Posts Tagged ‘Readers’

Βίβα Ρένα

Posted: Αύγουστος 8, 2017 by SkiAMaXiA in Μυθιστόρημα
Ετικέτες: , , , , , ,

Πριν δυο χρόνια περίπου τέτοια εποχή, μου ζητήθηκε να γράφω για κάποιο λογοτεχνικό μπλογκ την άποψή μου για διάφορα βιβλία (ω ναι, το όνειρο κάθε βιβλιοφάγου και χρήστη των σοσιαλμυδιών). Ένιγουέιζ,  φυσικά και δέχτηκα. Φυσικά δωρεάν. Η αμοιβή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το βιβλίο. Το κρατάς. Κάποιοι τα ζητάνε πίσω λένε, αυτό προσωπικά δεν το έχω επιβεβαιώσει, δεν το έψαξα. Κούκου.

Το πράγμα πήγε πολύ καλά στην αρχή. Όμως στην πορεία προέκυψαν θέματα και δει σοβαρά.

Όπως το ότι δεν είναι όλα τα βιβλία καλά (δεν τα διαλέγεις, τουλάχιστον όχι στην αρχή. Εγώ άρχισα να διαλέγω ένα χρόνο σχεδόν μετά. Προαγωγή, όχι μαλακίες.)

Τι να γράψεις για ένα κακό βιβλίο; (Και γιατί να γράψεις στην τελική; Αν δε σε υποχρεώνει κανείς, το κακό απλά το πετάς και το ξεπερνάς.)

Ύστερα, υπήρχαν και πολλά βιβλία που δεν ήταν ούτε καλά, ούτε κακά. Ήταν απλώς mainstream, άλλα περισσότερο άλλα λιγότερο πετυχημένα, όμως σίγουρα όχι κάτι για το οποίο θα έπρεπε να γεμίσεις το χώρο σου στο μπλογκ (600 λέξεις για να είναι μια αξιοπρεπής παρουσία).

Άρχισα να δυσκολεύομαι.

Έπεσα σε κάποια υπέροχα βιβλία για τα οποία έγραψα με την καρδιά μου και ξεπέρασα κατά πολύ τις 600 λέξεις. Έπεσα σε γελοία βιβλία που ήθελα απλώς να πετάξω από το παράθυρο, όμως έπρεπε να γράψω κάτι γι αυτά, σε έναν χώρο που δεν ήταν δικός μου, θέλοντας να είμαι ευπρεπής, αλλά να διατηρήσω και την αξιοπιστία μου ως τουλάχιστον κάποιος που γράφει αυτά που πιστεύει. Μπορεί να μη συμφωνούν όλοι μαζί μου (δε θα ήταν καν νορμάλ κάτι τέτοιο), όμως θεωρώ ότι πιστεύουν πως αυτά που γράφω τα πιστεύω πραγματικά. Έπεσα σε άλλα βιβλία που δεν είχα να πω τίποτα περισσότερο από 2-3 αράδες, όμως έπρεπε να φλυαρήσω για να γεμίσω το χώρο που μου αναλογούσε.

Για να μη σας κουράζω, η μαγεία του να σου δίνουν βιβλία να διαβάζεις χωρίς να τα πληρώνεις και να γράφεις γι αυτά, περνάει γρήγορα. (Ειλικρινά, δεν είναι τόσο γαμάτο όσο ακούγεται. Το άκουγα κι από άλλους κι έλεγα ουάου. Όπως παλιότερα ονειρευόμουν ότι η δουλειά μου θα είναι να παίζω παιχνίδια στο πισί και να πληρώνομαι, ύστερα μεγάλωσα και το γκείμινγκ έγινε ανάγνωση, αλλά φαντάζομαι να πρέπει να παίξω τίποτα Σιμς και να δοκιμάσω όλα τα πιθανά σενάρια για να κάνω μια αξιοπρεπή παρουσίαση και βγάζω φλύκταινες μόνο με τη σκέψη).

Ειδικά όταν καταλαβαίνεις ότι κατά κάποιον τρόπο είσαι δέσμιος αυτού που κάνεις, γιατί πραγματικά κανείς δε νοιάζεται για το τι πιστεύεις. Αρκεί να γράψεις κάτι καλό ώστε να προωθηθεί το προϊόν. Όταν το κατάλαβα, δεν ήθελα να το κάνω πια.

Χωρίς να αφορίζω το σπορ, μπορεί και να υπάρχουν βιβλιομπλόγκερς (που ζουν από το μπλογκ τους ή εκεί στοχεύουν, έτσι; Έχει διαφορά ΜΕΓΑΛΗ) που υποστηρίζουν την αλήθεια και τη λένε. Μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω ότι υπάρχουν, δεν έχω γνωρίσει κανέναν μέχρι στιγμής. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, έτσι κι αλλιώς.

