στη Τζώτζια και αποφασίζει να φτάσει μέχρι την Νέα Υόρκη για να νιώσει ελεύθερη. Η ιστορία εξελίσσεται το 1850. Ανάμεσα στις περιπέτειές της είναι και το γεγονός ότι έχει επικηρυχτεί από τον πρώην ιδιοκτήτη της και υπάρχει κυνηγός κεφάλων στα ίχνη της, με αποτέλεσμα όποιος την βοηθάει να μπλέκει, με μερικούς ακόμα και να χάνουν τη ζωή τους.

Η γραφή του Whitehead πολύ καλή και προσωπικά μου άρεσε το παιχνίδι των προφορών που κάνει μερικές φορές μεταξύ χαρακτήρων και που οδηγούν ακόμα και σε παρεξηγήσεις. Το στιλ του έχει την ένταση που απαιτεί η περιπέτεια και η ηρωίδα, και εδώ πρέπει να παραδεχτώ ότι μου προκάλεσε έκπληξη το γεγονός ότι μερικές φορές ένιωθα επηρεασμούς του συγγραφέα από τον Μαρκ Τουέιν.

Ένα άλλο είναι οι πολύ σωστές αναφορές του, τόσο σε ιστορικά γεγονότα όσο και στο βαθμό που υπήρχε ο ρατσισμός την εποχή, ακόμα και στον «προοδευτικό» βορά. Μάλιστα είναι τόσο έντονες αυτές οι αναφορές που πιθανώς να στεναχωρήσουν μερικούς που περιμένουν στο Βορρά πια, η νεαρή Κόρα να βρει τους καλούς μη ρατσιστές Αμερικάνους, έτοιμους ακόμα και να πάνε σε ένα εμφύλιο για να σταματήσει η δουλεία, απεναντίας τα προβλήματά της όχι απλά δεν μειώνονται άλλα και η πίκρα με την απογοήτευση τα κάνουν χειροτέρα.

Το βιβλίο του Whitehead είναι πραγματικά υπέροχο κι ελπίζω να μην υπάρχει άλλος που να τον σταματήσει η ιδέα ότι το πρότεινε η Oprah, ίσως μάλιστα και το δικό μου κείμενο να συμβάλει με τον τρόπο του για να μη συμβεί.

Για να το πάω κι ένα βήμα παραπέρα, ελπίζοντας ότι το βιβλίο θα μεταφραστεί στα ελληνικά κι αν όχι όσοι μπορείτε να το διαβάσετε στα αγγλικά, ελπίζω να κάνετε ό,τι κι εγώ, να ανοίξετε ένα δυο βιβλία ακόμα για το θέμα του «υπογείου σιδηροδρόμου» να διαβάσετε τα ιστορικά στοιχεία ή τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν.

Το βιβλίο μπορείτε τώρα να το βρείτε και σε ψηφιακή μορφή και ναι, για όσους απορούν, από το …κουτί το βιβλίο μεταφέρθηκε στη βιβλιοθήκη μου!