Το σημερινό βιβλίο είναι ένα από τα παραπάνω. Όχι τόσο κακό για να αξίζει να ασχοληθείς και να το κράξεις – αν και διάβασα αρνητική κριτική πολύ πετυχημένη, όχι μόνο γιατί ήταν απολαυστική και με πολύ χιούμορ, αλλά κυρίως επειδή ήταν ακριβής: Τα όσα επισημάνθηκαν τα εντόπισα. Δεν ήταν όμως ούτε τόσο αδιάφορο ώστε να μην προκαλεί κανένα σχόλιο.

φ

«Εγώ που λες, αγόρι μου, είμαι παλιά πουτάνα. Για να καταλάβεις, έχω πάει μέχρι με τον Καρυωτάκη».
Εκατό πατημένα η Ρένα, κι ένα πρωί φτιάχνει καφέ και κάθεται να αφηγηθεί τη ζωή της σ’ έναν νεαρό επισκέπτη, που έτυχε να δει τη φωτογραφία της σε μιαν εφημερίδα.
Γεννημένη στις αρχές του 20ού αιώνα σ’ ένα μπουρδέλο στα Χαυτεία, πόρνη κι η ίδια απ’ τα δώδεκα, η Ρένα έχει μοναδικό οδηγό της την αγάπη: την αγάπη για τον Μάρκο, που την μπάζει στο Κόμμα, για τη Ρούλα, που της φανερώνει την άλλη όψη του έρωτα, για τον Βασίλη, που μαζεύει τα συντρίμμια της ζωής της και της δίνει μια ανάσα ελπίδας πριν το βαθύ σκοτάδι.»

Αυτό που δε μου άρεσε ήταν από την αρχή η αίσθηση ότι μου μιλάει ο συγγραφέας κι όχι ο κεντρικός χαρακτήρας που είναι η Ρένα. Κάτι σα μεταγλωττισμένο καρτούν. Βλέπω ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, ξέρω πως αυτός που μιλάει δεν είναι αυτός που βλέπω. Δεν πήρε ζωή η Ρένα. Πάει αυτό.

Στην πορεία αυτό που δε μου άρεσε ήταν ο τρόπος που μου μιλούσε (ο συγγραφέας πια). Είχα συνεχώς την εντύπωση ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη ζωή του και τις αποφάσεις του και τον τρόπο σκέψης του, κάτι που εγώ δεν του το ζήτησα ποτέ γιατί πολύ απλά δε με ενδιαφέρει, με την έννοια του: Ξέρεις, εγώ είμαι παλιά πουτάνα. Ναι, οκέι, κι εγώ είμαι κριός, χάρηκα.

Δηλαδή σίριουσλι; Γιατί τόσος σεβντάς να με ψήσεις ότι αυτά που λες έγιναν έτσι; Δε χρειάζεται να με πείσεις για κάτι. Το δίκιο σου χάνεις αν πρέπει να απολογηθείς. Γιατί αυτό εισέπραξα. Όχι μια αφήγηση μιας (που θα μπορούσε να είναι υπέροχη) ιστορίας, αλλά ένας απολογισμός-απολογία.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προσωπικά είχα σκοπό να το προσπεράσω. Δε μου άρεσε, τέλος. Δε θα είχε κανένα νόημα να γράψω ένα κατεβατό για να αναλύσω όλα τα γιατί (που τα συνόψισα σε λιγότερες από δέκα σειρές κιόλας).

Βασικά κανείς δεν πρέπει να μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι δικαστήριο εδώ -όπου εδώ τα διαδικτυακά τραπεζάκια του καφέ για να περνάμε την ώρα μας και να τα λέμε- και κανείς δεν πρέπει να επιχειρηματολογεί για κάτι τόσο προσωπικό. Υπάρχουν πολλά έργα που χρήζουν αναλύσεως και επιχειρηματολογίας, αλλά αυτά δεν είναι της κατηγορίας mainstream και σίγουρα αυτό δε θα γινόταν από μας τους κοινούς θνητούς αναγνώστες, θα απαιτούσε γνώσεις και ειδικότητες πολύ συγκεκριμένες και πολύ αμφιβάλλω αν θα παρουσιάζονταν στα καφενεία του διαδικτύου (και αν θα ενδιέφεραν οποιονδήποτε μη-ειδικό τελοσπάντων).

Ο μοναδικός λόγος που αποφάσισα να το κάνω ήταν τα όσα συνέβησαν μετά τις πρώτες αρνητικές κριτικές. Ήταν η συμπεριφορά του συγγραφέα που ουσιαστικά επιτέθηκε στους αναγνώστες για την άποψή τους, κάνοντας το θέμα προσωπικό. Η ανάγνωση είναι προσωπική υπόθεση και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς το κάθε βιβλίο εξαρτάται από πολλά, μεταξύ άλλων και από τη γενικότερη διάθεση, εποχή, προσδοκίες, ηλικία – στα πολύ γρήγορα – και δεν έχει σχέση με το «παίρνω το θέμα προσωπικά».

Όμως το βιβλίο είναι κι ένα προϊόν που πουλιέται και κάποιος το αγοράζει και το βιβλίο είναι ένα προϊόν παγίδα: Το πληρώνεις προκαταβολικά, χωρίς να ξέρεις από την αρχή αν θα σου αρέσει.

Δεν είναι ρούχο να μπεις στο δοκιμαστήριο, δεν είναι ζαρζαβατικό. Είναι μια φωτογραφία για εξώφυλλο (τις πιο πολλές φορές πολύ φθηνή δουλειά τα ελληνικά εξώφυλλα μάλιστα, πολύ περισσότερο αυτά που ξεπατικώνουν από ξένα έργα παλιάπαλιάπαλιά, νομίζοντας ότι δεν θα πάρουμε χαμπάρι την κόπια), μια μικρή περίληψη και όλη η ουσία είναι κρυμμένη εκεί που δεν μπορείς να τη δεις: Στις σελίδες του ανάμεσα στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Κι είναι η υπόσχεση που σου έχει δώσει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα από τα προηγούμενά του βιβλία και είναι και οι προσδοκίες που έχει δημιουργήσει ο καθένας μας για τον κάθε συγγραφέα και μπορεί να διαφέρουν πολύ από τον έναν στον άλλο γιατί δεν είναι όλοι οι αναγνώστες ίδιοι και δεν περιμένουν τα ίδια πράγματα, δεν γοητεύονται από τα ίδια σκηνικά και δεν ταυτίζονται με τις ίδιες καταστάσεις..

(Παρένθεση εδώ: Όταν παραέρχεσαι κοντά στους αναγνώστες σου (κυρίως από τα σόσιαλ μύδια), δημιουργείς ένα προηγούμενο που δεν ξέρω τελικά ποιον ωφελεί, το συγγραφέα ή τον αναγνώστη. Σίγουρα όμως ανεβάζει πολύ τον πήχη και δημιουργεί ακόμα περισσότερες προσδοκίες γιατί κατά κάποιον παράξενο τρόπο η σχέση γίνεται προσωπική. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε λίγο σεβασμός στον καταναλωτή-αναγνώστη δε βλάπτει.

Δεν είναι σοβαρό να κάνεις το θέμα προσωπικό (κι εδώ αυτό έρχεται μάλλον σε αντίθεση με την παραπάνω παρένθεση, αλλά αυτό το παράλογο της ζωής είναι που έχει την ομορφιά και όλη την πλάκα), όσο κι αν σε ενοχλεί να κρίνουν αρνητικά τη δουλειά σου. Εκτίθεσαι και είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς που κάνεις… Αλλιώς κάνε κάτι άλλο. Και ναι, υπάρχουν πάντα ηλίθιοι όπως υπάρχουν πάντα οι μύθοι, όμως εκτίθεσαι και το περιμένεις και κάπως πρέπει να βρεις τρόπο να το προσπερνάς γιατί δεν είναι οι ηλίθιοι η ουσία σου. Κι επειδή με το συγκεκριμένο βιβλίο έτυχε να διαβάσω όλες τις αρνητικές κριτικές, έχω ακόμα έναν λόγο να θεωρώ πολύ φάουλ τα παρατράγουδα. Κανείς δεν πέρασε σε προσωπικό επίπεδο εκφράζοντας το οτιδήποτε προς το πρόσωπο του συγγραφέα. Όλοι, πολύ φυσιολογικά μοιράστηκαν τις εντυπώσεις τους.

Το ότι οι αρνητικές εντυπώσεις είναι περισσότερες από τις θετικές, αυτό απλά μας λέει ότι ήταν ένα μάλλον κακό/ατυχές/αδιάφορο βιβλίο… Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, κάποιοι έχασαν τα λεφτά τους, άλλοι το χρόνο τους, πέρασε πάει, όλοι μας έχουμε διαβάσει άλλα δέκα βιβλία μετά από αυτό.

Από τη στιγμή λοιπόν που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να απολογηθώ για το ότι δε μου άρεσε – κι αυτό κάνω τόση ώρα για να δείτε το πόσο λάθος είναι να μπαίνει κανείς σε αυτή τη διαδικασία – έχασε και όσα καλά στοιχεία είχε και σίγουρα μέρος της εμπιστοσύνης μου προς το μέλλον με το συγγραφέα. Έχω διαβάσει κι άλλα βιβλία του που δε μου άρεσαν. Έχω διαβάσει και έστω ένα που το λάτρεψα. Αυτό δε με εμπόδισε να διαβάσω ξανά. Αυτή τη φορά θα το σκεφτώ για το επόμενό του όμως, γιατί δε θέλω να ξαναμπώ σε διαδικασία απολογίας (αν δε μου αρέσει) για μια προσωπική άποψη φορ φακς σέικ, έστω και θεωρητικά.

(Ξανά παρένθεση εδώ: Λατρεύω τον Στίβεν Κινγκ αλλά μαντέψτε. Δε μου αρέσουν όλα τα βιβλία του. Δεν έπαψα ποτέ να τον διαβάζω ασταμάτητα και να αγοράζω βιβλία του, ακόμα κι αυτά που δε μου άρεσαν. Είναι γιατί με έχει κερδίσει για πάντα και γουστάρω να έχω τη συλλογή του στα ράφια μου, τόσο απλό. Τον πάω με χίλια, πώς το λένε; Μπορώ να συγχωρήσω και βιβλία του που δεν τα ευχαριστήθηκα. Και δεν είμαστε φιλαράκια για να τον πάω. Με τη δουλειά του με κέρδισε και τίποτα περισσότερο. Κλείνει η παρένθεση.)

Οπότε νοτ φαν ατ ολ. Σημασία έχει να περνάμε ευχάριστα την ώρα μας με κάτι που πληρώσαμε για να έχουμε κι έχουμε κάθε δικαίωμα άποψης – κι αυτό το λέω ακόμα και για τους αναγνώστες μεταξύ τους, έλεος με τους καυγάδες σας – κι αν το βιβλίο που διαβάζουμε έχει να μας προσφέρει και κάτι, να σκεφτούμε, να αλλάξουμε, αν μας κάνει καλό, τότε ακόμα καλύτερα χίλιες φορές, ο συγγραφέας έκανε κάτι πολύ σημαντικό! Αν απλώς περάσαμε όμορφα ένα βράδυ, κι αυτό είναι υπέροχο.

Τα υπόλοιπα όμως; Μπλιεχ. Απαράδεκτα.

Αντί για χολές και πσόφους επί 24ώρου βάσεως στα κοινωνικά δίκτυα, μήπως είναι καλύτερο οι συγγραφείς να ετοιμάζουν το επόμενό τους βιβλίο προσπαθώντας για κάτι καλύτερο;

Λέω εγώ τώρα.

Advertisements

Μαζί με το YA (Young Adults) Fiction έχει ξεφυτρώσει κι ένα υπο-είδος, κάτι που εγώ ονομάζω κοριτσίστικη λογοτεχνία, αν και υποψιάζομαι πως πολλοί198608 έχουν κάνει την ίδια σκέψη μαζί ή και πριν από μένα. Fair enough, εφόσον τα κορίτσια έκαναν την επανάσταση στήνοντας τα Tomb Raider και τη Lara Croft απέναντι από τον Indiana Jones (και τα κατάφεραν πάρα πολύ καλά βεβαίως), γιατί να μην κάνουν το ίδιο και στο βιβλίο;

Η κοριτσίστικη λογοτεχνία απαρτίζεται συνήθως από δυστοπίες, με κεντρικό χαρακτήρα ένα έφηβο κορίτσι που καλείται να σώσει τον κόσμο και να πάρει και το καλό παιδί. Συνήθως είναι το αντίστοιχο του Ξανθόπουλου, το θηλυκό του Καΐλα, το φτωχό και καταφρονεμένο, που συνήθως (πολλά συνήθως) έχει και κάποιο special ability. Οκ. Το δέχομαι και επαυξάνω.

Υπάρχουν κάποιες επιτυχίες στο νέο αυτό sub-genre (ε, κάπως έπρεπε να γίνει μια καλή αρχή για να καθιερωθεί) με γνωστότερη ίσως σειρά το Twilight και κανά δυο άλλες που καταλήγουν αργά ή γρήγορα στις οθόνες μας. Τη σειρά της Roth (Divergent κλπ) την απόλαυσα, αλλά παραδέχομαι ότι απόλαυσα τις ταινίες, τα βιβλία δεν τα διάβασα ακόμα οπότε ό,τι λέω το λέω με επιφύλαξη. Απόλαυσα και την πρώτη ταινία Hunger Games, τη δεύτερη λιγότερο, και όλα τα υπόλοιπα ακόμα λιγότερο, κι ύστερα ήρθε η σειρά του πρώτου βιβλίου.

Και το διάβασα.

Μισό.

Και ήταν κακό.

Αρχικά ήταν κακή η μετάφραση, αλλά με ένα πολύ κακογραμμένο βιβλίο, πόσο καλή μπορεί να είναι η μετάφραση; Δηλαδή δε θα ξεχάσω ποτέ τις μισές 50 αποχρώσεις του γκρι που διάβασα στα ελληνικά και μετά στα αγγλικά, για να καταλήξω στο ότι ίσως και η ελληνική χάλια μετάφραση να ήταν πολύ καλύτερη από την ορίτζιναλ βερσιόν. Κάπως έτσι και με το Hunger Games. Ελ Τζέιμς κακό. Περαστικά στους μεταφραστές.

Κακό= Κακογραμμένο και με το κακογραμμένο δεν εννοώ ότι περίμενα έναν θηλυκό Τόλκιν, αλλά κακογραμμένο δηλαδή με λάθη του τύπου «τώρα εγώ πρέπει να γεμίσω σελίδες αλλά δεν ξέρω και πώς να περιγράψω τον φανταστικό κόσμο που δημιούργησα, οπότε θα αρχίσω να:

1) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες το τι τρώνε οι ήρωές μου, κάθε πότε το τρώνε και πόσο τρώνε,

2) περιγράφω με εξαντλητικές λεπτομέρειες τι φοράνε- και θα φροντίσω να υπάρχουν και κανά δυο περιστάσεις όπου η τουαλέτα είναι απαραίτητη ώστε να γεμίσω επιπλέον σελίδες περιγράφοντας όλο αυτό το ύφασμα,

3) θα μου κάνω ερωτήσεις και θα τις απαντώ μόνη μου, γιατί δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο να περιγράψω τα όσα νιώθει/σκέφτεται η πρωταγωνίστριά μου.

Οπότε, έχεις μια έφηβη ηρωίδα που σημαδεύει μύγα στο χιλιόμετρο με το τόξο, αλλά ό,τι και να το κάνεις είναι έφηβη, περιφέρεται με τις σκέψεις της και της αρέσουν δύο μόνο πράγματα (τελικά και δυστυχώς): Τα αγόρια και τα ρούχα.

the-hunger-games-mockingjay-part-1_aubd

Είναι κρίμα, γιατί όλες οι σειρές αυτού του είδους/υπο-είδους τέλος πάντων μας δείχνουν πως τα κορίτσια γουστάρουν και τα βαμπίρ και τους μάγους και τα ζόμπι και τις δυστοπίες και τη δράση, αλλά -ναι, το δέχομαι μεν, αλλά- όλο και περισσότερες συγγραφείς βασίζονται στον έρωτα και τη μόδα για να στήσουν ένα φανταστικό στόρι όπου η ουσία (τα βαμπίρ, ή το γεγονός ότι 23; 24;- δε θυμάμαι έφηβοι θα αλληλοσκοτωθούν στο δάσος κλπ) είναι δευτερεύουσα και αυτό το κατά τα άλλα ωραίο είδος θα χαλάσει στο τέλος, αν δεν έχει ήδη χαλάσει.

Τα βιβλία αυτά απευθύνονται κυρίως σε νεαρά κορίτσια (το να τα διαβάζουν 40ρηδες, 50ρηδες με τόσο Ελ Τζέιμς κακή γραφή είναι ανησυχητικό) και δε θα ήθελα να δω τις 50 αποχρώσεις μεταμφιεσμένες σε ένα δυστοπικό girly στόρι φαντασίας. Το κακό είναι πως παραμπασταρδεύονται με τα κατ’ εξοχήν κοριτσίστικα πράγματα (αγόρια, μαλλιά, ρούχα) λες και αν εμβαθύνουν στον φανταστικό κόσμο και σε ό,τι συνεπάγεται αυτό, τα κοριτσάκια δε θα διαβάσουν.

Θα έπρεπε να υπάρχει ένα κοριτσόμετρο ξερωγώ, μέχρι πόσο επιτρέπονται οι χαριτωμενιές και πόσο πρέπει το βιβλίο να κινείται μέσα στα πλαίσια του φανταστικού, για να μπορέσει να επιβιώσει και ίσως και να εξελιχθεί το είδος, οδηγώντας και τα κοριτσάκια μετά την χ-ψ-Κόλινς και τον Μπελοέντουαρντ στον Τόλκιν.

 

2/5 γιατί είναι κακογραμμένο και τα 2 τα παίρνουν τα ταινιάκια κιόλας.

 

Η Σίρλει Τζάκσον είναι μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στο χώρο του βιβλίου και παρόλο που δε χωρά αμφισβήτηση για το έργο της, πολλοί είναι αυτοί που δεν καταλαβαίνουν το… «τι είναι τόσο τρομακτικό σε αυτά που γράφει;». Ο λόγος πιστεύω έχει να κάνει με τη λάθος κατηγοριοποίηση των βιβλίων της- κάτι το οποίο ακόμα μια φορά κάνει περισσότερη ζημιά, παρά καλό, έτσι μεγάλη μερίδα αναγνωστικού κοινού έχει λανθασμένες προσδοκίες από τα βιβλία της.

Έχω αναφέρει ξανά πως η κατηγοριοποίηση των βιβλίων εξυπηρετεί μόνο στατιστικά, λίστες και ράφια καταστημάτων, και όχι συγγραφείς ή αναγνώστες. Και πολλές φορές, πολλά βιβλία βρίσκονται σε λάθος ράφι γιατί κάποιοι αποφάσισαν πως ανήκουν σε συγκεκριμένη κατηγορία- ίσως λίγο περισσότερο σε κάποια, λίγο λιγότερο σε κάποια άλλη-  έτσι πολλά καλά πάνε αδιάβαστα, αλλά κανένας συγγραφέας όταν ξεκινάει να γράψει δεν σκέφτεται: «Οκ, ας γράψω ένα horror». Οι συγγραφείς γράφουν ιστορίες, αυτό μόνο!

shirley-jackson-quotes-5-1

Σε πορεία χρόνων, προφανώς και οι συγγραφείς βρίσκουν τον τομέα που τους ταιριάζει περισσότερο, αλλά και πάλι, κανείς δε θα αποφύγει να γράψει κάτι επειδή πχ ανήκει πλέον στην κατηγορία του αστυνομικού μυθιστορήματος και αυτό που θέλει να γράψει είναι και κοινωνικό ή αισθηματικό ή ξέρω ‘γω τι, όπως και κανείς δε θα γράψει σώνει και καλά κάτι, κατευθυνόμενος από την ταμπέλα που του έχουν κολλήσει, ή από το είδος στο οποίο έχει αφιερωθεί- ακόμα κι αν ο ίδιος το έχει επιλέξει. Οι συγγραφείς γράφουν ιστορίες, το είπαμε αυτό.

Στη Σίρλει Τζάκσον τώρα, για μένα είναι λάθος ο τίτλος «συγγραφέας τρόμου», από τη μία γιατί είναι ένας πολύ μεγάλος κύκλος και περιλαμβάνει από τον Γκράχαμ Μάστερτον (που είναι πιο πολύ cult), τον Τζακ Κέτσαμ (που τα βιβλία του μοιάζουν περισσότερο με ταινία σπλάτερ), τον Στίβεν Κινγκ (που παίζει με πολύ διαφορετικό τρόπο με τον τρόμο και το φόβο από το γράφω για ένα τέρας στην ντουλάπα- ο Κινγκ δημιουργεί καταστάσεις και ρίχνει τους ήρωές του μέσα, δε δημιουργεί ήρωες και τέρατα), μέχρι και τη …Σίρλει Τζάκσον. Που στα βιβλία της παίζει με το supernatural, παίζει και με φαντάσματα, παίζει και με το έγκλημα, αλλά οι «πράξεις» στα βιβλία της Τζάκσον δεν έχουν και τόση σημασία, όσο ο ψυχικός κόσμος των ηρώων που δημιουργεί, και συνήθως αυτό στο οποίο αφιερώνει τις περισσότερες ιστορίες της, είναι το πώς λειτουργεί αυτός ο ψυχικός κόσμος μέσα σε κάποιον ήρωα, πώς διαμορφώνεται, πώς επηρεάζεται από τα όσα του συμβαίνουν κι όσα γίνονται γύρω του, και ακόμα πιο συγκεκριμένα:

Πώς ένας άνθρωπος ισορροπεί μεταξύ λογικής και τρέλας, πώς αγωνίζεται να μην κάνει το λάθος βήμα και πέσει στην τρέλα, μέχρι που τελικά …πέφτει. Κι από κει κι έπειτα αυτό που παρακολουθούμε ουσιαστικά είναι οι διακυμάνσεις του χαρακτήρα που οδηγούν στις πράξεις και σε αυτό η Σίρλει Τζάκσον υπήρξε σπεσιαλίστας.

shirley_jackson_the_lottery

Η Σίρλει Τζάκσον θεωρούσε τα τέρατα και τα πνεύματα που ζητούν εκδίκηση ως την εύκολη λύση, ως τον εύκολο τρόμο. Αυτό που ήθελε να κάνει εκείνη, ήταν να ξυπνήσει τα τέρατα μέσα μας. Αν κάποιος διαβάσει αρκετή Σίρλει Τζάκσον, θα δει ότι πάντα στα βιβλία της υπάρχει μια καθόλα συνηθισμένη πραγματικότητα, σε τέτοιο βαθμό που ο αναγνώστης χαλαρώνει πολύ, έως και που βαριέται γιατί θεωρεί πως το στόρι είναι προβλέψιμο. Ούτε τέρατα στις ντουλάπες, ούτε φαντάσματα στις σοφίτες, ούτε μυστηριώδεις σκιές. Η Σίρλει Τζάκσον παίζει με τα νεύρα μας , χτίζοντας σταδιακά και με λεπτομέρεια έναν συνηθισμένο κόσμο κι ύστερα αποκαλύπτοντας απότομα την  άλλη του πλευρά: έναν κόσμο νευρώσεων, καθοδηγούμενος από τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπου. Προβλέψιμη δεν είναι ποτέ.

Εξάλλου και η ίδια υπέφερε από τις δικές της νευρώσεις κι εμμονές και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Αυτό που μεταφέρει στα βιβλία της, είναι η κλιμάκωση της τρέλας μέσα από την απομόνωση των κεντρικών ηρώων της που ζουν στο περιθώριο.

Το γνωστότερό της και μεγαλύτερο ίσως έργο, είναι μόλις ένα μικρό διήγημα. The Lottery ή Η Λοταρία, που κυκλοφορεί πλέον κι ελεύθερα στο διαδίκτυο. Σε μια μικρή πόλη, οι κάτοικοι συμμετέχουν σε κάποιο είδος διαγωνισμού, μια λοταρία. Το έπαθλο είναι ένας δημόσιος λιθοβολισμός. Αυτό το διήγημα έκανε ακόμα και τη μητέρα της να διαμαρτυρηθεί και τότε στην εποχή του είχε ξεσηκώσει χιλιάδες αναγνώστες που έστελναν υβριστικά γράμματα στο New Yorker, όπου είχε δημοσιευτεί.

Ακολούθησαν οι Δαίμονες του Χιλ Χάους, το Ζούσαμε Πάντα Σε Ένα Κάστρο (που φέτος ήρθε και στην Ελλάδα), το Just An Ordinary Day- μια συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκαν μετά το θάνατό της από τους δικούς της και νομίζω πως δεν υπάρχει στα ελληνικά, και πολλά άλλα. Όλα με κεντρικό πυρήνα τη σκοτεινότερη πλευρά του ανθρώπου. Η Σίρλει Τζάκσον έγραφε ασταμάτητα κι όμως δεν κατάφερε ποτέ να γράψει όλες τις ιστορίες που είχε στο μυαλό της.

Για μένα είναι μια από τις κορυφαίες συγγραφείς -τρόμου έστω, αν πρέπει να μπει σε κατηγορία- η οποία κατάφερε να δημιουργήσει ένα υπο-είδος μέσα στο είδος. Σίγουρα αν περιμένει κανείς page turners, αίματα και τέρατα, θα απογοητευτεί. Όμως είναι λάθος να περιμένει κάτι τέτοιο από τη Σίρλει Τζάκσον.

 

 

Δεν υπάρχει θέμα βιβλίο ή ψηφιακό βιβλίο. Όλα βιβλία είναι. Είναι απλά θέμα προσαρμογής. Τα νέα παιδιά διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία και καλά κάνουν. Συν του ότι όντως, πιο «φθηνά» τα … downloads (από όπου κι αν προέρχονται), έτσι όλο και περισσότεροι νέοι έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν εκτός από τα σύγχρονα trend και κλασσικά βιβλία που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα το κάνανε ποτέ. Στη Βόρειο Ευρώπη 8 στους 10 διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία στο μετρό ή στο τραμ και αυτό, τουλάχιστον εμένα, με χαροποιεί.

Όλες οι δανειστικές βιβλιοθήκες στη Σκανδιναβία έχουν προσθέσει τμήμα ηλεκτρονικών βιβλίων που μπορείς να κατεβάσεις βιβλία από τη σελίδα τους (που είσαι μέλος) και ξέχωρα από αυτό χάρις στη ψηφιακή μορφή βιβλίων, μελετητές και ερευνητές (ή απλά περίεργοι) έχουν την ευκαιρία πρόσβασης σε βιβλιοθήκες – όπως του Smithsonian – που κάτω από νορμάλ συνθήκες δεν θα έβλεπαν ούτε στο όνειρο τους. Άρα είναι εξέλιξη που ναι, θα στοιχήσει σε αρκετούς τη δουλειά τους (ήδη έχει αρχίσει) και σε πολλούς τα κέρδη τους, αλλά είναι προς όφελος του βιβλίου και του αναγνώστη.

ovi_fb0001Έτσι, ενώ δεν θα έπρεπε να είναι θέμα, εμείς οι ίδιοι το κάνουμε θέμα και του δίνουμε διαστάσεις. Μιλάμε για τη «μυρωδιά» του χαρτιού αλλά δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι η εφημερίδα έχει πιο ισχυρή «μυρωδιά» και πολύ πιο πολλούς απασχολουμένους, αλλά με μεγάλη ευκολία περάσαμε στην ηλεκτρονική τους μορφή. Σε σημείο μάλιστα που αδιαφορούμε με το γεγονός ότι παραδοσιακές εφημερίδες κλείνουν σε όλον το κόσμο, ή ιστορικά περιοδικά όπως το Newsweek έχουν περάσει μόνο σε ηλεκτρονική μορφή αφήνοντας εκατοντάδες κόσμο άνεργο.

Αλλά για να επιστρέψουμε στο ηλεκτρονικό βιβλίο. Το σωστό και με σεβασμό στον αναγνώστη ηλεκτρονικό βιβλίο, διαφέρει από το τυπωμένο μόνο στο τυπογραφείο και το χαρτί. Πρώτα είναι πιο φιλικό στο περιβάλλον. Όταν προσπαθούμε να πείσουμε επιχειρήσεις και κράτος να μη χαλάνε χαρτί και να στέλνουν ακόμα και τους λογαριασμούς μέσω email, δεν μπορεί να παραπονιόμαστε γιατί δεν θα έχουμε το επόμενο έντυπο-δονητή σε χαρτί.

Το κυριότερο – και ελπίζω να το παρατηρήσατε παραπάνω – είναι το ηλεκτρονικό βιβλίο να είναι ΣΩΣΤΟ. Να έχει σχεδιαστεί το εξώφυλλο γι’ αυτό, να έχει φτιαχτεί από ειδικευμένο γραφίστα σελιδοποιό, να έχει διορθωτή κι αν χρειάζεται μεταφραστή.

Εκεί όμως είναι το πρόβλημα, η κατάχρηση ενός υπέροχου εργαλείου και ο βιασμός του βιβλίου. Δεν μπορείς επειδή το MSWord κάνει export σε PDF (και νομίζεις ότι αυτό το κάνει EBOOK) να προσθέτεις χύμα για εξώφυλλο μια φωτογραφία που έκλεψες από το ιντερνέτ χωρίς να σέβεσαι τον δημιουργό της, χωρίς να έχει δει κανένας το κείμενο αν αξίζει ή αν χρειάζεται διόρθωση και να το πετάς για EBook επειδή …έλα μωρέ, EBook και ιντερνέτ είναι. ΟΧΙ.

Για παράδειγμα, η σελιδοποίηση ενός EBook απαιτεί ειδικευμένα προγράμματα που απαιτούν γνώση και εκπαίδευση. Σήμερα, τις περισσότερες φορές οι ίδιοι που έκαναν τα έντυπα έχουν εξελιχτεί να φτιάχνουν και τα ηλεκτρονικά. Και ούτε παίρνουμε το ηλεκτρονικό μοντάζ που πάει στο τυπογραφείο και του κάνουμε ένα export για το ιντερνέτ, πρακτική που εφαρμόζουν σουπερμαρκετάδες βιβλίων, παπα-ψυχάκηδες κλπ. στην Ελλάδα. Γιατί τότε το βιβλίο γίνεται «βαρύ», κολλάει η ταμπλέτα ή το reader και δεν εφαρμόζει στα εργαλεία διαβάσματος. Εκτός του γεγονότος ότι γίνεται μια «καλή ευκαιρία» για μπακαλίστικη κοστολόγηση. Τιμή ΕBook η τιμή του τυπωμένου, πλην το χαρτί!